Ανδρέας Σάββα κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία , Αρ. Αγωγής: 2347/09, 14/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A57 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2347/09 Μεταξύ: Ανδρέας Σάββα, από την Λεμεσό Φωτούλλα Σάββα, από την Λεμεσό Ενάγοντες και Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγόμενος Ημερομηνία: 14.9.12 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη / Αιτήτρια: κα Ι. Τσιντίδου (για να ακούσει την απόφαση η κα Χριστίνα Αχιλλέως ) Για τους Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση: κα Ν. Παπακωνσταντίνου για Π. Λεωνίδου & Σία (για να ακούσουν την απόφαση ο κ. Μ. Κονής και η κα Άνθια Χριστοδούλου) -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υπεβλήθη εκ μέρους της Εναγόμενης / Αιτήτριας στις 17.10.11 με την οποία ζητείται όπως: «το νομικό σημείο και/ή η προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην παράγραφο 1 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως του εναγομένου - αιτητού προδικαστούν και/ή αποφασισθούν από το δικαστήριο πριν από την ακρόαση ολόκληρης της αγωγής». Η αίτηση βασίζεται στην Δ.27, θθ. 1-2, Δ.48, θθ.1-3 και 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, και, ειδικότερα, στα άρθρα 51 και 58 καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Αντώνη Μελά, δικηγόρου στο Επαρχιακό Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην Λεμεσό. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγόντων / Καθ' ων η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται 6 λόγοι ένστασης οι Καθ' ων η αίτηση ενίστανται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Ενάγοντα
- Τα ουσιώδη για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτησης και την Απάντηση έχουν ως ακολούθως: Οι Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του κτήματος με αριθμό εγγραφής 0/13181, Φ/Σχ LIV/51, τεμάχιο 908 στον Άγιο Αθανάσιο της επαρχίας Λεμεσού. Στις 14.11.06 υπεγράφη αγοραπωλητήριο έγγραφο για το πιο πάνω ακίνητο με εταιρεία ανάπτυξης ακινήτων το οποίο την επόμενη ημέρα καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Στις 30.1.07 οι Ενάγοντες κατέθεσαν σχέδια για έκδοση πολεοδομικής άδειας με αρ. Λ.Ε.Μ. 156/07 στα γραφεία της Πολεοδομίας Λεμεσού, από τώρα και στο εξής «η Πολεοδομία». Λόγω του ότι η Πολεοδομία δεν είχε απαντήσει στην πιο πάνω αίτηση των Εναγόντων για έκδοση πολεοδομικής άδειας οι Ενάγοντες στις 19.6.07 παρέδωσαν επιστολή στον Υπουργό Εσωτερικών με την οποία διαμαρτύρονταν για την άρνηση και/ή παράλειψη της Πολεοδομίας να λάβει απόφαση παρά το ότι είχαν παρέλθει 5 μήνες από την κατάθεση της αίτησής τους. Ο Υπουργός δεν απάντησε στην πιο πάνω επιστολή των Εναγόντων οπότε οι Ενάγοντες με δεύτερη επιστολή τους ημερομηνίας 23.10.07 διαμαρτυρήθηκαν προς τον Υπουργό για το ότι αυτός δεν τους είχε απαντήσει ως όφειλε παρά το ότι είχαν παρέλθει 4 μήνες από την προηγούμενη τους επιστολή. Στις 10.12.07 οι Ενάγοντες απέστειλαν και τρίτη επιστολή προς τον Υπουργό. Μετά από τις τρεις πιο πάνω επιστολές ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Εσωτερικών κοινοποίησε στους Ενάγοντες επιστολή ημερομηνίας 6.11.07 με την οποία καλούσε την Πολεοδομία να λάβει απόφαση στην αίτηση των Εναγόντων για έκδοση πολεοδομικής άδειας. Ακολούθως, στάλθηκαν τρεις ακόμη επιστολές του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών με ημερομηνίες 19.12.07, 30.1.08 και 18.2.08 που και πάλι καλούσαν την Πολεοδομία να απαντήσει στην αίτηση των Εναγόντων. Παρά τις πιο πάνω επιστολές καμία απάντηση ή απόφαση δεν είχε δοθεί από την Πολεοδομία. Στις 14.1.08 οι Ενάγοντες προχώρησαν με ιεραρχική προσφυγή εναντίον της παράλειψης της Πολεοδομίας να απαντήσει και/ή λάβει απόφαση σε σχέση με το αίτημά τους. Σε συνεδρία που έλαβε χώρα στις 3.4.08 η Υπουργική Επιτροπή δικαιώσε τους Ενάγοντες εγκρίνοντας την προσφυγή τους και στις 29.5.08 οι Ενάγοντες έλαβαν επιστολή της απόφασης της Υπουργικής Επιτροπής με την οποία αυτή καλούσε την Πολεοδομία να καταλήξει σε πολεοδομική απόφαση εντός 30 ημερών. Εν τέλει η Πολεοδομία στις 17.6.08 ενέκρινε και παρέδωσε στους Ενάγοντες την πολεοδομική άδεια. Οι Ενάγοντες στις 8.8.08 κατέβαλαν φόρο κεφαλαιουχικών κερδών ύψους Ευρώ 77.772,20 σεντ έκαστος, ήτοι το συνολικό ποσό των Ευρώ 155.544,12 σεντ. Λόγω, όμως, της καθυστέρησης της Πολεοδομίας να λάβει απόφαση σε σχέση με την αίτηση τους για έκδοση πολεοδομικής άδειας οι Ενάγοντες χρεώθηκαν και αναγκάσθηκαν να πληρώσουν επιβάρυνση ύψους Ευρώ 9.888,77 σεντ έκαστος, ήτοι το συνολικό ποσό των Ευρώ 19.777,59 σεντ. Η πιο πάνω επιβάρυνση, η χρέωση της οποίας άρχισε από τις 15.12.06, προέκυψε από την καθυστέρηση της Πολεοδομίας να απαντήσει στην αίτηση τους. Περαιτέρω, ήταν όρος του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 14.11.08 ότι οι Ενάγοντες δεν θα μπορούσαν να μεταβιβάσουν το ακίνητο στους αγοραστές αν δεν εκδιδόταν η πολεοδομική άδεια. Χωρίς, επομένως, την απάντηση της Πολεοδομίας οι Ενάγοντες δεν μπορούσαν να καταβάλουν τον κεφαλαιουχικό φόρο αφού ήταν αβέβαιο αν θα γινόταν η μεταβίβαση. Η μακρά, όμως, καθυστέρηση της Πολεοδομίας να απαντήσει στο αίτημα των Εναγόντων είχε ως αποτέλεσμα η επιβάρυνση να ανέλθει στο ποσό των Ευρώ 19.777,59 σεντ. Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 15.7.08 και με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 3.2.09 προς τον Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών την οποία κοινοποίησαν προς την Πολεοδομία αξίωσαν από την Πολεοδομία την πληρωμή του πιο πάνω ποσού. Το ποσό αυτό δεν κατεβλήθη στους Ενάγοντες. Με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται τα ακόλουθα: ο κύριος Μελάς είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση στην οποία και προέβη με βάση τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης που έχει στην κατοχή του και ειδικότερα τις έγγραφες προτάσεις. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει ότι οι Καθ' ων η αίτηση ήγειραν την παρούσα αγωγή στην βάση ισχυριζόμενης παράλειψης της διοίκησης και/ή του Τμήματος Πολεοδομίας Λεμεσού να απαντήσει και/ή λάβει απόφαση επί της αίτησής τους για έκδοση πολεοδομικής άδειας. Κατ' επέκταση και αφ' ης στιγμής η αξίωση των Καθ'ων η αίτηση βασίζεται σε ισχυριζόμενη παράλειψη οργάνου της διοίκησης και/ή οργάνου που ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία εντός της έννοιας του άρθρου 146.1 του Συντάγματος η παράλειψη αυτή θα έπρεπε να αποτελέσει το αντικείμενο αναθεώρησης στο πλαίσιο προσφυγής δυνάμει του άρθρου 146.1 και/ή του άρθρου 29 του Συντάγματος. Υπό το φως των πιο πάνω και αφ' ης στιγμής οι Καθ' ων η αίτηση δεν αποτάθηκαν, ως όφειλαν, στο Ανώτατο Δικαστήριο που έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για τον έλεγχο και/ή τη νομιμότητα και/ή την αναθεώρηση διοικητικών πράξεων και/ή αποφάσεων και/ή παραλείψεων το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει την παρούσα αγωγή. Το Δικαστήριο θα είχε αρμοδιότητα να εξετάσει το θέμα μόνο υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 146.6 του Συντάγματος. Επειδή τυχόν αποδοχή της προδικαστικής ένστασης του Αιτητή θα εμποδίσει την περαιτέρω προώθηση της παρούσας αγωγής και/ή θα καταργήσει εξ' ολοκλήρου την βάση της και/ή θα την καταστήσει άνευ αντικειμένου ο Αιτητής ζητά διάταγμα αναστολής της διαδικασίας ή απόρριψη της αγωγής. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αστήρικτη και αβάσιμη η αίτηση είναι καταχρηστική και καθ' υπέρβαση του νόμου και του Συντάγματος δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις οι οποίες καθορίζονται από την Νομολογία ο Αιτητής δεν δικαιούται την αιτούμενη θεραπεία η αίτηση στηρίζεται σε αβάσιμα γεγονότα και ισχυρισμούς και δεν στηρίζεται σε ορθή νομική βάση μόνο μέσα από την μαρτυρία που θα παρουσιασθεί κατά την ακροαματική διαδικασία θα είναι σε θέση το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο η αγωγή εμπίπτει στα πλαίσια του διοικητικού δικαίου. Σύμφωνα με την ένορκό του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ο Ενάγων 1 γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα 2 όπως προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Αυτός αρνείται και απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς του κύριου Μελά που αναφέρονται στην ένορκή του δήλωση ως αβάσιμους και παραπλανητικούς. Η απαίτηση των Καθ' ων η αίτηση προκύπτει, σύμφωνα με τον ίδιο, από την παράλειψη της Καθ' ης η αίτηση - προδήλως εννοείται η Πολεοδομία - να συμμορφωθεί σε απόφαση που λήφθηκε κατόπιν Ιεραρχικής προσφυγής η οποία επιβεβαίωσε την αδικαιολόγητη καθυστέρηση της Πολεοδομίας να λάβει απόφαση αφού αν η Πολεοδομία συμμορφωνόταν άμεσα στην αίτηση των Καθ' ων η αίτηση για έκδοση πολεοδομικής άδειας και στην απόφαση του Ιεραρχικά Ανώτερου Οργάνου ως όφειλε και αν δεν προέβαινε παράλογα στην εν λόγω αδικαιολόγητη παράλειψη να απαντήσει στο αίτημα των Καθ' ων η αίτηση τότε οι τελευταίοι δεν θα υποχρεώνονταν να καταβάλουν το συνολικό ποσό των Ευρώ 19.777,59 σεντ ως επιβάρυνση. Την θέση δε του Αιτητή ότι οι Καθ' ων η αίτηση όφειλαν να καταχωρήσουν προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο ο ενόρκως δηλών την απορρίπτει με το επιχείρημα ότι οι Καθ' ων η αίτηση άσκησαν ως ο Νόμος προβλέπει ιεραρχική προσφυγή κατά της παράλειψης της Πολεοδομίας να απαντήσει και λάβει απόφαση σε σχέση με το αίτημά τους για έκδοση πολεοδομικής άδειας. Η ως άνω προσφυγή τους πέτυχε και στις 29.5.08 οι Καθ' ων η αίτηση έλαβαν επιστολή της απόφασης της Υπουργικής Επιτροπής με την καλείτο ξανά η Πολεοδομία να καταλήξει σε πολεοδομική απόφαση εντός 30 ημερών. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν αμφισβητούν το ύψος του τόκου που αναγκάσθηκαν να καταβάλουν ως επιβάρυνση. Αυτό ορθά υπολογίσθηκε. Εν' όψει τούτου κανένας λόγος δεν συνέτρεχε για να προσφύγουν στο Ανώτατο Δικαστήριο για αναθεώρηση του ποσού αυτού στην βάση του άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Η απαίτηση τους δε προκύπτει από την αδικαιολόγητη - πέραν του ενάμισυ έτους - καθυστέρηση της Πολεοδομίας να λάβει απόφαση στην αίτησή τους για έκδοση πολεοδομικής άδειας. Αν η Πολεοδομία δεν καθυστερούσε αδικαιολόγητα να απαντήσει στο αίτημα των Καθ' ων η αίτηση οι τελευταίοι δεν θα υποχρεώνονταν να καταβάλουν ως επιβάρυνση τον τόκο που πιο πάνω αναφέρεται και την ανάκτηση του οποίου αξιώνουν με την παρούσα αγωγή. Επίσης, αν η Πολεοδομία λάμβανε έγκαιρα την απόφαση της ως όφειλε καμία καθυστέρηση δεν θα υπήρχε και η τυχόν επιβάρυνση θα ήταν μηδαμινή. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν μπορούσαν να καταβάλουν τον κεφαλαιουχικό φόρο χωρίς να εγκριθεί πρώτα η πολεοοδομική άδεια αφού πολύ απλά αν δεν εγκρινόταν το αίτημά τους τότε δεν θα πωλούσαν το ακίνητο και δεν θα τίθετο θέμα πληρωμής κεφαλαιουχικού φόρου. Ένεκα όμως της υπαίτιας καθυστέρησης της Πολεοδομίας να απαντήσει στο αίτημά τους αναγκάσθηκαν να πληρώσουν το ποσό της επιβάρυνσης το οποίο αξιώνουν με την παρούσα αγωγή. Είναι η θέση του Ενάγοντα 1 ότι η προδικαστική ένσταση που προβάλλει ο Αιτητής δεν ευσταθεί και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί αφού τυχόν αποδοχή της θα ήταν άδικη και θα παραβίαζε τα κεκτημένα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος του Αιτητή. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.27, θεσμούς 1 και 2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Οι εν λόγω θεσμοί προνοούν τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση):
- Οιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφά του οιονδήποτε νομικό σημείο και οιονδήποτε σημείο που εγείρεται με τον τρόπο αυτό θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο που ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό
- Αν κατά την γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση επί του νομικού αυτού σημείου ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οποιοδήποτε συγκεκριμένο αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης ή απάντησης σε αυτή το Δικαστήριο δύναται να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κριθεί δίκαιο. Στην υπόθεση Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd. And others
(1989)1Ε AAΔ.729 το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ των εναγόντων / εφεσειόντων λόγω παράλειψης των εναγόμενων / εφεσίβλητων να εμφανισθούν. Αργότερα οι εφεσίβλητοι υπέβαλαν αίτηση παραμερισμού της απόφασης. Το Επαρχιακό Δικαστήριο αποδεχόμενο την αίτηση παραμερισμού ταυτόχρονα απέρριψε και την αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Κατ' έφεση απασχόλησε, μεταξύ άλλων, αν κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εξουσία να απορρίψει, στο στάδιο που απέρριψε, την αγωγή. Θέση των εφεσειόντων ήταν ότι ήταν ανεπίτρεπτο για το πρωτόδικο Δικαστήριο να επιληφθεί του θέματος της δικαιοδοσίας στο πλαίσιο αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης. Λέχθηκε από το Εφετείο ότι δεδομένου ότι όλα τα σχετικά στοιχεία βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υφίσταται κώλυμα στην διερεύνηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε χωρίς επιφύλαξη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kyriacos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1969)1 CLR 203. Τονίσθηκε, επίσης, ότι ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να προβληθεί από διάδικο το Δικαστήριο μπορεί και αυτεπάγγελτα να επιληφθεί θέματος που άπτεται της αρμοδιότητάς του να επιληφθεί αγωγής σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε, επίσης, ότι τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση αυτά περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και την Απάντηση. Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 225, που πιο κάτω μνημονεύεται, το Επαρχιακό Δικαστήριο με την συγκατάθεση και των εναγόντων όρισε την επίλυση των ενστάσεων των εναγομένων στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ως προδικαστικό θέμα στην βάση της Διάταξης 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο ορισμός έγινε μετά την ανταλλαγή των εγγράφων προτάσεων και την προβολή στην υπεράσπιση της ένστασης των εναγομένων στην ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας προς επίλυση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων. Η αμφισβήτηση αφορούσε την καθ' ύλη αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιληφθεί αγωγής στην οποία η παραβίαση του δικαιώματος που θεμελίωνε την αγωγή πήγαζε ή προέκυπτε από την άσκηση διοικητικής λειτουργίας. Λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: ο καθορισμός του θέματος προς επίλυση βάσει των προνοιών της Δ.27 εδικαιολογείτο ενόψει, αφενός, του νομικού χαρακτήρα του θέματος, αφετέρου, των επιπτώσεων από την επίλυσή του στην έκβαση την αγωγής η φύση του νομικού θέματος καθιστούσε την επίλυση του στην βάση της Δ.27 επιβεβλημένη, επειδή έθιγε την καθ' ύλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το Δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του ό,τι προκύπτει από την Νομολογία είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για την διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Στην υπόθεση Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1Γ ΑΑΔ 1424 οι ενάγοντες / εφεσείοντες μετά από υποβολή αίτησης στο Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας εξασφάλισαν άδεια για εισαγωγή αριθμού κυλίνδρων υγραερίου και βαλβίδων μαζί με τους ρυθμιστές τους και εισήγαγαν μέρος των εμπορευμάτων για τα οποία τους δόθηκε άδεια. Το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας ανακάλεσε την άδεια για εισαγωγή βαλβίδων μετά από διαπίστωση ότι ήταν ελαττωματικές με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στους εφεσείοντες στην οποία συνυπολόγισαν και το διαφυγόν κέρδος από την αδυναμία διάθεσης των εμπορευμάτων που εισήγαγαν και όσων προορίζονταν για μελλοντική εισαγωγή. Με αγωγή τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού οι εφεσείοντες ήγειραν απαίτηση εναντίον της Δημοκρατίας για αποζημιώσεις για την ζημία που υπέστησαν. Απέδιδαν την ζημία στην ανάκληση της απόφασης για την εισαγωγή των βαλβίδων. Ως γενεσιουργό αιτία της ζημίας καθόριζαν την αμελή, κατά τους ισχυρισμούς τους, διερεύνηση του αιτήματος τους για τη χορήγηση άδειας εισαγωγής από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές της Δημοκρατίας. Βασίσθηκαν, όπως ισχυρίσθηκαν, στα αποτελέσματα της έρευνας των διοικητικών αρχών ως προς την ποιότητα των εμπορευμάτων τα οποία θα εισήγαγαν. Η αμέλεια των αρχών συνιστούσε παράβαση οφειλόμενου καθήκοντος επιμέλειας. Συνάρτησαν την απαίτηση τους και το συναφές προς αυτή αγώγιμο δικαίωμα προς τις αρχές της Hedley Byrne & Co. v. Heller & Partners [1963] 2 All E R
- To πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε, αφού εξέτασε το ζήτημα ιδία πρωτοβουλία, ότι εστερείτο δικαιοδοσίας να επιληφθεί του επιδίκου θέματος. Έκρινε ότι το αντικείμενο της αγωγής ήταν συνυφασμένο με την άσκηση της διοικητικής λειτουργίας, η αναθεώρηση των αποτελεσμάτων της οποίας ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146.
- Η ζημιογόνος πράξη ή ακριβέστερα η ζημία η οποία διεκδικείτο προέκυψε, σύμφωνα με την απαίτηση των εφεσειόντων, από εκτελεστή διοικητική πράξη, δηλαδή από την ανάκληση της άδειας εισαγωγής των βαλβίδων. Η θεώρηση της πράξης εκείνης ανάγεται αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η αναθεώρηση απόφασης ή πράξης της Διοίκησης στον τομέα του δημοσίου δικαίου από πολιτικό Δικαστήριο είναι ανεπίτρεπτη. Τόνισε, επίσης, ότι προϋπόθεση για την διεκδίκηση αποζημιώσεων για την πλημμελή άσκηση της διοικητικής λειτουργίας είναι η ακύρωση της διοικητικής, κατ' ισχυρισμό, ζημιογόνου απόφασης ή πράξης. Παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από τις σελίδες 1431-1435 της απόφασης του Εφετείου: «Είναι ορθό ότι η αγωγή βασίζεται σε παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Αυτό δεν εξουδετερώνει την προέλευση του δικαιώματος ούτε αλλοιώνει το γεγονός ότι η πράξη ή παράλειψη η οποία στοιχειοθετεί το δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας συνυφασμένη με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Η χορήγηση άδειας εισαγωγής εμπορευμάτων δεν ανάγεται ούτε στο ιδιωτικό δίκαιο ούτε σχετίζεται με το δίκαιο των συναλλαγών. Συναρτάται με μονομερή κυριαρχική (imperium) πράξη, δηλωτική της βούλησης της Διοίκησης. Αξονας της διοικητικής λειτουργίας στο δημόσιο τομέα είναι η προαγωγή των σκοπών του δικαίου για τους οποίους παρέχεται η εξουσία σε κρατική αρχή η όργανο. (Βλ. μεταξύ άλλων Antoniou and Others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623. Machlouzarides ν. Republic
(1985)3 C.L.R. 2342.) Η διοικητική λειτουργία περιλαμβάνει το σύνολο των πράξεων που σχετίζονται με την άσκηση της και η οποία απολήγει στην έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης ή απόφασης· περιλαμβανόμενης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης και ενέργειας σχετιζόμενης προς την άσκησή της. Η έρευνα η οποία διεξήχθη από την αρμόδια Αρχή, για τη χορήγηση της άδειας εισαγωγής των εμπορευμάτων περιλαμβανομένου και του ελέγχου των κυλίνδρων και βαλβίδων, αποτελούσε προπαρασκευαστική πράξη και αναπόσπαστο μέρος της διοικητικής διαδικασίας για την έκδοση της άδειας εισαγωγής. Η ζημιογόνος πράξης αφετέρου, εκείνη από την οποία προέκυψε η ζημία, δηλαδή η ανάκληση του μέρους της άδειας εισαγωγής που αφορούσε τις βαλβίδες, συνιστούσε αυτοτελή διοικητική πράξη επενεργούσα όπως και η απόφαση την οποία ανακάλεσε, στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Η αναθεώρηση εκτελεστών διοικητικών πράξεων στον τομέα του δημοσίου δικαίου ανάγεται αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Άρθρο 146.1 αποκλείει την εξέταση, άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως, από οποιοδήποτε δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης ή ενέργειας συναφούς προς την έκδοσή της. Όπως υποδεικνύεται στη Λανίτη Λτδ και Άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225, 231 "Όπως είναι πρόδηλο από το κείμενο του άρθρ. 146, παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο αποκλειστική δικαιοδοσία για την αναθεώρηση κάθε πράξης διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Το άρθρο 146.1 καλύπτει την ολότητα του φάσματος διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Ο μόνος περιορισμός αφορά το πεδίο της λειτουργίας διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο εξυπακούεται από τη φύση της δικαιοδοσίας, κάτω από το άρθρο 146.1. Υπόκεινται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου μόνο αποφάσεις ή παραλείψεις της Διοίκησης στον τομέα του δημοσίου δικαίου." Ο διαχωρισμός, όπως νωρίτερα σημειώσαμε, μεταξύ της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της πολιτικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, είναι απόλυτος. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, 458, κατοπτρίζει το απόλυτο του διαχωρισμού. "Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο." Η ακύρωση εκτελεστής διοικητικής πράξης από το Ανώτατο Δικαστήριο αποτελεί προϋπόθεση για τη διεκδίκηση ζημίας η οποία προκύπτει από την έκδοσή της. Η ακύρωση δεν είναι η μόνη προϋπόθεση, όπως εξηγείται στην Εγγλεζάκη και Άλλες ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1992)1 Α.Α.Δ. 697, δίνοντας έκφραση στην προηγούμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά την παράλειψη της αρμόδιας διοικητικής αρχής ή οργάνου να ικανοποιήσει την αξίωση για αποκατάσταση μετά την ακύρωση της πράξης. (Βλ. επίσης Phedias Kyriakides v. Republic, 1 R.S.C.C. 66. Pantelis Petrides v. The Greek Communal Chamber and Another
(1965)1 C.L.R. 39. Attorney - General v. Andreas A. Markoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242. Marcou and Another v. Republic
(1968)3 C.L.R. 166. Costas Tsakistos v. Attorney - General
(1969)1 C.L.R. 355. Hapeshis v. Republic
(1979)3 C.L.R. 550. Christofides v. Attorney - General
(1981)1 C.L.R. 80. Frangoulides v. Republic
(1982)1 C.L.R. 462. Kampis v. Republic
(1984)1 C.L.R. 314. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι ν. Διευθυντή Τμήματος Δασών και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 225.) Το ακόλουθο απόσπασμα από την Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420, 425, σκιαγραφεί τις προϋποθέσεις για τη διεκδίκηση ζημίας απορρέουσας από παράνομη διοικητική πράξη. "Όπως το κείμενο του άρθρου 146.6 υποδηλώνει και η νομολογία βεβαιώνει, προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.6 αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζημία. Το πολιτικό δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αναθεώρηση της διοικητικής πράξης. Η έκνομη λειτουργία της Διοίκησης τεκμηριώνεται από την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο οποίο εναποτίθεται αποκλειστική δικαιοδοσία δικαστικής αναθεώρησης των διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων. Η πρώτη προϋπόθεση για την επίκληση του Άρθρου 146.6 είναι η ακύρωση της διοικητικής πράξης. Με την ακύρωση θεμελιώνεται το παράνομο της πράξης. Γεννάται δικαίωμα για αποζημίωση εφόσον η απαίτηση δεν ικανοποιηθεί από το δημόσιο όργανο, αρχή ή πρόσωπο που φέρει την ευθύνη για την ακυρωθείσα πράξη." Το κριτήριο και μέτρο για την αποζημίωση βάσει του Άρθρου 146.6, είναι διάφορο από εκείνο του Αγγλικού κοινού δικαίου το οποίο ισχύει στον τομέα των αστικών αδικημάτων. (Βλ. μεταξύ άλλων Phedias Kyriakides ν. Republic, 1 R.S.C.C. 66, Pantelis Petrides ν. The Greek Communal Chamber and Another
(1965)1 C.L.R. 39, Attorney - General v. Andreas A. Markoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242, Marcou and Another v. Republic
(1968)3 C.L.R. 166, Costas Tsakistos v. Attorney - General
(1969)1 C.L.R. 355, και Frangoulides, Kampis, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ., Εγγλεζάκη και Θεοδωρίδη (ανωτέρω). Θεώρηση του αγώγιμου δικαιώματος, στην προκείμενη περίπτωση όπως στοιχειοθετείται στην έκθεση απαιτήσεως των εφεσειόντων αποκαλύπτει ότι: (α) Το αγώγιμο δικαίωμα θεμελιώνεται σε πράξη ή παράλειψη που συνιστά αναπόσπαστο μέρος της έρευνας και προπαρασκευαστικών πράξεων για την έκδοση εκτελεστής διοικητικής απόφασης, δηλαδή της άδειας εισαγωγής. Συναφείς προς την άδεια εισαγωγής είναι και οι όροι για την προσαγωγή των απαραίτητων εγγράφων για τη διενέργεια της εισαγωγής. (β) Η ζημία για την οποία εγείρεται αξίωση, προέκυψε από την έκδοση αυτοτελούς εκτελεστής διοικητικής πράξης ή απόφασης συνιστάμενης στην ανάκληση του μέρους της άδειας εισαγωγής που αφορά τις βαλβίδες. Η ανάκληση προηγούμενης εκτελεστής απόφασης ή πράξης συνιστά αυτοτελή εκτελεστή διοικητική απόφαση ή πράξη η αναθεώρηση της οποίας ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146. (Βλ. μεταξύ άλλων Dir. of Customs v. Grecian Hotel
(1985)1 C.L.R.
- Δεν θα επεκταθούμε σε εξήγηση των αρχών που διέπουν τη σύννομη ανάκληση διοικητικής πράξης. Αυτές εξηγούνται σε έκταση στην Hawaii Hotels Limited ν. Δημοκρατίας, Υπ. αρ. 273/94 - 29.12.1995, και στην σχετικά πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Δημοκρατία ν. Κασσέρα, Α.Ε. αρ. 1409 - 31.1.
- Βλ. επίσης Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας 1929 - 1959 σελ. 198, και Π. Δ. Δαγτόγλου Γενικό Διοικητικό Δίκαιο Τρίτη Έκδοση σελ.
- Ό,τι άλλο πρέπει να τονιστεί είναι ότι επενεργεί υπέρ εκτελεστής διοικητικής πράξης ή απόφασης το τεκμήριο της νομιμότητας. Στην απουσία αμφισβήτησης πράξης ή απόφασης βάσει του Άρθρου 146.1, και ακύρωσης στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εκτελεστή διοικητική πράξη τεκμαίρεται ως νόμιμη με όλες τις συνέπειες που ενέχει αυτή η διαπίστωση στα δικαιώματα των επηρεαζόμενων. Καταλήγουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά διαπίστωσε ότι τα επίδικα θέματα της αγωγής εκφεύγουν της δικαιοδοσίας πολιτικού δικαστηρίου. Συνεπώς ορθά αποφασίστηκε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί του αντικειμένου της αγωγής». Υπό το φως των πιο πάνω το Εφετείο απέρριψε την έφεση. Στην υπόθεση SMX Concrete - Mix Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 2352 οι ενάγοντες / εφεσείοντες συμφώνησαν να αγοράσουν από τον εναγόμενο 2, έμπορο μηχανοκινήτων οχημάτων, επτά οχήματα μεταφοράς έτοιμου σκυροδέματος όταν αυτά θα εγγράφονταν στην Κύπρο. Εγκρίθηκε η εγγραφή και συντελέστηκε η αγορά, για να ακολουθήσει, όμως, ανάκληση της και κατάσχεση των οχημάτων. Η πρώτη αντίδραση των εφεσειόντων εκδηλώθηκε με προσφυγή κατά της ανάκλησης της εγγραφής, η οποία, όμως, επικυρώθηκε ως νόμιμη. Είχε διαπιστωθεί πως τα έγγραφα που είχαν προσκομισθεί προς επίτευξη της εγγραφής ήταν πλαστά, τα δε οχήματα, στην πραγματικότητα, ήταν ηλικίας μεγαλύτερης από την επιτρεπόμενη από τον Κανονισμό 4
(2)(α)(iv) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 (ΚΔΠ 66/84). Οι εφεσείοντες αξίωσαν αποζημιώσεις από τον εναγόμενο 1, ήτοι την Δημοκρατία, για αμέλεια ή παράβαση νομίμων καθηκόντων κατά την εγγραφή αριθμού οχημάτων μεταφοράς έτοιμου σκυροδέματος και από τον πωλητή των οχημάτων, ήτοι τον εναγόμενο 2, για δόλο ή ψευδείς παραστάσεις ή παράβαση σύμβασης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε προκαταρκτικά την ένσταση δικαιοδοσίας που ήγειρε η Δημοκρατία. Κατέληξε στην απόφασή του να απορρίψει την αγωγή στην έκταση που αφορούσε στη Δημοκρατία, αφού θεώρησε πως «η βάση της αγωγής προέρχεται ή καλύτερα γεννήθηκε από την απόφαση του Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων να ανακαλέσει την άδεια εγγραφής των οχημάτων». Αυτή ήταν εκτελεστή πράξη που όχι μόνο δεν ακυρώθηκε αλλά επικυρώθηκε ως νόμιμη και, συνεπώς, δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση για την ανάληψη δικαιοδοσίας. Οι εφεσείοντες υποστήριξαν πως το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε γιατί την αμέλεια και την παράβαση καθήκοντος οι εφεσείοντες την συναρτούσαν στην Έκθεση Απαίτησης τους όχι με την ανάκληση της εγγραφής αλλά με το προγενέστερο γεγονός της ίδιας της εγγραφής. Ειδικότερα, με πράξεις ή παραλείψεις που προσδιόρισαν «προ ή κατά την διαδικασία εγγραφής». Η συνήγορος που εμφανίσθηκε για τον Γενικό Εισαγγελέα διαφώνησε με την ουσία του επιχειρήματος αν και η θέση της ήταν πως το ζήτημα ήταν ακαδημαϊκό. Ούτως ή άλλως συνιστούσε, σύμφωνα με την ίδια, διοικητική πράξη και η ίδια η εγγραφή των οχημάτων, στο πλαίσιο δε του ιδίου σκεπτικού δεν υπήρχε δικαιοδοσία για επιδίκαση αποζημίωσης χωρίς την ακύρωσή της. Το Εφετείο συμφωνώντας ότι η εγγραφή των οχημάτων όπως και η ανάκλησή της συνιστούσαν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και υιοθετώντας τις αρχές που διακηρύχθηκαν στην υπόθεση Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1Γ ΑΑΔ 1424, που πιο πάνω μνημονεύεται, απέρριψε την έφεση. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι εφόσον η κατ΄ ισχυρισμόν ζημιογόνος πράξη είναι εκτελεστή ώστε η αναθεώρησή της να εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος προαπαιτείται ακύρωση της για να είναι δυνατή η διεκδίκηση αποζημίωσης κατ΄ επίκληση της έκδοσής της (Βλ. The Attorney General of the Republic v. A. Markoullides and Another
(1966)1 CLR 242, Ouzounian v. The Republic
(1966)3 CLR 553, Byron Pavlides v. Republic
(1967)3 CLR 17, Alexandrou v. Attorney General
(1983)1 CLR 41, Pitsillos v. The Republic
(1984)1 CLR 780, Simillides v. Neophytou
(1986)1 CLR 363). Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 225 οι ενάγοντες / εφεσείοντες καταχώρησαν αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διεκδικώντας επιστροφή εισαγωγικών δασμών που κατέβαλαν για εμπορεύματα που, όπως ισχυρίζονταν, είχαν επανεξαγάγει, δυνάμει της επιφύλαξης του άρθρου 5 του περί Εκτάκτου Προσφυγικής Επιβαρύνσεως (Εισαγόμενα Εμπορεύματα) Νόμου, Ν.14/77, όπως τροποποιήθηκε. Το αντικείμενο της αγωγής ήταν η αποπληρωμή οφειλής της Δημοκρατίας, συμποσούμενης σε καθορισμένο χρηματικό ποσό, η οποία προέκυψε από την άρνηση ή την παράλειψη των Τελωνειακών Αρχών να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που τους επέβαλλε η επιφύλαξη του πιο πάνω άρθρου. Η εν λόγω επιφύλαξη επιβάλλει την επιστροφή της επιβάρυνσης κάτω από τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου. Επρόκειτο για προσφυγική επιβάρυνση την οποία οι εφεσείοντες είχαν καταβάλει για την εισαγωγή εμπορευμάτων μετά την ισχυριζόμενη επανεξαγωγή τους. Οι εναγόμενοι / εφεσίβλητοι ήγειραν θέμα καθ' ύλη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση στην οποία η παραβίαση του δικαιώματος που θεμελίωνε την αγωγή πήγαζε ή προέκυπτε από την άσκηση διοικητικής λειτουργίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κληθεί να απαντήσει το ερώτημα αν αποκαλύπτετο ή προσδιοριζόταν στην Έκθεση Απαίτησης παραβίαση ή διάρρηξη δικαιώματος για το οποίο η παροχή θεραπείας ανάγεται ή εμπίπτει στη δικαιοδοσία πολιτικού δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιλήφθηκε του θέματος σαν προκαταρκτικού νομικού σημείου δυνάμει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και αφού βρήκε ότι η εκδίκαση της αγωγής συνεπαγόταν αναπόφευκτα αναθεώρηση από το Δικαστήριο της ισχυριζόμενης παράλειψης των εφεσιβλήτων να εκπληρώσουν καθήκον επιβαλλόμενο από τον νόμο και αναγόμενο στον τομέα του διοικητικού δικαίου, αρμοδιότητα που, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος, εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Κατ' έφεση οι εφεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι η αγωγή αφορούσε στην αποπληρωμή χρέους, θέμα για το οποίο είχε αρμοδιότητα το Επαρχιακό Δικαστήριο. Παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από τις σελίδες 231-234 της απόφασης του Εφετείου: «... Αντίθετα με τα κρατούντα στην Ελλάδα και τη Γαλλία, η δικαιοδοσία που παρέχεται από το άρθρο 146 δεν είναι γενικού χαρακτήρα και δεν προσδίδει στο Ανώτατο Δικαστήριο, απεριόριστη αρμοδιότητα επίλυσης διοικητικών διαφορών. Η αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, βάσει του άρθρ. 146, περιορίζεται στην ακύρωση της πράξης και, επομένως, είναι περιορισμένη και συναρτάται αποκλειστικά με την ευχέρεια ακύρωσης πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης. Η εισήγηση παραγνωρίζει την έκταση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, βάσει της παραγράφου 1 του άρθρ. 146, για την αναθεώρηση πράξων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης, αφενός, και συναρτά, αφετέρου, την έκταση της δικαιοδοσίας με τις θεραπείες που μπορεί να αποδοθούν, βάσει της παραγράφου 4 του άρθρ. 146. Όπως είναι πρόδηλο από το κείμενο του άρθρ. 146, παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο αποκλειστική δικαιοδοσία για την αναθεώρηση κάθε πράξης διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Το άρθρο 146.1 καλύπτει την ολότητα του φάσματος διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης στον τομέα του δικαίου. Ο μόνος περιορισμός αφορά το πεδίο της λειτουργίας διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο εξυπακούεται από τη φύση της δικαιοδοσίας, κάτω από το άρθρο 146.1. Υπόκεινται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου μόνο αποφάσεις ή παραλείψεις της Διοίκησης στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα του δικαίου, εξηγείται στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Antoniou και Machlouzarides (Βλ. Antoniou and others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623. Machlouzarides v.Republic
(1985)3 C.L.R. 2342). Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι αποφάσεις των Τελωνειακών Αρχών στην εκτέλεση του καθήκοντός τους για συλλογή δασμών, φόρων και τελών, ανάγονται στον τομέα του δημόσιου δικαίου και υπόκεινται σε αναθεωρητικό έλεγχο από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. μεταξύ άλλων, Antoniades and Co. v. Republic
(1965)3 C.L.R. 673). Η άσκηση της εξουσίας συναρτάται άμεσα με την ευόδωση των δημοσιονομικών στόχων της πολιτείας, θέμα ύψιστου συμφέροντος και ενδιαφέροντος για το δημόσιο. ......................................................................................................................... Καταλήγουμε ότι, κρινόμενη κάτω από οποιοδήποτε πρίσμα, η βάση της αγωγής των εφεσειόντων συναρτάται με την εγκυρότητα πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης, και βρίσκεται έξω από το πεδίο αρμοδιότητας πολιτικού δικαστηρίου. Το πλαίσιο άσκησης της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, βάσει του άρθρ. 146, καθώς και οι θεραπείες που μπορεί να αποδοθούν, διακρίνουν σε ορισμένο βαθμό το πλαίσιο άσκησης της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας στην Κύπρο από εκείνο που ισχύει στην Ελλάδα και τη Γαλλία. Το άρθρο 146 περιορίζει τη δικαιοδοσία στην αναθεώρηση και τον έλεγχο της νομιμότητας, πράξης, απόφασης ή παράλειψης της Διοίκησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, βάσει του άρθρ. 146, δεν είναι διοικητικό δικαστήριο ουσίας, και δεν εξετάζει την ορθότητα της πράξης, ούτε υπεισέρχεται στο πεδίο της δοικητικής λειτουργίας. Κατ' επέκταση, οι θεραπείες που μπορεί να παρέχει, περιορίζονται ουσιαστικά στην ακύρωση ή τη βεβαίωση της πράξης, ανάλογα με τα συμπεράσματα ως προς τη νομιμότητά της. Δεν περιορίζεται όμως στο φάσμα των διοικητικών πράξεων και ενεργειών που υπόκεινται στο δικαστικό έλεγχο που προβλέπει το άρθρο 146 από τη φύση της θεραπείας που μπορεί να αποδοθεί. Όπως έχουμε επισημάνει, και επαναλαμβάνουμε, η αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου επεκτείνεται στην αναθεώρηση του συνόλου των πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων, δημόσιας Αρχής ή οργάνου στην άσκηση εκτελεστικής ή διοικητικής λειτουργίας στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. μεταξύ άλλων, Kantziais v. Ministry of Interior
(1982)1 C.L.R. 606 και Director of Customs v. Grecian Hotel
(1985)1 C.L.R. 476). αναγνωρίζει ότι χρηματικές απαιτήσεις που προκύπτουν από παράλειψη διοικητικής Αρχής ή οργάνου στην εκπλήρωση νομικών υποχρεώσεων, δε διαφέρουν και δε διακρίνονται από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία διοικητικών αποφάσεων ή παραλείψεων. Άλλωστε, όπως επίσης δέχεται η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ακύρωση διοικητικής πράξης, ενέργειας ή παράλειψης, αποτελεί προϋπόθεση για προσφυγή σε πολιτικό δικαστήριο για τη διεκδίκηση αποζημίωσης ή άλλης θεραπείας. (Βλ. μεταξύ άλλων, Kampis v. Republic
(1984)1 C.L.R. 314 και Philipides & Son v. Republic
(1985)3 C.L.R. 2588). H βάση της αγωγής, δυνάμει της παραγράφου 6 του άρθρ. 146, δε συναρτάται με την παραβίαση αστικού δικαιώματος, αλλά με την ακύρωση πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης που εκδίδεται ή σημειώνεται στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Η διευκρίνηση αυτή είναι σημαντική, καθώς και προσδιοριστική του πλαισίου μέσα στο οποίο καθορίζονται οι αποζημιώσεις, βάσει της παραγράφου 6 του άρθρ. 146. (Βλ. μεταξύ άλλων, Frangoulides v. Republic
(1982)1 C.L.R. 462)». Για τους πιο πάνω λόγους, η έφεση κρίθηκε ανεδαφική. Το άρθρο 29 του Συντάγματος προνοεί τα ακόλουθα: «
- Έκαστος έχει το δικαίωμα ατομικώς ή ομού μετ' άλλων να υποβάλλη εγγράφους αιτήσεις ή παράπονα προς οιανδήποτε αρμοδίαν δημόσιαν αρχήν δικαιούμενος ν' απαιτήση, όπως αύτη επιληφθή αυτών και αποφασίση ταχέως. Η απόφασις της αρχής ταύτης, δεόντως ητιολογημένη, γνωστοποιείται εγγράφως αμέσως εις τον υποβάλοντα την αίτησιν ή τα παράπονα εν πάση περιπτώσει εντός προθεσμίας μη υπερβαινούσης τας τριάκοντα ημέρας.
- Εφ' όσον ο ενδιαφερόμενος δεν ικανοποιείται εκ της αποφάσεως ή οσάκις ουδεμία απόφασις γνωστοποιήται προς αυτόν εντός της καθοριζομένης εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου προθεσμίας δύναται ο ενδιαφερόμενος ν' αγάγη ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου διά προσφυγής την υπόθεσιν, εις ην αφορά η αίτησις ή το παράπονον αυτού». Το άρθρο 172 του Συντάγματος προνοεί τα ακόλουθα: «Η Δημοκρατία ευθύνεται διά πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας» Στην υπόθεση SMX Concrete - Mix Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 2352, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι το άρθρο 172 του Συντάγματος εκτείνεται και σε πράξεις στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Εφόσον, όμως, η κατ' ισχυρισμό ζημιογόνος πράξη είναι εκτελεστή ώστε η αναθεώρησή της να εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, προαπαιτείται ακύρωση της για να είναι δυνατή η διεκδίκηση αποζημίωσης κατ' επίκληση της έκδοσής της (Βλ. The Attorney General of the Republic v. A. Markoullides and Another
(1966)1 CLR 242, Ouzounian v. The Republic
(1966)3 CLR 553, Byron Pavlides v. Republic
(1967)3 CLR 217, Alexandrou v. Attorney General
(1983)1 CLR 41, Pitsillos v. The Republic
(1984)1 CLR 780 και Simillides v. Neophytou
(1986)1 CLR 363). Στην υπόθεση Justice Parry v. The Republic
(1986)3 CLR 187 ο αιτητής με επιστολή ημερομηνίας 26.3.85 παραπονέθηκε στον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων τόσο εκ μέρους του ιδίου όσο και εκ μέρους αριθμού αυτοεργοδοτούμενων για το ότι υποσχέσεις που είχαν δοθεί από τον Διευθυντή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων σύμφωνα με τις οποίες δεν θα καταχωρείτο ποινική δίωξη εναντίον τους δεν είχαν τηρηθεί και, επίσης, ζήτησε την διακοπή των ποινικών διώξεων που καταχωρήθηκαν στην βάση του Νόμου Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ο Υπουργός δεν απάντησε στην πιο πάνω επιστολή και ο αιτητής καταχώρησε προσφυγή στις 6.5.85 ζητώντας, μεταξύ άλλων, (α) δήλωση ότι η παράλειψη του Υπουργού να απαντήσει εντός της προθεσμίας των 30 ημερών που τάσσει το άρθρο 29.1 του Συντάγματος είναι αντισυνταγματική και (β) διάταγμα που να υποχρεώνει τον καθ' ου η αίτηση να απαντήσει στην βάση του άρθρου 29. Ο Υπουργός απάντησε εν τέλει στις 9.5.85 οπότε η δεύτερη αξίωση κατέστη άνευ αντικειμένου. Μοναδικό ζήτημα, επομένως, για επίλυση από το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν κατά πόσο η πρώτη αξίωση ήταν δικαιολογημένη. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο: «Article 29 belongs to Part II of the Constitution guaranteeing fundamental rights and liberties. It safeguards the right of the person to petition State authorities and imposes a corresponding obligation open them to deal with it as expeditiously as possible and make reply thereto the latest within 30 days. In the event of default para. 2 of Article 29 confers a right to the aggrieved citizen to have recourse to "a competent Court in the matter of such request or complaint". There is plethora of authorities on the interpretation and application of Article 29
(2). The principles emerging therefrom on the actionability of a complaint for failure on the part of the Administration to comply with its obligations under Article 29, are the following ...:- (
- a)Article 29 does not per se confer a right of action, and does not legitimize a recourse under Article 146 on every occasion there is default to make reply within the 30-day period. A competent Court is one having jurisdiction under the Constitution and laws made thereunder to take cognizance of the substance of the request or complaint. (
- b)For the default to be justiciable under Article 146 the matter on which the authorities are petitioned must be in the domain of public law and further refer to the exercise of executive or administrative competence. If that be the case and there is default to make reply, (
- c)An aggrieved party may have recourse under Article 146 without proof of further prejudice. The detriment to his interest to have a speedy reply validates judicial review. This is the one aspect of Article 29 that has direct jurisdictional implications by removing the burden otherwise cast on a party having recourse to Court to prove that the decision or omission, as the case may be, affects a present legitimate interest in the sense of para. 2 of Article 146. Σε ελεύθερη μετάφραση: «το άρθρο 29 βρίσκεται στο δεύτερο Μέρος του Συντάγματος το οποίο προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες. Κατοχυρώνει το δικαίωμα του πολίτη να υποβάλει παράπονα ή αιτήματα σε δημόσια αρχή στην οποία και επιβάλει ανάλογη υποχρέωση να επιληφθεί του παραπόνου ή της αίτησης όσο το δυνατόν ταχύτερα και να απαντήσει το αργότερο εντός 30 ημερών. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης η παράγραφος 2 του άρθρου 29 δίδει στον πολίτη το δικαίωμα να προσφύγει στο αρμόδιο δικαστήριο στο οποίο αφορά η αίτηση ή το παράπονο. Υπάρχει πληθώρα νομολογίας για την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 29
(2). Οι αρχές που προκύπτουν από την νομολογία ως προς την πορεία που δύναται να ακολουθηθεί αναφορικά με παράπονο εξ' αιτίας της παράλειψης της διοίκησης να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 29 είναι οι ακόλουθες ...:- (α) το άρθρο 29 δεν δίδει από μόνο του αγώγιμο δικαίωμα και δεν νομιμοποιεί προσφυγή κάτω από το άρθρο 146 σε κάθε περίπτωση που η διοίκηση παραλείπει να απαντήσει εντός της προθεσμίας των 30 ημερών. Αρμόδιο δικαστήριο είναι το δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία βάση του Συντάγματος και των νόμων που θεσπίζονται δυνάμει αυτού ανάληψης της ουσίας της παράκλησης ή του παραπόνου (β) για να μπορεί κάποιος να προσφύγει στην βάση του άρθρου 146 με αφορμή την παράλειψη πρέπει το ζήτημα για το οποίο προσφεύγει κάποιος στην διοίκηση να εμπίπτει στον τομέα του δημόσιου δικαίου και να αφορά στην άσκηση εκτελεστικής ή διοικητικής υφής. Αν αυτή είναι η περίπτωση και η διοίκηση παραλείψει να απαντήσει (γ) ο ανικανοποίητος πολίτης δύναται να προσφύγει στην βάση του άρθρου 146 χωρίς απόδειξη περαιτέρω ζημίας. Το πλήγμα στα συμφέροντά του για ταχεία απάντηση νομιμοποιεί δικαστική αναθεώρηση. Αυτή είναι η μια άποψη του άρθρου 29 η οποία έχει άμεση δικαιοδοτική συνέπεια υπό την έννοια ότι μετακινεί το βάρος που έτσι κι' αλλιώς θα είχε διάδικος που προσφεύγει στο Δικαστήριο να αποδείξει ότι η απόφαση ή η παράλειψη, ανάλογα της περίπτωσης, επηρεάζει ενεστώς έννομο συμφέρον κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 146». Υπό το φως των πιο πάνω αρχών η προσφυγή απερρίφθη. Η ουσία του παραπόνου για το οποίο ο αιτητής δεν είχε λάβει απάντηση δεν ενέπιπτε στον τομέα του δημοσίου δικαίου και δεν αφορούσε σε εκτελεστική ή διοικητική πράξη, αλλά στον τομέα του ποινικού δικαίου η αναθεώρηση του οποίου καθώς και συναφών ζητημάτων δεν εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο
- Τέλος, στην υπόθεση Phedias I. Kyriakides v. The Republic of Cyprus through the Minister of Interior 1 R.S.C.C. 66 λέχθηκε ότι αναφορικά με ζημιογόνες πράξεις ή παραλείψεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 172 του Συντάγματος και οι οποίες πράξεις ή παραλείψεις εμπίπτουν στο άρθρο 146 του Συντάγματος δύναται να καταχωρηθεί αγωγή για αποζημιώσεις σε πολιτικό δικαστήριο μόνο στην βάση της παραγράφου 6 του άρθρου 146 και αφού εκδοθεί απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην βάση της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου. Στις περιπτώσεις αυτές δεν δύναται να καταχωρηθεί αγωγή σε πολιτικό Δικαστήριο απευθείας δυνάμει του άρθρου
- Το άρθρο 146 του Συντάγματος προνοεί τα ακόλουθα: «
- Το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριο κέκτηται αποκλειστική δικαιοδοσίαν να αποφασίζη οριστικώς και αμετακλήτως επί πάσης προσφυγής υποβαλλομένης κατ' αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως οιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου ασκούντων εκτελεστικήν ή διοικητικήν λειτουργίαν επί τω λόγω ότι αύτη είναι αντίθετος προς τας διατάξεις του Συντάγματος ή τον νόμον ή εγένετο καθ' υπέρβασιν ή κατάχρησιν της εξουσίας της εμπεπιστευμένης εις το όργανον ή την αρχήν ή το πρόσωπον τούτο. ..........................................................................................................................
- Επί τοιαύτης προσφυγής το δικαστήριον δύναται, διά της αποφάσεως αυτού: (α) να επικυρώση, εν όλω ή εν μέρει, την τοιαύτην απόφασιν ή πράξιν ή παράλειψιν∙ ή (β) να κηρύξη την απόφασιν ή την πράξιν, εν όλω ή εν μέρει, άκυρον και εστερημένην οιουδήποτε αποτελέσματος∙ ή (γ) να κηρύξη την παράλειψιν, εν όλω ή εν μέρει, άκυρον και ό,τι παν το παραλειφθέν έδει να είχεν εκτελεσθή. ..........................................................................................................................
- Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά την τέταρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφ' όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζομένη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη». Από τις έγγραφες προτάσεις των Καθ' ων η αίτηση προκύπτει με ευκρίνεια ότι η αξίωσή τους πηγάζει από την παράλειψη της Πολεοδομίας να απαντήσει έγκαιρα στην αίτησή τους για έκδοση πολεοδομικής άδειας. Το πιο πάνω επιβεβαιώνεται και από την ένορκο δήλωση του Ενάγοντα 1 η οποία συνοδεύει την ένσταση. Το ερώτημα που πρωτίστως πρέπει να απαντηθεί είναι αν η πιο πάνω παράλειψη της Διοίκησης συνιστά εκτελεστή διοικητική παράλειψη και, επομένως, αν το όλο ζήτημα ανάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστήριο στην βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 225, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι προϋπόθεση για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας στην βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος είναι η γένεση, από την προσβαλλόμενη πράξη, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ως αποτέλεσμα της άσκησης της διοικητικής λειτουργίας. Με αυτή την έννοια η πράξη πρέπει να είναι εκτελεστή, δηλαδή γενεσιουργός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Αν δεν έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του πολίτη αφήνονται ανεπηρέαστα και, κατ' επέκταση, δεν υπάρχει αντικείμενο προς αναθεώρηση ή διαφορά προς λύση. Η άλλη προϋπόθεση για την άσκηση της πιο πάνω δικαιοδοσίας είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος εκ μέρους του αιτούντος. Στην πιο πάνω υπόθεση οι εφεσείοντες βάσιζαν τα δικαιώματά τους, όπως είδαμε, στην άρνηση των Τελωνειακών Αρχών να τους αποδώσουν τα οφειλόμενα σε αυτούς. Η άρνηση αυτή είχε άμεσες και απτές επιπτώσεις στα οικονομικά τους συμφέροντα και ήταν καθοριστική γι' αυτά. Η πράξη είχε, συνεπώς, βάσει των γεγονότων, όπως διατυπώνονταν στην έκθεση απαίτησης, όλα τα γνωρίσματα εκτελεστής διοικητικής πράξης. Αν, πάλι, το αίτημά τους, λέχθηκε, συναρτάτο με παράλειψη χωρίς την παρεμβολή θετικής ενέργειας, και πάλι αποκλειστική δικαιοδοσία για αναθεώρηση της παράλειψης, εφόσο είναι εκτελεστή, είχε το Ανώτατο Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 146. Η παράλειψη, λέχθηκε, είναι εκτελεστή όταν ο νόμος επιβάλλει στη Διοίκηση ενεργό υποχρέωση προς δράση. Μάλιστα, η νομολογία ορίζει ότι εφόσον πρόκειται περί συνεχιζόμενης παράλειψης προς εκπλήρωση ενεργητικού καθήκοντος το οποίο επιβάλλει ο νόμος, ο χρόνος των 75 ημερών για την άσκηση προσφυγής δεν αποτελεί κώλυμα, δεδομένου ότι η παράλειψη εκλείπει μόνο με την εκτέλεση του επιβαλλόμενου καθήκοντος (Βλ. μεταξύ άλλων, Hassan Mustafa v. Republic, 1 R.S.C.C. 44, Goulielmos v. Republic
(1983)3 CLR 883, Phylactides v. Republic
(1983)3 CLR 957 και Epaminonda v. Municipality of Limassol
(1984)3 CLR 1534). Λέχθηκε, επίσης, ότι αν αίτημα για κινητοποίηση των Αρχών στη λήψη απόφασης, μείνει αναπάντητο μέσα στο χρονικό διάστημα των 30 ημερών που προβλέπει το άρθρο 29, η παράλειψη των Αρχών να απαντήσουν, και πάλι μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής εφόσο σκοπεί στην έκδοση από αρμόδιο όργανο ή Αρχής εκτελεστής απόφασης σε θέμα το οποίο άπτεται των δικαιωμάτων του αιτούντος (Βλ. μεταξύ άλλων, Justice Parry v. Republic
(1986)3 CLR 187 και Papadopοulos v. Municipality of Nicosia
(1986)3 CLR 2046). Υπό το φως των πιο πάνω η παράλειψη της Πολεοδομίας να απαντήσει έγκαιρα στο αίτημα των Καθ' ων η αίτηση είχε όλα τα χαρακτηριστικά εκτελεστής διοικητικής παράλειψης. Ήταν γενεσιουργός δικαιωμάτων και σκοπούσε στην έκδοση από την Διοίκηση απόφασης εκτελεστής σε θέμα το οποίο άπτεται των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση. Η πιο πάνω παράλειψη της Διοίκησης συνεπεία της οποίας προέκυψε η ζημία και η οποία στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας συνυφασμένη με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημοσίου δικαίου και ως τέτοια αποτελεί εκτελεστή διοικητική παράλειψη. Το αντικείμενο της αγωγής είναι, επομένως, συνυφασμένο με την άσκηση της διοικητικής λειτουργίας, η αναθεώρηση των αποτελεσμάτων της οποίας ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146.1. Η αναθεώρηση παράλειψης στον τομέα του δημοσίου δικαίου από πολιτικό Δικαστήριο είναι ανεπίτρεπτη. Όπως είδαμε, το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος αποκλείει την εξέταση, άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως, από οποιοδήποτε δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης. Μια από τις προϋποθέσεις για την διεκδίκηση αποζημιώσεων για την πλημμελή άσκηση της διοικητικής λειτουργίας είναι η ακύρωση της διοικητικής πράξης ή παράλειψης. Επιδίκαση αποζημιώσεων από πολιτικό Δικαστήριο για ζημία που κατ' ισχυρισμό προέκυψε από παράλειψη της Διοίκησης χωρίς να προηγηθεί η ακύρωση της παράλειψης από το Ανώτατο Δικαστήριο διά προσφυγής στην βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος είναι ανεπίτρεπτη. Επομένως, μόνο αν οι Καθ' ων η αίτηση προσέφευγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο και το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωνε την παράλειψη της Διοίκησης στην βάση του άρθρου 146
(4)(γ) θα μπορούσαν οι Καθ' ων η αίτηση να προσφύγουν σε πολιτικό Δικαστήριο για ανάκτηση αποζημιώσεων στην βάση πλέον του άρθρου 146
(6)και του άρθρου 172 του Συντάγματος. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν προσέφυγαν, όμως, με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Επομένως, και στην βάση των δύο πιο πάνω άρθρων δεν νομιμοποιούνται στην έγερση της παρούσης αγωγής. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι στερούμαι δικαιοδοσίας να επιληφθώ της αγωγής. Συνακόλουθα η προδικαστική ένσταση του Αιτητή επιτυγχάνει και η αγωγή απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα κρίνω πως εν' όψει της παράλειψης της Διοίκησης να συμμορφωθεί με τις ρητές απαιτήσεις του άρθρου 29 του Συντάγματος συνεπεία της οποίας προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση το ορθό είναι να μην επιδικάσω έξοδα (Βλ. Phedias I. Kyriakides v. The Republic of Cyprus through the Minister of Interior 1 R.S.C.C. 66, σελ. 78). Επομένως, δεν εκδίδεται καμία διαταγή για έξοδα (Υπ.) ................... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο