← Κύπρος

Διαχειριστικής Επιτροπής BELMAR COMPLEX ν. Χριστίνα Ταλιάνου, Αρ. Αγωγής: 2912/2010, 18/5/2012

Διαχειριστικής Επιτροπής BELMAR COMPLEX ν. Χριστίνα Ταλιάνου, Αρ. Αγωγής: 2912/2010, 18/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2912/2010 Μεταξύ: Διαχειριστικής Επιτροπής BELMAR COMPLEX Εναγόντων και Χριστίνα Ταλιάνου Εναγομένης Αίτηση για εκδίκαση προδικαστικού σημείου ημερομηνίας 30.6.2011 Ημερομηνία: 18 Μαΐου, 2012 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη/Αιτήτρια: κ. Κλ. Χριστοφή Για Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση: κα Α. Τιμοθέου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από την Εναγόμενη, εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια/δικαιούχο προς εγγραφή του διαμερίσματος στον 4ο όροφο της πολυκατοικίας Belmar Complex στη Λεμεσό, το ποσό των €11.138,81 ως ποσό που αναλογεί σε αυτήν σε σχέση με τα έξοδα συντήρησης, λειτουργίας, καθαριότητας και επιδιόρθωσης των κοινόκτητων χώρων της πολυκατοικίας για την περίοδο από 1.4.2000 μέχρι 30.6.2010 και των εξωτερικών μπογιατισμάτων της αναφερόμενης πολυκατοικίας με γραφιάτο. Την καταχώρηση του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος στις 8.6.2010 ακολούθησε η καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Εναγόμενης στις 21.9.2010. Στην Έκθεση Υπεράσπισης η Εναγόμενη εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι μέρος του αξιούμενου ποσού της παρούσας αγωγής καλύπτεται με δεδικασμένο, και ειδικότερα το μέρος της απαίτησης που αφορά την περίοδο μέχρι 30.6.2004 για την οποία είχε καταχωρηθεί από τους Ενάγοντες εναντίον της Εναγομένης η αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 6456/2004 που απορρίφθηκε στις 14.11.2006. Στις 30.6.2011 η Εναγόμενη-Αιτήτρια καταχώρησε αίτηση δυνάμει της Δ.27 ΘΘ. 1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με την οποία ζητά όπως η πιο πάνω προδικαστική της ένσταση αποφασιστεί από το Δικαστήριο πριν από την ακρόαση ολόκληρης της αγωγής. Η αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της Εναγομένης-Αιτήτριας επίσης ημερομηνίας 30.6.2011 όπου επαναλαμβάνεται η θέση ότι η απόρριψη της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 6456/2004 σε σχέση με τις απαιτήσεις των Εναγόντων για τη χρονική περίοδο μέχρι και την 30.6.2004 θέτει εκτός συζήτησης την παρούσα αγωγή αναφορικά με το ποσό των €5.072,87. Στις 26.1.2012 καταχωρήθηκε ένσταση από τους Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση η οποία υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του μέλους και λογιστή των Εναγόντων κ. Γιάννη Φλαγκοφά ίδιας ημερομηνίας, όπου εγείρονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: (
  2. i)Δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου της παρούσας αγωγής αναφορικά με το ποσό των €5.072,87 ως η θέση της Αιτήτριας αφού η αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 6456/2004 απορρίφθηκε λόγω μη προώθησής της και χωρίς το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης. (
  3. ii)Η Εναγόμενη-Αιτήτρια δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, ήτοι πρακτικά της διαδικασίας της αγωγής με αριθμό 6456/2004 ή οποιαδήποτε απόδειξη ή έγγραφο με το οποίο να αποδεικνύεται ότι το ποσό που αξιώνετο με την εν λόγω αγωγή έχει εξοφληθεί ή έχει με οποιοδήποτε τρόπο παραγραφεί ή ότι δεν είναι πλέον απαιτητό. (iii) Με την υπό κρίση αίτηση υπάρχει παραδοχή από την πλευρά της Εναγόμενης-Αιτήτριας ότι το ποσό των €5.072,87 ουδέποτε πληρώθηκε και/ή εξοφλήθηκε και επομένως θα ήταν αντινομικό στο παρόν στάδιο να παραγραφεί μέρος της αξίωσης των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή. Οι αρχές που διέπουν την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις συνοψίζονται σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων Costas Mavromoustaki ν. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides

(1065)1 CLR 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322 και Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949). Πιο συγκεκριμένα, η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο εάν αποφασιστεί υπέρ του διαδίκου που το εγείρει, αποφασίζεται όλη η υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα αυτής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες όπου τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί τη διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση, όμως, που χρειάζεται να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλέπε Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 CLR 50, Grindlays Bank Limited v. Christodoulos Demetriades & Co Ltd and others
(1987)1 CLR 461). Επιπρόσθετα, νομικό σημείο δεν εκδικάζεται προδικαστικά όταν τα γεγονότα επί των οποίων θα αποφασιστεί είναι αμφισβητούμενα (Βλέπε Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω)). Συνεπώς, η εκδίκαση προδικαστικού ζητήματος είναι εφικτή εάν και εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα και τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά (βλέπε Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 225). Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι το ζήτημα το οποίο εγείρεται με την παρούσα αίτηση μπορεί να αποφασισθεί προδικαστικά από το Δικαστήριο καθότι το θέμα είναι καθαρά νομικό και τα γεγονότα επί των οποίων καλείται το Δικαστήριο να αποφανθεί είναι παραδεκτά από τις δύο πλευρές και έχουν ως εξής:
  1. Στις 10.11.2004 καταχωρήθηκε από τη Διαχειριστική Επιτροπή Belmar Complex εναντίον της Χριστίνας Ταλιάνου (διαδίκων στην παρούσα αγωγή), η αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 6456/2004 με την οποία οι ενάγοντες αξίωναν από την εναγόμενη το ποσό των £2.938,98 (το αντίστοιχο σε €5.021,54) ως η αναλογία σε κοινόχρηστα έξοδα και/ή ως ποσό που πληρώθηκε από τους ενάγοντες για λογαριασμό της (φωτοαντίγραφο του Ειδικά Οπισθογραμένου Κλητηρίου Εντάλματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην Ένορκη Δήλωση της κας Ταλιάνου ημερομηνίας 30.6.2011).
  2. Στις 14.11.2006 η αγωγή με αριθμό 6456/2004 απορρίφθηκε λόγω μη εμφάνισης των εναγόντων και/ή του τότε δικηγόρου τους (φωτοαντίγραφο του συνταχθέντος πρακτικού επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β στην Ένορκη Δήλωση της κας Ταλιάνου ημερομηνίας 30.6.2011) κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η υπόθεση. Στα πλαίσια απόρριψης της αγωγής το Δικαστήριο δεν άκουσε μαρτυρία, δεν εξέτασε την ουσία της υπόθεσης και δεν αποφάνθηκε επί των επίδικων θεμάτων.
  3. Στο ποσό των €11.138,81 που αξιώνεται με την παρούσα αγωγή περιλαμβάνεται ποσό €5.072,87 που αφορά την αναλογία του μεριδίου της Εναγομένης για την περίοδο Απριλίου του 2000 μέχρι 30 Ιουνίου 2004 σε σχέση με την οποία είχε εγερθεί η αγωγή με αριθμό 6456/2004 (το ποσό αυτό προκύπτει από τις δηλώσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών κατά την ακρόαση της αίτησης όπως επίσης και από την επιστολή του δικηγόρου των Εναγόντων ημερομηνίας 17.6.2011 για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών κατόπιν σχετικού αιτήματος/γραπτής επιστολής ημερομηνίας 23.5.2011 των συνηγόρων της Εναγομένης). Να σημειωθεί ότι οι δύο πλευρές συμφωνούν όπως το ζήτημα που εγείρεται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης εκδικαστεί προδικαστικά. Στη βάση αυτών των γεγονότων εκείνο το οποίο καλείται ουσιαστικά το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι κατά πόσον η απόρριψη της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αρ. 6456/2004 λόγω μη προώθησής της αποτελεί δεδικασμένο με τρόπο ώστε οι Ενάγοντες να κωλύονται να εγείρουν την παρούσα αγωγή αναφορικά με το ποσό των €5.072,
  4. Στα πλαίσια των αγορεύσεων ήταν η θέση του κ. Χριστοφή ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί αναφορικά με το ποσό των €5.072,87 καθότι οι Ενάγοντες παρέλειψαν να προχωρήσουν με καταχώρηση αίτησης επαναφοράς της αγωγής με αρ. 6456/2004 και για το λόγο αυτό κωλύονται λόγω δεδικασμένου να προωθούν την παρούσα αγωγή. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Τιμοθέου, η οποία υποστήριξε ότι δεν δημιουργείται δεδικασμένο καθότι η αγωγή με αριθμό 6456/2004 απορρίφθηκε λόγω μη εμφάνισης του τότε δικηγόρου των Εναγόντων και χωρίς το Δικαστήριο να αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης μετά από ακροαματική διαδικασία. Ο γνωστός κανόνας του δεδικασμένου και η ανάγκη εφαρμογής του επεξηγούνται με αναφορά σε όλες τις διαχρονικά σημαντικές επί του θέματος αποφάσεις από τον Ηλιάδη Δ., στην απόφαση Αντριανή Χαραλάμπους v. Μαρίας Χαραλάμπους
(2008)1 ΑΑΔ 1298. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από τις σελίδες 1301-1304: «(β) Η νομική πλευρά Από την αρχή του 12ου αιώνα οι αποφάσεις των Δικαστηρίων θεωρούνταν δεσμευτικές και δεν μπορούσαν να αμφισβητηθούν. Όπως έχει καθοριστεί ο κανόνας, που είναι το αποτέλεσμα της έκδοσης μιας απόφασης από ένα Δικαστήριο, "Estoppel of record or quasi of record arises where an issue of fact has been judicially determined in a final manner between the parties by a tribunal having jurisdiction, concurrent or exclusive, in the matter, and the same issue comes directly in question in subsequent proceedings between the same parties." Σε μετάφραση, "Αποκλεισμός από δεδικασμένο ή από ημιδεδικασμένο εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος, και το ίδιο γεγονός επανεμφανίζεται άμεσα σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ίδιων διαδίκων". (Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 15, παρ. 336) Η ανάγκη εφαρμογής του κανόνα επεξηγήθηκε στην υπόθεση K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, όπου τονίστηκε ότι, "Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα." Ο Κανόνας βασίζεται σε δύο αρχές: (
  1. i)Ότι η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (Interest rei publicae ut sit finis litium) και (
  2. ii)Κανένας δεν πρέπει να ενοχλείται δύο φορές για το ίδιο θέμα (Nemo debet bis vexavi pro eadem causa). Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει ότι, (
  3. i)Η απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη, (
  4. ii)Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων και (iii) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Από τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί φαίνεται ότι ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα του δεδικασμένου αφού η απόφαση στην αγωγή 11026/1997 έχει καταστεί τελεσίδικη και οι διάδικοι και στις δύο αγωγές είναι οι ίδιοι. Η τρίτη προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα επιβάλλει την ταύτιση των επίδικων θεμάτων, που εξυπακούει ότι το επίδικο θέμα στη β΄ διαδικασία θα πρέπει να είναι το ίδιο με εκείνο που εξετάστηκε στην α΄ διαδικασία. Είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι η α΄ αγωγή βασίστηκε στο αδίκημα της απάτης και η β΄ αγωγή στο αδίκημα της αμέλειας και το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η εφεσείουσα θα έπρεπε να συμπεριλάβει στην α΄ αγωγή μαζί με το αδίκημα της απάτης και το αδίκημα της αμέλειας. Για να αποφευχθεί η καταχώριση πολλών αγωγών, ο κανόνας του δεδικασμένου έχει επεκταθεί για να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπι λογικής έρευνας στα δικόγραφα, εκτός από εκείνες πάνω στις οποίες βασίζει την αγωγή του. Και τούτο για να διασφαλιστεί η εξέταση όλων των θεμάτων που θα μπορούσαν να ήταν επίδικα σε μια δικαστική διαδικασία. Το αποτέλεσμα είναι ότι αν ένας διάδικος παραλείψει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα θέμα, το οποίο θα μπορούσε να περιληφθεί στην αρχική διαδικασία, δεν θα του επιτραπεί να το εγείρει σε μια νέα αγωγή που καταχωρίζεται μετά την εκδίκαση της πρώτης. Στην υπόθεση L.E. Walwin and Partners Ltd. v. West Sussex County Council [1975] 3 All E.R. 604, η ενάγουσα εταιρεία διεκδικούσε το δικαίωμα να ελέγχει την τροχαία κίνηση σε ένα δρόμο που οδηγούσε σε μια οικιστική περιοχή της εταιρείας. Πριν από μερικά χρόνια, όταν η νομική θέση του δρόμου εξεταζόταν από ένα άλλο Δικαστήριο μεταξύ των προκατόχων του τίτλου της ενάγουσας εταιρείας και των εναγομένων, το θέμα του ελέγχου της τροχαίας κίνησης δεν ηγέρθη, αν και μπορούσε να προβληθεί και να εξεταστεί. Το Δικαστήριο βρήκε ότι η παράλειψη των προκατόχων της ενάγουσας εταιρείας να προβάλουν την απαίτηση στην προηγούμενη αγωγή συνιστούσε δεδικασμένο θέμα και απέρριψε την αγωγή. Το ερώτημα κατά πόσο ένας διάδικος μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή του κανόνα όταν επικαλείται στη δεύτερη διαδικασία θέματα που δεν είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, εξετάστηκε στην υπόθεση Theori and Others v. Djoni and Others [1984] 1 C.L.R. 296, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson [1843-1860] All E.R. (Rep.) 378 (βλ. επίσης Vernaeke v. Smith [1982] 2 All E.R. 144), αποφάνθηκε ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει.» Όπως υποδεικνύεται και στο πιο πάνω απόσπασμα, ο κανόνας του δεδικασμένου εδράζεται σε δύο βασικές αρχές: αφενός του οφέλους του δημοσίου συμφέροντος από την τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς και αφετέρου του αποκλεισμού της ενόχλησης οποιουδήποτε προσώπου δύο φορές για το ίδιο θέμα. Η εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει: (α) Το επίδικο θέμα να είναι το ίδιο και να είχε εγερθεί και αποφασιστεί τελικά από το Δικαστήριο κατά την πρώτη διαδικασία, (β) οι διάδικοι να είναι ίδιοι, και (γ) το Δικαστήριο να είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει το θέμα. Στην προκειμένη περίπτωση είναι αναμφισβήτητο ότι οι δύο τελευταίες προϋποθέσεις πληρούνται. Εκείνο το οποίο παραμένει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο πληρείται και η πρώτη προϋπόθεση. Παρόμοιο ζήτημα με αυτό που εγείρεται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Μιχάλης Κανάρης v. Μιχάλης Λοΐζου
(2006)1 ΑΑΔ
  1. Τα γεγονότα της υπόθεσης είχαν περιληπτικά ως εξής: Ο εφεσείοντας είχε συνάψει με τον εφεσίβλητο/εναγόμενο 1 γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 9.3.1990 με βάση την οποία ο εφεσίβλητος ανέλαβε την ανέγερση της οικίας του εφεσείοντα έναντι του ποσού των £90.957,
  2. Οι εφεσίβλητοι 2 και 3 υπέγραψαν εγγητήριο έγγραφο με το οποίο εγγυούνταν τη συμφωνία. Υπήρξε καθυστέρηση στην αποπεράτωση της κατοικίας και ο εφεσείοντας την ανέθεσε σε τρίτο πρόσωπο. Ο εφεσίβλητος ήγειρε την αγωγή 8319/94 εναντίον του εφεσείοντα, στην οποία προστέθηκαν και οι εφεσίβλητοι 2 και 3 ως εναγόμενοι εξ ανταπαιτήσεως. Στα πλαίσια της αγωγής ο εφεσείοντας/εναγόμενος καταχώρησε ανταπαίτηση ζητώντας £31.210,00 ως έξοδα που υποχρεώθηκε να πληρώσει σε τρίτο πρόσωπο (εργολάβο) για αποπεράτωση της οικίας του και £2.400,00 ως απωλεσθέντα ενοίκια. Στις 29.3.1999 ο εφείσβλητος (ενάγοντας στην αγωγή 8319/94) έλαβε απόφαση εναντίον του εφεσείοντα (τότε εναγόμενου) για το ποσό των £13.726,00 πλέον τόκους και έξοδα στην απουσία του εφεσείοντα δυνάμει της Δ.33 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ταυτόχρονα, την ίδια ημέρα απορρίφθηκε η ανταπαίτηση του εφεσείοντα/εναγομένου λόγω μη προώθησης της. Στα πλαίσια της απόδειξης της αγωγής ακούστηκε μαρτυρία για την απαίτηση του εφεσίβλητου/ενάγοντα, όχι όμως για την ανταπαίτηση. Ακολούθησε η καταχώρηση από τον εφεσείοντα της αγωγής 55/02 εναντίον των εφεσίβλητων με την οποία αξίωνε (α) £33.610,00 για παράβαση συμφωνίας σε σχέση με την ανέγερση της κατοικίας, πλέον γενικές αποζημιώσεις και (β) διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει την δικαστική απόφαση που εξασφάλισε στις 29.3.1999 ο εφεσίβλητος (ενάγοντας στην αγωγή 8319/94) εναντίον του εφεσείοντα (τότε εναγόμενου) για το ποσό των £13.726,00 πλέον τόκους και έξοδα. Οι εφεσίβλητοι ήγειραν προδικαστική ένσταση προβάλλοντας ότι η αγωγή 55/02 δεν μπορούσε να προχωρήσει λόγω δεδικασμένου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδέχθηκε τον ισχυρισμό και απέρριψε την αγωγή. Κατ' έφεση κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η απόρριψη της ανταπαίτησης λόγω απουσίας του εφεσείοντα/εναγομένου κατά τη δίκη δεν έγινε υπό περιστάσεις που το Δικαστήριο είχε διαγνώσει δικαστικά τα ουσιαστικά δικαιώματα των διαδίκων σε σχέση με αυτή και επομένως εσφαλμένα αποφασίστηκε ότι η απόφαση στην 8319/94 αποτελούσε δεδικασμένο. Σχετικά επί του θέματος είναι και τα όσα αναφέρονται από τον Lord Salmon στην υπόθεση Birkett v. James
(1977)2 All ER 801, στη σελίδα 813: «I agree with my noble and learned friend, Lord Diplock, that if an action is dismissed for want of prosecution or even for the contumelious failure to comply with a peremptory order before the limitation period has elapsed, this would not empower the court to strike out of a writ for the same cause of action subsequently issued within the limitation period. The fact that the plaintiff or his solicitor has behaved badly in the first action does not make him into a vexatious litigant barred from bringing any further proceedings without permission of the court. Nor does the dismissal of the first action without any decision on the merits constitute res judicata.» Το ζήτημα εξετάζεται και στο σύγγραμμα Res Judicata των Spencer Bower and Handley (4η έκδοση) όπου στη σελίδα 19 σημειώνονται τα εξής: «Dismissal for Want of Prosecution 2.13 Such a dismissal is an interlocutory order, is not a decision on the merits, and does not create a res judicata. A plaintiff whose action has been dismissed for want of prosecution could formerly bring a second action, unless, for exceptional reasons, this was an abuse of process. Since the Woolf Reforms this is no longer the case.» Περαιτέρω, στις σελίδες 90 και 91 του ιδίου συγγράμματος υποδεικνύονται τα ακόλουθα: «6.04 A dismissal for want of prosecution is not on the merits, nor is a dismissal for want of necessary parties. Dismissals for want of jurisdiction are not on the merits, except on the issue of jurisdiction The Privy Council twice held that a default judgment was not a decision on the merits for the purposes of an Indian statute providing for the registration and enforcement of foreign judgments, but these decisions are inconsistent with later authority, and would not be followed. A judgment obtained by the registration of a foreign judgment is not on the merits.» Στην προκειμένη περίπτωση από την πλευρά της Εναγομένης-Αιτήτριας δεν εγείρεται θέμα κατάχρησης σε σχέση με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Με βάση δε τις πιο πάνω αρχές κρίνεται ότι οι Ενάγοντες δεν κωλύονται λόγω δεδικασμένου, αφού απορρίπτοντας την αγωγή με αρ. 6456/2004 το Δικαστήριο δεν άκουσε μαρτυρία και δεν αποφάσισε επί της ουσίας της αγωγής. Επομένως, το επίδικο θέμα δεν αποφασίστηκε τελικά από το Δικαστήριο. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου, παρέλκει η αναγκαιότητα εξέτασης των υπόλοιπων λόγων ένστασης που εγείρονται από τους Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση. Για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω, η προδικαστική ένσταση της Εναγόμενης η οποία εγείρεται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης της, απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων-Καθ'ων η αίτηση και εναντίον της Εναγομένης-Αιτήτριας με έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Ενδιάμεση /προδικαστική ένσταση/δεδικασμένο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.