← Κύπρος

Δρ. Φίλιππου Κουντούρη ν. MSG UNITY MEDICAL SERVICES LIMITED, Αρ. Αγωγής 2060/2012, 28/8/2012

Δρ. Φίλιππου Κουντούρη ν. MSG UNITY MEDICAL SERVICES LIMITED, Αρ. Αγωγής 2060/2012, 28/8/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2060/2012 Μεταξύ: Δρ. Φίλιππου Κουντούρη, εκ Λεμεσού Ενάγοντα -και- MSG UNITY MEDICAL SERVICES LIMITED Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερ. 16.5.12 Ημερομηνία: 28.8.2012 Για ενάγοντα αιτητή: κ. Σ. Μάτσας (κα Μ. Ηλία για ν' ακούσει απόφαση) Για εναγόμενο-καθ'ου η αίτηση: κ. Α. Χαβιαράς (κα Ε. Γεωργίου για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Δυνάμει γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που καταχώρησε ο ενάγων εναντίον των εναγομένων επιδιώκει μεταξύ άλλων δήλωση του Δικαστηρίου με την οποίαν να αναγνωρίζεται ότι η γραπτή συμφωνία συνεργασίας ημερ. 20.8.11 (cooperation agreement) που συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων τερματίστηκε νόμιμα από τον ενάγοντα με επιστολή του ημερ. 24.2.

  1. Επιδιώκεται επίσης δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ανωτέρω συμφωνία συνεργασίας ήταν άκυρη εξ υπαρχής συνεπεία αποκλειστικής ευθύνης και μη τήρησης των υποχρεώσεων των εναγομένων. Επιζητείται επίσης επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων για παράβαση της συμφωνίας αυτής και έκδοση διαταγμάτων για μη μετακίνηση και μη πώληση του ιατρικού εξοπλισμού και των μηχανημάτων που βρίσκονται εντός της κλινικής με την επωνυμία «Αμαθούσιον» ως επίσης και διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τους εναγόμενους να επαναφέρουν και τοποθετήσουν στη κλινική οποιαδήποτε τυχόν εργαλεία, μηχανήματα, εξοπλισμό έχουν μετακινήσει. Κατόπιν μονομερούς αίτησης εξεδόθη το πιο κάτω διάταγμα το οποίο κατέστη απόλυτο στις 23.7.12 συνεπεία της μη καταχώρησης ένστασης εκ μέρους των εναγομένων καθ'ων η αίτηση και της μη εμφάνισης τους κατά την ανωτέρω ημερομηνία που ήταν ορισμένη για ακρόαση η αίτηση και το συντηρητικό διάταγμα. Παρατίθεται το κείμενο του εκδοθέντος διατάγματος:
  2. Eκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους να πωλήσουν και/ή με οποιοδήποτε τρόπο διαθέσουν οποιαδήποτε ιατρικά και/ή άλλα εργαλεία, μηχανήματα και εξοπλισμό ευρίσκετο στην κλινική μέχρι τις 24.2.2012 και/ή περιλαμβάνετο σε κατάλογο ενεργητικού και/ή εξοπλισμού (assets list) που αποτελεί παράρτημα της συμφωνίας συνεργασίας ημερ. 20.8.2011 μεταξύ του ενάγοντα και εναγομενων.
  3. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται επίσης διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους να αφαιρέσουν από τα προγράμματα των ηλεκτρονικών υπολογιστών που βρίσκοντο στην κλινκή μέχρι τις 24.2.2012 τα προσωπικά δεδομένα των ασθενών πελατών της κλινικής και/ή οποιαδήποτε άλλα ιατρικά και/ή άλλα δεδομένα. Με την κρινόμενη αίτηση επιζητείτο και η έκδοση άλλων δύο διαταγμάτων τα οποία το δικαστήριο θεώρησε ότι έπρεπε να ακούσει και την άλλη πλευρά προτού αποφασίσει την έκδοση τους. Για τούτο και διέταξε την επίδοση της αίτησης προς τους εναγόμενους. Τα εν λόγω επιζητούμενα να εκδοθούν διατάγματα ήταν τα κάτωθι: Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσων τους εναγόμενους να επαναφέρουν και/ή επιστρέψουν και/ή επανατοποθετήσουν στην κλινική οποιαδήποτε τυχόν ιατρικά και/ή άλλα εργαλεία και/ή μηχανήματα και/ή εξοπλισμό μετακίνησαν και/ή μετάφεραν σε άλλο χώρο εκτός της κλινικής και περιλαμβάνονται σε κατάλογο ενεργητικού και/ή εξοπλισμού (ASSET LIST) που αποτελεί παράρτημα της συμφωνίας με ημερομηνία 20.8.2011 (Co-operation Agreement) μεταξύ ενάγοντα και εναγομένων. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσων τους εναγόμενους και/ή αντιπροσώπους, και/ή υπηρέτες τους να επαναφέρουν και/ή επιστρέψουν και/ή επανατοποθετήσουν στην κλινική, μέχρι της τελικής εκδικάσεως της παρούσης αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου οποιαδήποτε προγράμματα βρίσκονταν σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές που βρίσκονταν στην κλινική μέχρι την 24.2.2012 και/ή όλους τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές που βρίσκονταν στην κλινική μέχρι την 24.2.2012 και τα έχουν μετακινήσει και/ή μεταφέρει σε άλλο χώρο εκτός της κλινικής και/ή τα έχουν αφαιρέσει από τους πιο πάνω αναφερόμενους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση παρέχονται μέσα από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα αιτητή. Ο ενάγων είναι ιατρός παθολόγος από το
  4. Αφού εργάστηκε για κάποιο χρονικό διάστημα στην Πολυκλινική Υγεία από τον Ιούνιο του 2007 ίδρυσε και λειτουργεί δικό του ιατρείο στη Λεωφόρο Αμαθούντος 126 αφού ενέγραψε εταιρεία με την επωνυμία P. K. Primary Medical Services Ltd. Τον Μάρτιο του 2008 επέκτεινε το ιατρικό του κέντρο τριπλασιάζοντας τον χώρο και βελτιώνοντας τον εξοπλισμό. Εν τω μεταξύ ίδρυσε νέα εταιρεία μετονομάζοντας το ιατρικό του κέντρο σε Αμαθούσιο Health Care Center. Η αναβάθμιση του εξοπλισμού και των μηχανημάτων τους συνεχίστηκε μέχρι το
  5. Περί τον Ιούνιο του 2011 τον επισκέφθηκε στο ιατρικό του κέντρο ο κ. Alan James Waller παρουσιαζόμενος ως εκπρόσωπος της εταιρείας Unitil International. Του ανέφερε ότι η εταιρεία που εκπροσωπούσε ενδιαφερόταν να ιδρύσει σε χώρες της Μεσογείου ιατρικά κέντρα παρόμοια με το δικό του ενάγοντα και ότι ενδιαφέροντο να ξεκινήσουν συνεργασία μαζί του. Επηκολούθησαν και άλλες συναντήσεις μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου του 2011 με αποτέλεσμα να καταλήξουν σε συμφωνία συνεργασίας (Τεκμ.2) και επιχειρηματική πρόταση (Τεκμ.3). Δυνάμει της συμφωνίας αυτής ο ενάγων θα εργοδοτείτο στο ιατρικό κέντρο με μηνιαίες απολαβές 6000 ευρώ και προμήθεια 20% τόσον επί των κερδών του ιατρικού του κέντρου όσο και επί των κερδών των ιατρικών κέντρων που θα ιδρύοντο στην Κύπρο. Οι εναγόμενοι καθ'ων η αίτηση μέχρι τις 24.2.12 που καταγγέλθηκε από τον ενάγοντα η συμφωνία (Τεκμ.2) δεν ίδρυσαν άλλο ιατρικό κέντρο κατά παράβαση της συμφωνίας (Τεκμ.3). Με βάση την ίδια συμφωνία (Τεκμ.2) ο ενάγων έφερε σε επαφή τους εναγόμενους με τον ιδιοκτήτη του υποστατικού στο οποίο λειτουργούσε το ιατρικό του κέντρο με σκοπό να υπογραφεί ενοικιαστήριο έγγραφο επ' ονόματι των εναγομένων οι οποίοι υπέβαλαν στον ιδιοκτήτη γραπτές εισηγήσεις για τροποποίηση των όρων του ενοικιαστηρίου εγγράφου. Ο ιδιοκτήτης των υποστατικών δεν αποδέχτηκε τις εισηγήσεις των εναγομένων και έτσι το ενοικιαστήριο έγγραφο παρέμεινε σε ισχύ μεταξύ του ιδιοκτήτη και του ενάγοντα. Για τούτο και οι εναγόμενοι παρέδιδαν στον ενάγοντα το ενοίκιο ο οποίος με τη σειρά του το κατέβαλλε στον ιδιοκτήτη των υποστατικών. Μετά τον Νοέμβριο του 2011 και μέχρι την καταγγελία της συμφωνίας στις 24.2.12 οι εναγόμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν το ενοίκιο με αποτέλεσμα ο ενάγων να έχει πρόβλημα με τον ιδιοκτήτη και να υπάρχει κίνδυνος καταγγελίας της συμφωνίας ενοικίασης. Οι εναγόμενοι παρέλειψαν επίσης να καταβάλουν τα έξοδα για τη λειτουργία του ιατρικού κέντρου με αποτέλεσμα ο ενάγων να δέχεται διαμαρτυρίες και παράπονα από τους συνεργάτες του με αποτέλεσμα πρόβλημα μεγάλης δυσφήμισης για τον ίδιο και το ιατρικό του κέντρο. Οι εναγόμενοι υπερχρέωναν τους πελάτες ή έστελλαν τιμολόγια με ψευδές περιεχόμενο με τα ίδια για τον ενάγοντα δυσμενή αποτελέσματα και επιπτώσεις. Οι εναγόμενοι παραλείπουν επίσης να πληρώσουν τον ενάγοντα τον μηνιαίο μισθό του για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του
  6. (Συμφωνία Πρόσληψης Απασχόλησης Τεκμ.7). Αποτελεί ισχυρισμό του ενάγοντα ότι ο κ. Waller ως γενικός διευθυντής της εναγόμενης με διάφορες ενέργειες εξέθετε και υποβίβαζε το ιατρικό κέντρο εκδίδοντας διαφημιστικά φυλλάδια και διανέμοντας τα σε αγορά και κατάστημα πώλησης προϊόντων κατά τρόπο που παραβιάζεται η καλή φήμη, η ιατρική δεοντολογία και ο Περί Ιατρών Νόμος (Τεκμ. 8 αντίγραφο φυλλαδίων). Οι εναγόμενοι καθ'ων η αίτηση δεν έχουν τοποθετήσει κανένα ιατρικό μηχάνημα στο ιατρικό κέντρο. Ο ενάγων έχει ξοδεύσει πέραν των 500,000 ευρώ για ιατρικά μηχανήματα και άλλο εξοπλισμό, γεγονός το οποίο παραδέχονται οι εναγόμενοι καθ'ων η αίτηση καθόσο στις 5.9.2011 όταν ολοκληρώθηκε η καταγραφή του εξοπλισμού του ιατρικού κέντρου εκτίμησαν ότι η αξία του ανερχόταν σε 557,729 δολάρια Αμερικής (Τεκμ.10 λίστα ιατρικού εξοπλισμού). Ως αποτέλεσμα της άρνησης των εναγομένων να ιδρύσουν νέο ιατρικό κέντρο στην Κύπρο και των άλλων γεγονότων τα οποία αναφέρθηκαν ανωτέρω οι σχέσεις των διαδίκων επιδεινώθηκαν με αποτέλεσμα ο εκπρόσωπος των εναγομένων Allan Waller να προβαίνει σε ψευδείς, ανυπόστατες και προσβλητικές καταγγελίες σε βάρος του ενάγοντα με απώτερο σκοπό την υφαρπαγή του ιατρικού και άλλου εξοπλισμού του ιατρικού κέντρου που ο ενάγων ίδρυσε, εξόπλισε και λειτούργησε. Μετά την καταγγελία της συμφωνίας συνεργασίας στην οποία προέβη ο ενάγων στις 24.2.12 (Τεκμ.11) οι εναγόμενοι καθ'ων η αίτηση καταχώρησαν αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με αρ. 975/12 και ταυτόχρονα εξασφάλισαν διάταγμα με το οποίο απαγορεύθηκε στον ενάγοντα να εισέρχεται και να επεμβαίνει στο χώρο της κλινικής. Οι εναγόμενοι καθ'ων η αίτηση στις 15.3.12 δηλαδή την προτεραία της ημερομηνίας κατά την οποία το διάταγμα ήταν επιστρεπτέον εγκατέλειψαν το ιατρικό κέντρο και το μετέφεραν στην οδό Βασιλέως Γεωργίου Α' και άρχισαν να μετακινούν και τελικά μετακίνησαν και μετέφεραν στην πιο πάνω διεύθυνση όλο τον ιατρικό εξοπλισμό. Ο ενάγων αιτητής καταχώρισε ένσταση και ένορκο δήλωση στην αίτηση των εναγομένων αρνούμενος τη συνέχιση ισχύος του διατάγματος και ζητώντας την απόρριψη του και αφού με αίτημα των εναγομένων καθ'ων η αίτηση αναβλήθηκε και αφού άλλαξαν δικηγόρο η ακρόαση της υπόθεσης ορίστηκε στις 9.5.12 ημερομηνία κατά την οποία εντελώς απρόσμενα απέσυραν την αίτηση τους. Μετά την απόσυρση της αίτησης ο ενάγων επισκέφθηκε το ιατρικό του κέντρο και διαπίστωσε με πραγματική οδύνη όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, ότι οι καθ'ων η αίτηση μετακίνησαν όλο τον ιατρικό και υπόλοιπο εξοπλισμό αξίας πέραν των 500,000 ευρώ αφήνοντας εκεί μόνο τον ακτινογράφο τον οποίον δεν κατάφεραν να αποσυνδέσουν. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι αποδείχθηκε με αυτό τον τρόπο πως οι εναγόμενοι μεθόδευσαν την αγωγή και τα ασύστολα τους ψεύδη τα οποία περιλαμβάνονταν στην ένορκο τους δήλωση για να πετύχουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παραπλανώντας το Δικαστήριο με απώτερο σκοπό να κλέψουν πραγματικά τον ιατρικό εξοπλισμό της κλινικής χωρίς να υπάρχει δυνατότητα επαναλειτουργίας της. Σύμφωνα με τον ενάγοντα αποδείχθηκε ότι δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν την κλινική από τη στιγμή που απαγορεύθηκε στον ίδιο η είσοδος σε αυτή αφού κανένας από τους μετόχους ή διευθυντές ή γραμματείς των εναγομένων καθ'ων η αίτηση δεν είναι ιατρός ούτε έχει ιατρικές γνώσεις. Αυτά είναι τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση. Οι εναγόμενοι καθ'ων η αίτηση δεν καταχώρησαν ένσταση στο χρόνο που έταξε το Δικαστήριο για τούτο όπως ανωτέρω αναφέρθηκε το Δικαστήριο που επελήφθηκε του θέματος στις 23.7.12, λόγω και της μη εμφάνισης των καθ' ων, κατέστησε απόλυτο το εκδοθέν διάταγμα και όρισε για απόδειξη στις 8.8.12 τις ανωτέρω δύο παραγράφους υπό στοιχεία Β και Δ. Ένσταση καταχωρήθηκε από τους εναγομένους την 1.8.12, εκτός της ταχθείσας προθεσμίας και χωρίς να ζητηθεί παράταση του χρόνου και όταν εμφανίστηκαν στις 8.8.12 ενώπιον του Δικαστηρίου ζητήθηκε αναβολή της υπόθεσης. Αίτημα στο οποίο ενέστη ο συνήγορος του ενάγοντα και το Δικαστήριο δεν ενέκρινε. Για τούτο και το Δικαστήριο άκουσε αγορεύσεις εκ μέρους των συνηγόρων βασιζόμενο και στο σκεπτικό της απόφασης Παπαπέτρου Bros Ltd v. Παπαπέτρου

(2003)1 Α.Α.Δ 741 σύμφωνα με την οποίαν ακόμα και στις περιπτώσεις που μια ένσταση καταχωρήθηκε παράτυπα το Δικαστήριο ακούει τους συνηγόρους επί της νομικής πτυχής. Να σημειωθεί επίσης ότι το βάρος απόδειξης για ύπαρξη των προϋποθέσεων για έκδοση συντηρητικού διατάγματος παραμένει πάντοτε στους ώμους του αιτητή ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν εμφανίζεται διάδικος. Νομική Πτυχή Η αίτηση στηρίζεται κυρίως στο άρθρο 32 του Ν.14/60. Η κλασσική υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557 έχει προδιαγράψει τα κριτήρια που θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Τα τρία κριτήρια ως γνωστό είναι (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση, (β) να διαφαίνεται ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να επιτύχει στην αγωγή, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα κατ' αντιπαράθεση ισχυριζόμενα γεγονότα και θέσεις των διαδίκων, χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως είναι και η παρούσα, δεν εξετάζεται σε βάθος η προσφερόμενη μαρτυρία, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε τελεσίδικη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή ευρήματα επί γεγονότων, παρά μόνο για να διαπιστωθεί η ύπαρξη της αναγκαίας εκείνης νομικής και πραγματικής βάσης που ικανοποιούν ή όχι τα κριτήρια του άρθρου 32. (Jonitexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ, σελ. 269-70). Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. ΄Ετσι, το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δε δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία στις περιστάσεις της υπόθεσης. Αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση της ζημιάς δεν αποτελεί κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση του διατάγματος (K.O.T v. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 152, Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1121). Έχουν ανωτέρω καταγραφεί οι ισχυρισμοί του ενάγοντα όπως αυτοί περιλαμβάνονται στην ένορκο του δήλωση. Αγορεύοντας ο συνήγορος του ενάγοντα αιτητή αφού υιοθετεί με τη γραπτή του αγόρευση τους ισχυρισμούς του ενάγοντα που περιέχονται στη γραπτή του δήλωση εισηγήθηκε με παραπομπή σε νομολογία ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για απολυτοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων και για έκδοση των αιτημάτων υπό στοιχείο Β και Δ. Υπέδειξε περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι καθ'ων η αίτηση παρέβηκαν την παράγραφο 2.3 της συμφωνίας συνεργασίας εκθέτοντας σοβαρά την καλή υπόληψη και φήμη της κλινικής. Παρέβηκαν επίσης την παράγραφο 2.12 της ίδιας συμφωνίας σε σχέση με τον μηνιαίο μισθό του ενάγοντα αλλά και διάφορες άλλες παραγράφους για την ενοικίαση του χώρου, την πληρωμή του ενοικίου και την μη καταβολή των εξόδων διοίκησης και οικονομικής στήριξης της κλινικής. Από την αντίπερα όχθη ο κ. Χαβιαράς υποδεικνύει ότι η σύμβαση που οδήγησε στη διαφορά των μερών ήταν ομάδα συμβάσεων και η σχετική συμφωνία η co - operation agreement περιλαμβάνει τρεις πρόνοιες - κλειδιά. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 η ισχύς της συμφωνίας ξεκινά από την ημερομηνία της υπογραφής της. Σύμφωνα με την παράγραφο 2.6 παρέχει στην εναγόμενη απόλυτη ευχέρεια όποτε το επιλέξει να μετακινεί την κλινική σε άλλα υποστατικά. Άρα υποδεικνύει η έκδοση των επιζητούμενων παραγράφων υπό στοιχείο Β και Δ γίνεται κατά παράβαση των συμφωνιών. Η παράγραφος 2.8 σύμφωνα με τον κ. Χαβιαρά καθιστά τα αντικείμενα και τον εξοπλισμό αποκλειστική ιδιοκτησία της εναγομένης. Υποδεικνύει περαιτέρω πως η παράγραφος 12 που πραγματεύεται τον τερματισμό της συμφωνίας πουθενά δεν έχει τη σημασία της εξ υπαρχής ακυρότητας και την αποκατάσταση στην προτέρα κατάσταση, όπως την ερμηνεύει ο κ. Μάτσας. Από τη μελέτη της συμφωνίας (Cooperation) την οποίαν αμφότεροι οι συνήγοροι επικαλούνται, διαπιστώνεται η ύπαρξη των όρων στους οποίους παρέπεμψαν το Δικαστήριο. Διαπιστώνεται μια συμφωνία συνεργασίας με εκατέρωθεν υποχρεώσεις αλλά και δικαιώματα. Γεγονός αποτελεί πως ο όρος 2.6 παρέχει το δικαίωμα στους ενάγοντες να μετακινούν την κλινική σε άλλα υποστατικά και πως ο ενάγων αναγνώρισε πως όλα τα αντικείμενα και ο εξοπλισμός θα ανήκε στην εταιρεία των εναγομένων μέσω της οποίας παρουσιάζονταν ότι ίδρυαν ιατρικά κέντρα. Γεγονός επίσης αποτελεί πως ο ενάγων ήταν το άτομο που θα ασκούσε ιατρική προσφέροντας τις ιατρικές του υπηρεσίες στο κέντρο έναντι αμοιβής και ποσοστών. Εκ πρώτης όψεως η συμφωνία περιέχει τα στοιχεία της έγκυρης σύμβασης, έχοντας παροχή και αντιπαροχή. Το γεγονός πως κατ' ισχυρισμό του ενάγοντα υπάρχει άρνηση καταβολής του μισθού του και παράβαση όρων της, δεν καθιστά εξ' υπαρχής άκυρη τη συμφωνία λόγω έλλειψης αντιπαροχής. Έχω βέβαια πάντα κατά νουν πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Όπως λέχθηκε στην T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd.
(2002)1 A.A.Δ 1802, αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων. Αυτό, συνεχίστηκε στην ίδια απόφαση, συχνά παραγνωρίζεται σε Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά. Υπεδείχθη περαιτέρω και στην Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 A.A.Δ 1653: «.....το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. .. θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας». Όπως επιβεβαιώθηκε στην Parico Aluminium Ltd v. Muskita Aluminium Co κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015: «..... Το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα συνιστά μια προσωρινή δυνητική και εξαιρετική θεραπεία. Προσφέρεται προτού τα δικαιώματα των διαδίκων αποφασιστούν τελικά και στην περίπτωση απαγορευτικού διατάγματος που εκδίδεται μονομερώς ακόμα προτού το Δικαστήριο κατατοπιστεί για τη φύση της υπόθεσης του εναγομένου. Δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σ' αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων οι αξιώσεις των μερών ενδεχόμενα να εξαρτώνται. Η μαρτυρία είναι ασυμπλήρωτη γιατί μόνο κατά τη δίκη ελέγχεται με προφορική αντεξέταση. Πλήρης δικαιοσύνη δεν μπορεί να επιτευχθεί εφόσον το δικαστήριο λειτουργεί πάνω σε μη πλήρη πληροφόρηση. Επομένως δεν είναι σωστό για το δικαστήριο να αποφασίσει αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτά αποτελούν ζητήματα που πρέπει να εξετάζονται στη δίκη ...........». Έχω μελετήσει τα προταθέντα από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους και τα διαλαμβανόμενα στα έγγραφα για τα τεκμήρια τα οποία έχουν καταχωρηθεί. Με βάση την ανωτέρω νομολογία και την αδυναμία αξιολόγησης των εκατέρωθεν αντικρουόμενων ισχυρισμών που δίδονται θεωρώ ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις έχουν τεκμηριωθεί. Η τρίτη προϋπόθεση όπως ανωτέρω έχει καταγραφεί εξετάζεται πάντοτε και σε συνάρτηση με την επάρκεια της καταβολής των αποζημιώσεων. Θα πρέπει όμως να υποδειχθεί πως τα αιτούμενα να εκδοθούν διατάγματα έχουν προστακτικό χαρακτήρα και όπως φαίνεται και από τη σύνταξη τους τελειωτικό, υπό την έννοια ότι η έκδοση τους η οποία δεν επιζητείται επί προσωρινού χαρακτήρα θα οδηγήσει σε μη αναστρέψιμη κατάσταση. Η νομολογία δεν απαγορεύει την έκδοση προστακτικών διαταγμάτων. Υποδεικνύει όμως πως προστακτικά διατάγματα είναι δυνατό να εκδοθούν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και ξεκάθαρες υποθέσεις ή όπου συντρέχουν ειδικές συνθήκες και το Δικαστήριο αισθάνεται ψηλότερο βαθμό εξασφάλισης ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης δεν θα φανεί ότι το διάταγμα δόθηκε λανθασμένα (Halsbury's Laws of England, 4th edition, Vol. 24, p. 948, Shepherd Ltd v. Sandar
(1970)3 All E.R 402). Εκείνο που επιδιώκεται να εξασφαλισθεί με τα κρινόμενα διατάγματα είναι ταυτόσημο με μερικές θεραπείες των οποίων η εξασφάλιση επιζητείται και με το οπισθογραφημένο κλητήριο του ενάγοντα δηλαδή τις θεραπείες υπό στοιχεία Δ και Στ. Εχει νομολογηθεί πως είναι ανεπιθύμητο η αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα να ζητά ουσιαστικά την ίδια θεραπεία που αξιώνει η αγωγή, με αποτέλεσμα να εκδικάζεται το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις. Τέτοια διατάγματα δίνονται μόνο όταν το δικαίωμα σε θεραπεία είναι ξεκάθαρο (Halsbury's Laws of England, 3rd edition, Vol. 21, p.736-766) και όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση (Shepherd Homes v. Sandham
(1971)Ch. 340 και David Bean:Injunctions, 8η έκδοση, σελ. 35-37, παρ. 3.33-3.37). Αποτελεί εισήγηση και υπόδειξη του κ. Χαβιαρά ότι το Δικαστήριο ουσιαστικά καλείται να επιλύσει τη διαφορά σήμερα, με την επιδίωξη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Υπέδειξε δε ότι το status quo έχει ήδη διαφυλαχθεί με την έκδοση του διατάγματος το οποίο ήδη κατέστη απόλυτο και με το οποίο απαγορεύεται στους εναγόμενους καθ'ων η αίτηση να πωλήσουν ή αποξενώσουν τον ιατρικό εξοπλισμό. Έχουν ανωτέρω καταγραφεί οι παρατηρήσεις του Δικαστηρίου σχετικά με τους όρους της σύμβασης. Οι αιτούμενες να εκδοθούν παράγραφοι είναι ταυτόσημες με τις παραγράφους Δ και ΣΤ του κλητηρίου εντάλματος όπως ανωτέρω αναφέρθηκε. Θεωρώ ότι η έκδοση των αιτούμενων παραγράφων υπό στοιχείο Β και Δ είναι ιδιαίτερα δραστικό και θα αποτελέσει ουσιαστικά πρόκριμα για την τύχη της αγωγής δεδομένου ότι οι θεραπείες είναι ταυτόσημες και πανομοιότυπες. Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1978)1 W.L.R 670 (σε μετάφραση): «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα». Συνακόλουθα έχοντας υπόψη τα ανωτέρω κρίνεται ότι δεν μπορεί να εγκριθεί και να επιτύχει η έκδοση των παραγράφων Β και Δ της αίτησης και συνεπώς απορρίπτεται σε σχέση με τούτο το μέρος. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα της αίτησης θεωρώ δίκαιο η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί τα έξοδα της. (Υπ.) ............ Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Interim Αnafora: Ενδιάμεση/Συντηρητικό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.