Αντρη Σωκράτους ν. Emenby Company Limited, Αρ. Αγωγής 1534/12, 5/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A26 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1534/12 Μεταξύ: Αντρη Σωκράτους, (το γένος Χριστοφόρου Θεοδοσίου), από τη Λεμεσό Ενάγουσα και Emenby Company Limited, από τη Λεμεσό Εναγόμενη (Αίτηση ημερ. 5/4/12 για προσωρινά διατάγματα) 5/7/2012 Για αιτήτρια: κα Σωκράτους για Α. Θεοφίλου Για καθ'ης η αίτηση: κ. Γ. Κωνσταντινίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το Κλητήριο Ειδικώς Οπισθογραφημένο η ενάγουσα ζητά εναντίον των εναγομένων τα εξής: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία αντιπαροχής 06/02/2005 τερματίσθηκε στις 20/03/2012 με υπαιτιότητα της εναγόμενης. Β. Απόφαση εναντίον της εναγόμενης για ποσό €175.416,40 προσυμφωνημένη αποζημίωση για την καθυστέρηση παράδοσης της κατοικίας με αρ. 2. Γ. Απόφαση εναντίον της εναγόμενης για ποσό €2.733.76 μηνιαίως από 20/03/2012 μέχρι παράδοσης των μεζονέτων της αντιπαροχής με αρ. 1, 3, 13 και 14 στην ενάγουσα. Δ. Απόφαση εναντίον της εναγόμενης για ποσό €198.198,00 αξία των 126 τ.μ που υπολείπονται από την έκταση των κατοικιών που συμφωνήθηκαν. Ε. Απόφαση εναντίον της εναγόμενης για ποσό €300.000,00 ζημιά από τη διαφορά των 126 τ.μ. στην έκταση των κατοικιών που συμφωνήθηκαν. ΣΤ. Απόφαση εναντίον της εναγόμενης για τα ποσά που η ενάγουσα θα αποδείξει ότι πλήρωσε για την αποπεράτωση, έγκριση και παράδοση των μεζονέτων και/ή για άλλους σκοπούς δηλαδή για μεταβίβαση της υποθήκης στο μερίδιο της εναγομένης και αποζημιώσεις για καθυστέρηση στην παράδοση των κατοικιών στους αγοραστές, ευθύνη για την υποθήκη επί του μεριδίου της, για αποπεράτωση της οδοποιϊας, πληρωμή κτηματικών φόρων, για επιδιόρθωση κακοτεχνιών στην κατοικία αρ. 2, για εξασφάλιση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης, αγορά υλικών οικοδομής καθώς και για καθυστερήσεις στην παράδοση των κατοικιών στους αγοραστές, με συμφωνηθέν τόκο 10%. Ζ. Απόφαση εναντίον της εναγόμενης για ποσό €42.270,00 που καταβλήθηκε από την εναγόμενη ως Φόρος Κεφαλαιουχικών Κερδών. Η. Διάταγμα διατάσσον την εναγόμενη και/ή τον διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού να διαγράψει από τα μητρώα επιβαρύνσεων του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού τις συμβάσεις πώλησης των μεζονέτων αρ. 6 και 12 (ΠΩΕ 770/2011 και ΠΩΕ 1457/2010 αντίστοιχα), σαν βάρη στο μερίδιο της ενάγουσας και περιορισμού τους σαν βάρη στο μερίδιο της εναγόμενης επί του κτήματος. Θ. Οποιανδήποτε περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο θα θεωρήσει ορθόν και δίκαιον να εκδώσει. Ι. Νόμιμο Τόκο. Κ. Εξοδα και ΦΠΑ επί των εξόδων. Με την παρούσα αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 5.4.12 επιζητείται από πλευράς της ενάγουσας η έκδοση προσωρινού διατάγματος «που θα απαγορεύει στην εναγόμενη να πωλήσει ή άλλως πως αποξενωθεί και/ή επιβαρύνει είτε το μερίδιο της επί του πιο πάνω Κτήματος αρ. εγγραφής 0/17968 είτε τις επ' αυτού κατοικίες περιλαμβανομένων και των κατοικιών 7, 8 και 9 που δεν έχουν πωληθεί ακόμα». Σημειώνεται ότι αρχικά επιζητήθηκε η έκδοση του πιο πάνω προσωρινού διατάγματος μονομερώς μαζί με άλλα διατάγματα, αλλά το Δικαστήριο έκρινε όπως η αίτηση επιδοθεί στην άλλη πλευρά προτού της επιληφθεί. Κατά την ακρόαση η αίτηση περιορίστηκε στην έκδοση μόνο του πιο πάνω διατάγματος, ενώ τα υπόλοιπα εγκαταλείφθηκαν. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.48, Θ. 1-9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στον Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο (Ν.81
(1)/2011), στις αρχές έκδοσης διαταγμάτων MAREVA και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του Κώστα Σωκράτους, συζύγου της ενάγουσας, ημερ. 5.4.
- Βασικά αναφέρει ότι η σύζυγος του αρχικά ήταν η ιδιοκτήτρια του όλου μεριδίου του ακινήτου υπ' αρ. εγγραφής 11140 στην Παρεκκλησιά, Επαρχίας Λεμεσού, εμβαδού εκ 3.345 τ.μ. (που στο εξής θα αναφέρεται ως «το ακίνητο»). Περί τις 21.9.11 μερίδιο εκ 80/223 του ακινήτου μετεβίβασε επ' ονόματι των εναγόμενων οπότε το πιστοποιητικό εγγραφής του ακινήτου άλλαξε αριθμό σε 0/17968 καθώς και το εμβαδόν του σε 3070 τ.μ. με απόφαση του Κτηματολογικού Λειτουργού. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας αντιπαροχής ημερ. 6.12.05 και άλλης τροποποιητικής της ημερομηνίας 13.12.05 (που στο εξής θα αναφέρονται ως «η συμφωνία αντιπαροχής») η ενάγουσα συμφώνησε σε ανταλλαγή του ακινήτου της αξίας τότε ₤200.000 με πέντε κατοικίες με αρ. 1, 2, 3, 13 και 14 συνολικού εμβαδού 30% της επιτρεπόμενης ανάπτυξης, από το συγκρότημα των κατοικιών που θα ανεγείροντο επί του ακινήτου, με την ονομασία «MELODY HOUSE». Στη βάση του αρχικού πιστοποιητικού εγγραφής του ακινήτου και του ποσοστού 30% που είχε συμφωνηθεί, οι πέντε κατοικίες θα είχαν εμβαδόν 746 τ.μ., ενώ όπως έχουν ανεγερθεί στην πραγματικότητα έχουν εμβαδόν μόνο 620 τ.μ. Από τη τιμή πώλησης των υπόλοιπων κατοικιών του συγκροτήματος διαφαίνεται ότι η ζημιά της ενάγουσας από τη διαφορά αυτή ανέρχεται σε €198.198,
- Ηταν ουσιώδης όρος της συμφωνίας αντιπαροχής ότι οι κατοικίες θα παραδίδοντο στην ενάγουσα μέχρι τις 15.11.
- Με την μη παράδοση τους εντός της πιο πάνω προθεσμίας η ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα να θεωρήσει την συμφωνία ως τερματισθείσα υπαιτιότητι της εναγόμενης. Η ενάγουσα μαζί με την εναγόμενη υπέγραψαν, ως πωλητές, τις συμφωνίες πώλησης των κατοικιών 4, 10 και 11 σε τρίτα πρόσωπα. Στους αγοραστές παραδόθηκαν μόνο οι κατοικίες 4 και 11 λόγω του ότι εκείνη με τον αρ.10 δεν είχε αποπερατωθεί. Για την κατοικία αυτή η ενάγουσα παραμένει εκτεθειμένη έναντι των αγοραστών στην υποχρέωση καταβολής €50,000 για αποπεράτωση της και στην πληρωμή αποζημιώσεων για την καθυστέρηση στην παράδοση της. Η ενάγουσα προς εξασφάλιση της χρηματοδότησης για αγορά της κατοικίας 4 ενέγραψε την Υποθήκη Υ6611/09 για €214.500.00, με ορατό το ενδεχόμενο να καταστεί η ίδια υπεύθυνη εξόφλησης του δανείου. Ηταν όρος επίσης της συμφωνίας αντιπαροχής ότι σε περίπτωση μη παράδοσης των συμφωνηθεισών κατοικιών μέσα στη πιο πάνω προθεσμία η εναγόμενη θα υποχρεούται στην καταβολή ₤400 μηνιαίως για κάθε κατοικία της αντιπαροχής. Το ποσό αυτό είναι αντιπροσωπευτικό των ζημιών της από την αδυναμία χρήσης των κατοικιών. Από τις κατοικίες παραδόθηκε στην ενάγουσα στις 15.11.11 μόνο εκείνη με αρ. 2 γι'αυτό και η ενάγουσα δικαιούται σε ₤102.666,16 ως αποζημιώσεις και επιπλέον άλλες αποζημιώσεις για τις κατοικίες που δεν είχαν παραδοθεί μέχρι τις 20.3.
- Οσον αφορά τη κατοικία 2 αυτή παρουσιάζει κακοτεχνίες για την αποκατάσταση των οποίων απαιτείται το ποσό των €8.000,
- Επιπλέον η ενάγουσα δικαιούται σε €10,000 για ολοκλήρωση της οδοποιϊας στο έργο και έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας για τις κατοικίες που ήταν ευθύνη της εναγόμενης δυνάμει της συμφωνίας αντιπαροχής. Επίσης κατέβαλε και/ή οφείλει να καταβάλει €42.270,00 ως Φόρο Κεφαλαιουχικών Κερδών που είναι υποχρέωση της εναγόμενης. Επισυνάφθησαν προς τούτο καταστάσεις του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων στην ένορκη δήλωση του. Σύμφωνα με τον Σωκράτους ο λόγος που η ενάγουσα ενέγραψε επί του ονόματος της εναγόμενης μερίδιο εκ 80/223 επί του ακινήτου ήταν για οικονομική υποβοήθηση της προς συμπλήρωση του έργου, χωρίς όμως η τελευταία να εκπληρώσει την αντίστοιχη υποχρέωση της να μεταφέρει δηλαδή όλες τις επιβαρύνσεις επί του ακινήτου στο δικό της μερίδιο. Επιπρόσθετα είναι η θέση του ότι η ενάγουσα αναγκάστηκε να πληρώσει σε προμηθευτές υλικών €7.090,00 ενώ θα πληρώσει το ποσό των €15.000,00 για εξασφάλιση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης για τις κατοικίες της αντιπαροχής. Με την επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 14.2.02 κάλεσε την ενάγουσα να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της και προχώρησε περαιτέρω σε τερματισμό της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας με την επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 22.3.
- Όπως του είχε δηλώσει και προφορικά ο Rodionov, δεν είναι διατεθειμένος να εκτελέσει οποιανδήποτε εργασία για συμπλήρωση του έργου εκτός και αν πωλήσει κάποια ή και τις τρεις κατοικίες που έμειναν απούλητες. Κάλεσε δε την ενάγουσα να παραλάβει τις κατοικίες που συμφωνήθηκαν στην κατάσταση που βρίσκοντο και να συμφωνήσουν στο θέμα της μειωμένης έκτασης του ακινήτου. Η συμφωνία αντιπαροχής κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λεμεσού για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στις 3.2.
- Η εναγόμενη έχει ήδη εισπράξει το 85% του τιμήματος πώλησης των κατοικιών με αρ. 4, 5, 6, 10 & 11 και παραμένει ανείσπρακτο ποσό εκ €125.000,00 καθώς και επιβαρύνσεις πέραν των €650.000,
- Καταλήγοντας αναφέρει ότι η εναγόμενη δεν κατέχει άλλη περιουσία και εισηγείται ότι σε περίπτωση πώλησης των κατοικιών 7, 8 & 9, υπάρχει ο κίνδυνος η εναγόμενη να μεταφέρει στο εξωτερικό τα χρήματα από την πώληση τους με ενδεχόμενο να μην ικανοποιηθούν οι αξιώσεις της ενάγουσας. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της εναγομένης - καθ'ης η αίτηση η οποία βασίζεται στη Δ.48, Θ.1, 4, 8 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στα άρθρα 4
(2)και 9
(1)και
(2)του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31
(1)/92, στη γενική πρακτική και εξουσία του Δικαστηρίου και στη σχετική νομολογία. Οι λόγοι ένστασης είναι οι εξής: "(α) Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και/ή η σχετική νομοθεσία και/ή νομολογία δεν πληρούνται και/ή δεν συνυπάρχουν και/ή δεν έχουν ικανοποιηθεί. (β) Η ενάγουσα δεν έχει καλή βάση στην ουσία της αγωγής εναντίον της εναγόμενης/καθ'ης η αίτηση και/ή η ενάγουσα δεν έχει καθόλου βάση αγωγής και/ή αιτία και/ή λόγο αγωγής (cause of action) εναντίον της εναγομένης/καθ'ης η αίτηση. (γ) Οι αιτούμενες θεραπείες στην υπό ένσταση αίτηση είναι οι ίδιες και/ή επιδιώκουν το ίδιο αποτέλεσμα με την αγωγή και/ή οι θεραπείες της παραγράφου ΣΤ της αίτησης επιφέρουν ουσιαστικά το ίδιο αποτέλεσμα με αυτό που θα επιφέρει η ενδεχόμενη ακύρωση της Συμφωνίας Αντιπαροχής, η οποία θα αποφασιστεί μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. (δ) Δεν θα είναι δίκαιον και θα είναι ζημιογόνο για την καθ'ης η αίτηση να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (ε) Δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. (στ) Το αιτούμενο διάταγμα ως αυτό αναφέρεται στην παράγραφο Στ της αίτησης αποβλέπει στον οικονομικό στραγγαλισμό της καθ'ης η αίτηση. (ζ) Δεν έχει τεθεί το κατάλληλο νομικό υπόβαθρο για την έκδοση του υπό ένσταση διατάγματος. (η) Δεν είναι επείγουσα η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή δεν εγείρονται στον κατάλληλο χρόνο. (ι) Τόσο η υπό ένσταση αίτηση όσο και τα αιτούμενα διατάγματα είναι καταχρηστικά. (ια) Η ουσιαστική επιδίωξη του ενάγοντα είναι να αποσπάσει από την καθ'ης η αίτηση ολόκληρο το έργο, το οποίο έχει ολοκληρωθεί. (ιβ) Η αιτήτρια χρησιμοποιεί το Δικαστήριο και/ή τη δραστικότητα των ενδιάμεσων διαταγμάτων για αλλότρια συμφέροντα και/ή για να υλοποιήσει σκοπούς που δεν εξυπηρετούν την ορθή απονομή δικαιοσύνης. (ιγ) Η καθ'ης η αίτηση ευρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο διαπραγματεύσεων για την πώληση των κατοικιών 7, 8 και 9 και η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα της προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά. (ιδ) Η καθ'ης η αίτηση μπορεί να ικανοποιηθεί με την προς όφελος της επιδίκαση αποζημιώσεων στην περίπτωση που της παρασχεθούν οι θεραπείες που αιτείται στην ουσία της αγωγής. (ιε) Με την αιτούμενη θεραπεία Στ η αιτήτρια επιδιώκει ουσιαστικά να εξασφαλίσει την εκτέλεση της ενδεχόμενης - αν και άκρως απομακρυσμένης - προς όφελος της έκδοση απόφασης, γεγονός το οποίο δεν προβλέπεται ή δικαιολογείται από το νόμο ή την πρακτική του Δικαστηρίου." Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Αλέξη Ροντιόνοβ, μοναδικού μετόχου της εναγομένης εταιρείας και της Λουντμίλα Μιχαήλ που προέβη σε μετάφραση εκείνης του Ροντιόνοβ, και οι δύο ημερ. 18.5.12. Στην ένορκη δήλωση του ο Ροντιόνοβ δίνει την εκδοχή της εναγομένης. Ότι δηλαδή η ενάγουσα προέβη σε τερματισμό της συμφωνίας αντιπαροχής με την επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 22.3.12, ενώ το έργο είχεν ήδη ουσιαστικά ολοκληρωθεί και παρά το γεγονός ότι καθ' όλη την διάρκεια του έργου η ενάγουσα και ο σύζυγος της επέβλεπαν και συμμετείχαν στην επίβλεψη των εργασιών εκτέλεσης του. Το έργον ολοκληρώθηκε στις 10.2.11 σύμφωνα με το πιστοποιητικό που εξέδωσε ο επιβλέπων αρχιτέκτονας και το οποίο επισύναψε στην ένορκη δήλωση του. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι κατά τη διάρκεια των εργασιών έγιναν επιπρόσθετα έργα στις κατοικίες που αναλογούσαν στην ενάγουσα, κατόπιν απαίτησης της ίδιας, όπως σοφίτες γεγονός που καθυστέρησε την παράδοση των κατοικιών. Σε απαίτηση της εναγομένης για καταβολή της αμοιβής της για τις έξτρα εργασίες, η ενάγουσα δεν επέδειξε καμία διάθεση πληρωμής του. Όπως και δεν έδειξε διάθεση συνδιαλλαγής με την εναγόμενη σε σχέση με την διαφορά που προέκυψε στην πορεία με την μείωση της έκτασης του ακινήτου από το Κτηματολόγιο από 3345 τ.μ. που είχε δηλώσει στη συμφωνία αντιπαροχής, σε 3045 τ.μ. Η διαφορά αυτή στο εμβαδόν του ακινήτου προκάλεσε επιπρόσθετη καθυστέρηση στην έναρξη των εργασιών ανέγερσης των κατοικιών με την αναγκαιότητα υποβολής νέων σχεδίων στις αρμόδιες αρχές. Με τα νέα δεδομένα δηλαδή της μείωσης της έκτασης του ακινήτου από το Κτηματολόγιο η κατοικία αρ. 15 δεν έχει ανεγερθεί προς ζημιά της εναγόμενης. Καθυστέρηση παρατηρήθηκε και στην έκδοση των αναγκαίων αδειών από τις αρμόδιες αρχές. Οσον αφορά τις συμφωνίες πώλησης των κατοικιών 4, 10 και 11 σε τρίτους η ενάγουσα έθεσε την υπογραφή της αυτοβούλως και άνευ όρων. Στην περίπτωση του έργου δεν τίθεται θέμα κακοτεχνιών και ούτε πληρωμής από μέρους της ενάγουσας υλικών οικοδομής ή άλλων ειδών. Σε σχέση με την ακριβή έκταση των κατοικιών που συμφωνήθηκαν να δοθούν στην ενάγουσα, αυτή ανέρχεται σε 623 τ.μ. στη βάση των αρχιτεκτονικών σχεδίων που επισυνάφθηκαν στη συμφωνία αντιπαροχής και όχι 746 τ.μ. που είναι αυθαίρετο συμπέρασμα της ενάγουσας. Αποδίδει τέλος τους ισχυρισμούς του Σωκράτους σε σχέση με την πώληση των κατοικιών 4, 10 και 11 και την φερόμενη ευθύνη της ενάγουσας για αποπεράτωση της κατοικίας 10 ή για αποζημιώσεις από την καθυστέρηση στην παράδοση της ή από την Υποθήκη Υ6611/09 σε απλές εικασίες και άσχετες με τα επίδικα θέματα. Εισηγείται ότι με την παρούσα αίτηση εκείνο που αποσκοπείται ουσιαστικά από την ενάγουσα είναι η απόσπαση από μέρους της και επιπρόσθετων κατοικιών απ' εκείνες που συμφωνήθηκαν. Καταλήγοντας αντιτείνει ότι η δέσμευση μη αποξένωσης των κατοικιών 7, 8 και 9 θα είναι καταστροφική για την εναγόμενη γιατί δεν θα μπορεί να εισπράξει τα χρήματα για εξόφληση των επιβαρύνσεων επί του ακινήτου προς εξασφάλιση των Τίτλων Ιδιοκτησίας απαραίτητων για μεταβίβαση των κατοικιών που πωλήθηκαν στους αγοραστές. Εν πάση περιπτώσει εκείνο που δικαιούται σε περίπτωση που επιτύχει στην Αγωγή της η ενάγουσα είναι μόνο αποζημιώσεις. Η εκδίκαση της παρούσας αίτησης περιορίστηκε στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση. Οι δικηγόροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με γραπτές αγορεύσεις. Ειδική αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνει κατωτέρω στο κατάλληλο στάδιο. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Αρθρο 32 του Ν. 14/60 το οποίο επικαλούνται οι διάδικοι τόσο στην αίτηση όσο και στην ένσταση και αυτό ουσιαστικά ανέπτυξαν οι συνήγοροι τους κατά τις αγορεύσεις τους. Το εν λόγω άρθρο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο 32 έχουν συνοψιστεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris (Estates) & Others
(1982)1 A.A.Δ 557 στη σελίδα 568 που είναι τα εξής:
- Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη,
- να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, και,
- να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Τελικά, δεν εκδίδεται διάταγμα βάσει του άρθρου 32 αν αυτό είναι δίκαιο και πρόσφορο. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση εξετάζεται υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Παναγίδη ν. Παναγίδη
(2001)1(Α) Α.Α.Δ 397, αναφέρθηκε ότι πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στους ενάγοντες των θεραπειών που δικαιούνται σύμφωνα με το Νόμο. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης ή στην εξαγωγή συμπερασμάτων. (Βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd.
(1998)1 Α.Α.Δ 1653, P.A Micrologic Consultants Ltd. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ 1802 και Κιτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ 253). Εξέταση των θέσεων και εισηγήσεων που προβάλλονται από τους αιτητές θα ισοδυναμούσε με εξέταση και διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη των ουσιαστικών δικαιωμάτων, ενώ αυτό που χρειάζεται είναι σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τους. Στη νομική βάση της αίτησης περιλαμβάνεται και το άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον εναγόμενο να μην αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του, όση κατά τη γνώμη του θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα και τα έξοδα της Αγωγής. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα στη βάση του άρθρου 5
(1)εκτίθενται στο εδάφιο
(2)του άρθρου και είναι τα εξής:
(1)Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής.
(2)Με την πώληση και/ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανό ο ενάγοντας να εμποδισθεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα εκδοθεί υπέρ του. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Αρθρου 32 του Νόμου 14/
- Οσον αφορά το βάσιμο της Αγωγής του άρθρου 5 του Κεφ. 6 έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 δηλαδή, είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης. Οσον αφορά το δεύτερο κριτήριο στη βάση του άρθρου 5 του Κεφ. 6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
- Από το λεκτικό του άρθρου 5 του Κεφ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που επιζητείται η δέσμευση της δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με το ύψος της απαίτησης και τα έξοδα. Θα πρέπει ο ενάγοντας να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία σε σχέση με την περιγραφή του ακινήτου του οποίου ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος των αξιώσεων του στην αγωγή. Θα πρέπει επιπρόσθετα να προσφέρει μαρτυρία σε σχέση με την οικονομική κατάσταση του εναγόμενου και το ενδεχόμενο ύπαρξης άλλης περιουσίας του από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπερ του. H αίτηση βασίζεται επίσης στο άρθρο 4 του Κεφ.
- Αυτό εφαρμόζεται στην περίπτωση που αποσκοπείται η δέσμευση του αντικειμένου της Αγωγής. Σε τέτοια περίπτωση οι πρόνοιες του άρθρου 4 εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου
- (βλ. Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R 231). Σημειώνεται ότι στην παρούσα υπόθεση το μερίδιο των εναγομένων επί του ακινήτου του οποίου σκοπείται η δέσμευση, δεν συνιστά το αντικείμενο της Αγωγής. Ούτε επίσης και οι επ'αυτού ανεγερθείσες κατοικίες. Συνεπώς το άρθρο 4 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Το πραγματικό υπόβαθρο της παρούσας αίτησης εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση και τα επισυναπτόμενα σε αυτές έγγραφα, χωρίς να αιτηθεί αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων σύμφωνα με τη Δ.39 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης το Δικαστήριο για να αποφασίσει έχει υποχρέωση να εξετάσει τη ποιότητα ή ισχυρότητα της μαρτυρίας της ενάγουσας και το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η μαρτυρία δεν είναι υψηλό. Χωρίς να θεωρηθεί ότι προβαίνω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση ή σε εξαγωγή συμπερασμάτων, εκτιμώ ότι με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη. Η συμφωνία αντιπαροχής και η καθυστέρηση στην παράδοση των κατοικιών που συμφωνήθηκαν στην ενάγουσα που είχε ως αποτέλεσμα τον από μέρους της ενάγουσας τερματισμό της συμφωνίας, δεν αμφισβητείται. Εκείνο που αμφισβητείται είναι το δικαιολογημένο της καθυστέρησης και αν η καθυστέρηση ενέπιπτε στις περιπτώσεις οι οποίες έδιναν δικαίωμα στην ενάγουσα να θεωρήσει τη συμφωνία ότι έχει παραβιασθεί από μέρους της εναγόμενης. Το κατά πόσο ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν νόμιμος ή όχι δεν είναι θέμα που μπορεί να ελεγχθεί ή να εξεταστεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Καθίσταται όμως σαφές ότι η βάση των αξιώσεων της ενάγουσας είναι ο τερματισμός της συμφωνίας. Οπότε δεν φαίνεται να δικαιολογούνται οι αξιώσεις της για παράδοση των συμφωνηθεισών κατοικιών, ή πληρωμή αποζημιώσεων για την καθυστέρηση στην παράδοση τους ή άλλων εξόδων αναγκαίων για την αποπεράτωση τους ή την εξασφάλιση τίτλων ιδιοκτησίας ή άλλων πιστοποιητικών από τις αρμόδιες αρχές, ενέργειες που αναφέρονται σε εκτέλεση της συμφωνίας. Οι θεραπείες που δικαιούται περιορίζονται μόνο σε αποζημιώσεις για τη ζημιά που κατ΄ ισχυρισμό υπέστη ως αποτέλεσμα της παράβασης της συμφωνίας αντιπαροχής. Το δικαίωμα αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης πηγάζει από το άρθρο 73
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 και είναι το εξής: «73
(1)Εν περιπτώσει παραβάσεως της συμβάσεως, ο εκ των συμβαλλομένων ζημιούμενος εκ της τοιαύτης παραβάσεως δικαιούται αποζημιώσεως, παρά του υπαιτίου αντισυμβαλλομένου, διά πάσαν, συνεπεία ταύτης, επενεχθείσαν αυτώ απώλειαν ή ζημίαν, φυσικώς κατά την συνήθη πορείαν των πραγμάτων προκύψασαν εκ της παραβάσεως, ή την οποίαν οι συμβαλόμενοι, ότε συνήπτετο η σύμβασις, εγνώριζαν ως ενδεχομένην συνέπειαν της παραβάσεως της συμβάσεως. Ουδεμία αποζημίωσις θέλει καταβληθεί δι' απομεμακρυσμένην και έμμεσον απώλειαν ή ζημίαν επενεχθείσαν συνεπεία παραβάσεως της συμβάσεως». Η γενική αρχή η οποία διέπει τον καθορισμό των ζημιών είναι εκείνη της αποζημίωσης, δηλαδή το αθώο μέρος πρέπει να τεθεί, σε όποιο βαθμό αυτό μπορεί να επιτευχθεί με το χρήμα, στην ίδια θέση στην οποία θα ήταν αν η σύμβαση να είχε εκτελεστεί. Αυτό επιτυγχάνεται συνήθως με την επιδίκαση αποζημιώσεων οι οποίες ήταν λογικά προβλεπτές κατά το χρόνο της σύναψης της συμφωνίας και είναι πιθανό να προκύψουν από τη διάρρηξη της (βλ. George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes Ltd κ.α.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ 199). Εξετάζοντας το ύψος των αποζημιώσεων διαφαίνεται από την ένορκη δήλωση του Σωκράτους μια σύγχυση σε σχέση με τις θεραπείες που δικαιούται και απαιτά η ενάγουσα, μετά τον από μέρους της τερματισμό της συμφωνίας. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό και στη βάση των δεδομένων που παρουσιάζονται με την Εκθεση Απαίτησης και την ένορκη δήλωση του Σωκράτους, που κρίνω ότι δεν δίνουν μια σαφή εικόνα, δεν είναι σε θέση από μόνο του να προβεί σε εικασίες ή σε διαχωρισμό των απαιτήσεων δηλαδή σε εκείνες που δικαιούται προς εκτέλεση της συμφωνίας και στις άλλες που βασίζονται στον τερματισμό της. Η θέση της ενάγουσας κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης παρέμεινε η ίδια με εκείνη της έκθεσης απαίτησης, η απαίτηση δηλαδή όλων των θεραπειών, και όχι διαζευκτικά. Δεν είναι το κατάλληλο στάδιο να αποφασιστεί κατά πόσο η ενάγουσα δικαιούται στο κάθε κονδύλι που κατ' ισχυρισμό συνιστά τη ζημιά της ως αποτέλεσμα του τερματισμού της συμφωνίας, αλλά σίγουρα αναμένετο τουλάχιστο να δώσει μια καθαρή εικόνα ως προς το είδος των αποζημιώσεων που δικαιούται και πού βασίζονται. Εκτός από την αδυναμία της αυτή οι πλείστες αξιώσεις της περί αποζημιώσεων χαρακτηρίζονται είτε από αοριστολογία και γενικότητες ή παράθεση διαζευκτικών γεγονότων ή δεν στηρίζονται στους όρους της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ή νομολογία. Όπως στα εξής: H απαίτηση της για πληρωμή Φόρου τυχόν Κεφαλαιουχικών Κερδών, όπου 30% θα βαρύνει την ενάγουσα και 70% την εναγόμενη, είναι ότι κατέβαλε το ποσό των €42.270,00 που αναλογούσε στην εναγόμενη και/ή οφείλει να το καταβάλει με τόκο 10%. Είναι γνωστή η αρχή ότι ένορκη δήλωση που συνιστά μαρτυρία δεν πρέπει να περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα (βλ. Αντρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1(Α) Α.Α.Δ 977). Για τις απαιτήσεις της περί καταβολής χρημάτων για λήψη πιστοποιητικού τελικής έγκρισης, τίτλων ιδιοκτησίας, εξάλειψη υποθήκης, αποπεράτωση των κατοικιών, οδοποιϊας κ.α. δεν έδωσε αναλυτικά στοιχεία για τη ζημιά της αυτή ή να παρουσιάσει εκτίμηση των εργασιών για αποπεράτωση τους. Eπιπρόσθετα δεν έχει προσκομιστεί καμιά μαρτυρία ή εκτίμηση της αξίας των κατοικιών που αφορούν στην αντιπαροχή κατά την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας ή της ανάπτυξης που προέβη η εναγόμενη εντός του ακινήτου της. Η ενάγουσα συνεπεία της από μέρους της εναγόμενης παραβίασης της μεταξύ τους συμφωνίας δικαιούται σε αποζημιώσεις, το ύψος των οποίων όμως παραμένει αδιευκρίνιστο. Συνεπώς κρίνω ότι πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και νομολογία εκείνο που δικαιούται η ενάγουσα σε περίπτωση που επιτύχει στην Αγωγή της είναι αποζημιώσεις για κατοχύρωση των δικαιωμάτων της το ύψος των οποίων δεν έχει καθοριστεί με σαφή και θετική μαρτυρία. Το στοιχείο αυτό ενέχει τη σημασία του και κατά την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 που αντιστοιχεί με τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.
- Σημειώνεται ότι στη βάση του άρθρου 5 θα πρέπει η περιουσία της οποίας ζητείται η δέσμευση να είναι ανάλογη με την αξίωση. Με τα στοιχεία που έχει θέσει η ενάγουσα ενώπιον του Δικαστηρίου όπου οι πλείστες και μεγαλύτερες αξιώσεις της έχουν ως βάση μια έγκυρη και ισχυρή συμφωνία που εξακολουθεί να ισχύει ενώ η ίδια έχει προβεί σε τερματισμό της, χωρίς να παράσχει κανένα στοιχείο που να διαχωρίζει τη ζημιά της σε εκείνη που προέρχεται από τον τερματισμό της συμφωνίας και σε εκείνη προς εκτέλεση της συμφωνίας σε συνάρτηση με τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσει η εναγόμενη σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος, κρίνω ότι δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και του άρθρου 5 του Κεφ.
- Επιπρόσθετα στην απουσία του ακριβούς ύψους των αποζημιώσεων που δικαιούται είναι αδύνατο για το Δικαστήριο η σύγκριση τους με την αξία της περιουσίας που ζητείται η δέσμευση. Τα όσα αναφέρει ο Σωκράτους στην ένορκη δήλωση του ότι σε περίπτωση πώλησης των κατοικιών 7, 8 και 9 υπάρχει ο κίνδυνος να μεταφέρει η εναγόμενη το προϊόν πώλησης τους στο εξωτερικό, αναφέρονται σε ένα ενδεχόμενο χωρίς τη παράθεση έστω και ενός στοιχείου ικανού στο να καταδείξει την πρόθεση της αυτή έχοντας κατά νου όλα τα γεγονότα της υπόθεσης. (βλ. Κ. Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2008)1(B) Α.Α.Δ 789). Oλες οι σχετικές αναφορές του χαρακτηρίζονται από αοριστία. Από την άλλη είναι η θέση του Rodionov ότι το προϊόν πώλησης θα χρησιμοποιηθεί για εξόφληση των υποθηκών που βαρύνουν το μερίδιο της εναγόμενης επί του ακινήτου. Χαρακτηρίζει επιπρόσθετα καταστροφική την έκδοση του διατάγματος για την εναγόμενη για τους λόγους που εξηγεί. Και στην περίπτωση ακόμα που ικανοποιείτο και η τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο σταθμίζοντας κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο η έκδοση του διατάγματος θα αποφάσιζε σε βάρος της ενάγουσας. Με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τις ένορκες δηλώσεις και το γεγονός ότι η ανέγερση του έργου είναι στο τελικό στάδιο, καθώς και ότι η πώληση των κατοικιών σε τρίτους έγινε ομού μετά της ενάγουσας όπου η μη συμμόρφωση της εναγόμενης στους όρους της συμφωνίας με τους αγοραστές θα έχει επιπτώσεις και για την ενάγουσα, η έκδοση τέτοιου διατάγματος δεν είναι δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Γιατί η εναγόμενη αναμένει με την πώληση των κατοικιών 7, 8 και 9 να ολοκληρώσει την κατασκευή του έργου και να προβεί σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για τη μεταβίβαση των κατοικιών ώστε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της έναντι των τρίτων που προέβησαν σε αγορά τους που είναι και προς όφελος της ίδιας της ενάγουσας. Σημειώνεται ότι η ενάγουσα που έχει το βάρος απόδειξης των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν το έχει αποσείσει με την παρουσίαση αντικρουστικής μαρτυρίας ή αντεξέτασης του Rodionov (βλ. Delego Estates Ltd .κ.α. ν. Φιλίππου κ.α.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ 1217). Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης - καθ'ης η αίτηση και σε βάρος της ενάγουσας-αιτήτριας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της Αγωγής και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ Πρωτοκολλητής Πιστον Αντίγραφο Subject: Civil/Interim Αναφορά: αίτηση για προσωρινά διατάγματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο