- Mαρίας Ανδρέα Ιωαννίδη και Ανδρέα Σταύρου Γεωργίου ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Νικόλα Ιωαννίδη κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής 5764/11, 30/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A43 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5764/11 Μεταξύ: Mαρίας Ανδρέα Ιωαννίδη και Ανδρέα Σταύρου Γεωργίου ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Νικόλα Ιωαννίδη, εκ Λεμεσού Μαρίας Ανδρέα Ιωαννίδη, εκ Λεμεσού Νικόλα Ιωαννίδη, εκ Λεμεσού και προσωρινά στην Αγγλία Κυριακής Ιωαννίδου, εκ Λεμεσού και προσωρινά στην Αγγλία Χριστόφορου Ιωαννίδη, ανήλικου δια της μητέρας του και φυσικής κηδεμόνα του Μαρίας Ιωαννίδη, εκ Λεμεσού Εναγόντων και
- Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα
- Δημήτρη Χριστόφια, εκ Λευκωσίας
- Κώστα Παπακώστα, εκ Λευκωσίας
- Μάρκου Κυπριανού, εκ Λευκωσίας Εναγομένων --------------------------------- Aίτηση εναγομένου 2 για παραμερισμό κλητηρίου εντάλματος/ διαγραφή διαδίκου ημερ. 19.12.2011 30 Ioυλίου 2012 Για τον εναγόμενο 2-αιτητή: κα Στ. Χούρη Για τους ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση: κ. Δ. Αραούζος με κ. Α. Αντωνίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Τα τραγικά γεγονότα που συγκλόνισαν το Παγκύπριο στις 11.7.2011, εξ αιτίας της έκρηξης που προκλήθηκε στην Ναυτική Βάση «Ευάγγελος Φλωράκης» στο Μαρί και από την οποία 13 πρόσωπα έχασαν την ζωή τους, ανάμεσα στους οποίους και ο πλοίαρχος Ανδρέας Νικόλας Ιωαννίδης, ενώ άλλα τραυματίστηκαν, οδήγησαν στην καταχώριση της παρούσας αγωγής. Ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος και οι κληρονόμοι του, αξιώνουν εναντίον των εναγομένων γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για το θάνατο του, ο οποίος προκλήθηκε από την έκρηξη. Η αγωγή στρέφεται εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, εναντίον του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Δημήτρη Χριστόφια και των Κώστα Παπακώστα και Μάρκου Κυπριανού, πρώην υπουργών Άμυνας και Εξωτερικών αντιστοίχως. Στις 12.12.2011 καταχωρίζεται εμφάνιση υπό όρους εκ μέρους του εναγομένου 2 μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Ακολουθεί η υπό κρίση αίτηση με την οποία επιδιώκεται η διαγραφή του Προέδρου από διάδικος και παραμερισμός της αγωγής και της επίδοσης της: δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγόμενου 2 και/ή επειδή, ο Δημήτρης Χριστόφιας ως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενάγεται λανθασμένα και/ή αντινομικά και/ή κατά παράβαση ρητών διατάξεων του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αίτηση βασίζεται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα 45(1-6), 179, 188 στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.16 θ.9, Δ.2, θ.1, 3, Δ.5 θ.1, 2, 3, Δ.9 θ.5, 10, Δ.27 θ.1-3, Δ.64, θ.1, 2, Δ.48, θ.1, 2, 3, 9 στα άρθρα 21, 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο άρθρο 4 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Οι ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση η οποία βασίζεται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Άρθρα 1Α, 7, 30, 33, 35, 45.1-45.6 179, 181, 185 και 188, στην Συνθήκη Εγκαθίδρυσης άρθρο 1, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.16 θ.9, Δ.27 θθ.1-3, Δ.39, θ.6, Δ.48 θθ.1-9, Δ.64, θθ. 1-2, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν. 14/1960, άρθρα 21
(1)(β), 21
(4)και 57, στα Άρθρα 2, 6, 8, 13 και 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Με την ένσταση προβάλλονται οι πιο κάτω λόγοι: "i. Η Αίτηση εκτός από το ότι είναι πρόωρη, εφόσον δεν έχουν καταλλήλως αποκρυσταλλωθεί τα επίδικα θέματα, δεν συνοδεύεται από έγκυρη Ένορκη Δήλωση καθότι δεν συνάδει με την Δ.39 Θ. 6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως εκ τούτου όλη η Αίτηση είναι θνησιγενής και/η δεν θεραπεύεται. ii. Ο ισχυρισμός και μόνο της Έλενας Νεοφύτου, που είναι απλώς μια Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός στην Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας και που μάλιστα δεν δηλώνει αν έλαβε ποτέ οδηγίες από τον Εναγόμενο 2 ή τον συνάντησε για να της δώσει εκείνες τις πληροφορίες που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν τον βασικό ισχυρισμό της, ότι δηλαδή ο Εναγόμενος 2 δεν έχει σχέση με τα επίδικα θέματα ή ότι όλες οι ενέργειες του έγιναν στα πλαίσια του «λειτουργήματος» του, είναι άκρως ελλειμματική και υπολείπεται των στοιχειωδών λεπτομερειών που θα απαιτούνταν για να τον στηρίξει και ως τέτοια δεν θεμελιώνει το αίτημα. iii. Το κατά πόσο ή όχι υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει του Άρθρου 172 του Συντάγματος για τις πράξεις ή παραλείψεις του Εναγόμενου 2 και/ή άλλων υπηρετών της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ' επίκληση άσκησης των καθηκόντων τους είναι αδιάφορο ως προς το κατά πόσο παράλληλα μ' αυτό υφίσταται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα κατά του Εναγόμενου 2 προσωπικά είτε με βάση το Άρθρο 4
(2)του Περί Αστικών Αδικημάτων, Κεφ. 148 είτε στην βάση άλλων αγώγιμων δικαιωμάτων που προκύπτουν από το Σύνταγμα ή άλλως πώς. iv. Ενώ η Κυπριακή Δημοκρατία είναι δυνατό σύμφωνα με το Άρθρο 172 να βρεθεί υπεύθυνη για ζημιογόνες πράξεις και παραλείψεις των υπαλλήλων ή αρχών της, περιλαμβανομένου του Εναγόμενου 2, ακόμη και όταν αυτές ήταν καθ' υπέρβαση (ultra vires) των καθηκόντων ή του λειτουργήματος τους, η απόλυτη ασυλία που ο Εναγόμενος 2 θα μπορούσε δυνητικά να απολαμβάνει με βάση το Άρθρο 45.6 του Συντάγματος εφαρμόζεται μόνο για πράξεις ή παραλείψεις που τελέστηκαν εντός (intra vires) εντός του λειτουργήματος του. v. Με δεδομένο ότι η υπόθεση των Εναγόντων εναντίον του Εναγόμενου 2 προωθείται στη βάση ότι οι πράξεις και παραλείψεις του Εναγόμενου 2, που μαζί με τις πράξεις και/ή παραλείψεις των υπολοίπων Εναγομένων και/ή άλλων τρίτων προσώπων προκάλεσαν τον θάνατο του Πλοίαρχου Ανδρέα Ιωαννίδη, βρίσκονταν εκτός του λειτουργήματος του ως Προέδρου της Δημοκρατίας όπως καθορίζεται στο Σύνταγμα, ο Εναγόμενος 2 δεν μπορεί να επικαλείται την απόλυτη ασυλία που δημιουργεί το Άρθρο 45.6 του Συντάγματος. vi. Η καλύτερη για τον Εναγόμενο 2 περίπτωση είναι ότι το κατά πόσο ο Εναγόμενος 2 ενεργούσε εντός των πλαισίων του λειτουργήματος του που προδιαγράφεται από το Σύνταγμα είναι ένα μεικτό νομικό και πραγματικό ζήτημα που μόνο στα πλαίσια της εκδίκασης της Αγωγής μπορεί ν' αποφασιστεί μετά από ακρόαση και αφού το Δικαστήριο ακούσει μαρτυρία. Η διαδικασία της Αίτησης δεν προσφέρεται για επίλυση του ζητήματος αυτού και το Δικαστήριο δεν μπορεί χωρίς να διαγνώσει μετά από ακρόαση αν όντως ο Εναγόμενος 2 ενεργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο εντός του λειτουργήματος του και να παραμερίσει την Αγωγή. vii. Εν πάση περιπτώσει, η απόλυτη ασυλία που δημιουργεί το Άρθρο 45.6 του Συντάγματος για πράξεις του Εναγόμενου 2 δεν επεκτείνεται σε και δεν μπορεί να καλύπτει αγώγιμες πράξεις ή παραλείψεις (είτε αυτές έγιναν ή εκδηλώθηκαν εντός ή εκτός του λειτουργήματος του όπως καθορίζεται από το Σύνταγμα) που είναι αντίθετες προς το Άρθρο 7 του Μέρους ΙΙ - Περί Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών- του Συντάγματος και το Άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όταν μάλιστα αυτές οι πράξεις και παραλείψεις συνιστούν κατά τους Ενάγοντες και σοβαρά ποινικά αδικήματα, όπως δηλαδή αυτό της ανθρωποκτονίας λόγω της βαριάς αμέλειας του Εναγόμενου 2 ή της πρόκλησης θανάτου λόγω επικίνδυνης πράξης ή παράλειψης. viii. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων άπαντες οφείλουν να σέβονται τα Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος και οποιαδήποτε ερμηνεία του Άρθρου 45.6 του Συντάγματος κατά τρόπο που θα παρείχε στον Εναγόμενο 2 την ευχέρεια ν' αποφύγει τις υποχρεώσεις του από παραβιάσεις τέτοιων Δικαιωμάτων και Ελευθεριών είναι εσφαλμένη και υπερφαλαγγίζει τα Άρθρα 28 και 35 του Συντάγματος και/η το Άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. ix. Η δε ερμηνεία και επίκληση από τον Εναγόμενο 2 της ασυλίας του Άρθρου 45.6 του Συντάγματος, προσκρούει και στο Άρθρο 33 του Συντάγματος. x. Επιπρόσθετα η απόλυτη ασυλία που δημιουργεί το Άρθρο 45.6 του Συντάγματος, όπως το ερμηνεύει ο Εναγόμενος 2, για οποιεσδήποτε πράξεις ή παραλείψεις του συγκρούονται κατά τρόπο απόλυτο και/η δυσανάλογο και απεριόριστο προς το Άρθρο 30 του Συντάγματος και/ή τα Άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το Άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου το Άρθρο 45.6 δεν μπορεί να παρέχει στον Εναγόμενο 2 την επικαλούμενη προστασία στα γεγονότα της υπόθεσης. xi. Ο Εναγόμενος 2 έχει παραιτηθεί οικιοθελώς από το οποιοδήποτε δικαίωμα του να επικαλείται τις πρόνοιες του Άρθρου 45.6 του Συντάγματος και ως εκ τούτου δεν δύναται να το επικαλείται.» Για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις και παρέθεσαν αριθμό αυθεντιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά και αλλοδαπών αποφάσεων, Αμερικανικών και Ινδικών Δικαστηρίων. Επικεντρώθηκαν κατά κύριο λόγο στις πρόνοιες του άρθρου 45.6 του Συντάγματος, το οποίο απετέλεσε ουσιαστικά το πεδίο της διαφοράς. Ήταν άλλωστε φυσικό: με την αγωγή τους οι ενάγοντες επιδιώκουν, ανάμεσα σ' άλλα, την έκδοση αναγνωριστικής δήλωσης του Δικαστηρίου, ότι το άρθρο 45.6 του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται στην εδώ περίπτωση, εφόσον όπως ισχυρίζονται οι αποδιδόμενες στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας αμελείς πράξεις που προκάλεσαν το θάνατο του Ανδρέα Ιωαννίδη, τελέστηκαν καθ' υπέρβαση και/ή εκτός των εξουσιών του και/ή του εξουσιοδοτημένου από το Σύνταγμα λειτουργήματος του. Επιχειρηματολογία που επεκτείνεται και συναρτάται με το Μέρος II του Συντάγματος. Περί Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών και το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όταν μάλιστα, συμπληρώνουν οι καθ' ων οι αίτηση, οι πράξεις ή παραλείψεις του εναγομένου 2, είτε αυτές έγιναν ή εκδηλώθηκαν εντός του λειτουργήματος του, είναι αντίθετες προς το άρθρο 7 του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος και συνιστούν και σοβαρά ποινικά αδικήματα λόγω της βαρείας αμέλειας του εναγομένου 2 ή της πρόκλησης θανάτου λόγω επικίνδυνης πράξης ή παράλειψης. Η απόλυτη ασυλία που δημιουργεί το άρθρο 45.6 του Συντάγματος συνεχίζουν τη συλλογιστική τους οι καθ' ων η αίτηση, όπως το ερμηνεύει ο εναγόμενος 2, ότι καλύπτει όλες τις πράξεις ή παραλείψεις του Προέδρου, συγκρούονται κατά τρόπο απόλυτο και/ή δυσανάλογο και απεριόριστο προς το άρθρο 30 του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, άρθρα 6 και 13, και δεν μπορεί να παρέχει στον εναγόμενο 2 την προστασία που επικαλείται στα γεγονότα της υπόθεσης Σε αντίθετη βέβαια φορά κινείται η εισήγηση της δικηγόρου της Δημοκρατίας, η οποία καλεί το Δικαστήριο να εφαρμόσει τις ρητές, σαφείς και ξεκάθαρες πρόνοιες του άρθρου 45.6, το οποίο παρέχει κατά την εισήγηση της, απόλυτη ασυλία στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για αστική ευθύνη, χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση ή πρόνοια για άρση της, σε αντίθεση με τις πρόνοιες των §§ 1 - 5 του ιδίου άρθρου που αφορά στην ποινική ασυλία του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αποτελεί κοινό έδαφος και το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση, ότι για όλους τους ουσιώδεις για την παρούσα αγωγή χρόνο, ο Δημήτρης Χριστόφιας, εναγόμενος 2, ήταν και εξακολουθεί να είναι μέχρι και σήμερα Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Στη βάση της ιδιότητας του η ευπαίδευτη συνήγορος κτίζει την όλη επιχειρηματολογία της για να υποστηρίξει, ότι οι όποιες «επίδικες» αποφάσεις και/ή ενέργειες του εναγομένου 2, έγιναν κατά την εκτέλεση του λειτουργήματος του ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Ουσιαστικά η ευπαίδευτη δικηγόρος της Δημοκρατίας καλεί το Δικαστήριο να εφαρμόσει τις ρητές, σαφείς και ξεκάθαρες πρόνοιες του άρθρου 45.6 του Συντάγματος σύμφωνα με τις οποίες ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να εναχθεί για οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη «κατά την εκτέλεση του λειτουργήματος του», φράση που κατά την εισήγηση της, περιλαμβάνει όλες τις πράξεις ή παραλείψεις του Προέδρου της Δημοκρατίας καθ' όλη τη διάρκεια που κατέχει το αξίωμα του Προέδρου χωρίς διάκριση: το Σύνταγμα δεν προνοεί ή εισάγει επιφύλαξη αν οι πράξεις ή παραλείψεις εμπίπτουν ή όχι στις αρμοδιότητες ή εξουσίες που του παρέχονται από το Σύνταγμα. Από τη στιγμή που οι ενέργειες ή παραλείψεις του εναγομένου 2, εισηγούνται οι αιτητές, έγιναν ή παραλείφθηκαν αναλόγως, από τον εναγόμενο 2 ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας και κατά την άσκηση του λειτουργήματος του, η αίτηση θα πρέπει να έχει ευνοϊκή κατάληξη. Το άρθρο 45 του Συντάγματος προνοεί στις §§ 1 - 5 σχετικά με την ποινική δίωξη του Προέδρου της Δημοκρατίας σε αντιδιαστολή με την αστική ευθύνη της § 6: «Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δεν δύναται να εναχθή δι' οιανδήποτε πράξιν ή παράλειψιν αυτού εν τη εκτελέσει του λειτουργήματος του. ουδέν όμως των εν τη παρούση παραγράφω οριζομένων δύναται να ερμηνευθή ως αποστερούν καθ' οιονδήποτε τρόπον οιονδήποτε πρόσωπον του δικαιώματος εναγωγής της Δημοκρατίας, ως ο νόμος προβλέπει.» Προτού απαντηθεί το άμεσα επίδικο ζήτημα το Δικαστήριο θα πρέπει κατά πρώτον να εξετάσει την δικαιοδοτική - δικονομική βάση που υποστηρίζει το αίτημα ώστε να νομιμοποιείται να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, διαφορετικά η περαιτέρω ενασχόληση και ανάλυση εξαντλείται σε ακαδημαϊκή άσκηση. Υποστηρίχθηκε από την ευπαίδευτη δικηγόρο της Δημοκρατίας, ότι ο υπέρτατος Νόμος του κράτους, το Σύνταγμα, ο οποίος υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου Νόμου, και συγκεκριμένα το ίδιο το άρθρο 45.6, παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να διαγράψει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας από διάδικο και να παραμερίσει το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο εναντίον του, εφόσον η συνένωση του ως εναγομένου είτε υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου της Δημοκρατίας, είτε υπό την προσωπική του ιδιότητα, όπως θέλουν οι ενάγοντες, προσκρούει στο γράμμα της ίδιας της Συνταγματικής πρόνοιας. Στρέφεται η ευπαίδευτη συνήγορος στο επικουρικό έρεισμα της Δ.9 θ.5 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία παρέχει, είναι η εισήγηση της, στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει τέτοια διαταγή όπως ήθελε θεωρήσει δίκαια, ώστε να εμποδίσει οποιοδήποτε διάδικο από του να περιέλθει σε αμηχανία ή δύσκολη θέση ή να υποβληθεί σε έξοδα για να παρίσταται σε μια διαδικασία που δεν τον αφορά. Ή ακόμη στην Δ.9, θ.10, όπου το ίδιο το Δικαστήριο έχει την εξουσία να κινηθεί αυτεπαγγέλτως για να διατάξει, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, τη διαγραφή του ονόματος οποιουδήποτε διαδίκου, αν κρίνει ότι αυτός έχει αντικανονικά συνενωθεί. Σχολιάζοντας τη Δ.27, θ.θ. 1 - 3, πάνω στην οποία επίσης βασίζεται η αίτηση, η κα Χούρη δέχθηκε ότι δεν παρέχει ικανοποιητικό έρεισμα στην προώθηση της υπόθεσης των αιτητών για το λόγο ότι δεν έχει καταχωριστεί ακόμη Έκθεση Απαιτήσεως, για να ικανοποιηθούν οι όροι της σχετικής Διαταγής. Η πλευρά των καθ' ων η αίτηση επιχειρηματολογώντας πάνω στο ζήτημα της εφαρμογής της Δ.27 και του «πρόωρου» σταδίου της καταχώρισης της αίτησης όπως προκύπτει τόσο από την ένσταση, όσο και από την γραπτή αγόρευση των ευπαιδεύτων συνηγόρων τους, εισάγει επιχειρήματα και σχολιασμούς που εισάγουν αν όχι αντιφατικές, επαμφοτερίζοντες θέσεις που αναιρούν την όλη επιχειρηματολογία: «Παρόλο που αυτό είναι ένα μικτό και πραγματικό ζήτημα που μόνο στα πλαίσια της εκδίκασης της Αγωγής είναι εφικτό να αποφασιστεί, η Ένορκη Δήλωση ....... που υποστηρίζει την Ένσταση .......... αποκαλύπτει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια και τεκμηρίωση πως η υπόθεση των Εναγόντων ......... και οι αιτίες αγωγής όχι απλά είναι βάσιμες αλλά προκύπτει άμεσα και ξεκάθαρα ........ πως ο Εναγόμενος 2/Αιτητής σε ουδεμία περίπτωση ήταν εντός των πλαισίων του λειτουργήματος του σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα ούτως ώστε να μπορούσε να επικαλείται την οποιανδήποτε ασυλία αφορά το λειτούργημα του.» Ενώ αλλού: «Με δεδομένο ότι η υπόθεση των εναγόντων εναντίον του εναγομένου 2 προωθείται στη βάση του ότι οι πράξεις και παραλείψεις του εναγομένου 2 βρίσκονταν εκτός του λειτουργήματος του ως Προέδρου της Δημοκρατίας όπως καθορίζονται από το Σύνταγμα δεν μπορεί να καλύπτεται από την ασυλία που δημιουργεί το άρθρο 45.6 του Συντάγματος.» ή «Με δεδομένο και αναπάντητο το ερώτημα κατά πόσο ο εναγόμενος 2 ενεργούσε εντός των πλαισίων του λειτουργήματος του που συνιστά μικτό νομικό και πραγματικό ζήτημα, που μόνο στα πλαίσια της εκδίκασης αγωγής μπορεί να αποφασιστεί και αφού ακουστεί μαρτυρία, η διαδικασία της αίτησης δεν προσφέρεται για την επίλυση του ζητήματος.» Είναι ορθό ότι στην περίπτωση μας δεν έχει καταχωριστεί Έκθεση Απαιτήσεως, ώστε να συγκεκριμενοποιούνται και να αποκρυσταλλώνεται με την απαιτούμενη ακρίβεια και να διατυπώνονται πλέον στις λεπτομέρειες αμέλειας, οι πράξεις ή παραλείψεις που αποδίδονται στον εναγόμενο 2 και συνιστούν αστικά αδικήματα. Όμως η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση υπέχει κατά κάποιο τρόπο και εκ πρώτης όψεως τις προτιθέμενες δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων-καθ' ων η αίτηση, όπως οι τελευταίοι αναγνώρισαν με την αγόρευση των ευπαιδεύτων συνηγόρων τους και εισήγαγαν τα γεγονότα που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα ή δικαιώματα στην ένορκη δήλωση του Νικόλα Ιωαννίδη, ενάγοντα 3. Ένορκη δήλωση που αποκαλύπτει και καταγράφει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια τον πυρήνα των γεγονότων, πράξεων ή παραλείψεων που αποδίδονται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και υποστηρίζεται από έγγραφα που επισυνάπτεται ως τεκμήρια, ανάμεσα τους και το Τεκμ.3, Πόρισμα της Ερευνητικής Επιτροπής για την Διεξαγωγή έρευνας σχετικά με την έκρηξη 30.9.2011. Επιγραμματικά παραθέτω τα γεγονότα από την πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του: Ο εναγόμενος 2 συνενώθηκε στην αγωγή ως το πρόσωπο, που παρόλο που η διαχείριση του επικίνδυνου εμπορεύματος ήταν πέραν της αρμοδιότητας και του λειτουργήματος του σύμφωνα με το Σύνταγμα, ανέλαβε και είχε εκ των πραγμάτων την κύρια ευθύνη, τον πρωταρχικό και τελευταίο λόγο ως προς τη διαχείριση του. Στη γνώση του εναγομένου 2 και των εναγομένων 3 και 4, ότι υπήρχαν σοβαροί κίνδυνοι από τη φύλαξη, του όπως είχε προειδοποιηθεί ο εναγόμενος 2, τουλάχιστον από τον Σεπτέμβριο του 2010 από αρμόδια όργανα, Υπουργούς ή επιτελείς του Υπουργείου Άμυνας, δεν επιθυμούσε να προωθήσει την καταστροφή του φορτίου, αλλά την επιστροφή του στο Ιράν ή την Συρία αφήνοντας το εκτεθειμένο σε υψηλές θερμοκρασίες. Παρέμεινε έτσι ο εναγόμενος 2 ο τελικός χειριστής του θέματος του φορτίου. Παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις προφορικές και γραπτές και των συμβουλών που έλαβε από τους επιτελείς του Υπουργείου Άμυνας, ότι το επικίνδυνο φορτίο πρέπει να καταστραφεί, άφησε τα πράγματα να εξελιχθούν χωρίς να λάβει οποιαδήποτε μέτρα ή να επιδείξει οποιοδήποτε ενδιαφέρον για να αποσοβηθούν οι κίνδυνοι που ελλόχευαν. Πολιτικοί λόγοι, κατά τον ενόρκως δηλούντα πάντοτε, οδήγησαν στην απόφαση του Προέδρου για κράτηση και φύλαξη του φορτίου, οι οποίοι όμως ουδέποτε καθορίστηκαν από το Υπουργικού Συμβούλιο. Αυτοί δεν ήσαν άλλοι εκτός από την επιθυμία του ίδιου του εναγομένου 2, όπως η Κυπριακή Δημοκρατία επιστρέψει το επικίνδυνο φορτίο στο Ιράν ή στη Συρία. Επιθυμία την οποία ο ίδιος ο Πρόεδρος μετέφερε και υποσχέθηκε στον Σύριο ομόλογο του στη συνάντηση που είχαν στις 31.8.2009, έτσι ώστε να μη διασαλευτούν οι σχέσεις της Κύπρου με τις Ισλαμικές χώρες. Είναι σαφής η θέση του ενόρκως δηλούντα πως «οι πολιτικοί λόγοι» που επικαλείται η πλευρά του εναγόμενου 2, ήταν ζήτημα μικτό και αφορούσε τόσο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας, όσο και σε ζητήματα διαχείρισης και εποπτείας περιουσίας της Δημοκρατίας. Θέματα που ενέπιπταν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του Υπουργικού Συμβουλίου και δεν μπορούσαν να αποφασιστούν από τους εναγόμενους 2 - 4 ή οποιοδήποτε από αυτούς. Οι ίδιοι λοιπόν οι ενάγοντες θέτουν με σαφήνεια τα γεγονότα και οριοθετούν το πλαίσιο λήψης των αποφάσεων, καταγράφουν τις αποφάσεις ή παραλείψεις του Προέδρου της Δημοκρατίας από τις οποίες προκύπτει, όπως οι ίδιοι το θέτουν η βασιμότητα των αιτιών της αγωγής τους και ή εκτός του πλαισίου του λειτουργήματος του Προέδρου της Δημοκρατίας ενέργειες του. Στη βάση όλων των πιο πάνω, και με σαφές το πλαίσιο των γεγονότων, πράξεων ή παραλείψεως που αποδίδονται στον Πρόεδρο, είναι η κατάληξη μου ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει επί της ουσίας το επίδικο ερώτημα αυτοτελώς από το ίδιο το άρθρο 45.6 του Συντάγματος ως υπερισχύοντος οποιουδήποτε άλλου Νομοθετήματος ή εν ισχύει Νόμου στη Δημοκρατία αλλά και στη βάση της Δ.9 θ.5, Δ.9, θ.10. Διαφορετική αντιμετώπιση του ζητήματος θα προσέκρουε στη πρόθεση του Συνταγματικού Νομοθέτη, στο σκοπό και το πνεύμα της ιδίας της Συνταγματικής επιταγής εφόσον το άρθρο 45.6 εισάγει ρητή απαγόρευση: «Ο Πρόεδρος ... δεν δύναται να εναχθή ...» Ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται να αφεθεί να προχωρήσει η αγωγή εναντίον του Προέδρου της Δημοκρατίας πριν αποφασισθεί από το Δικαστήριο η εμβέλεια και η έκταση της προστασίας που παρέχει το άρθρο 45.6 στον εκάστοτε Πρόεδρο. Θα πρέπει λοιπόν να δοθεί τελική απάντηση στη διαφορετική ερμηνεία που δίδουν τα διάδικα μέρη στο άρθρο 45.6. Η ευπαίδευτη δικηγόρος της Δημοκρατίας εισηγείται ότι οι πρόνοιες και η διατύπωση του άρθρου 45.6 του Συντάγματος είναι σαφείς, σε περίπτωση όμως όπου το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει ασάφεια δεν έχει αρμοδιότητα και δικαιοδοσία να προχωρήσει σε διασαφήνιση. Η πιο πάνω τοποθέτηση είναι ορθή. Το άρθρο 149 του Συντάγματος περιβάλλει το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο με αποκλειστική δικαιοδοσία ως προς την ερμηνεία του Συντάγματος σε περίπτωση ασάφειας. Το θέμα της αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου λόγω ασάφειας εξέτασε πολύ πρόσφατα η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Αίτηση 1/12 Αναφορικά με το Άρθρο 149(β) του Συντάγματος και την Αίτηση της Μαρίας Ιωαννίδη & Άλλων για εξασφάλιση άδειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για έναρξη διαδικασίας με βάση το άρθρο 149 του Συντάγματος, ημερομηνίας 29.6.2012. Ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αρτέμης κάνοντας μια αναδρομή στη νομολογία σε σχέση με την έννοια του όρου ασάφεια παρατήρησε και τα πιο κάτω: «Στην Petrides, στην οποία αναφέρθηκε το Δικαστήριο στην υπόθεση Ορθόδοξος Εκκλησία της Κύπρου, πολύ εύστοχα, κατά την άποψη μας, παρατηρήθηκε ότι διαφορά γνώμης αναφορικά με το νομικό αποτέλεσμα ή νομοθετική πρόνοια, είναι πολύ συνηθισμένο φαινόμενο μεταξύ δικηγόρων στις δικαστικές διαδικασίες, ώστε, το να πει κανείς ότι αυτό συνιστά ασάφεια στο νόμο, θα ισοδυναμούσε με το να λεχθεί ότι ουδεμία νομοθετική πρόνοια είναι σαφής. Επίσης, κρίθηκε πως οι πρόνοιες του Άρθρου 149(β) εφαρμόζονται σε ασάφειες στο κείμενο του Συντάγματος, οι οποίες πρέπει να αποσαφηνισθούν ή να λυθούν από το Ανώτατο Δικαστήριο και δεν αναφέρονται σε διαφορές γνώμης όσον αφορά τις νομικές συνέπειες ή αποτελέσματα (legal effect) συνταγματικών προνοιών που σχετίζονται με τα δικαιώματα των διαδίκων, που καθήκον έχει να επιλύσει το αρμόδιο δικαστήριο σε κάθε υπόθεση που εκκρεμεί ενώπιον του.» Για να επισημάνει, αφήνοντας όμως το θέμα ανοικτό πως, «είναι αδιανόητο να θεωρείται ότι υπάρχει ασάφεια όπου και μόνο διαφωνούν μεταξύ τους οι πλευρές που έχουν τη διαφορά αναφορικά με την ερμηνεία που πρέπει να δοθεί σε συγκεκριμένους όρους πρόνοιας του Συντάγματος. Η ύπαρξη της «ασάφειας» θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά και να μην επεκτείνεται σε περιπτώσεις όπου το τι επιζητείται είναι μόνο η απόδοση περιεχομένου στην έννοια όρων που περιέχονται σε συνταγματικές πρόνοιες.» Τόσο ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, όσο και η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή παρέθεσαν μια σειρά από αποφάσεις Αμερικανικών Δικαστηρίων Nixon v. Fitzgerald - 457 U.S 731
(1982), Clinton v. Jones, Certiorari No.95-1853, 27.5.1997 καθώς και Ινδικών, Biman Chandra Bose v. Dr. H.C. Mukherjee Governor, Air 1952 Cal 799, 56 CWN 651, Dr. Y.S. Rajasekhara Reddy v. His Excellency,
(1999)
(6)ALD 763, 1999
(6)ALT 381 για να υποστηρίξουν τις αντίστοιχες θέσεις τους ως προς την ερμηνεία που πρέπει να αποδώσει το Δικαστήριο στην επίδικη Συνταγματική Πρόνοια. Η ασυλία που ο εναγόμενος 2 αιτητής κατά τους καθ' ων η αίτηση θα μπορούσε δυνητικά να απολαμβάνει στη βάση του άρθρου 45.6 μπορεί να εφαρμοστεί μόνο για πράξεις ή παραλείψεις που τελέστηκαν εντός του λειτουργήματος του «intra vires» όπως αυτό καθορίζεται από το Σύνταγμα. Στη βάση του ότι τα αγώγιμα δικαιώματα των αιτητών θεμελιώνονται σε πράξεις ή παραλείψεις εκτός του λειτουργήματος του Προέδρου της Δημοκρατίας "ultra vires" η αγωγή πρέπει να αφεθεί να προχωρήσει και εναντίον του Δημήτρη Χριστόφια προσωπικώς και ανεξαρτήτως από την ευθύνη της Δημοκρατίας για τις πράξεις του εναγόμενου 2 κάτω από το Άρθρο 172 του Συντάγματος. Στο Μέρος ΙΙΙ του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ρυθμίζονται τα περί του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Αντιπροέδρου και του Υπουργικού Συμβουλίου, άρθρα 36 -
- Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σύμφωνα με το άρθρο 36.1 είναι ο Αρχηγός της Πολιτείας και προηγείται πάντων εν τη Δημοκρατία. Η εκτελεστική εξουσία διασφαλίζεται σύμφωνα με το άρθρο 46 υπό του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας. Προς το σκοπό διασφάλισης της εκτελεστικής εξουσίας ο Πρόεδρος έχει το Υπουργικό Συμβούλιο, το οποίο ασκεί εκτελεστική εξουσία όπως ορίζει το άρθρο 54, εξαιρουμένης της εκτελεστικής εξουσίας όπως ρητώς διαφυλάσσεται από τα άρθρα 47, 48 και 49 υπέρ του Προέδρου της Δημοκρατίας. Στο σύγγραμμα του καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Δημήτρη Θ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, 3η Έκδ., σελ.198 στο κεφάλαιο που πραγματεύεται τις μορφές του πολιτεύματος όπου εξετάζεται και το Προεδρικό σύστημα αναφέρονται τα πιο κάτω: «(α) Το Προεδρικό σύστημα είναι το σύστημα με ανεξάρτητη εκτελεστική λειτουργία και με αιρετό αρχηγό της πολιτείας. Στην περίπτωση αυτή στο θεσμό του αρχηγού της πολιτείας, που συνήθως ονομάζεται Πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκεντρώνονται όχι μόνο ουσιαστικά αλλά και τυπικά οι αρμοδιότητες του αρχηγού της πολιτείας και του Προέδρου της κυβέρνησης. ..................................... Στην περίπτωση του Προεδρικού συστήματος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας που συνήθως εκλέγεται άμεσα από τον λαό είναι εξοπλισμένος με ουσιαστικές αρμοδιότητες τις οποίες ασκεί διευθύνοντας στην πράξη την κυβερνητική πολιτική. Με τον τρόπο αυτό ο Πρόεδρος καθίσταται το κεντρικό όργανο της εκτελεστικής λειτουργίας. Στην μελέτη υπό τον τίτλο «Παρατηρήσεις επί του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας» του Δημ. Μ. Αποστολίδη, Δικηγόρου παρά Αρείω Πάγω δημοσιευμένη στην Επιθεώρηση Δημοσίου Δικαίου και Διοικητικού Δικαίου, 1960, Τόμος 4ος στην οποία παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή αναφέρεται στις σελ.355-356: "Α΄. Αι συμφωνίαι της Ζυρίχης ρητώς ομιλούν περί του "προεδρικού συστήματος", ως του συστήματος, το οποίον θα διέπη την Δημοκρατίαν. Βασικόν στοιχείον του συστήματος τούτου είναι, ως γνωστόν, ότι η εκτελεστική εξουσία ευρίσκεται συγκεντρωμένη εις χείρας του Προέδρου, βοηθουμένου υπό "γραμματέων" - είναι νομικώς αδιάφορος η ονομασία των ως "υπουργών" ή "γραμματέων" - μόνον έναντι του Προέδρου υπευθύνων και μη εχόντων άλλην συνταγματικήν, ούτως ειπείν, υπόστασιν ειμή ως "εκτελεστικών" της θελήσεως του Προέδρου οργάνων. Η νομοθετική εξουσία ευρίσκεται εις χείρας του Κονοβουλίου (μιας ή δύο Βουλών), ενώπιον του οποίου όμως δεν υπέχουν ευθύνην τινά ούτε ο Πρόεδρος ούτε οι Υπουργοί. Το υπό των Συμφωνιών της Ζυρίχης καθιερωθέν, εν γενικαίς γραμμαίς, σύστημα αναγνωρίζει αποφασιστικήν αρμοδιότητα εις τον Πρόεδρον (και εν μέρει εις τον Αντιπρόεδρον), δεν αναγνωρίζει πολιτικήν (αλλά μόνον ποινικήν) ευθύνην του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου ενώπιον της Λαϊκής αντιπροσωπείας, παρέχει εις τον Πρόεδρον ή τον Αντιπρόεδρον το δικαίωμα της ασκήσεως οριστικής ή αναβλητικής αρνησικυρίας". Και στον 5ο Τόμο 1961 στη σελίδα 49: "Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος διώκονται ποινικώς δι εσχάτην προδοσίαν - την κατηγορίαν εισάγουν ο Γενικός Εισαγγελεύς και ο βοηθός γενικού Εισαγγελέως ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατόπιν ψηφίσματος της Βουλής των Αντιπροσώπων, εγκρινομένου δι' ειδικής μυστικής ψηφοφορίας (§2) - και δι΄ οιοδήποτε αδίκημα ατιμωτικόν ή "ηθικής αισχρότητος" (έννοια γνωστή εις το αγγλικόν δίκαιον), κατόπιν αδείας του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου (§3 του άρθρου 45). Από της διώξεως, ο διωκόμενος "απέχει της ασκήσεως των καθηκόντων του". Διαρκούσης της θητείας των, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος δεν διώκονται δι' οιοδήποτε άλλο αδίκημα. Διά τας εν τη εκτελέσει του λειτουργήματός των πράξεις ή παραλείψεις των, ούτοι δεν υπέχουν προσωπικήν ευθύνην· δύναται όμως να εναχθή η Δημοκρατία, "ως ο Νόμος προβλέπει". Όπως παρατηρεί στο Σύγγραμμα ο Δημήτρης Θ. Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, Τόμος 1ος θεωρητικό θεμέλιο 1994, σελ. 257: «Η αυξημένη τυπική ισχύς του Συντάγματος προσδίδει στον κανόνα του τυπικού Συνταγματικού Δικαίου ιδιαίτερη λειτουργική διάσταση. Εκτός, δηλαδή, από τη συνηθισμένη κυρωτική λειτουργία που έχει κάθε κανόνας δικαίου, ο κανόνας του τυπικού Συνταγματικού Δικαίου αποτελεί όριο αλλά και μέτρο για τον κοινό Νομοθέτη και για κάθε πολιτειακό όργανο. ........................ Η λειτουργία του τυπικού Συνταγματικού Δικαίου ως κριτηρίου εγκυρότητας κάθε πολιτειακής δράσης είναι, συνεπώς, καθοριστική για την αναζήτηση του νοήματος που έχει ή αποκτά σε κάθε περίπτωση εφαρμογής της η Συνταγματική Διάταξη.» Στη βάση των όσων οι καθ' ων η αίτηση εδραιώνουν τα αγώγιμα δικαιώματα τους, κρίνω ότι η όποια απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας ή όποια παράλειψη του αποδίδεται, εμπίπτει στην εκτέλεση του λειτουργήματος του και προσκρούει στη ρητή απαγόρευση και προστασία που το ίδιο το άρθρο 45.6 παρέχει στον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η απόλυτη προεδρική ασυλία για αστική ευθύνη όπως εξετάστηκε ανάμεσα σε άλλα και στην περιβόητη Αμερικανική υπόθεση Richard Nixon v. A. Ernest Fitzgerald 457 US 731, 73 L.Ed. 2d 349, 102 SCT2690 (No.79-1738) June 24, 1982 στην οποία παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, δεν συνεισφέρει ουσιαστικά στο ζήτημα εφόσον όπως εξάγεται από την ανάλυση δεν υπάρχει στην Αμερική αντίστοιχη ρητή συνταγματική πρόνοια, σε αντίθεση με την ρητή πρόνοια του άρθρου 45.
- Πρόκειται για προστασία που παρέχεται στον εκάστοτε Αμερικανό Πρόεδρο, πηγάζει και απορρέει από το κοινό δίκαιο (common law) όπως διαμορφώθηκε μέσα στο χρόνο στις Η.Π.Α. Ανεξαρτήτως όμως της πιο πάνω διαφοροποίησης, στη Fitzgerald το Αμερικανικό Ανώτατο Δικαστήριο (Supreme Court) κατέληξε ότι ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών δικαιούται απόλυτης ασυλίας σε αξιώσεις για αποζημιώσεις από αστική ευθύνη για παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων που προέκυψαν από πράξεις αξιωματούχων. Για να επισημάνει ιδιαιτέρως, ότι η ασυλία που παρέχεται στον Πρόεδρο είναι «functionally mandated» «λειτουργικά επιβεβλημένη», ως εκ της μοναδικής θέσης που κατέχει ο Πρόεδρος εκ του Συντάγματος και της διάκρισης των εξουσιών, υποστηριζόμενης από την ιστορία και τη δημόσια πολιτική. "Applying the principles of our cases to claims of this kind, we hold that petitioner, as a former President of the United States, is entitled to absolute immunity from damages liability predicated on his official acts. We consider this immunity a functionally mandated incident of the President's unique office, rooted in the constitutional tradition of the separation of powers and supported by our history." Άλλωστε δεν πρέπει να μας διαφεύγει, ότι η αναζήτηση, η ερμηνεία και συγκριτική ανάλυση της ασυλίας που παρέχεται σε άλλους κρατικούς αξιωματούχους στην Αμερική με την ασυλία που παρέχεται στον εκάστοτε Αμερικανό Πρόεδρο, προκύπτει ακριβώς λόγω της απουσίας ρητής συνταγματικής πρόνοιας σε αντίθεση με την ρητή πρόνοια του Κυπριακού Συντάγματος. Για ό,τι αξίζει η απόφαση Nixon έχει να κάνει με την ιστορική ανάλυση της διάκρισης των εξουσιών, του σκοπού και του πνεύματος της προστασίας που παρέχεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή σε άλλους αξιωματούχους γενικώς (federal officials), ώστε να εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον. Ιδιαίτερα και εμπεριστατωμένη ανάλυση της απόφασης Nixon v. Fitzgerald βρίσκεται δημοσιευμένη στο Boston College Law Review, Vol. 24, Issue 3 Number 3, 5-1-1983 με τον τίτλο Absolute Presidential Immunity From Civil Damage Liability: Nixon v. Fitzgerald, υπό Lyman G. Bullard Jr. Ως εκ τούτου η περαιτέρω συζήτηση και αντιπαραβολή της απόλυτης ασυλίας του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, με την ασυλία που παρέχεται σε άλλους αξιωματούχους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, «ή κατ' επίκληση των καθηκόντων τους», μέσα από τις πρόνοιες του Κυπριακού Συντάγματος, όπως εισηγείται η πλευρά των καθ' ων η αίτηση, είναι στην περίπτωση μας αχρείαστη και άσκοπη. Στο ερώτημα αν οι αποφάσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας εμπίπτουν στην εκτέλεση του λειτουργήματος του η απάντηση είναι καταφατική. Η αγωγή εναντίον του Προέδρου της Δημοκρατίας προσωπικώς προσκρούει στη συνταγματική πρόνοια. Δεν μπορεί να επιτύχει ο ισχυρισμός ότι η απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας για κράτηση του φορτίου προς ικανοποίηση της εξωτερικής πολιτικής της Κυπριακής Δημοκρατίας με άλλες χώρες εξέρχονται, ή οι όποιες αποφάσεις ακολούθησαν ή παραλείψεις, δεν εμπίπτουν στην εκτέλεση του λειτουργήματος του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η όποια αντίθετη κατάληξη και ο χαρακτηρισμός της απόφασης ως προσωπικής επιλογής και όχι εκ της θέσης και της ιδιότητος του Προέδρου ως αρχηγού της πολιτείας αντίκειται στις σαφείς πρόνοιες του Συντάγματος και αντιστρατεύεται σε τελική ανάλυση το δημόσιο συμφέρον. Όπως εύστοχα παρατηρείται στο σχετικό άρθρο του Lyman G. Bullard Gr, πιο πάνω: "The court (στην Nixon) was also correct in its reason that the President's unique status affords him an unmatched visibility and makes him a ready target for civil damage suits, the threat of which could lessen his effectiveness, and thereby do harm to the nation he serves." Σχολιάζοντας ο συγγραφέας περαιτέρω το ζήτημα και αφού εξετάζει ένα δείγμα αγωγών που καταχωρίστηκαν για παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων εναντίον του Προέδρου κατέληξε: "Some of these cases were dismissed due to lack of standing or failure to state a claim. Other cases, however, dismissed the President as a party only because of presidential immunity. Once such court reasoned that the President should not be distracted in his duties, particularly where other remedies were afforded the plaintiff - a point with which the Nixon Court agreed. Significantly, had the President been protected only by qualified immunity in such cases, each would have proceeded at least through costly and time consuming discovery procedures before dismissal would have been possible. In the case of a complaint like Fitzgerald's - where a full litany of administrative remedies existed and in fact relief was awarded - the civil action was an unwarranted intrusion of presidential authority which was properly avoided by the grant of absolute immunity." Έτσι και στην εδώ αγωγή οι ενάγοντες δεν παραμένουν χωρίς θεραπεία: τους παρέχεται η θεραπεία του άρθρου 172 εναντίον της Δημοκρατίας, εναγόμενης
- Δεν μπορεί να μας διαφεύγει ότι οι ενάγοντες πέρα από την αναγνωριστική δήλωση που επιδιώκουν, ουσιαστικά το μόνο που αξιώνουν είναι γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις λόγω αμελών πράξεων ή παραλείψεων των εναγομένων για το θάνατο του Ιωαννίδη. Τα υπόλοιπα ζητήματα που εγείρονται με την ένσταση θα πρέπει να απορριφθούν συνοπτικά και χωρίς ιδιαίτερο σχολιασμό ενόψει της καταλυτικής απόφανσης του Δικαστηρίου ως προς το εύρημα του ότι το άρθρο 45.6 παρέχει απόλυτη ασυλία στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας: Λόγος ένστασης i και ii: Η ένορκη δήλωση της Έλενας Νεοφύτου, Γραμματειακού Λειτουργού της Νομικής Υπηρεσίας είναι καθόλα έγκυρη και ικανοποιητικά στοιχειοθετεί την αίτηση του εναγομένου
- Άλλωστε το ζήτημα είναι καθαρά νομικό και οι ενάγοντες, βρίσκω, πως νομοτεχνικά χρησιμοποιούν το ζήτημα, χωρίς ουσιαστικό πραγματικό υπόβαθρο. Λόγος ένστασης xi: Τα γεγονότα που εισάγονται από τους ενάγοντες για παραίτηση του Προέδρου της Δημοκρατίας από την προστασία του άρθρου 45.6 όπως τα εισάγουν οι ενάγοντες στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους ουδόλως μπορούν να οδηγήσουν το ζήτημα στις νομικές παραμέτρους της νομολογίας, ούτε μπορούν οι δηλώσεις αυτές να εκληφθούν ως δεσμευτικές για τον εναγόμενο 2 και σε εύρημα παραίτησης του (waiver) ή κατ' επίκληση της αρχής του κωλύματος (estoppel) για εξουδετέρωση δικαιώματος που απορρέει από νομοθετική πρόνοια χάριν δημόσιας πολιτικής. Πέτρος Οικονομίδης ν. Alliance International Reinsurance Co Ltd κ.α, Π.Ε. 192/2007, ημερομηνίας 21.12.
- Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, το Δικαστήριο αμφιβάλλει αν παρέχεται η δυνατότητα στον εκάστοτε Πρόεδρο της Δημοκρατίας να παραιτηθεί από την προστασία που του παρέχει το άρθρο 45.6, εφόσον σκοπός του Νομοθέτη ήταν και είναι η προστασία, πέρα από το πρόσωπο του εκάστοτε Προέδρου, προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Λόγος ένστασης x: Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Case of Osman v. The United Kingdom (87/1997/871/1083), 28 Οκτωβρίου 1998, Case of Z and Others v. The United Kingdom, Application no. 29392/95, 10 Μαΐου 2001, Case of Kelly and Others v. The United Kingdom, Application no. 30054/96, 4 Μαΐου 2001 κ.α, όπως τις επικαλούνται οι ενάγοντες σε αναφορά με παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων δεν βοηθούν τις θέσεις των καθ' ων η αίτηση. Είναι σαφές ότι στρέφονται εναντίον του ιδίου του κράτους και όχι εναντίον των όποιων αξιωματούχων του προσωπικώς. Οι ακραίες περιπτώσεις παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων από δικτατορικά καθεστώτα ή αποφάσεις δικτατόρων όπως ήταν ο Pinochet, διακρίνονται σαφώς της παρούσας υπόθεσης. Σαφώς και αναντίλεκτα η διάπραξη βασανιστηρίων, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως νόμιμη άσκηση κρατικής εξουσίας, ώστε να καλύπτεται από την ασυλία όπως επικαλέσθηκε ο Χιλιανός δικτάτορας στην αίτηση για έκδοση του στην Regina v. Bartle and the Commissioner of Police for the Metropolis and Others Ex Parte Pinochet
(1998)UKHL 41. Στην υπό κρίση περίπτωση οι αποφάσεις, πράξεις ή παραλείψεις του Προέδρου της Δημοκρατίας λήφθηκαν με στόχο την άσκηση εξωτερικής πολιτικής δεν είχαν και ούτε στόχευαν στην θανάτωση ή τον τραυματισμό προσώπων κατά παράβαση οποιασδήποτε συνταγματικής επιταγής και/ή παραβίασης θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κρίνω υπό τας περιστάσεις ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να περιορίσει τον σχολιασμό του, όσον αφορά την κράτηση και φύλαξη των επικίνδυνων εμπορευμάτων ενόψει της εκδίκασης της υπόθεσης, η οποία και θα συνεχίσει για τους άλλους συνεναγόμενους, ώστε να μην προκαταβάλει την έκβαση της υπόθεσης. Οποιοσδήποτε άλλος σχολιασμός, βρίσκω, πως δεν έχει θέση στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης. Για όλους τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω και εξασκώντας την εγγενή εξουσία, η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο από το άρθρο 45.6 του Συντάγματος, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Το άρθρο 45.6 του Συντάγματος παρέχει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας απόλυτη ασυλία. Οι ενάγοντες δεν έχουν ξεπεράσει το εμπόδιο που ορθώνει το εν λόγω άρθρο. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Δημήτρης Χριστόφιας, ως εναγόμενος 2, διαγράφεται από διάδικος και το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και η επίδοση εναντίον του παραμερίζεται εξ υπαρχής. Τα έξοδα επιδικάζονται σε βάρος των εναγόντων-καθ' ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για παραμερισμό κλητηρίου εντάλματος / διαγραφή διαδίκου / Προεδρική ασυλία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο