Στέλιου Εργατίδη ν. Πανίκου Εργατίδη, Αρ. Αγωγής: 5097/2006, 28/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A19 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5097/2006 Μεταξύ: Στέλιου Εργατίδη Ενάγοντα και Πανίκου Εργατίδη Εναγομένου Ημερομηνία: 28 Μαΐου, 2012 Εμφανίσεις: Ο Ενάγοντας εμφανίζεται προσωπικά - παρών κατά την εκφώνηση της απόφασης Για τον Εναγόμενο: κα Χρ. Χατζηκωστή Α Π Ο Φ Α Σ Η O Ενάγοντας ήγειρε την παρούσα αγωγή με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα αξιώνοντας αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικές δηλώσεις του Εναγόμενου εναντίον του. Πιο συγκεκριμένα, είναι η θέση του Ενάγοντα στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε στις 3.3.2009 ότι κατά ή περί το Φθινόπωρο του 2005 ο Εναγόμενος εκ προθέσεως, κακόβουλα και κακόπιστα και με μοναδικό σκοπό να τον βλάψει δημοσίευσε προφορικά στους εργοδότες του, ήτοι την εταιρεία Eurogal Surveys Ltd, τον διευθυντή της εταιρείας κ. Yoram Golan και τον λογιστή κ. Δημήτρη Πετρίδη ότι ο Ενάγοντας είναι «ψεύτης, απατεώνας, κλέφτης, καταχραστής και πλαστογράφος». Η εν λόγω δημοσίευση, η οποία σύμφωνα με τον Ενάγοντα έγινε από τον Εναγόμενο για καθαρά εκδικητικούς και/η αλλότριους σκοπούς και εν γνώση του ότι ήταν αναληθής (λεπτομέρειες δίδονται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης), είχε ως αποτέλεσμα τη διεξαγωγή εξονυχιστικής και πολύμηνης έρευνας από μέρους των εργοδοτών του Ενάγοντα και μεταγενέστερα την μεταφορά του στην εταιρεία Aspan General Surveys Ltd με λιγότερα καθήκοντα και χαμηλότερες απολαβές. Αργότερα δε η απασχόληση του Ενάγοντα στην εταιρεία Aspan General Surveys Ltd τερματίστηκε στις 15.5.2007 λόγω τερματισμού των δραστηριοτήτων της εταιρείας και/ή λόγω πλεονάζοντος προσωπικού και συνεπεία τούτου υπέστηκε απώλειες και ζημιές αφού μέχρι σήμερα αδυνατεί να εξεύρει παρόμοιας φύσεως εργασία και με ανάλογες απολαβές με αυτές που ελάμβανε στην Eurogal Surveys Ltd. Στην Έκθεση Υπεράσπισής του ο Εναγόμενος, ο οποίος ας σημειωθεί είναι αδελφός του Ενάγοντα, αρνείται κατηγορηματικά τα όσα του καταλογίζει ο Ενάγοντας και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδέποτε καταφέρθηκε και/ή προέβηκε σε κακόβουλα και/ή δυσφημιστικά σχόλια για το πρόσωπο του Ενάγοντα που να έβλαψαν τον ίδιο ή τα οικονομικά του συμφέροντα ή την εργοδότησή του και καλεί τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του. Αποδίδει δε την καταχώρηση της παρούσας αγωγής στην άσκηση πίεσης με μοναδικό σκοπό τη διευθέτηση της υπόθεσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 4945/2005 μεταξύ του Ενάγοντα, του ίδιου και της συζύγου του. Να σημειωθεί στο στάδιο αυτό ότι ενώ αρχικά ο Ενάγοντας εκπροσωπείτο από δικηγόρο, τελικά κατά την ακροαματική διαδικασία χειρίστηκε την υπόθεση αυτοπροσώπως. Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι με δήλωση του τότε συνηγόρου του Ενάγοντα στις 21.11.2008 η απαίτησή του περιορίστηκε σε κλίμακα κάτω των €100,000 παρόλο που η αγωγή είχε αρχικά καταχωρηθεί σε κλίμακα £50,000 - £250,
- Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν εκ συμφώνου και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους τα Τεκμήρια 1 - 6 τα οποία αποτελούνται από τα ακόλουθα έγγραφα: - Πιστοποιητικά Μετόχων της εταιρείας Panikos Ergatides Motors Ltd ημερομηνίας 21.2.2005 και 26.8.2005 (Tεκμήριo 1(A) και 1(Β) αντίστοιχα). - Πιστοποιητικά Διευθυντή και Γραμματέα της εν λόγω εταιρείας ημερομηνίας 21.2.2005 και 7.9.2005 (Τεκμήρια 2(Α) και 2(Β) αντίστοιχα). - Έγγραφο Καταπιστεύματος (Trust Deed) ημερομηνίας 7.3.2005 (Τεκμήριο 3). - Ηλεκτρονικό Μήνυμα από Yoram Golan προς Δημήτρη Πετρίδη ημερομηνίας 11.10.2005 (Τεκμήριο 4). - Απόδειξη Είσπραξης Εισφορών και Τέλους των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Κατάσταση Αποδοχών των εργοδοτουμένων της Eurogal Surveys Ltd για τον μήνα Απρίλιο του 2006 (Τεκμήριο 5). - Επιστολή του Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού προς τον δικηγόρο κ. Νεοκλή Νεοκλέους ημερομηνίας 28.2.2007 με θέμα τα αποτελέσματα της γραφολογικής εξέτασης αναφορικά με τον Στέλιο Εργατίδη (Τεκμήριο 6). Προς απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντα κατάθεσε ο ίδιος και η σύζυγός του κα Μαρία Εργατίδη, ενώ για σκοπούς της υπεράσπισης κατέθεσε μόνο ο Εναγόμενος. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Ενάγοντας ανέφερε αρχικά ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν σε υπεύθυνη και νευραλγική θέση στην εταιρεία Eurogal Surveys Ltd στη Λεμεσό και ήταν ένα έντιμο, φερέγγυο, νομοταγές άτομο που ετύγχανε εκτίμησης από το επαγγελματικό, κοινωνικό και φιλικό του περιβάλλον. Είναι απόφοιτος πανεπιστημίου, οικογενειάρχης με δύο ανήλικα παιδιά, δραστήριος και επιτυχημένος στον χώρο της εργασίας του. Περί τον Φεβρουάριο του 2005 ο Εναγόμενος εκ προθέσεως και με μοναδικό σκοπό να τον βλάψει δημοσίευσε γραπτώς και προφορικά προς τους εργοδότες του, ήτοι την εταιρεία Eurogal Surveys Ltd, τον Διευθυντή της εταιρείας κ. Yoram Golan και τον λογιστή κ. Δημήτρη Πετρίδη ότι ο Ενάγοντας είναι «ψεύτης, απατεώνας, κλέφτης, καταχραστής και πλαστογράφος» και προς υποστήριξη των καταγγελιών του απέστειλε με τηλεομοιότυπο στους εργοδότες του διάφορα έγγραφα της εταιρείας Panikos Ergatides Motors Ltd που συμφώνησαν και ίδρυσαν από κοινού. Ταυτόχρονα, ο Εναγόμενος φρόντισε να πληροφορηθούν οι εργοδότες του για την καταγγελία για πλαστογραφία επί εγγράφου καταπιστεύματος ημερομηνίας 7.3.2005 (Tεκμήριο 3) στην οποία προέβηκε η συζυγός του Ορθοδοξία Εργατίδη που εκκρεμούσε εις βάρος του στην Αστυνομία και τους απέστειλε διάφορα έγγραφα τα οποία δείκνυαν ότι η εταιρεία Panikos Ergatides Motors Ltd που τους ανήκε είχε εγγραφεί επ' ονόματι του Ενάγοντα μετά από πλαστογραφία. Τα έγγραφα αυτα (Τεκμήρια 1(Α) και 1(Β)) στάληκαν με τηλεομοιότυπο στον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρείας Eurogal Surveys Ltd κ. Yoram Golan, ο οποίος με τη σειρά του τα απέστειλε στον Διευθυντή της ελεγκτικής εταιρείας Alpha Audit Ltd κ. Δημήτρη Πετρίδη. Ως αποτέλεσμα των εν λόγω καταγγελιών προς τους εργοδότες του, ο Ενάγοντας αναγκάστηκε να υποστεί τις συνέπειες μιας εξονυχιστικής έρευνας που διετάχθηκε εναντίον του για να διαπιστωθεί κατά πόσον είχε καταχραστεί χρήματα της εταιρείας Eurogal. Με τη διεκπεραίωση της έρευνας, από την οποία δεν προέκυψε οτιδήποτε εναντίον του, κλήθηκε από τους εργοδότες του να αποκαταστήσει το όνομά του στην Αστυνομία Λεμεσού σε σχέση με την καταγγελία της πλαστογραφίας εντός 30 ημερών, κάτι που δυστυχώς δεν κατέστη δυνατόν λόγω του ότι το πόρισμα της Αστυνομίας εκδόθηκε στις 28.2.2007, ήτοι 17 μήνες αργότερα. Συνεπεία αυτής της κατάστασης και παρά το αποτέλεσμα της έρευνας, οι εργοδότες του δεν ήθελαν να εργοδοτούν στη θέση του Οικονομικού Διευθυντή, άτομο με εκκρεμότητες στην Αστυνομία και διασυρμένο όνομα κλέφτη, πλαστογράφου και καταχραστή και για το λόγο αυτό τον Απρίλιο του 2006 τερμάτισαν τις υπηρεσίες του στην εταιρεία. Το γεγονός αυτό προκάλεσε και προκαλεί στον Ενάγοντα ζημιές και έξοδα αφού μέχρι στιγμής αδυνατεί να εξεύρει παρόμοιας φύσης εργασία και με ανάλογες απολαβές λόγω της προχωρημένης σήμερα ηλικίας του και λόγω του ότι απαιτούνται σχετικές συστάσεις από τους προηγούμενους εργοδότες του με αποτέλεσμα να αποκαλύπτονται σε αυτούς οι δημοσιεύσεις στις οποίες προέβηκε ο Εναγόμενος. Ως δεύτερη μάρτυρας για τον Ενάγοντα κατέθεσε η σύζυγός του κα. Μαρία Εργατίδη η οποία εργάζεται στην εταιρεία Eurogal Surveys Ltd από το 1999 μέχρι σήμερα. Γνωρίζει πολύ καλά τα οικονομικά της εταιρείας αφού σήμερα είναι οικονομικός διευθυντής της. Η κα Εργατίδη ανέφερε ότι το 2004 η εταιρεία Eurogal προχώρησε στην ίδρυση της θυγατρικής εταιρείας Aspan General Surveys Ltd και στο άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού της εν λόγω εταιρείας σε λίρες κύπρου στη Λαϊκή Τράπεζα. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, ο Ενάγοντας θα ήταν ένας εκ των υπογραφέων (signatories) του λογαριασμού, και αφού συμπληρώθηκαν οι σχετικές αιτήσεις, παραδόθηκαν στο κεντρικό κατάστημα της Λαικής Τράπεζας προκειμένου να ανοιχθεί ο λογαριασμός. Τότε, ο αρμόδιος υπάλληλος της τράπεζας επικοινώνησε με τους ελεγκτές της εταιρείας και πιο συγκεκριμένα τον κ. Πετρίδη και τον ειδοποίησε ότι δεν μπορούσαν να αποδεχτούν τον Ενάγοντα ως υπογραφέα του λογαριασμού διότι εκκρεμούσε διαδικασία πτώχευσης εναντίον του. Ο κ. Πετρίδης ειδοποίησε τον κ. Yoram Golan σχετικά με το θέμα και αυτός με τη σειρά του επικοινώνησε με τον Ενάγοντα προκειμένου να συζητήσουν το όλο θέμα το οποίο προέκυψε. Ο Ενάγοντας του εξήγησε ότι είχε ήδη ξεκινήσει τις διαδικασίες για αποκατάστασή του και ο κ. Golan του ζήτησε να ξεκαθαρίσει το ζήτημα το συντομότερο, χωρίς ωστόσο να τεθεί θέμα απομάκρυνσης του Ενάγοντα από την εταιρεία. Περί τον Οκτώβριο του 2005 επισκέφθηκε τα γραφεία της εταιρείας στην Κύπρο ο κ. Yoram Golan μαζί με τον κ. Doron Gishri και τον κ. Δημήτρη Πιερίδη και είχαν συνάντηση με την ίδια και τον Ενάγοντα ενημερώνοντάς τους ότι έλαβαν κάποια καταγγελία εναντίον του Ενάγοντα ότι έχει καταχραστεί τα περιουσιακά στοιχεία της εταρείας και ότι τα χρησιμοποίησε προκειμένου να εξοφλήσει τα χρέη του και να χρηματοδοτήσει την εταιρεία που άνοιξε με τον αδελφό του Πανίκο. Τους πληροφόρησαν επίσης ότι γνώριζαν για την καταγγελία του Ενάγοντα στην Αστυνομία αναφορικά με την ισχυριζόμενη πλαστογραφία του καταπιστεύματος και ότι ο Εναγόμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον κ. Yoram Golan και ακολούθως του έστειλε μέσω φαξ κάποια έγγραφα σχετικά με την εταιρεία Panicos Ergatides Motors Ltd. Mετά από συζήτηση που ακολούθησε, αποφασίστηκε όπως ο Ενάγοντας παραμείνει στην εταιρεία μέχρις ώτου γίνουν οι σχετικοί ελέγχοι και έρευνες. Ακολούθως, τόσο η ίδια όσο και ο Ενάγοντας κλήθηκαν αρχικά προφορικά και μετά γραπτώς να δώσουν στους ελεγκτές της εταιρείας όλες τις οικονομικές καταστάσεις της Eurogal για την περίοδο 1999-2005, όπως επίσης στοιχεία που αφορούσαν τους προσωπικούς τους λογαριασμούς και την πτώχευση του Ενάγοντα και αποδείξεις εξόφλησης των διαφόρων χρεών που ενέπιπταν στη διαδικασία της πτώχευσης (σχετικά κατατέθηκε το Τεκμήριο 8). Τα στοιχεία αυτά δόθηκαν και η έρευνα διήρκησε από το τέλος Φεβρουαρίου 2006 μέχρι τις αρχές Μαρτίου
- Η έρευνα των ελεγκτών της εταιρείας πιστοποίησε ότι δεν είχε γίνει οποιαδήποτε παρατυπία ή κατάχρηση χρημάτων από τον Ενάγοντα, αλλά το πόρισμα της Αστυνομίας αναφορικά με την καταγγελία για πλαστογραφία δεν είχε ολοκληρωθεί μέχρι τότε. Για το λόγο αυτό, η εταιρεία ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι η φήμη του είχε πληγεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορεί να παραμείνει στη θέση του οικονομικού διευθυντή της εταιρείας και ότι θα ήταν προτιμότερο να αποχωρήσει από τη θέση αυτή και να αναλάβει την διεύθυνση και προώθηση της εταιρείας Aspan General Surveys Ltd. Ο Ενάγοντας αποδέχθηκε την πρόταση αυτή και από τον Μάιο του 2006 εργοδοτήθηκε στην εν λόγω εταιρεία. Λόγω, όμως, του ότι οι δουλείες της Aspan δεν πήγαν όσο καλά αναμενόταν, το 2007 αποφασίστηκε ο τερματισμός των εργασιών της και κατ' επέκταση και του Ενάγοντα ως πλεονάζοντος προσωπικού. Για τους σκοπούς της κυρίως εξέτασής του ο Εναγόμενος υιοθέτησε τη Γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο Β) και ανέφερε ότι από το έτος 1989 είχε εταιρεία πώλησης αυτοκινήτων με τον άλλο αδελφό του κ. Γιώργο Εργατίδη, η οποία ήταν μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στην Κύπρο. Ο Ενάγοντας δούλευε τότε σε διάφορες επιχειρήσεις στη Λεμεσό και ουδέποτε ασχολήθηκε με τον τομέα της πώλησης αυτοκινήτων. Τα οικονομικά του Ενάγοντα δεν ήταν ποτέ καλά αφού για διάφορους λόγους έχανε τακτικά τη δουλειά του και για το λόγο αυτό τα υπόλοιπα αδέλφια τον βοηθούσαν οικονομικά. Οι σχέσεις του με τον Ενάγοντα ψυχράνθηκαν το 1991 ενώ το 1995 ο Ενάγοντας κηρύχθηκε σε πτώχευση και έφυγε στο εξωτερικό. Περί τον Απρίλιο του 2004 συμφώνησε με τον αδελφό του Γιώργο να διαλύσουν τη συνεργασία τους και έτσι άρχισε να ετοιμάζει τη δική του επιχείρηση. Στο μεταξύ ο Ενάγοντας επέστρεψε από το εξωτερικό και αφού οι σχέσεις τους αποκαταστάθηκαν προσφέρθηκε να τον βοηθήσει με τα λογιστικά θέματα της εταιρείας που θα ίδρυε. Η νέα εταιρεία ενεγράφη με το όνομα Panicos Ergatides Motors Limited και διευθυντής της ήταν ο Εναγόμενος ενώ μέτοχος και γραμματέας η σύζυγός του Ορθοδοξία Εργατίδη. Ο Ενάγοντας τον βοήθησε να στήσει την επιχείρησή του, όμως γύρω στα μέσα του Μαρτίου 2005 ο Εναγόμενος του ζήτησε να σταματήσει να ασχολείται με την επιχείρηση αφού άρχισε να του ζητά να τον βάλει μέτοχο στην εταιρεία ενώ ο ίδιος του είχε ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναμπεί στη διαδικασία του συνεταιρισμού και ειδικά με συγγενικά του πρόσωπα. Περί τον Σεπτέμβριο του 2005 επιδόθηκε στον ίδιο και τη σύζυγό του η αγωγή που ήγειρε ο Ενάγοντας εναντίον του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού με αριθμό 4945/2005 στην οποία γινόταν αναφορά σε κάποιο έγγραφο καταπιστεύματος δυνάμει του οποίου ο Ενάγοντας διεκδικούσε την εταιρεία Panicos Ergatides Motors Ltd. Λόγω του ότι τόσο ο ίδιος όσο και η σύζυγός του έλαβαν γνώση του εγγράφου αυτού με την εν λόγω αγωγή, αποφάσισαν να καταγγείλουν την υπόθεση στην Αστυνομία αφού η συζυγός του ισχυριζόταν ότι δεν υπέγραψε ποτέ τέτοιο έγγραφο. Μετά την καταχώρηση της εν λόγω αγωγής, επικοινώνησε μαζί του ο κ. Δημήτρης Πετρίδης, λογιστής της εταιρείας Eurogal Surveys Ltd και του ανέφερε ότι η εταιρεία πληροφορήθηκε από κάποιο τραπεζικό υπάλληλο ότι ο Ενάγοντας ήταν πτωχεύσας και για το λόγο αυτό διεξαγόταν κάποια έρευνα εναντίον του. Στα πλαίσια της έρευνας αυτής, επικοινώνησαν μαζί του για να τον ρωτήσουν εάν γνώριζε οτιδήποτε σχετικά με το θέμα της πτώχευσης και εάν ο αδελφός του είχε οποιαδήποτε σχέση με την εταιρεία Panicos Ergatides Motors Ltd και ειδικότερα εάν χρηματοδότησε την εν λόγω εταιρεία και σε μια τέτοια περίπτωση με ποιό ποσό. Ο ίδιος του ανέφερε ότι ο Ενάγοντας ήταν πράγματι πτωχεύσας και ότι ουδέποτε συνέβαλε οικονομικά στο στήσιμο της εταιρείας, ενώ του εξήγησε ότι δεν είχε πλέον καμία σχέση μαζί του λόγω του θέματος που εγέρθηκε με το καταπίστευμα και την αγωγή με αριθμό 4945/
- Όπως φάνηκε στη συνέχεια, ο κ. Πετρίδης ενημέρωσε σχετικά τον κ. Yoram Golan, o οποίος επικοινώνησε στη συνέχεια μαζί του ζητώντας λεπτομέρειες αναφορικά με το θέμα της εταιρείας Panicos Ergatides Motors Ltd και όπως του απέστελλε οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο υπήρχε. Ο Ενάγοντας δεν του απέστειλε, όμως, οτιδήποτε αφού όλα τα έγγραφα ήταν στα χέρια του πρώην δικηγόρου του κ. Νεοκλή Νεοκλέους και κατατεθειμένα στις αρμόδιες αρχές. Τέλος, στα πλαίσια της κατάθεσής του στο Δικαστήριο ο Εναγόμενος αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι επικοινώνησε με δική του πρωτοβουλία με τους εργοδότες του Ενάγοντα για να τον κατηγορήσει ή προκειμένου να αποστείλει οποιαδήποτε έγγραφα και υποστήριξε ότι ουδέποτε αποκάλεσε τον Ενάγοντα «ψεύτη, απατεώνα, κλέφτη, καταχραστή και πλαστογράφο» όπως αυτός ισχυρίζεται. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Έχοντας υπόψη την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, όπως επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους θα προχωρήσω να κρίνω την αξιοπιστία τους. Κάνοντας αρχή με τον Ενάγοντα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην παράγραφο 2 της Γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο Α) και αφορούν την οικογενειακή και επαγγελματική του κατάσταση κατά τον ουσιώδη χρόνο, όπως επίσης τη φήμη και υπόληψή του δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του και επομένως παραμένουν χωρίς αμφισβήτηση, παρόλο που ο Εναγόμενος κατά τη μαρτυρία του προέβηκε σε διάφορους χαρακτηρισμούς για το άτομο του Ενάγοντα. Παρομοίως, δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγοντας ήταν οικονομικός διευθυντής της εταιρείας Eurogal Surveys Ltd όπως επίσης ο μισθός και τα ωφελήματα που απολάμβανε στη θέση αυτή. Όσον αφορά το επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή, ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι «κατά ή περί το Φθινόπωρο του 2005 ο Εναγόμενος εκ προθέσεως και με μοναδικό σκοπό να τον βλάψει κακόβουλα και/ή κακόπιστα και δολίως και χωρίς να έχει οιαδήποτε καλή και εύλογη και πιθανή υποψία προς το πρόσωπο του και χωρίς να υπάρχει οιαδήποτε καλή και νόμιμη και λογική αιτία να υπερασπίσει τα νόμιμα συμφέροντα του δημοσίευσε γραπτώς και προφορικώς προς τους εργοδότες του ήτοι την Εταιρεία Eurogal Surveys Ltd, τον Διευθυντή της κ.Yoram Golan και τον Λογιστή Δημήτρη Πετρίδη ότι είμαι «ψεύτης, απατεώνας, κλέφτης, καταχραστής και πλαστογράφος», αποστέλλοντας με τηλεομοιότυπο στους εργοδότες του διάφορα έγγραφα της Εταιρείας PANIKOS ERGATIDES MOTORS LTD που συμφώνησαν και ίδρυσαν από κοινού προς υποστήριξη των καταγγελιών του» (βλέπε παράγραφο 4 της Γραπτής του Δήλωσης). Προς υποστήριξη δε των εν λόγω ισχυρισμών του παρέπεμψε το Δικαστήριο στα Τεκμήρια 1-6 τα οποία κατατέθηκαν ως κοινώς παραδεκτά προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. Η μαρτυρία του Ενάγοντα σε σχέση με το ότι πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τον κ. Yoran Golan, τον κ. Doron Gushri και τον κ. Δημήτρη Πετρίδη στην παρουσία της ΜΕ2, όπως επίσης για το γεγονός ότι μετά την εν λόγω συνάντηση διεξήχθηκε έρευνα σε σχέση με τον Ενάγοντα και την οικονομική του κατάσταση και τα οικονομικά της εταιρείας, γίνεται αποδεκτή αφού για τα ζητήματα αυτά ο Ενάγοντας παρέθεσε στο Δικαστήριο σχετικές λεπτομέρειες και στοιχεία. Εν πάση δε περιπτώσει, το γεγονός της διεξαγωγής της εν λόγω έρευνας δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση και παράλληλα επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο 8 που αποτελεί επιστολή του κ. Yoran Golan προς τον Ενάγοντα ημερομηνίας 17.10.2005 με την οποία ζητούνταν από αυτόν καταστάσεις των τραπεζικών λογαριασμών του από 1.1.2005, κατάλογος των πιστωτών του και των σχετικών εξασφαλίσεων, όπως επίσης καταστάσεις από τις τράπεζες σχετικά με τα τότε οφειλόμενα υπόλοιπα και δικαστικά έγγραφα τα οποία αφορούσαν τη διαδικασία που προωθούσε ο Ενάγοντας για ακύρωση της πτώχευσης εναντίον του. Εκείνο, όμως, που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο είναι η θέση του Ενάγοντα περί προφορικής και γραπτής δυσφήμισης του από τον Εναγόμενο. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους: Ήταν, ουσιαστικά, η θέση του κ. Στέλιου Εργατίδη ότι ο Εναγόμενος τον δυσφήμησε με τους ακόλουθους τρόπους:
- Χαρακτηρίζοντας τον Ενάγοντα ως «ψεύτη, απατεώνα, κλέφτη, καταχραστή και πλαστογράφο».
- Αποστέλλοντας στους εργοδότες του τα έγγραφα που αφορούσαν την εταιρεία Panikos Ergatides Motors Ltd (Τεκμήρια 1Α, 1Β, 2Α και 2Β).
- Πληροφορώντας τους εργοδότες του για την καταγγελία στην οποία προέβηκε η σύζυγος του για πλαστογραφία. Το πρώτο πράγμα που θα πρέπει να επισημάνω είναι ότι οι υπό
(2)και
(3)πιο πάνω κατ΄ ισχυρισμό δυσφημίσεις δεν δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα. Όσον αφορά την πρώτη περίπτωση, η μαρτυρία του Ενάγοντα περιορίστηκε στο ότι του αναφέρθηκε από τους κ.κ. Yoram Golan, Doron Gishri και Δημήτρη Πετρίδη και συνεπώς είναι εξ΄ ακοής μαρτυρία. Αδιαμφισβήτητα η εξ ακοής μαρτυρία μετά την τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, με το Ν. 32(Ι)/2004αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία. Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 27 του Νόμου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στην εξ ακοής μαρτυρία λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση και από τις οποίες μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία της μαρτυρίας. Τέτοιες ενδεικτικές περιστάσεις εκτίθενται στο Νόμο, μία δε εκ των οποίων είναι το κατά πόσον το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση δεν μπορούσε να προσέλθει στο Δικαστήριο και να καταθέσει ως μάρτυρας. Οι περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης είναι τέτοιες που, κατά την άποψη μου, δεν μου επιτρέπουν να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στην εν λόγω προσκομισθείσα μαρτυρία και αυτό για τους ακόλουθους λόγους: Ενώ στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ο Ενάγοντας ανέφερε ότι θα παρουσίαζε ως μάρτυρα τον κ. Yoran Golan ο οποίος θα ερχόταν στην Κύπρο για να μαρτυρήσει για την υπόθεση και το Δικαστήριο όρισε τη συνέχιση της ακρόασης της υπόθεσης στις 14.3.2012 και 15.3.2012 για το σκοπό αυτό, εντούτοις, τελικά ο Ενάγοντας δεν τον παρουσίασε ως μάρτυρα χωρίς να δώσει οποιαδήποτε σχετική προς τούτο εξήγηση. Επί τούτου σημειώνεται ότι η θέση του Ενάγοντα που προβάλλεται στην πρώτη παράγραφο της Γραπτής του Αγόρευσης, ήτοι ότι ο κ. Yoran Golan δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας λόγω του ότι απουσίαζε στο εξωτερικό δεν κρίνεται επαρκής εξήγηση για τη μη κλήτευσή του στο Δικαστήριο, αφού αφενός η απουσία του στο εξωτερικό ήταν κάτι που γνώριζε ο Ενάγοντας όταν εξεδήλωσε την πρόθεσή του να τον παρουσιάσει ως μάρτυρα και αφετέρου το γεγονός αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο για την προσέλευσή του κ. Golan στο Δικαστήριο. Όσον αφορά το πρόσωπο του κ. Δημήτρη Πετρίδη, ο Ενάγοντας προβάλλει στη Γραπτή του Αγόρευση ότι ο λόγος που δεν κλητεύθηκε ως μάρτυρας είναι η μακρά του ασθένεια. Αυτή η θέση, όμως, δεν τέθηκε στο Δικαστήριο προηγουμένως παρά μόνο στο στάδιο των αγορεύσεων, με τρόπο ώστε να μην μπορεί τώρα να αξιολογηθεί. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο Δικαστήριο ο Ενάγοντας δεν είχε δηλώσει σε κανένα στάδιο ότι προτίθετο να καλέσει τον κ. Πετρίδη ως μάρτυρα. Να σημειωθεί ότι δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου η δήλωση του Ενάγοντα κατά την κυρίως εξέταση του ότι στο μεταξύ ο κ. Gishri απεβίωσε, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει την πιο πάνω κατάληξη μου περί μη πρόσδωσης βαρύτητας στην εξ΄ ακοής μαρτυρία του Ενάγοντα ενόψει του ότι τα δύο αλλά πρόσωπα που ήταν παρόντα κατά την επίδικη συνάντηση θα μπορούσαν να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο. Σε σχέση δε με τα έγγραφα τα οποία ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι αποστάληκαν από τον Εναγόμενο στον κ. Yoran Golan μέσω τηλεομοιοτύπου, κρίνεται ότι τα έγγραφα αυτά (Τεκμήρια 1Α, 1Β, 2Α και 2Β) πράγματι στάληκαν από τον Εναγόμενο, ο οποίος εν πάση περιπτώσει αποδέχεται ότι επί αυτών έθεσε τις χειρόγραφες σημειώσεις «Before» και «Now», πλην όμως σε αυτές δεν υπάρχει οποιαδήποτε δήλωση του Εναγόμενου η οποία να μπορεί να χαρακτηριστεί δυσφημιστική για το πρόσωπο του Ενάγοντα, πόσω μάλλον από τη στιγμή που το περιεχόμενο των εγγράφων αυτό δεν αμφισβητήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο από τον Ενάγοντα. Η θέση του Ενάγοντα ότι συνεπεία των κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικών δηλώσεων του Εναγόμενου ο ίδιος απώλεσε την εργασία του στην εταιρεία Eurogal Surveys Ltd και κατ' επέκταση τα εισοδήματά του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο για τους εξής λόγους: Καταρχήν, επισημαίνεται ότι στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο Ενάγοντας κατέθεσε ότι λόγω της όλης κατάστασης που δημιουργήθηκε και ενόψει της εκκρεμότητας που είχε με την Αστυνομία συνεπεία της υπόθεσης της πλαστογραφίας, οι εργοδότες του ήταν δύσπιστοι και καχύποπτοι για το άτομο του και τον Απρίλιο του 2006 τερμάτισαν τις υπηρεσίες του με αποτέλεσμα να παραμείνει άνεργος και να υποστεί ζημιές και έξοδα (βλέπε παράγραφο 11 της Γραπτής Δήλωσης) και ουδεμία αναφορά έκανε στην εργοδότησή του στην εταιρεία Aspan General Surveys Ltd. Ωστόσο, κατά την αντεξέταση του προώθησε τις εξής εκδοχές: Αρχικά ανέφερε τα ακόλουθα: «. ο έλεγχος διήρκησε τέσσερις μήνες - μου είχαν πει για καταγγελία στην Αστυνομία και ότι εκκρεμούσε πιθανή φυλάκιση μου και μου έδωσαν αρκετό χρόνο για να αποκαταστήσω το όνομα μου στην Αστυνομία. Διήρκησε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2007 να βγει το πόρισμα το οποίο καθάριζε το όνομα μου και έδειχνε ότι δεν ήταν πλαστογραφία, όμως δυστυχώς με είχαν ήδη μεταφέρει στην κυπριακή εταιρεία επειδή εκεί εργαζόταν σε παρόμοια θέση και η σύζυγος μου Μαρία. Μετά τις καταγγελίες του αδελφού μου θεώρησαν ότι δεν ήταν σωστό μια εταιρεία να διευθύνεται από ένα αντρόγυνο. Η κυπριακή εταιρεία όπου μετέβηκα δεν είχε δουλειές με αποτέλεσμα σε ένα χρόνο, τον Απρίλιο του 2008 απολύθηκα». Μετέπειτα, όταν ερωτήθηκε εάν του ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα της έρευνας απάντησε ως εξής: «Ναι, γραπτώς και προφορικά. Προφορικώς μεν ότι δεν είχε βρεθεί οτιδήποτε εις βάρος μου και ότι θα με μετέφεραν στην αρχή στην κυπριακή εταιρεία και γραπτώς με το νέο συμβόλαιο που μου έλεγε για τη νέα θέση και έγγραφο για την αποζημίωση που πήρα και με επιστολή που με πληροφορούσε ότι τα δικαιώματα μου στις κοινωνικές ασφαλίσεις θα μεταφέρονταν. Η μεταφορά μου στην κυπριακή εταιρεία ήταν κυρίως επειδή η σύζυγος μου εργαζόταν εκεί και σαν βοηθός μου. Μετά την καταγγελία το θεώρησαν ανορθόδοξο. Όταν έφυγα πήρε τη θέση μου η γυναίκα μου η οποία εξακολουθεί μέχρι σήμερα να εργάζεται εκεί». Στη βάση των πιο πάνω δηλώσεων του Ενάγοντα κρίνεται ότι οι υπηρεσίες του στην εταιρεία Eurogal Surveys Ltd δεν τερματίστηκαν συνεπεία της συμπεριφοράς και των κατ΄ ισχυρισμόν δηλώσεων του Εναγόμενου αλλά λόγω της εκκρεμούσας καταγγελίας σε βάρος του για πλαστογραφία που έγινε από την Ορθοδοξία Εργατίδη η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Εάν πράγματι ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα ότι οι υπηρεσίες του τερματίστηκαν για το λόγο αυτό, δεν θα ήταν λογικό η εταιρεία Eurogal να προσπαθεί να εξασφαλίσει τα δικαιώματα του Ενάγοντα στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, αλλά ούτε και να του προσέφερε εργασία σε άλλη νεοδημιουργηθείσα εταιρεία (Aspan General Surveys Ltd) και δη τη θέση του Γενικού Διευθυντή με σταθερό μισθό και προμήθεια αναλόγως του κύκλου εργασιών με σκοπό να την προωθήσει στην αγορά. Επί του σημείου αυτού υποδεικνύεται ότι ο Ενάγοντας παρέμεινε στην εργασία του καθόλη την περίοδο που η έρευνα ήταν σε εξέλιξη, όπως επίσης και για κάποιο διάστημα μετέπειτα. Αξιολογώντας, τώρα, την κα Μαρία Εργατίδη η οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ΜΕ2 θα πρέπει καταρχήν να πω ότι ήταν ειλικρινής και θετική μάρτυρας. Όπως φαίνεται και πιο πάνω, η μαρτυρία της κινήθηκε στα ίδια πλαίσια με τη μαρτυρία του Εναγόμενου και για τους ίδιους λόγους που περιγράφονται πιο πάνω ούτε η μαρτυρία της ΜΕ2 επί των ουσιωδών σημείων μπορεί να γίνει αποδεκτή παρόλο που δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε προσπάθεια της να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι και η μαρτυρία της ΜΕ2 αναφορικά με τις κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικές δηλώσεις του Εναγόμενου για το πρόσωπο του Ενάγοντα συνίσταται και πάλι από εξ ακοής μαρτυρία στην οποία δεν μπορεί να προσδωθεί οποιαδήποτε βαρύτητα για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω. Η δε θέση της επί του συγκεκριμένου θέματος ήταν η εξής: «Ήταν ένα meeting στο οποίο ειδοποίησαν με ότι έχουν πάρει καταγγελία εναντίον του Στέλιου στο ότι έχει καταχραστεί τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας· τότε η καταγγελία ήδη ήταν ότι ο Στέλιος πήρε κάποιο ποσό μισού εκατομμυρίου και ότι είχε χρησιμοποιήσει αυτά τα λεφτά. Δολάρια, ευρώ, δεν θυμούμαι. Μου είπαν ότι γύρευαν περίπου μισό εκατομμύριο, ότι έχουν καταγγελθεί ότι λείπουν από την εταιρεία Eurogal και ότι χρησιμοποίησε τα λεφτά αυτά για να ξοφλήσει κάποια χρέη που ήταν στην πτώχευση και να χρηματοδοτήσει την εταιρεία που άνοιξε με τον αδελφό του Πανίκο. Μας ενημέρωσαν ότι είχε καταγγελθεί για τον κακό χαρακτήρα του, ψεύτης, κλέφτης, πλαστογράφος και ότι γνώριζαν για καταγγελία του Στέλιου στην αστυνομία για την υπόθεση του αδελφού του Πανίκου και ήρθαν να ερευνήσουν την καταγγελία για να αποφασίσουν τι θα γίνει». Τα ίδια ισχύουν και για το ζήτημα του τερματισμού της εργοδότησης του Ενάγοντα στην εταιρεία Eurogal Surveys Ltd αφού η κα Εργατίδη απέδωσε την μεταφορά του Ενάγοντα στην εταιρεία Aspan General Surveys Ltd στο γεγονός της εκκρεμότητας καταγγελίας του Ενάγοντα για πλαστογραφία και όχι στις κατ' ισχυρισμό δηλώσεις του Εναγόμενου. Ο Εναγόμενος δεν έκανε καθόλου καλή εντύπωση και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του θα ήθελα να σημειώσω ότι το μεγαλύτερο μέρος της κυρίως εξέτασης και της αντεξέτασης του Εναγόμενου αναλώθηκαν στις γενικότερες μεταξύ τους διαφορές και όχι στα θέματα που είναι επίδικα στην παρούσα αγωγή και αφορούν ουσιαστικά την κατ' ισχυρισμό δυσφήμιση του Ενάγοντα από τον Εναγόμενο. Σύμφωνα, όμως, με τις αρχές της νομολογίας επί του θέματος (βλ. Σ.Κ. ν. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού, Ποινική Έφεση αρ. 235/2009, απόφαση πλειοψηφίας ημερομηνίας 22.6.2010) η αξιολόγηση της μαρτυρίας του θα γίνει μόνο σε σχέση με τα ουσιαστικά επίδικα θέματα. Επί των ζητημάτων αυτών, λοιπόν, η θέση του Εναγόμενου ότι μετά την καταχώρηση της αγωγής 4945/2005 τον Σεπτέμβριο του 2005 επικοινώνησε μαζί του κ. Δημήτρης Πετρίδης προκειμένου να επιβεβαιώσει κατά πόσον ο Ενάγοντας είναι πτωχεύσας και εάν είχε οποιαδήποτε σχέση με την εταιρεία του, Panikos Ergatides Motors Ltd, απορρίπτεται ως αναληθής και μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Και εξηγώ: Καταρχήν η θέση αυτή δεν παρουσιάζεται πειστική αφού δεν είναι λογικό ούτε αναμενόμενο ένας ελεγκτής να επικοινωνεί με τον αδελφό του «υπό διερεύνηση» ατόμου για να διαπιστώσει εάν ο τελευταίος είναι πτωχεύσας αντί να αποταθεί στον Επίσημο Παραλήπτη που είναι η μόνη αρμόδια υπηρεσία για παροχή τέτοιων πληροφοριών. Ιδιαίτερα, μάλιστα, ενόψει του ότι, όπως ο ίδιος ο Εναγόμενος παραδέχτηκε στη μαρτυρία του, δεν γνώριζε τον κ. Δημήτρη Πετρίδη κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η δε θέση που προέβαλε ο Εναγόμενος ότι ο Δημήτρης Πετρίδης επικοινώνησε μαζί του για να διαπιστώσει εάν ο Ενάγοντας ήταν πράγματι πτωχεύσας λόγω του ότι γνώριζε ότι αυτός ενεργούσε ως λογιστής του, ουδόλως ικανοποιεί το Δικαστήριο, δεδομένης μάλιστα της θέσης του ίδιου του Εναγόμενου ότι τον Σεπτέμβριο του 2005 ο Ενάγοντας είχε αποκατασταθεί. Παρομοίως, δεν έπεισε το Δικαστήριο η θέση του Εναγόμενου ότι την ημέρα που επικοινώνησε ο υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας με την εταιρεία όπου εργαζόταν ο Ενάγοντας αναφέροντας ότι ο τελευταίος ήταν πτωχεύσας, ο ίδιος του εξέφρασε το παράπονο και την ανησυχία του ότι θα έχανε τη δουλειά του. Και αυτό γιατί όταν ο Ενάγοντας του υπέβαλε κατά την αντεξέταση του ότι δεν γνώριζε καν το όνομα της εταιρείας όπου εργαζόταν, ο ίδιος απάντησε λακωνικά, αποδεχόμενος ότι τον επισκέφθηκε στη δουλειά του μόνο μια φορά. Παράλληλα, το Δικαστήριο θα ανέμενε αφενός ότι ο Ενάγοντας θα ερωτείτο κατά την αντεξέταση για το θέμα αυτό, κάτι το οποίο δεν έγινε, και αφετέρου ότι ο Εναγόμενος θα προέβαλλε τη θέση αυτή κατά την κυρίως εξέτασή του ενόψει του ότι αυτή συνδέεται άμεσα με τον κύριο ισχυρισμό του που αφορά την τηλεφωνική επικοινωνία του Δημήτρη Πετρίδη μαζί του. Ούτε και η θέση του Εναγόμενου ότι δεν απέστειλε στον κ. Yoram Golan τα έγγραφα τα οποία αφορούσαν την εταιρεία Panikos Ergatides Motors Ltd μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο έχοντας υπόψη το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος του κ. Yoram Golan προς τον κ. Πετρίδη ημερομηνίας 11.10.2005 (Τεκμήριο 4) όπου γίνεται αναφορά σε έγγραφα τα οποία στάληκαν από τον Πανίκο. Αναφορικά με τα έγγραφα αυτά σημειώνεται ότι η θέση του Εναγόμενου ήταν ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις «Before» και «Now» επί των Τεκμηρίων 1Α, 1Β, 2Α και 2Β τέθηκαν από τον ίδιο, χωρίς ωστόσο να μπορεί να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για το γεγονός ότι αυτά στάληκαν στον κ. Yoram Golan από το φαξ του Φόρου Εισοδήματος, ενώ αξιοσημείωτο είναι ότι κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης το Ενάγοντα υποβλήθηκε σε αυτόν από την κα. Χατζηκωστή ότι τα έγγραφα αυτά είχαν σταλεί από τον Εναγόμενο προκειμένου να αποδείξουν την πτώχευση του με την οποία όμως ουδόλως σχετίζονται. Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι παρά την αντεξέταση στην οποία ο Ενάγοντας υπέβαλε τον Εναγόμενο επί σημείων και θεμάτων που ουδεμία σχέση είχαν με τα επίδικα στην παρούσα αγωγή, αλλά αφορούσαν κυρίως τις προσωπικές τους σχέσεις, εντούτοις ο Εναγόμενος δεν αντεξετάστηκε επί της άρνησής του στην παράγραφο 17 της Γραπτής του Δήλωσης και αφορά το ότι ουδέποτε αποκάλεσε τον Ενάγοντα «ψεύτη, απατεώνα, κλέφτη, καταχραστή και πλαστογράφο» στους εργοδότες του ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Όπως έχει ήδη αναφερθεί και πιο πάνω, με την παρούσα αγωγή αξιώνονται αποζημιώσεις συνεπεία κατ΄ ισχυρισμό δυσφήμισης και επιζήμιας ψευδολογίας του Ενάγοντα από τον Εναγόμενο. Το αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας καθορίζεται στο άρθρο 25 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «25.-
(1)Eπιζήμια ψευδολογία συνίσταται στην κακόβουλη δημοσίευση ψευδούς δήλωσης, προφορικά ή άλλως πως που αφορά - (α) Το επάγγελμα, το επιτήδευμα, την εργασία, ενασχόληση ή τη θέση άλλου. ή (β) τα αγαθά άλλου. ή (γ) τον τίτλο κυριότητας άλλου: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), κανένας δεν τυγχάνει αποζημίωσης για επιζήμια ψευδολογία, εκτός αν εξαιτίας αυτής υπέστη ειδική ζημιά.
(2)Σε αγωγή βάσει του εδαφίου
(1), δεν επιβάλλεται ο ισχυρισμός ή η απόδειξη ειδικής ζημιάς- (α) αν οι λέξεις επί των οποίων στηρίζεται η αγωγή σκοπεύουν να προκαλέσουν στον ενάγοντα απώλεια αποτιμητή σε χρήμα και δημοσιεύονται εγγράφως ή με οποιοδήποτε άλλο πάγιο τρόπο. ή (β) αν οι πιο πάνω λέξεις σκοπεύουν να προκαλέσουν στον ενάγοντα απώλεια αποτιμητή σε χρήμα με οποιαδήποτε θέση την οποία αυτός κατέχει ή επάγγελμα, ενασχόληση, επιτήδευμα ή εργασία η οποία ασκείται από αυτόν κατά το χρόνο της δημοσίευσης.
(3)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού "δημοσίευση" έχει την έννοια την οποία απέδωσε στον όρο αυτό το άρθρο 18 σε αναφορά με δυσφημιστικό δημοσίευμα.» Προκειμένου να επιτύχει αγωγή για επιζήμια ψευδολογία θα πρέπει να αποδειχθεί ότι έγινε δημοσίευση η οποία είναι ψευδής και έγινε κακόβουλα (βλέπε Τ.Μ.Ρ. Αgents v. Saba & Co. (T.M.P.)
(2007)1 AAΔ 448 και Χρυσόστομος Ηλία & Υιός Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολιτική Έφεση 51/2008, απόφαση ημερομηνίας 17.11.2011). Σύμφωνα με το κοινοδίκαιο, η δυσφήμιση συνίσταται σε δημοσίευση ψευδούς δήλωσης η οποία εκθέτει κάποιο πρόσωπο σε μίσος, χλεύη ή περιφρόνηση ή προκαλεί την αποστροφή ή την αποφυγή του σε ορθώς σκεπτόμενα μέλη της κοινωνίας γενικά (βλέπε Κεφάλαιο 148 - Αστικά Αδικήματα - Δίκαιο και Αποφάσεις των Αρτέμη & Ερωτοκρίτου, Τόμος 1, στις σελίδες 60 και 61). Το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης καθορίζεται στο άρθρο 17 των περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπου προβλέπονται τα εξής: «17.1-
(1)Η δυσφήμιση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους, ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης, περιλαμβανομένης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία δημοσιεύματος το οποίο- (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα. ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση. ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση ή τη θέση του. ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη. ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους. Για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού «έγκλημα» σημαίνει ποινικό αδίκημα ή άλλη αξιόποινη πράξη βάσει οποιουδήποτε νομοθετήματος που ισχύει στη Δημοκρατία, καθώς και πράξη που τελέστηκε οπουδήποτε η οποία, αν τελείτο στη Δημοκρατία, θα ήταν αξιόποινη σε αυτή.
(2)Η ευθύνη την οποία υπέχει το πρόσωπο για δυσφημιστική δήλωση δεν είναι μικρότερη για μόνο το λόγο ότι- (α) προβαίνει σε αυτή υπό μορφή επανάληψης ή φημολογίας (hearsay). ή (β) αναφέρει έγκαιρα ή μεταγενέστερα την πηγή στην οποία στηρίζεται η δήλωση που έγινε. ή (γ) τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 1, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθινή. ή (δ) δεν σκόπευε στην πραγματικότητα να προβεί σε αυτή ή να δημοσιεύσει αυτή για τον ενάγοντα και ό,τι αφορούσε αυτόν. ή (ε) τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22, αγνοούσε την ύπαρξη του ενάγοντα. Νοείται ότι το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη αυτές ή παρόμοιες περιστάσεις κατά την επιδίκαση αποζημίωσης.
(3)Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεν είναι δυνατή η έγερση αγωγής για δυσφήμιση η οποία ενεργήθηκε με χειρονομίες, με λόγια ή άλλους ήχους, με εξαίρεση την εκπομπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταν οι χειρονομίες, τα λόγια ή άλλοι ήχοι- (α) Αποδίδουν έγκλημα που δύναται να επισύρει στον ενάγοντα σωματική ποινή η φυλάκιση σε πρώτη καταδίκη. (β) σκοπεύουν στο να βλάψουν ή να επηρεάσουν με δυσμένεια την υπόληψη του ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση του. (γ) αποδίδουν στον ενάγοντα μεταδοτική ή μολυσματική νόσο. (δ) αποδίδουν σε γυναίκα ή κορασίδα μοιχεία ή ασέλγεια.
(4)Δυσφήμιση διαπράττεται και αν ακόμη το δυσφημιστικό της νόημα δεν εκφράζεται ευθέως ή πλήρως αρκεί αν το νόημα αυτό, και η αναφορά του σε αυτό που φέρεται ότι είναι δυσφημούμενο δύνανται να συναχθούν είτε από αυτή την ίδια την δυσφημιστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από το ένα και μερικά από το άλλο." Ουσιαστικά, υπάρχουν δύο κατηγορίες δυσφήμισης: (α) λίβελος, που συνίσταται σε δημοσίευμα που γίνεται με μόνιμη μορφή και (β) προφορική δυσφήμιση (slander) η οποία έχει παροδική μορφή. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί του Ενάγοντα αφορούν τη δεύτερη κατηγορία. Για να επιτύχει ο ενάγοντας σε αγωγή για δυσφήμιση θα πρέπει να αποδείξει τα πιο κάτω στοιχεία: (α) Ότι η δήλωση είναι δυσφημιστική. Το κατά πόσον ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι δεν εξαρτάται από την πρόθεση του εναγόμενου αλλά από τη συνήθη και φυσική πορεία και σημασία των λέξεων που αποτελούν το περιεχόμενο του επιδίκου δημοσιεύματος, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση. Αν οι λέξεις επιδέχονται παράλληλα προς την κακή σημασία και άλλες ερμηνείες δεν θα τους αποδοθεί η πρώτη έτσι ώστε να χαρακτηριστούν δυσφημιστικές (βλέπε Κουτσού v. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α.
(2003)1 ΑΑΔ 1198). Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη του όχι μόνο την ετυμολογία των λέξεων αλλά και την έννοια και σημασία τους σε σχέση με το χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος καθώς και την ισχύουσα κοινή γνώμη για το θέμα (βλέπε Ρένος Σταυράκης v. Κική Κοντεάτη
(2004)1 ΑΑΔ 1957). Αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι κρίνεται με βάση την αντικειμενική και πραγματική εξέταση των λέξεων ή φράσεων και της φυσικής και συνήθους έννοιας που αποδίδουν σ' αυτές ο ορθός και μέσος λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος. Το νόημα που αποδίδεται σ' ένα δημοσίευμα δεν αποφασίζεται από τον συντάκτη του ή από το άτομο που το δημοσίευσε και στο τι σκοπούσε να αποδώσει αλλά ούτε και στην έννοια που τα πρόσωπα, προς τα οποία απευθύνεται το δημοσίευμα, του αποδίδουν. Δεν έχει σημασία εάν το άτομο προς το οποίο στρέφεται το δημοσίευμα το θεωρεί δυσφημιστικό, αλλά η εντύπωση από το μέσο λογικό πολίτη συνήθους νοημοσύνης (βλέπε Μιχάλης Ατταλίδης v. Χρίστου Ροδούλη
(2004)1 ΑΑΔ 1690). (β) Ότι η δήλωση αναφερόταν στον ενάγοντα. Εκεί όπου ο ενάγοντας κατονομάζεται στο δημοσίευμα ή προσδιορίζεται ξεκάθαρα σε αυτό, δημιουργείται αγώγιμο δικαίωμα ακόμα και εάν αυτό προτίθετο να αφορά κάποιο άλλο πρόσωπο, οπότε σε τέτοια περίπτωση, τόσο ο ενάγοντας όσο και το πρόσωπο αυτό έχουν αγώγιμο δικαίωμα. Στην περίπτωση, όμως, που οι λέξεις δεν αναφέρονται άμεσα στον ενάγοντα, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι λογικά σκεπτόμενα πρόσωπα που τον γνωρίζουν θα συνέδεαν το δημοσίευμα με αυτόν. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα πρέπει να δικογραφούνται τέτοια γεγονότα από τα οποία να προκύπτει ότι τα άτομα αυτά μπορούσαν και πράγματι αντελήφθηκαν ότι το δημοσίευμα αφορούσε τον ενάγοντα (Countas & Another v. Courtis
(1973)1 JSC 113 και «Αλήθεια» Λτδ κ.ά. v. Λεωνίδα
(1997)1 ΑΑΔ 550). (γ) Ότι η δήλωση αυτή δημοσιεύτηκε. Καμιά αγωγή για λίβελο δεν χωρεί εκτός εάν ο ενάγοντας ισχυριστεί και αποδείξει ότι ο εναγόμενος δημοσίευσε ή προκάλεσε τη δημοσίευση της δήλωσης που αφορά στον ενάγοντα σε κάποιο τρίτο πρόσωπο άλλο από τον δυσφημούμενο (βλ. Halbury's Laws of England (πιο πάνω) στις σελίδες 32 και 33, παράγραφοι 60 και 62). Εκτός εάν η δήλωση γίνεται καταληπτή από το πρόσωπο στο οποίο κοινοποιείται, δεν υπάρχει δημοσίευση και τούτο σημαίνει ότι το πρόσωπο αυτό πρέπει να έχει αντιληφθεί τόσο το νόημά της όσο και το ότι η δήλωση αναφέρεται στον ενάγοντα (βλ. Sadgrove v. Hole
(1901)2 KB 1). Με βάση, λοιπόν, την πιο πάνω αξιολόγηση και την ενώπιόν του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν ως ακολούθως: Καθόλους τους ουσιώδεις για την παρούσα αγωγή χρόνους ο Ενάγοντας εργαζόταν ως Οικονομικός Διευθυντής στην εταιρεία Eurogal Surveys Ltd στη Λεμεσό και ήταν ένα έντιμο, νομοταγές και φιλήσυχο άτομο που ετύγχανε τιμής και υπόληψης στο επαγγελματικό, κοινωνικό, φιλικό και εν γένει περιβάλλον του. Είναι οικογενειάρχης και κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής ήταν ηλικίας 56 ετών. Κατά τον ίδιο χρόνο ο Εναγόμενος, ο οποίος είναι αδελφός του Ενάγοντα, ασχολείτο με επιχειρήσεις και/ή αγοραπωλησίες αυτοκινήτων. Περί τον Νοέμβριο του 2003 η εταιρεία Eurogal Surveys Ltd ίδρυσε στην Κύπρο θυγατρική εταιρεία με το όνομα Aspan General Surveys Ltd η οποία έπρεπε να διατηρεί λογαριασμό σε τράπεζα σε Λίρες Κύπρου και για το λόγο αυτό τα σχετικά έγγραφα υποβλήθηκαν σε υποκατάστημα της Λαϊκής Τράπεζας. Η εταιρεία αποφάσισε όπως ο Ενάγοντας είναι ένας από τους υπογραφείς του λογαριασμού. Μετά την υποβολή των σχετικών εγγράφων στην τράπεζα, ο υποδιευθυντής του καταστήματος κ. Γιώργος Πολεμιδιώτης επικοινώνησε με τους ελεγκτές της εταιρείας Eurogal, κ.κ. Alpha Audit Ltd και πιο συγκεκριμένα τον κ. Δημήτρη Πετρίδη και τους ενημέρωσε ότι ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να καταστεί υπογραφέας (signatory) του λογαριασμού καθότι ήταν πτωχεύσας. Ο κ. Δημήτρης Πετρίδης επικοινώνησε με τον κ. Yoram Golan, Διευθυντή της εταιρείας Eurogal Survey Ltd, και τον ενημέρωσε σχετικά, ο οποίος με τη σειρά του μίλησε τηλεφωνικά με τον Ενάγοντα προκειμένου να συζητήσουν το όλο θέμα. Ο Ενάγοντας εξήγησε στον κ. Yoram Golan ότι είχε ήδη προχωρήσει με αίτηση για αποκατάστασή του και ο κ. Golan του ζήτησε να ολοκληρώσει τη διαδικασία το συντομότερο δυνατόν. Στο στάδιο αυτό δεν τέθηκε θέμα παραμονής του Ενάγοντα στην εταιρεία. Στις 27.9.2005 η σύζυγος του Εναγόμενου Ορθοδοξία Εργατίδη, κατάγγειλε τον Ενάγοντα στην Αστυνομία αναφορικά με την πλαστογραφία του εγγράφου καταπιστεύματος (Τεκμήριο 3) και στα πλαίσια της καταγγελίας αυτής ο Ενάγοντας κλήθηκε στην Αστυνομία την 1.10.2005 προκειμένου να δώσει κατάθεση. Λίγες ημέρες αργότερα ο Ενάγοντας με τη σύζυγο του κα Μαρία Εργατίδη (ΜΕ2), που επίσης εργαζόταν στην εταιρεία Eurogal Surveys Ltd, συναντήθηκαν στα γραφεία της εταιρείας μαζί με τον κ. Yoram Golan, τον κ. Dorom Gishri και τον κ. Δημήτρη Πετρίδη όπου τους ανακοινώθηκε ότι ενημερώθηκαν τηλεφωνικά από τον Εναγόμενο αναφορικά με την καταγγελία της συζύγου του εναντίον του Ενάγοντα για την πλαστογραφία του εγγράφου καταπιστεύματος. Σχετικά δε ο Εναγόμενος είχε αποστείλει στον κ. Yoram Golan μέσω τηλεομοιότυπου τα πιστοποιητικά τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1Α, 1Β, 2Α και 2Β και αφορούσαν τους μετόχους, Διευθυντή και Γραμματέα της εταιρείας Panikos Ergatides Motors Ltd κατά τον Φεβρουάριο, Αύγουστο και Σεπτέμβριο του
- Επί των πιστοποιητικών του Εφόρου Εταιρειών αναγράφονται οι ενδείξεις «Before» και «Now» τις οποίες έθεσε επί των εγγράφων ο Εναγόμενος. Τα έγγραφα αυτά αποστάληκαν από τον κ. Yoram Golan στον κ. Δημήτρη Πετρίδη μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 11.10.2005 (Τεκμήριο 4). Κατά την πιο πάνω αναφερόμενη συνάντηση στα γραφεία της Eurogal τον Οκτώβριο του 2005 αναφέρθηκε στον Ενάγοντα και τη σύζυγο του ότι θα διεξαγόταν έρευνα σε σχέση με τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας Eurogal Surveys Ltd, όπως επίσης για τα χρέη του Ενάγοντα και τα περιουσιακά του στοιχεία. Προς το σκοπό αυτό δόθηκε στον Ενάγοντα επιστολή του κ. Yoram Golan ημερομηνίας 17.10.2005 (Τεκμήριο 8) με την οποία ζητείτο όπως εντός 10 ημερών δοθούν στον κ. Πετρίδη στοιχεία αναφορικά με τους προσωπικούς λογαριασμούς του από 1.1.2005, λίστα των πιστωτών και εξασφαλίσεων από 1.1.2000 και καταστάσεις όλων των λογαριασμών του και πληροφορίες για το τότε οφειλόμενο υπόλοιπο και δικαστικά έγγραφα αναφορικά με την ακύρωση της πτωχευτικής διαδικασίας. Ο Ενάγοντας παρουσίασε τα έγγραφα που είχαν ζητηθεί και ελέγχθηκαν επίσης τα βιβλία της εταιρείας Eurogal Surveys Ltd για την περίοδο Ιουλίου
- οπότε και εργοδοτήθηκε στην Eurogal μέχρι τον Οκτώβριο του
- Η έρευνα διήρκησε 4 μήνες και δεν διαπιστώθηκε οτιδήποτε μεμπτό εναντίον του Ενάγοντα. Με την ολοκλήρωση της έρευνας οι εργοδότες του Ενάγοντα του ζήτησαν να ξεκαθαρίσει με την αστυνομία το θέμα σε σχέση με την καταγγελία της πλαστογραφίας. Η διερεύνηση της εν λόγω καταγγελίας ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 2007 οπότε και εκδόθηκαν τα αποτελέσματα της γραφολογικής εξέτασης που διενεργήθηκε (η σχετική επιστολή του Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ημερομηνίας 28.2.2007 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6) από την οποία προέκυψε ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή επί του εγγράφου καταπιστεύματος ήταν της Ορθοδοξίας Εργατίδη. Στο μεταξύ τον Απρίλιο του 2006 ο Ενάγοντας μεταφέρθηκε ως εργοδοτούμενος στην εταιρεία Aspan General Surveys Ltd στη θέση του Γενικού Διευθυντή. Η μεταφορά αυτή έγινε συνεπεία της εκκρεμότητας της καταγγελίας εναντίον του Ενάγοντα από την κα. Ορθοδοξία Εργατίδη και στα πλαίσια αναδιοργάνωσης των δύο εταιρειών και δραστηριοποίησης και προώθησης των εργασιών της εταιρείας Aspan General Surveys Ltd. Ως εργοδοτούμενος της εταιρείας Eurogal Surveys Ltd ο Ενάγοντας ελάμβανε μισθό £1.815 μηνιαίως (Βλέπε Τεκμήριο 5) ενώ στην Aspan General Surveys Ltd ο μισθός του ήταν £907,00 μεικτά μηνιαίως και θα ελάμβανε επιπλέον προμήθεια 50% του κύκλου εργασιών. Οι δουλειές της Aspan General Surveys Ltd δεν πήγαν καλά αφού από την ίδρυση της παρουσίαζε ζημιές και για το λόγο αυτό ένα χρόνο αργότερα, ήτοι τον Απρίλιο του 2007, ο Ενάγοντας απολύθηκε για λόγους πλεονασμού. Ενόσω εργοδοτείτο στην Aspan General Surveys Ltd ο Ενάγοντας εργαζόταν παράλληλα σαν καθηγητής λογιστικής στο Κέντρο Παραγωγικότητας λαμβάνοντας επιπλέον εισόδημα. Αμέσως μετά την απόλυση του από την εταιρεία Aspan General Surveys Ltd ο Ενάγοντας προσπάθησε να εξεύρει άλλη εργασία χωρίς, όμως, αυτό να καταστεί εφικτό (κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 δέσμη επιστολών που έλαβε ο Ενάγοντας από διάφορες εταιρείες στις οποίες αποτάθηκε για εργασία χωρίς αποτέλεσμα). Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων κρίνεται ότι η αγωγή του Ενάγοντα δεν μπορεί να επιτύχει αφού δεν έχουν αποδειχθεί οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί του στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης. Ειδικότερα, δεν έχει προσκομιστεί αποδεκτή και ικανοποιητική μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος δημοσίευσε προφορικά ότι ο Ενάγοντας είναι «ψεύτης, απατεώνας, κλέφτης, καταχραστής και πλαστογράφος». Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος τον δυσφήμισε με τρεις τρόπους (βλέπε σελίδα 10 πιο πάνω). Τόσο η αποστολή των εγγράφων/Τεκμήρια 1Α, 1Β, 2Α και 2Β όσο και η πληροφόρηση των εργοδοτών του Ενάγοντα περί της καταγγελίας που εκκρεμούσε εναντίον του για πλαστογραφία δεν έχουν δικογραφηθεί. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το περιεχόμενο των εγγράφων αυτό που, ως αναφέρεται πιο πάνω, είναι πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών, δεν αμφισβητείται από τον Ενάγοντα και δεν μπορεί υπό οποιεσδήποτε προϋποθέσεις να κριθεί δυσφημιστικό. Το γεγονός ότι επί του Τεκμηρίου 1Β και του Τεκμηρίου 2Β ο Ενάγοντας παρουσιάζεται ως μέτοχος 510 μετοχών και ως Διευθυντής της Εταιρείας Panikos Ergatides Motors Ltd αντίστοιχα δεν αποδεικνύει ότι ο Εναγόμενος χαρακτήρισε τον Ενάγοντα πλαστογράφο. Παράλληλα, η υποβολή καταγγελίας από την κα. Ορθοδοξία Εργατίδη εναντίον του Ενάγοντα για πλαστογραφία και το βάσιμο ή μη αυτής δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Σε ότι αφορά τις δικογραφημένες του θέσεις, οι εκδοχές που προώθησε ο ίδιος ο Ενάγοντας και η σύζυγος του ως προς το τι τους αναφέρθηκε στην επίδικη συνάντηση από τους κ. κ. Yoram Golan, Doron Gishri και Δημήτρη Πετρίδη το Φθινόπωρο του 2005 ήταν διαφορετικές αφού ο μεν Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος απέστειλε στον κ. Yoram Golan τα Πιστοποιητικό/Τεκμήρια 1Α, 1Β ΚΑΙ 1Γ ενώ η σύζυγος του κα Μαρία Εργατίδη υποστήριξε ότι οι κατηγορίες του Εναγόμενου κατά του Ενάγοντα αφορούσαν κατάχρηση χρημάτων της εταιρείας Eurogal Surveys Ltd για αποπληρωμή των χρεών και για προώθηση της εταιρείας Panikos Ergatides Motors Ltd. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία τους ως προς τι τους ελέχθηκε από τα πρόσωπα αυτά είναι εξ ακοής και για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα επί αυτής και να καταλήξει σε οποιαδήποτε ευρήματα. Επομένως, στη βάση των όσων αναφέρονται και πιο πάνω, ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει τις θέσεις του στην Έκθεση Απαίτησης αφού η μαρτυρία του ιδίου και της συζύγου του κρίθηκε ανεπαρκής, όπως επίσης δεν κλητεύθηκαν τα πρόσωπα που κατ' ισχυρισμό ήταν οι δέκτες της ισχυριζόμενης δυσφημιστικής δήλωσης. Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander (11η έκδοση) επισημαίνεται η αναγκαιότητα απόδειξης της δημοσίευσης των δηλώσεων τόσο σε υποθέσεις δυσφήμισης όσο και σε υποθέσεις επιζήμιας ψευδολογίας κάτι το οποίο δεν έγινε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Στις σελίδες 163 και 164 αναφέρονται τα εξής: «General principles: publication. No civil action can be maintained for libel or slander unless the words complained of have been published. "The material part of the cause of action in libel is not the writing, but the publication of the libel". In order to constitute publication, the matter must be published by the defendant to (communicated to) a third party, that is to say, at least one person other than the claimant. "A cannot sue B for defaming him to A himself, or to B himself; that is to say where B defamed him to C." Defamation protects a person's reputation and his reputation is not the good opinion he has of himself but the estimation in which others hold him. A defamatory statement about the claimant communicated to the claimant alone may injure his self-esteem but it cannot injure his reputation. The requirement that there be a publication to a third party is also a requirement of malicious falsehood. However, in the case of libel a publication to the person defamed may possibly found a criminal prosecution. It is not sufficient that the matter has been merely communicated to the third party: it is also necessary that it be communicated in such a manner that it may convey the defamatory meaning and that persons acquainted with the claimant could understand it to refer to him.» Παράλληλα στις σελίδες 1167 και 1168 σημειώνονται τα ακόλουθα: «Action for slander. Where there is no admission by the defendant that he spoke the words complained of or words to like effect, the claimant must call evidence of what the defendant said and of who heard him. The witnesses will usually be those who were present, but evidence is admissible of what the witness was told the defendant said by someone who was present. Evidence of the claimant as to what was said, and as to the presence of other people, may be insufficient, as the fact that there were other people around does not of itself entitle anyone to draw the conclusion that those people must have heard what was said. A tape recording of the slander would be admissible. The actual words alleged to have been published must be proved; it is not sufficient for witnesses to state what they conceive to be the substance or effect of the words, or their impression of what was said.» Επισημαίνω ότι σε περίπτωση που ο Ενάγοντας ικανοποιούσε το Δικαστήριο ότι τα λόγια αυτά εκφράστηκαν από τον Εναγόμενο για το πρόσωπο του Ενάγοντα, δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το δυσφημιστικό τους νόημα. Τέλος, κρίνω ορθό να αναφέρω ότι οι όποιες δηλώσεις του Εναγομένου στα πλαίσια της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο περί «επιθυμίας» του για τιμωρία του Ενάγοντα για ότι του έκανε δεν θα μπορούσαν επ΄ ουδενί να αποτελέσουν τη βάση για εξαγωγή ευρημάτων ως οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί του Ενάγοντα. Συνακόλουθα, η αγωγή του Ενάγοντα δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης μου, όμως, θα προχωρήσω για σκοπούς πληρότητας να αποφασίσω το ποσό των αποζημιώσεων στις οποίες θα δικαιούτο ο Ενάγοντας εάν αποδείκνυε την υπόθεση του. Αναμφίβολα, ο καθορισμός των αποζημιώσεων σε υποθέσεις δυσφήμισης είναι ένα δύσκολο έργο και η αριθμητική προσέγγιση αν και η μοναδική που υπάρχει είναι σίγουρα ανεπαρκής γι' αυτό όποτε ζητούνται, εκδίδονται, και απαγορευτικά διατάγματα στις κατάλληλες περιπτώσεις έτσι ώστε να εμποδίζεται ο εναγόμενος να ασχολείται περαιτέρω με το πρόσωπο του ενάγοντα. Οι παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος των αποζημιώσεων συναρτώνται από τη θέση του ενάγοντα στην κοινωνία, την έκταση και μορφή του δημοσιεύματος, τη γενικότερη συμπεριφορά του εναγόμενου πριν και μετά τη δυσφήμιση, τον τρόπο διεξαγωγής της υπεράσπισης, την αποτυχία της υπεράσπισης της αλήθειας, την τυχόν απολογία, το στάδιο της απολογίας ή αντίθετα την επανάληψη της δυσφήμισης και την πρόκληση ειδικής ζημιάς. Στο σύγγραμμα Halbury's Laws of England (πιο πάνω) επεξηγείται στη σελίδα 127 (παράγραφος 248) ο σκοπός της επιδίκασης αποζημιώσεων σε αγωγή για δυσφήμιση: «
- Basis of the award of damages. In actions for libel and slander, damages are awarded to compensate the plaintiff for
(1)the injury to his reputation; and
(2)the hurt to his feelings. Such damages are compensatory and are at large. They operate to vindicate as a solatium than as monetary recompense for harm measurable in money terms. Special damages, over and above such general damages, may be awarded in respect of actual material loss proved to have been sustained as a natural result of the words may be increased to take into account the defendant's motives in uttering the words complained of, or his conduct before or during the action; such "aggravated damages" (which must be distinguished from exemplary damages) are meant to compensate the plaintiff for the additional injury, going beyond that which would have flowed from the words alone, caused by the presence of the aggravating factors. Exemplary damages, that is, damages going beyond mere compensation, can only be awarded in special circumstances.» Σχετικά είναι επίσης τα όσα αναφέρονται και στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander (πιο πάνω) στις σελίδες 265-270 (παράγραφος 9.2): «General damages compensatory. The purpose of general damages is to compensate the claimant for the effects of the defamatory statement, but compensation here is a more complex idea than it is in the case of injury to person or property by negligence. General damages serve three functions: to act as a consolation to the claimant for the distress he suffers from the publication of the statement; to repair the harm to his reputation (including, where relevant, his business reputation); and as a vindication of his reputation. ..................... While actual financial loss (such as loss of business or employment) which is not too remote is clearly recoverable (and in some cases of slander has to be shown in order to establish a cause of action) it is a comparatively rare case in which evidence of such loss is given, simply because it is not available. It has been said that the most serious defamations are those that touch the "core attributes of the plaintiff's personality", matters such as integrity, honour, courage, loyalty and achievement and in these cases it is most unlikely that he will be able to point to provable items of loss flowing from the words. Even where the libel goes to the claimant's financial credit it may be virtually impossible to prove financial loss but the damage is insidious and merits a substantial award. .................... Damages are "at large" in the sense that they cannot be assessed by reference to any mechanical, arithmetical or objective formula and they are peculiarly the province of the jury (where there is a trial by that method). The jury (or judge if sitting alone) is entitled to take into their consideration the conduct of the claimant, his position and standing, the nature of the libel, the mode and extent of publication, the absence or refusal of any retraction or apology, and the conduct of the defendant from the time when the libel was published down to the verdict. The conduct of the claimant is relevant not only in respect of matters which go to "partial justification" of the libel but also to his conduct in the course of the litigation, as where he engages in an elaborate and long-lasting attempt to pervert the course of justice involving making and procuring false testimony and making the most damaging allegations of corruption and lying against innocent third parties.» Ως προς τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των αποζημιώσεων γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Halbury's Laws of England (πιο πάνω), στις σελίδες 128-130 (παράγραφοι 250-255) και στην υπόθεση J.C.P. (Cyprus) Ltd v. Times Newspapers Ltd and others
(1972)4 JSC 455. Τα Δικαστήρια στην Κύπρο ακολουθούν τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερο αυξητική τάση στην απόδοση αποζημιώσεων, και αυτό γιατί το αντικείμενο της δικαστικής προστασίας είναι η προσωπικότητα και η αξία του ανθρώπου, ο τραυματισμός της φήμης ή των αισθημάτων του (βλέπε Ηνωμένοι Δημοσιογράφοι ΔΙΑΣ Λίμιτεδ v. Σταύρου Ναθαναήλ
(1993)1 ΑΑΔ 893). Η αυξητική αυτή τάση φαίνεται μέσα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως στην υπόθεση «Αλήθεια» Εκδοτική Εταιρεία Λίμιτεδ κ.α. v. Χαράλαμπου Λεωνίδα
(1997)1 ΑΑΔ 550 όπου η επιδικασθείσα αποζημίωση £600 αυξήθηκε σε £2,000 σε κατηγορία που εκτοξεύτηκε εναντίον του ενάγοντα, ιδιαίτερα σοβαρή, λόγω της θέσης του στο Αστυνομικό Σώμα, ενώ στην υπόθεση Αλέκου Κωνσταντινίδη κ.α. v. Τάσου Παπαδόπουλου
(1999)1 ΑΑΔ 922, το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε το ποσό των £12,000 που επιδικάστηκε πρωτόδικα στις £20,000, θεωρώντας ότι ο ενάγοντας, γνωστό δημόσιο πρόσωπο και σημαίνον στέλεχος της δημόσιας ζωής «χλευάστηκε με αχαρακτήριστη κακοήθεια και χυδαιότητα που προκαλεί αποστροφή». Τονίστηκε δε ότι «.τέτοιου είδους τραυματισμός της ψυχής, του ήθους και της υπόληψης ενός, πάντοτε πρέπει να βρίσκει αντιμέτωπο το νόμο, στην πλήρη του έκταση για να αποκατασταθεί και εμπεδωθεί η δικαιοσύνη». Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(2006)1 ΑΑΔ 632, η εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» δημοσίευσε στις 22/9/2002 στο μέσο της δεξιάς σελίδας 8 η οποία έφερε τίτλο «Παρασκήνιο», στην στήλη υπό την επικεφαλίδα «Θού Κύριε», δημοσίευμα το οποίο αναφερόταν σε τελετή εγκαινίων «της πλέον ύποπτης μάντρας πολυτελών μεταχειρισμένων αυτοκινήτων» στη Λεμεσό τα οποία τέλεσε Ανώτατος Αξιωματούχος της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού και ο οποίος, σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα «Λέγεται μάλιστα ότι πήρε όχι ένα αλλά δύο δωρεάν αυτοκίνητα (για να βρίσκονται!), τα οποία αυτές τις μέρες εξαφάνισε από το σπίτι του». Ο εφεσίβλητος, Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού κατά τον ουσιώδη χρόνο, καταχώρησε αγωγή για λίβελο εναντίον των εφεσειόντων, εκδότη και Διευθυντή Σύνταξης της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ» αντίστοιχα. Αυτοί προέβαλαν την υπεράσπιση ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν αναφερόταν στον εφεσίβλητο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως το δημοσίευμα φωτογράφιζε τον εφεσίβλητο ο οποίος την 1.5.2002 τέλεσε τα εγκαίνια καταστήματος με πολυτελή αυτοκίνητα στη Λεωφόρο Ομονοίας στη Λεμεσό και του επιδίκασε αποζημιώσεις ύψους £5,
- Οι εφεσείοντες εφεσίβαλαν την απόφαση και μεταξύ άλλων το ύψος των επιδικασθέντων αποζημιώσεων επί το ότι το δημοσίευμα δεν κατονόμαζε τον εφεσίβλητο, ήταν σε εσωτερική σελίδα της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ», ιδιαίτερα μικρό και χωρίς φωτογραφίες ή τίτλο. Επίσης, ισχυρίστηκαν ότι καμιά μαρτυρία δεν δόθηκε για την κυκλοφορία της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ» και δεν μπορούσε να καθοριστεί το εύρος της δυσφήμισης δεδομένου ότι δεν ήταν γνωστό στο Δικαστήριο πόσα άτομα είχαν γνώση των ειδικών εκείνων γεγονότων που ήταν απαραίτητα για να αντιληφθούν ότι το δημοσίευμα αναφερόταν στον ενάγοντα-εφεσίβλητο. Ο εφεσίβλητος καταχώρησε αντέφεση με την οποία επίσης αμφισβητούσε το ύψος των αποζημιώσεων και υποστήριζε ότι αυτό θα έπρεπε να αυξηθεί σε £30,
- Κατ' έφεση κρίθηκε ότι ενόψει όλων των περιστάσεων της υπόθεσης, το ύψος των αποζημιώσεων δεν ήταν τέτοιο που να δικαιολογούσε επέμβαση του Εφετείου. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά. ν. Νίκου Στέλικου
(2004)1 ΑΑΔ 949, δημοσιεύθηκε κείμενο στην έκδοση της εφημερίδας "Πολίτης" της 17.10.1999 αναφορικά με το άτομο του εφεσίβλητου ο οποίος υπηρετούσε σαν Βοηθός Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και κατά τη θητεία του οποίου η Αστυνομία είχε συλλάβει δύο μέλη της Αστυνομικής δύναμης στα πλαίσια ανακρίσεων που είχαν αρχίσει στις 15.10.1994 για υπόθεση που σχετιζόταν με την υπόθεση έκδοσης παράνομων αδειών παραμονής στην Κύπρο ξένων καλλιτέχνιδων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε εύρημα ότι το εν λόγω δημοσίευμα ήταν δυσφημηστικό αφού ενέπλεκε και συνέδεε τον εφεσίβλητο με την πιο πάνω υπόθεση και του επιδίκασε αποζημιώσεις ύψους £6,000. Οι εφεσείοντες εφεσίβαλαν την απόφαση προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι το επιδικασθέν ποσό των αποζημιώσεων είναι υπερβολικό. Υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το ποσό των αποζημιώσεων είναι άμεσα συνυφασμένο με τη φύση και την έκταση της προσβολής της υπόληψης του ανθρώπου και κρίθηκε ότι ενόψει της εκτίμησης που έχαιρε ο εφεσίβλητος τόσο επαγγελματικά όσο και κοινωνικά οι αποζημιώσεις που επιδικάσθηκαν δεν ήταν υπερβολικές. Τέλος, στην υπόθεση Σωτήρης Δαμιανού ν. Ιωάννη Ιωακείμ
(2006)1 ΑΑΔ 219, όπου ο εφεσείοντας βρέθηκε ένοχος διάπραξης προφορικής δυσφήμησης, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε το ποσό των £750,00 που επιδικάστηκε υπέρ του εφεσιβλήτου ως αποζημιώσεις υποδεικνύοντας τα ακόλουθα στη σελίδα 222: «Το ύψος του ποσού της αποζημίωσης που έχει επιδικαστεί δεν είναι υπερβολικό. Η υπόληψη κάθε ανθρώπου στην κοινωνία είναι σεβαστή και προστατεύεται. Η προσβολή της τιμωρείται και ενίοτε, μέσω της τιμωρίας, επιτυγχάνεται η αποκατάστασή της. Στην προκειμένη περίπτωση, το πρωτόδικο δικαστήριο αφού συνεκτίμησε σωστά όλους τους σχετικούς παράγοντες και έλαβε υπόψη ότι η δυσφήμιση του εφεσίβλητου με τη λέξη «κλέφτης» και τις φράσεις «έφαε λεφτά» και «έφαε τις μετοχές του», έγινε στην παρουσία δύο μόνο προσώπων, επιδίκασε υπέρ του εφεσιβλήτου και σε βάρος του εφεσείοντα £750 ως γενικές αποζημιώσεις, ποσό το οποίο θεωρούμε ότι δεν είναι υπερβολικό υπό τις περιστάσεις.» Ακολουθώντας τις πιο πάνω νομικές αρχές και με δεδομένη την αυξητική τάση που παρατηρείται ως προς την επιδίκαση αποζημιώσεων σε αγωγές λίβελου και έχοντας κατά νουτην παρουσία περιορισμένου αριθμού προσώπων κατά τον χρόνο της κατ΄ ισχυρισμό δήλωσης, όπως επίσης το γεγονός ότι οι αναφορές του Ενάγοντα περί αδυναμίας του να εξεύρει άλλη εργασία λόγω της δυσφήμησης παρέμειναν γενικοί και αόριστοι και χωρίς τεκμηρίωση, κρίνεται ότι σε περίπτωση που ο Ενάγοντας απεδείκνυε ότι ο Εναγόμενος προέβηκε στην ισχυριζόμενη δήλωση, το ποσό των €3,500 θα ήταν δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Εξετάζοντας την απαίτηση του Ενάγοντα για τιμωρητικές αποζημιώσεις, παρατηρώ ότι αυτή δεν προωθήθηκε τελικά από τον Ενάγοντα και για το λόγο αυτό δεν θα εξεταστεί από το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις δεν θα δικαιολογείτο η επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού για τιμωρητικές αποζημιώσεις (βλέπε Gregoriades v. Kyriakides
(1970)1 CLR 120). Ερχόμενη, τώρα, στην αξίωση του Ενάγοντα για ειδικές αποζημιώσεις παρατηρώ τα εξής: Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στις 21.11.2008 ο τότε δικηγόρος του Ενάγοντα δήλωσε στο Δικαστήριο ότι η αξίωση του Ενάγοντα περιορίζεται σε €100,000. Παρόλα αυτά, ο Ενάγοντας στην παράγραφο 11 της Γραπτής του Δήλωσης (Έγγραφο Α) αξιώνει το ποσό των €147,015 ως ειδικές ζημιές που συνίσταται από την απώλεια των μισθών από τον μήνα Απρίλιο του 2006 μέχρι σήμερα και του 13ου και 14ου μισθού για την εν λόγω περίοδο. Το ποσό αυτό δεν θα μπορούσε καταρχήν να επιδικαστεί από το Δικαστήριο λόγω της δήλωσης του τότε δικηγόρου αλλά και λόγω του ότι εκφεύγει της καθ΄ ύλη αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, όπως έχει ήδη επισημανθεί, ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι ο τερματισμός της υπηρεσίας του στην εταιρεία Eurogal Surveys Ltd έγινε λόγω των ισχυριζόμενων δυσφημιστικών δηλώσεων από μέρους του Εναγόμενου, ενώ, όπως διεφάνηκε, η εργοδότηση του στην εταιρεία Aspan General Surveys Ltd τερματίστηκε για λόγους πλεονασμού. Επομένως, ως προς τις ειδικές αποζημιώσεις δεν θα επιδίκαζα οποιοδήποτε ποσό. Ως τελευταίο θέμα θα πρέπει να αποφασιστεί κατά πόσον σε περίπτωση που η αγωγή ήταν επιτυχής, το Δικαστήριο θα εξέδιδε απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο ο Εναγόμενος να εμποδίζεται από του να δυσφημεί τον Ενάγοντα με τις λέξεις «ψεύτη, απατεώνα, κλέφτη, καταχραστή και πλαστογράφο» και/ή άλλες δυσφημιστικές λέξεις. Έχοντας κατά νου τα κριτήρια που η νομολογία έχει θέσει και εφαρμόσει μέχρι σήμερα για τέτοια ζητήματα (Βλ. Lordos v. Hatzinicolaou and another
(1987)J.S.C. 294, Gatley on Libel and Slander (πιο πάνω), στις παραγράφους 9.29 και 9.30, σελίδες 300 και 301), κρίνεται ότι δεν θα δικαιολογείτο η έκδοση του εν λόγω διατάγματος αφού δεν προέκυψε οποιαδήποτε τάση του Εναγομένου για συνέχιση της κατ' ισχυρισμό δυσφήμησης του Ενάγοντα. Συνεπώς, για τους λόγους που επεξηγούνται αναλυτικά πιο πάνω, η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Πολιτική Δικονομία / τελική / αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικές δηλώσεις cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο