Λεύκιου Τσικκίνη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας , Αρ. Αγωγής: 1377/09, 14/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A58 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1377/09 Μεταξύ: Λεύκιου Τσικκίνη, από την Λεμεσό Ενάγοντος και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελλέα της Δημοκρατίας Εναγόμενης ........................... Ημερομηνία: 14.9.12 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Χρ. Χριστοφόρου (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Πιερής Ασσιώτης) Για την Εναγόμενη: κ. Μ. Ευαγγέλου ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου το ποσό των Ευρώ 7.795,07 σεντ (Λ.Κ.4.562,25 σεντ) το οποίο ο Εναγόμενος επέβαλε και εισέπραξε από τον Ενάγοντα εξ' αμελείας δικής του και/ή από λάθος και/ή αβλεψία του Εναγόμενου και/ή των υπηρετών και/ή των αντιπροσώπων του και/ή ως χρήματα πληρωθέντα από τον Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο άνευ ανταλλάγματος (money had and received) και/ή ως αποζημιώσεις για ζημιά την οποία υπέστη ο Ενάγων συνεπεία αμέλειας του Εναγόμενου και/ή των υπηρετών και/ή των αντιπροσώπων του και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) και/ή δυνάμει των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και/ή της χρηστής διοίκησης και/ή άλλως πως. Αξιώνει, επίσης, νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Μετά το κλείσιμο των δικογράφων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προέβηκαν σε παραδεκτά γεγονότα υπό μορφή γραπτής έκθεσης με αποτέλεσμα τα ζητήματα που παρέμειναν για εξέταση από το Δικαστήριο να είναι καθαρά νομικά. Οι δύο πλευρές δεν προσκόμισαν ως εκ τούτου μαρτυρία και περιορίσθηκαν σε αγορεύσεις. Τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία και αποτελούν ευρήματά μου έχουν ως ακολούθως. Κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ο Ενάγων ασκούσε το επάγγελμα του δικηγόρου ως ετερρόρυθμος συνέταιρος του Συνεταιρισμού Σαββίδης, Τσικκίνης & Σία στην Λεμεσό. Εν' όψει του ότι τα εισοδήματα του Ενάγοντα δεν περιορίζονταν σε μηνιαίες αποδοχές ο Ενάγων με βάση τον Περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμο του 1978, όπως τροποποιήθηκε, υπείχε υποχρέωση σε σχέση με το φορολογικό έτος 1993 να υποβάλει μέχρι την 1ην Αυγούστου του εν λόγω έτους προσωρινό υπολογισμό του υπό αυτού οφειλόμενου φόρου. Ο Ενάγων συμμορφούμενος με την πιο πάνω υποχρέωση υπέβαλε προσωρινό υπολογισμό φόρου για το εν λόγω έτος καθορίζοντας τον υπό αυτού υπολογισθέντα ως οφειλόμενο φόρο για το έτος 1993 στο ποσό των Λ.Κ.2.100,00 σεντ. Περαιτέρω, ο Ενάγων συμμορφούμενος με σχετική με βάση τον πιο πάνω Νόμο υποχρέωσή του όπως η υπό αυτού υπολογισθείσα προσωρινή φορολογία καταβληθεί σε τρεις ισόποσες δόσεις μέσα στο τρέχον φορολογικό έτος 1993 κατέβαλε την υπό αυτού υπολογισθείσα προσωρινή φορολογία των Λ.Κ.2.100,00 σεντ σε τρεις δόσεις των Λ.Κ.700,00 σεντ και, συγκεκριμένα, στις 28.7.93, 14.9.93 και 15.12.
- Εν' όψει του ότι ο Ενάγων παρέλειψε να υποβάλει την φορολογική του δήλωση για το έτος 1993 ο Έφορος Φόρου Εισοδήματος, από τώρα και στο εξής «ο Έφορος», κατά ή περί την 27.5.03 προέβη σε φορολογία του εισοδήματος του Ενάγοντα για το έτος 1993 με αποτέλεσμα και σύμφωνα με την κρίση του να φορολογήσει τον Ενάγοντα σε σχέση με τα εισοδήματά του για το έτος 1993 επί ποσού Λ.Κ.23.955,00 σεντ. Κατά ή περί τις 11.6.03 ο Ενάγων υπέβαλε ένσταση στην πιο πάνω φορολογία. Στις 17.6.03 ο Έφορος με επιστολή του προς τον Ενάγοντα ζήτησε όπως ο Ενάγων αποστείλει δηλώσεις εισοδήματος για τα έτη 1993-1994 και 1998-2002 καθώς και υπογραμμένη κατάσταση κεφαλαίου για τα έτη 1998-
- Στις 7.7.03 ο Ενάγων με επιστολή του λογιστή του απέστειλε αντίγραφο των δηλώσεων εισοδήματος του Ενάγοντα για τα έτη 1993 και 1994 συμπληρωμένες με τα εισοδήματα του συνεταιρισμού του χωρίς την επίσημη σφραγίδα της ημερομηνίας παραλαβής τους από τον Έφορο. Στις 12.2.04 ο Ενάγων υπέβαλε τις υπόλοιπες δηλώσεις του για τα έτη 1998-2002 χωρίς να υποβάλει την κατάσταση κεφαλαίου που του ζητήθηκε για τα έτη 1998-
- Κατά ή περί την 1.6.05 ο Έφορος προέβη σε τελική φορολογία του εισοδήματος του Ενάγοντα για το έτος 1993 και σύμφωνα με τα εισοδήματα που είχε δηλώσει ο Ενάγων φορολογήθηκε επί του ποσού των Λ.Κ.19.323,00 σεντ. Κατά την ως άνω τελική φορολογία του Ενάγοντα για το έτος 1993 εκ παραδρομής δεν λήφθηκε υπόψη το ποσό των Λ.Κ.2.100,00 σεντ που ο Ενάγων είχε καταβάλει ως προσωρινή φορολογία για το έτος
- Σε σχέση με την τελική φορολογία που επιβλήθηκε στον Ενάγοντα για το έτος 1993 επί του φορολογηθέντος εισοδήματος του ύψους Ευρώ 19.323,00 σεντ ο Ενάγων πλήρωσε την εν λόγω φορολογία καταβάλλοντας το ποσό των Λ.Κ.3.000,00 σεντ στις 5.12.05 και το ποσό των Λ.Κ.4.605,07 σεντ στις 3.5.
- Ο ελεγκτής του Ενάγοντα κατά το έτος 2008 εντόπισε την πιο πάνω εκ Λ.Κ.2.100,00 σεντ υπερπληρωμή και με επιστολή του ημερομηνίας 8.9.08 ζήτησε από τον Έφορο όπως επιστρέψει και/ή πιστώσει το ποσό των Λ.Κ.2.100,00 σεντ έναντι φορολογιών που ο Ενάγων χρωστούσε για άλλα έτη. Ο Έφορος αφού εξέτασε το πιο πάνω αίτημα του Ενάγοντα με επιστολή του προς αυτόν ημερομηνίας 21.10.08 πληροφόρησε τον Ενάγοντα ότι η ένσταση του απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Στις 4.11.08 ο Ενάγων επανήλθε εκ νέου με σχετική επιστολή του προς τον Έφορο. Ο Έφορος με επιστολή του ημερομηνίας 21.12.08 απέρριψε εκ νέου το αίτημα του Ενάγοντα πληροφορώντας τον ότι δεν είχε να προσθέσει τίποτε άλλο πέραν αυτών που ήδη αναφέρονταν στην επιστολή του ημερομηνίας 21.10.
- Μαζί με την γραπτή έκθεση παραδεκτών γεγονότων παρουσιάσθηκαν η επιστολή του ελεγκτή του Ενάγοντα ημερομηνίας 8.9.08 ως Τεκμήριο Α, η απαντητική στην πιο πάνω επιστολή του ελεγκτή του Ενάγοντα επιστολή του Εφόρου ημερομηνίας 21.10.08 ως Τεκμήριο Β, η επιστολή του Ενάγοντα ημερομηνίας 4.11.08 ως Τεκμήριο Γ και η απαντητική στην πιο πάνω επιστολή του Ενάγοντα επιστολή του Εφόρου ημερομηνίας 22.12.08 ως Τεκμήριο Δ. Με την επιστολή του Εφόρου - Τεκμήριο Β - ο Ενάγων πληροφορείτο από τον Έφορο ότι η επιστολή του ελεγκτή του Ενάγοντα ημερομηνίας 8.9.08 - Τεκμήριο Α - θεωρήθηκε από τον Έφορο ως αναθεώρηση της επιβληθείσας στον Ενάγοντα φορολογίας και ότι ο Έφορος αδυνατούσε να την αποδεχθεί ως εκπρόθεσμα υποβληθείσα. Με την Υπεράσπισή του ο Εναγόμενος εγείρει δύο προδικαστικές ενστάσεις. Σύμφωνα με την πρώτη το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί και εκδικάσει την παρούσα αγωγή καθότι η αγωγή στρέφεται κατά της εγκυρότητας και/ή νομιμότητας τριών εκτελεστών διοικητικών πράξεων, ήτοι: της απόφασης του Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, από τώρα και στο εξής «ο Διευθυντής», και/ή του Εφόρου που λήφθηκε την 1.6.05 και αφορούσε την τελική φορολογία που επιβλήθηκε στον Ενάγοντα για το έτος 1993 της απόφασης του Διευθυντή και/ή του Εφόρου που λήφθηκε στις 17.10.08 και κοινοποιήθηκε στον Ενάγοντα με επιστολή ημερομηνίας 21.10.08 με την οποία η ένσταση που υπεβλήθη από τον Ενάγοντα στις 8.9.08 έναντι του ύψους της άνω τελικής φορολογίας είχε απορριφθεί και της απόφασης του Διευθυντή και/ή του Εφόρου που λήφθηκε στις 2.12.08 και κοινοποιήθηκε στον Ενάγοντα με επιστολή ημερομηνίας 21.12.08 με την οποία οι εκ νέου παραστάσεις του Ενάγοντα έναντι του ύψους της τελικής φορολογίας του 1993 είχαν απορριφθεί. Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι ο Ενάγων όφειλε πλην όμως παρέλειψε να προσβάλει την εγκυρότητα και/ή νομιμότητα των πιο πάνω διοικητικών πράξεων σύμφωνα με τα κατά το άρθρο 146 του Συντάγματος διαλαμβανόμενα. Σύμφωνα με την δεύτερη προδικαστική ένσταση η αγωγή του Ενάγοντα για επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.2.100,00 σεντ που ο Ενάγων κατέβαλε ως προσωρινή φορολογία για το έτος 1993 δεν συνιστά και/ή δεν αποκαλύπτει αιτία αγωγής και/ή αγώγιμο δικαίωμα καθότι σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου, Ν. 4/78, όπως τροποποιήθηκε, και, ειδικότερα, του άρθρου 35
(3)η εν λόγω απαίτηση υποβάλλεται εντός 6 ετών από την λήξη του φορολογικού έτους που αφορά. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Ενάγων είχε 6 χρόνια από το 1993 για να υποβάλει την απαίτησή του. Την υπέβαλε, όμως, στις 9.9.08, ήτοι εκπρόθεσμα. Οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων περιορίσθηκαν στις δύο πιο πάνω προδικαστικές ενστάσεις αφού εκτός από αυτές άλλη υπεράσπιση δεν προβάλλεται. Αναφορικά με την δεύτερη προδικαστική ένσταση ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα με την αγόρευσή του ανέφερε τα ακόλουθα: Το άρθρο 35
(3)δεν έχει εφαρμογή στην υπό εξέταση περίπτωση. Απαίτηση δυνάμει του άρθρου αυτού για επιστροφή φόρου αφορά σύμφωνα με το εν λόγω εδάφιο στις περιπτώσεις που καλύπτονται από τα εδάφια
(1)και
(2)του πιο πάνω άρθρου, ήτοι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο φορολογούμενος εκ παραδρομής έχει πληρώσει περισσότερο φόρο από τον οφειλόμενο, και όχι στην περίπτωση προσωρινής φορολογίας, όπως είναι το υπό του Ενάγοντα καταβληθέν ποσό των Λ.Κ.2.100,00 σεντ. Ο Ενάγων δεν ισχυρίζεται ότι ο επιβλητέος υπό του Εφόρου φόρος για το έτος 1993 τον οποίο και κατέβαλε ύψους Ευρώ 7.065,00 σεντ υπερέβαινε τον υπό αυτού οφειλόμενο φόρο για το έτος 1993, ούτε ζητά επιστροφή οποιουδήποτε μέρους του φόρου αυτού. Ό,τι ζητά είναι την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.2.100,00 σεντ που κατέβαλε ως προσωρινή φορολογία. Η προσωρινή φορολογία δεν συνιστά φόρο εν τη εννοία του άρθρου 2 του Νόμου και, επομένως, δεν καλύπτεται από τα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 35. Ακολουθεί ότι η διεκδίκησή της δεν υπόκειται στους περιορισμούς του εδαφίου
(3)του άρθρου 35. Η προσωρινή φορολογία ρυθμίζεται από τα άρθρα 24-26Α του Νόμου και είναι ενδεικτικό ότι μετά το εδάφιο
(2)του άρθρου 26 δεν υπάρχει εδάφιο αντίστοιχο με το εδάφιο
(3)του άρθρου 35. Αν η προσωρινή φορολογία συνιστούσε φόρο θα έπρεπε να υπάρχει στο άρθρο 26 παρόμοιο εδάφιο με το εδάφιο
(3)του άρθρου 35 ή το εδάφιο
(3)του άρθρου 35 θα έπρεπε να αναφέρει «Πάσα απαίτηση δυνάμει του παρόντος άρθρου και/ή δυνάμει του άρθρου 26 ...», πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει. Η προσωρινή φορολογία είναι ποσό που καταβάλλεται προς κάλυψη τυχόν μελλοντικής φορολογίας. Καθίσταται δε φόρος αν και όταν βρεθεί ότι ο καταθέτης του ποσού οφείλει φορολογία για το συγκεκριμένο έτος και αν και όταν χρησιμοποιηθεί το ποσό αυτό εξ' ολοκλήρου ή μερικώς για την φορολογία αυτή. Γι' αυτό και όταν χρησιμοποιηθεί μερικώς το περίσσευμα είναι επιστρεπτέο δυνάμει του εδαφίου
(2)του άρθρου 26 χωρίς τους περιορισμούς του εδαφίου
(3)του άρθρου
- Αν θεωρείτο φόρος θα έπρεπε και στο άρθρο 26 να υπήρχε παρόμοιος περιορισμός όπως και στο άρθρο
- Εν πάση περιπτώσει, συνεχίζει η εισήγηση, ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι η προσωρινή φορολογία αποτελεί φόρο με την ευρεία έννοια του όρου είναι φανερό ότι το εδάφιο
(3)του άρθρου 35 δεν αφορά σε περιπτώσεις επιστροφής προσωρινής φορολογίας για τις οποίες υπάρχει ειδική ρύθμιση στα άρθρα 24-26Α του Νόμου από τα οποία σαφώς διαφοροποιείται το εδάφιο
(3)του άρθρου 35. Και αν ακόμα ήθελε αποφασισθεί ότι οι πρόνοιες του εδαφίου
(3)του άρθρου 35 καλύπτουν και την προσωρινή φορολογία η θέση του Εναγόμενου και πάλι καταπίπτει καθότι η απαίτηση του Ενάγοντα στηρίζεται και στο δίκαιο των εμπιστευμάτων τα οποία διέπονται από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας (equity) που αποτελεί μέρος του νομικού μας συστήματος. Με την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.2.100,00 σεντ δημιουργήθηκε τεκμαιρόμενο εμπίστευμα (constructive trust) δυνάμει του οποίου ο Εναγόμενος κατέχει το πιο πάνω ποσό όχι ως ιδιοκτήτης του αλλά σαν εμπιστευματοδόχος (trustee) του δικαιούχου (beneficiary), ήτοι του Ενάγοντα, για το ποσό αυτό με εντολή να το συμψηφίσει με οποιαδήποτε φορολογία που τυχόν θα ευρίσκετο ότι οφείλει ο Ενάγων για το έτος 1993 όταν θα καθορίζετο η φορολογία αυτή σε μελλοντικό στάδιο και να επιστρέψει στον Ενάγοντα οποιαδήποτε τυχόν διαφορά ή και ολόκληρο το ποσό στην περίπτωση που θα ευρίσκετο ότι ουδεμία φορολογία οφείλετο από τον Ενάγοντα για το έτος 1993. Ο Εναγόμενος, όμως, παρέλειψε να συμψηφίσει το ποσό αυτό με την τελική φορολογία του Ενάγοντα για το έτος 1993 και αφού δεν έπραξε τούτο αρνήθηκε να επιστρέψει στον Ενάγοντα το ποσό αυτό. Με την πιο πάνω συμπεριφορά του ο Εναγόμενος διέρρηξε τους όρους εντολής του σαν εμπιστευματοδόχος και οικειοποιήθηκε τα χρήματα του Ενάγοντα για δικό του όφελος, αυθαίρετα, αδικαιολόγητα και παράνομα. Συνεπώς, η διεκδίκηση του ποσού των Λ.Κ.2.100,00 σεντ από τον Ενάγοντα και η αντίστοιχη υποχρέωση του Εφόρου ως εμπιστευματοδόχου για την επιστροφή του πιο πάνω ποσού στον Ενάγοντα, ως τον δικαιούχο, σύμφωνα με τους όρους εντολής του εμπιστεύματος δεν αφορούν απαιτήσεις ή υποχρεώσεις δυνάμει των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 35 και ως εκ τούτου δεν υπόκεινται στους περιορισμούς του εδαφίου
(3)του εν λόγω άρθρου. Και αν ακόμα ήθελε αποφασισθεί ότι δεν υπάρχει τεκμαιρόμενο εμπίστευμα η απαίτηση του Ενάγοντα βρίσκει έρεισμα στην φυσική δικαιοσύνη. Στην παρούσα περίπτωση η κατά γράμμα εφαρμογή του Νόμου και δη του εδαφίου
(3)του άρθρου 35 του Νόμου οδηγεί σε αποτελέσματα αντίθετα με την βούληση του νομοθέτη, σε καταφανή αδικία και σε κατάφωρη παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Και αυτό γιατί ο Ενάγων κατέβαλε την φορολογία που του επιβλήθηκε για το έτος 1993 υπαιτιότητι του Εναγόμενου αφού η προσωρινή φορολογία που πλήρωσε το 1993 δεν αφαιρέθηκε και δεν λήφθηκε υπόψη. Μόλις δε ο Ενάγων έλαβε γνώση του γεγονότος τούτου διεκδίκησε το ποσό της προσωρινής φορολογίας που κατέβαλε. Υπό το φως των πιο πάνω είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η προδικαστική αυτή ένσταση δεν ευσταθεί και θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Ολωσδιόλου αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης. Σύμφωνα με την αγόρευσή του η διεκδίκηση του Ενάγοντα κάτω από οποιαδήποτε σκοπιά και αν εξετασθεί αποτελεί απαίτηση για επιστροφή φόρου. Η προθεσμία που τάσσεται με το εδάφιο
(3)του άρθρου 35 του Νόμου τίθεται κατά τρόπο απόλυτο και είναι σαφής. Αν η επιστροφή φόρου δεν απαιτηθεί εντός 6 ετών από την λήξη του φορολογικού έτους που η απαίτηση αφορά η απαίτηση παραγράφεται. Η έναρξη και συμπλήρωση της προθεσμίας των 6 ετών γίνεται στην βάση αντικειμενικού κριτηρίου. Αυτού του χρόνου και δεν τελεί υπό την αίρεση οποιουδήποτε υποκειμενικού κριτηρίου ή στοιχείου, όπως το πότε περιήλθε σε γνώση του φορολογούμενου ότι δικαιούται σε επιστροφή φόρου. Στην παρούσα περίπτωση ο Ενάγων μπορούσε να διεκδικήσει την επιστροφή φόρου εντός της περιόδου από 1.1.94 μέχρι 31.12.
- Η διεκδίκηση, όμως, έγινε από τον Ενάγοντα στις 8.9.08 με το Τεκμήριο Α, ήτοι 9 σχεδόν χρόνια μετά την λήξη της πιο πάνω προθεσμίας. Υπό το φως των πιο πάνω είναι η θέση της Εναγόμενης ότι η προδικαστική ένσταση ευσταθεί και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αγωγή με έξοδα εις βάρος του Ενάγοντα. Θα συμφωνήσω με την θέση που πρόβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης και θα προσθέσω ότι τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά από ότι ο Ενάγων τα παρουσίασε. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι ό,τι αυτός δικαιούται είναι την επιστροφή του ποσού που κατέβαλε ως προσωρινή φορολογία, ενώ στην πραγματικότητα ό,τι δικαιούτο να του επιστραφεί κατά την κρίση μου είναι το ποσό του φόρου που του επιβλήθηκε την 1.6.05 στην έκταση που αυτό υπερέβαινε το ορθό ποσό που υπό αυτού οφείλετο. Υπό το φως των πιο πάνω η θέση του Ενάγοντα ότι δικαιούται στην επιστροφή του ποσού που κατέβαλε ως προσωρινή φορολογία κρίνω πως είναι εσφαλμένη. Το ποσό των Λ.Κ.2.100,00 σεντ πληρώθηκε από τον Ενάγοντα υπό μορφή προσωρινής φορολογίας και ήταν μικρότερο από τον υπό αυτού οφειλόμενο φόρο για το έτος
- Σαφώς και έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την επιβολή της φορολογίας για το έτος
- Αν λαμβανόταν υπόψη έπρεπε ο Ενάγων να κληθεί να καταβάλει μικρότερο ποσό φόρου από το ποσό που εν τέλει κλήθηκε να πληρώσει και πλήρωσε. Το ποσό, όμως, αυτό δεν λήφθηκε υπόψη κατά την επιβολή φορολογίας για το έτος 1993 με αποτέλεσμα να μην αφαιρεθεί από την τελική επιβληθείσα σε αυτόν φορολογία. Υπό αυτές τις περιστάσεις ό,τι ο Ενάγων δικαιούτο ήταν την επιστροφή όχι της προσωρινής φορολογίας που κατέβαλε, αλλά του φόρου εκείνου που καταβλήθηκε από αυτόν καθ' υπερβολή του υπό αυτού ορθώς οφειλόμενου. Καθότι αυτό ήταν που συνέβη στο τέλος της ημέρας. Η καταβολή από τον Ενάγοντα φορολογίας καθ' υπερβολή του φόρου του υπό του Ενάγοντα ορθώς οφειλόμενου. Σε αυτό το στάδιο κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τα εδάφια
(1),
(2)και
(3)του άρθρου 35 του Νόμου:
(1)Εάν αποδειχθή κατά τρόπον ικανοποιούντα τον Διευθυντή ότι αναφορικώς προς φορολογικό τι έτος πρόσωπόν τι κατέβαλε φόρον διά παρακρατήσεως ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο υπερβαίνοντα το ποσόν του φόρου του ορθώς επ' αυτού επιβλητέου, το τοιούτον πρόσωπον δικαιούται όπως τω αποδοθή το ούτω καθ' υπερβολήν καταβληθέν ποσόν ομού μετά τόκου προς 9% ετησίως από της 1ης Ιανουαρίου του έτους το οποίον έπεται του φορολογικού έτους: ....................................................................................................................
(2)Όταν κάποιο πρόσωπο αποδείξει ότι αναφορικά με κάποιο φορολογικό έτος κατέβαλε εκ παραδρομής φόρο που υπερβαίνει το ποσό του φόρου που επιβλήθηκε καθώς και τόκο σ' αυτό το επιπρόσθετο ποσό φόρου, το πρόσωπο αυτό δικαιούται να του επιστραφεί το επιπρόσθετο ποσό φόρου και τόκου που κατέβαλε μαζί με τόκο μόνο πάνω στο ποσό φόρου που θα επιστραφεί προς 9% ετησίως από την ημερομηνία κατά την οποία καταβλήθηκε ο εν λόγω φόρος
(3)Πάσα δυνάμει του παρόντος άρθρου απαίτησις δι' επιστροφήν φόρου δέον όπως υποβάλλεται εντός εξ ετών από της λήξεως του φορολογικού έτους εις ο η απαίτησις αναφέρεται και εάν αύτη γενή αποδεκτή, ο Διευθυντής εκδίδει πιστοποιητικόν περί του επιστρεπτέου ποσού, άμα δε τη λήψει του πιστοποιητικού ο Γενικός Λογιστής διενεργεί επιστροφήν του φόρου συμφώνως των εν τω τοιούτω πιστοποιητικώ διαλαμβανομένων. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και αφ' ης στιγμής ο Ενάγων κατέβαλε φόρο υπερβαίνοντα το ποσό του φόρου του ορθώς επ' αυτού επιβλητέου κρίνω ότι η περίπτωση του Ενάγοντα εμπίπτει εντός του εδαφίου
(1)του άρθρου 35 του Νόμου. Και, επομένως, η απαίτηση του Ενάγοντα για επιστροφή του φόρου όφειλε να υποβληθεί εντός της προθεσμίας που τάσσει το εδάφιο
(3). Η προθεσμία αυτή παρήλθε, όμως, άπρακτη. Ο Νόμος τάσσει προθεσμία, μεγάλη, θα πρέπει να λεχθεί, ώστε να δίδεται ένα τέλος στις διεκδικήσεις για επιστροφή φόρου από τους πολίτες. Τα όσα, επομένως, υποστηρίχθηκαν από τον Ενάγοντα περί εμπιστεύματος και φυσικής δικαιοσύνης δεν μπορούν να βοηθήσουν τον Ενάγοντα. Ο Έφορος υποχρεούται να επιστρέψει φόρο ο οποίος πληρώθηκε καθ' υπερβολή του ορθώς οφειλόμενου νοουμένου ότι η διεκδίκηση γίνει εντός της προθεσμίας που τάσσει το εδάφιο
(3)του άρθρου 35 του Νόμου. Άπαξ και παρέλθει η πιο πάνω προθεσμία και ο φορολογούμενος δεν διεκδικήσει επιστροφή του φόρου ο Έφορος ουδεμία υποχρέωση έχει πλέον για επιστροφή φόρου καταβληθέντος καθ' υπερβολή του υπό του φορολογούμενου ορθώς οφειλόμενου. Αυτό είναι ό,τι συνάγεται με ευκρίνεια από το εδάφιο
(3)του άρθρου 35 του Νόμου. Επίσης, είναι άσχετο για τους σκοπούς του Νόμου το ότι ο Ενάγων δεν μπορούσε να ανακαλύψει το λάθος πριν την λήξη της πιο πάνω προθεσμίας. Σε αυτό συνέτεινε, θα πρέπει να λεχθεί, το ότι δεν είχε υποβάλει φορολογική δήλωση για το έτος 1993 έγκαιρα, αλλά αρκετά χρόνια αργότερα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η υπό συζήτηση ένσταση ευσταθεί. Την ίδια στιγμή η εξέταση της πρώτης προδικαστικής ένστασης καθώς και οποιωνδήποτε άλλων ζητημάτων ήγειρε ο Ενάγων κατά την αγόρευσή του καθίσταται αχρείαστη. Η αγωγή δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο