← Κύπρος

ALPHA BANK LIMITED ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΕΛΙΟΥ ΛΑΜΠΗΣ, Αρ. Αγωγής: 3594/06, 10/7/2012

ALPHA BANK LIMITED ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΕΛΙΟΥ ΛΑΜΠΗΣ, Αρ. Αγωγής: 3594/06, 10/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A33 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3594/06 Μεταξύ: ALPHA BANK LIMITED, εκ Λεμεσού, Λεωφ. Μακαρίου ΙΙΙ 62 Εναγόντων και ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΕΛΙΟΥ ΛΑΜΠΗΣ, Πέτρου Ολύμπιου 2, Α. Φύλαξη, 3116 Λεμεσός Εναγομένου _______________________________ 10 Ιουλίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κα Α. Δημητρίου. Για Εναγόμενο: κ. Π. Αγγελίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των Εναγόντων εναντίον του Εναγομένου είναι για το ποσό των Λ.Κ.98.203,91 (€167.791,34) ως υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό τρεχούμενου λογαριασμού, πλέον τόκους και έξοδα. Επιπλέον, οι Ενάγοντες ζητούν την έκδοση διατάγματος εναντίον του Εναγομένου για εκποίηση της υποθήκης με αρ. Υ1980/
  2. Είναι δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 5.5.00, παρείχαν στην εταιρεία TENEEX LTD (στο εξής η Εταιρεία) πιστωτικές διευκολύνσεις με τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. 116-01089-2001-
  3. Εις αντάλλαγμα της παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων στην Εταιρεία, ο Νίκος Λαμπή Μηνά, η Γιωργούλλα Ερωτοκρίτου, η Ανδρούλλα Χριστοφή, ο Ανδρέας Στέλιου Λαμπή και ο Εναγόμενος, εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της Εταιρείας δυνάμει εγγράφου εγγυήσεως ημερ. 5.5.
  4. Επίσης, ο Κυριάκος Θεοφάνους εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της Εταιρείας προς τους Ενάγοντες δυνάμει εγγράφου ημερ. 11.5.01 και η Εταιρεία ως πρόσθετη εξασφάλιση υπέγραψε (α) ομόλογο επιβάρυνσης ημερ. 4.1.99 μέχρι του ποσού των Λ.Κ.25.000, (β) ομόλογο επιβάρυνσης ημερ. 13.7.99 μέχρι του ποσού των Λ.Κ.75.000 τα οποία εγγράφηκαν στον Έφορο Εταιρειών και (γ) ομόλογο σταθερής επιβάρυνσης ημερ. 13.7.99 μέχρι του ποσού των Λ.Κ.100.
  5. Επιπρόσθετα, ο Νίκος Λαμπή Μηνά δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης ημερ. 6.4.99 εκχώρησε προς όφελος των Εναγόντων όλα τα δικαιώματα του που απορρέουν από την ασφάλεια ζωής που είχε με την Ασφαλιστική Εταιρεία METROPOLITAN INSURANCE για το ποσό των Λ.Κ.70.
  6. Ο Εναγόμενος δυνάμει σύμβασης υποθήκης ημερ. 21.3.00 παραχώρησε στους Ενάγοντες την υποθήκη με αρ. Υ1980/00 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού επί ακινήτου με αρ. εγγραφής 18201 Φ/Σχ 54/4.IV, τεμάχιο 340 στο χωριό Αγία Φύλαξη Λεμεσού, η οποία εξασφαλίζει το ποσό των Λ.Κ.35.000 πλέον τόκους. Οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 4.9.02 τερμάτισαν τη λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού λόγω μη συμμόρφωσης της Εταιρείας με τους όρους της συμφωνίας και κάλεσαν την Εταιρεία και τους εγγυητές να εξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο πλέον τόκους. Περαιτέρω, γνωστοποίησαν στην Εταιρεία και εγγυητές ότι ο λογαριασμός από 4.9.02 θα χρεωνόταν με τόκο 9% ετησίως. Η Εταιρεία και οι εγγυητές κανένα ποσό κατέβαλαν και παρέμεινε οφειλόμενο και πληρωτέο το ποσό των Λ.Κ.98.203,91 πλέον τόκο 8% από 1.7.06 μέχρι εξόφλησης. Οι Ενάγοντες στις 22.5.03 καταχώρησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την αγωγή με αρ. 3226/03 εναντίον της Εταιρείας και των εγγυητών. Η εν λόγω αγωγή εναντίον του Εναγομένου αποσύρθηκε στις 11.6.04 άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των Εναγόντων, γιατί ο Εναγόμενος ήταν πτωχεύσας. Το διάταγμα παραλαβής εναντίον του ακυρώθηκε την 25.11.
  7. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι δεν γνωρίζει τη συμφωνία ημερ. 5.5.00 μεταξύ των Εναγόντων και της Εταιρείας, ούτε και γνωρίζει τα περί εγγράφου εγγυήσεως και/ή οποιοδήποτε έγγραφο εγγύησης ημερ.5.5.
  8. Παραδέχεται την έγερση της αγωγής 3226/03 εναντίον του ως και ότι ήταν πτωχεύσας, αλλά ισχυρίστηκε ότι ακόμα εκκρεμούσαν διάφορες διαδικασίες της πτώχευσης. Οι Ενάγοντες στην Απάντηση τους ισχυρίζονται ότι η αγωγή που εκκρεμούσε εναντίον του Εναγομένου ήταν η 3226/03 και επαναλαμβάνουν ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε την εγγύηση εν γνώσει του τι υπέγραφε και των συνεπειών της υπογραφής του. Για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Ο Νεόφυτος Παρέας (Μ.Ε.1) και η Μαρία Οδυσσέως (Μ.Ε.2). Για την πλευρά του Εναγομένου κατέθεσαν επίσης δύο μάρτυρες. Ο Εναγόμενος (Μ.Υ.1) και η Λένια Θεοδοσίου (Μ.Υ.2). Ο Μ.Ε.1 βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων από το 2001 και από τον Μάιο του 2008 στο τμήμα δικαστικών υποθέσεων. Τα καθήκοντα του μεταξύ άλλων είναι η παρακολούθηση και έλεγχος των προβληματικών λογαριασμών. Έχει στη φύλαξη και κατοχή του το φάκελο της παρούσας υπόθεσης, αφού του ανατέθηκε από τους Ενάγοντες ο χειρισμός, ο έλεγχος και η παρακολούθηση του επίδικου λογαριασμού της Εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι σε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας ημερ. 5.5.00 λήφθηκε απόφαση για να ζητηθεί από τους Ενάγοντες όπως συνεχίσουν να παρέχουν διευκολύνσεις στην Εταιρεία οποιασδήποτε μορφής συνολικού ύψους Λ.Κ.200.000 (€341.720,28) (τεκμ. 1). Οι Ενάγοντες με έγκριση τους ημερ. 5.5.00, σε αίτημα της Εταιρείας, αύξησαν το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού με αρ. 116-01089-2001-5 από το ποσό των Λ.Κ.90.000 (€153.774,12) σε Λ.Κ.100.000 (€170.860,14) (τεκμ. 2) και στις 5.5.00 υπογράφτηκε σχετική συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και της Εταιρείας (τεκμ. 3Α). Την ίδια ημέρα 5.5.00 ο Εναγόμενος, σε αντάλλαγμα της παροχής τραπεζικών/πιστωτικών διευκολύνσεων από τους Ενάγοντες προς την Εταιρεία, υπέγραψε συμφωνία εγγύησης, με την οποία εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της Εταιρείας προς τους Ενάγοντες για απεριόριστο ποσό (τεκμ. 4Α). Προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εταιρείας, ο Εναγόμενος παραχώρησε την Υποθήκη με αρ. Υ1980/2000 ημερ. 21.3.00 (τεκμ. 5Α). Λόγω μη συμμόρφωσης της Εταιρείας προς τους όρους της συμφωνίας (τεκμ. 3Α), οι Ενάγοντες με επιστολές τους ημερ. 4.9.02 τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού (τεκμ. 6, 7). Διευκρίνισε ότι ο επίδικος λογαριασμός με αρ. 116-01089-2001-5 από το άνοιγμα του, δηλ. από 8.12.98 χρεωνόταν με τόκο προς 8% ετησίως σύμφωνα με την παρ. 2(α) του τεκμ. 3Α. Κατέθεσε ως τεκμ. 8 κατάσταση λογαριασμού και ανέφερε ότι όπως προκύπτει από αυτή, ο Εναγόμενος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, κανένα ποσό κατέβαλε έναντι του λογαριασμού και του χρέους προς τους Ενάγοντες. Το σημερινό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ανέρχεται σε €230.924,84 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 15.11.10 συμπεριλαμβανομένης, μέχρι εξόφλησης. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν τρεχούμενος με όριο παρατραβήγματος, ο οποίος είχε αρχίσει από τις 14.12.98 με χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.10.000 και στις 4.5.00 δηλ. μια μέρα πριν την υπογραφή του τεκμ. 3Α, ο λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.101.968,17, το οποίο περιλάμβανε και τόκους. Ισχυρίστηκε ότι όλοι οι υπάλληλοι των Εναγόντων τυγχάνουν της ίδιας εκπαίδευσης και όλοι ακολουθούν τις ίδιες διαδικασίες ώστε ο πελάτης να υπογράφει έγγραφα στο κατάστημα της Τράπεζας. Η Μ.Ε.2 είναι υπάλληλος των Εναγόντων στο τμήμα υποστήριξης επιχειρηματικών δανείων. Το 2000 εργαζόταν στο κατάστημα Μόλου και τα καθήκοντα της ήταν η ετοιμασία εγγράφων τα οποία υπέγραφε ως μάρτυρας υπογραφών των πελατών. Ισχυρίστηκε ότι ετοίμασε το τεκμ. 4Α και το υπέγραψε ως δεύτερος μάρτυρας. Πρόσθεσε ότι η υπογραφή της ως μάρτυρας εξυπακούει ότι είδε τον Εναγόμενο να υπογράφει το τεκμ. 4Α και δεν μπορεί να θυμάται τον κάθε πελάτη. Η συνήθης τακτική πριν την υπογραφή συμφωνίας ως το τεκμ. 4Α, είναι να εξηγείται στον πελάτη το έγγραφο που υπογράφει. Αντεξεταζόμενη, αρνήθηκε υποβολή ότι ο Εναγόμενος δεν υπέγραψε στο τεκμ. 4Α. Ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν υπογράφει ως μάρτυρας χωρίς να δει τον πελάτη να υπογράφει. Επομένως, η δική της υπογραφή στο τεκμ. 4Α εξυπακούει ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε το τεκμ. 4Α στην παρουσία της. Ο Εναγόμενος Μ.Υ.1 ανέφερε στη μαρτυρία του ότι η παρούσα υπόθεση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας και/ή παραβίαση δεδικασμένου. Ισχυρίστηκε ότι η Μ.Ε.2 του είναι παντελώς άγνωστη και ουδέποτε ήρθε σε επαφή μαζί του. Ουδέποτε υπέγραψε ή συνήψε οποιαδήποτε συμφωνία ενώπιον της και ουδέποτε του παραδόθηκε οποιοδήποτε έγγραφο ως αντίγραφο των συμφωνιών που η Μ.Ε.2 ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος υπέγραψε. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι ναι μεν η αγωγή 3226/03 απεσύρθηκε άνευ βλάβης, όμως δεν ζητήθηκε ούτε δόθηκε άδεια από το Δικαστήριο για επανέγερση της ίδιας αγωγής και δεν διατηρήθηκε το δικαίωμα έγερσης αγωγής εναντίον του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ήταν καθηγητής Πανεπιστημίου. Αναγνώρισε την υπογραφή του στο έγγραφο εγγύησης τεκμ. 4(Α) ως εγγυητής και δέχθηκε ότι το υπέγραψε. Επέμενε ότι δεν το υπέγραψε στην παρουσία μαρτύρων ούτε πήρε αντίγραφο, όμως γνώριζε ότι με το τεκμ.4(Α) εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Εταιρείας και γνώριζε ότι το όριο του λογαριασμού της ήταν Λ.Κ.40.
  9. Δέχθηκε περαιτέρω ότι υπέγραψε στα έγγραφα Υποθήκης τεκμ. 5(Α) ως ενυπόθηκος οφειλέτης. Η Μ.Υ.2 είναι υπεύθυνη του Πολιτικού Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και έχει υπό τη φύλαξη της το φάκελο της αγωγής αρ. 3226/03 (τεκμ. 9). Ανέφερε ότι σύμφωνα με το πρακτικό το Δικαστηρίου ημερ. 11.6.04, η αγωγή εναντίον του Εναγομένου απορρίφθηκε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των Εναγόντων, χωρίς έξοδα. Έχω παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς υπόψη τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και τα επιχειρήματα-εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Ο Μ.Ε.1 μου έκαμε εξαιρετικά θετική εντύπωση και είμαι πεπεισμένη ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Με ειλικρίνεια, ευθύτητα, σαφήνεια, αυθορμητισμό και χωρίς δισταγμό και αναστολές απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο. Η μαρτυρία του καθόλου δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση, η οποία τονίζεται ότι, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Η Μ.Ε.2 υπέγραψε ως μάρτυρας της υπογραφής του Εναγομένου στο έγγραφο εγγύησης τεκμ. 4(Α). Αυτή με ειλικρίνεια, σαφήνεια και σταθερότητα, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ουδέποτε υπογράφει ως μάρτυρας υπογραφής οποιουδήποτε συμβαλλόμενου σε έγγραφα των Εναγόντων, χωρίς να υπογράψει ο πελάτης στην παρουσία της. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η Μ.Ε.2 είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Επισημαίνω ότι η αμφισβήτηση από την πλευρά του Εναγομένου κατά την αντεξέταση της, της υπογραφής του Εναγομένου στο τεκμ. 4(Α) ως και ότι αυτός υπέγραψε στην παρουσία της, παρέμεινε τελικά χωρίς σημασία αφού ο Εναγόμενος αντεξεταζόμενος, δέχθηκε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι υπέγραψε ως εγγυητής το τεκμ. 4(Α) και αναγνώρισε την υπογραφή του σ' αυτό. Μάλιστα δήλωσε ότι γνώριζε πως με αυτό εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εταιρείας προς τους Ενάγοντες. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποδεχθεί τη μαρτυρία της Μ.Ε.2, μαρτυρία που διαψεύδει τον Εναγόμενο (Μ.Υ.1), ο οποίος ισχυρίστηκε στη δική του μαρτυρία ότι δεν υπέγραψε το τεκμ. 4(Α) στην παρουσία μαρτύρων. Ωστόσο, όπως ανέφερα αμέσως πιο πάνω, η αμφισβήτηση του αυτή εν πάση περιπτώσει κατέστη άνευ σημασίας, αφού αυτός ρητά δέχθηκε στη μαρτυρία του ότι υπέγραψε το τεκμ. 4(Α) ως εγγυητής και γνώριζε το περιεχόμενο του. Είναι επίσης σημαντικό ότι δέχθηκε ότι υπέγραψε και το τεκμ. 5(Α) ως ενυπόθηκος οφειλέτης. Σ' ότι αφορά την αγωγή 3226/03 στην οποία αναφέρθηκε στη μαρτυρία του και τη θέση του ότι όταν αυτή αποσύρθηκε από το Δικαστήριο οι Ενάγοντες δεν διατήρησαν το δικαίωμα έγερσης νέας αγωγής εναντίον του, σχετική είναι η μαρτυρία της Μ.Υ.2 και το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με τη νομική προσέγγιση του θέματος σε κατοπινό στάδιο. Η Μ.Υ.2 κρίνεται ως αντικειμενική και αμερόληπτη μάρτυρας και η μαρτυρία της, η οποία καθόλου δεν αμφισβητήθηκε, γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Αποτελεί κατ' επέκταση, εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος, σε αντάλλαγμα της παροχής τραπεζικών πιστωτικών διευκολύνσεων από τους Ενάγοντες προς την εταιρεία, υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης (τεκμ. 4Α) στην παρουσία της Μ.Ε.2, με την οποία εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας προς τους Ενάγοντες, για απεριόριστο ποσό. Περαιτέρω, παραχώρησε προς όφελος των Εναγόντων την Υποθήκη με αρ. Υ1980/2000 (τεκμ.5Α). Το σημερινό υπόλοιπο, σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού τεκμ. 8, είναι €230.924,84 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 15.11.10 μέχρι εξόφλησης. Ο επίδικος λογαριασμός της Εταιρείας χρεωνόταν με τόκο προς 8% ετησίως, σύμφωνα με την παρ. 2(α) της συμφωνίας τεκμ. 3(Α). Έγινε εισήγηση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγομένου ότι η αγωγή 3226/03 είχε αποσυρθεί από τους Ενάγοντες εναντίον του Εναγομένου άνευ βλάβης, χωρίς όμως να έχει δοθεί από το Δικαστήριο άδεια καταχώρησης νέας αγωγής εναντίον του και κατά συνέπεια δημιουργήθηκε δεδικασμένο. Στην απόσυρση της εν λόγω αγωγής έγινε αναφορά από τους Ενάγοντες, τόσο στην Έκθεση Απαίτησης τους όσο και στην Απάντηση στην Υπεράσπιση του Εναγομένου. Ωστόσο, θέμα δεδικασμένου δεν εγέρθηκε στην Υπεράσπιση του Εναγομένου και κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει τέτοιο ισχυρισμό ο οποίος δεν δικογραφείται. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι έγινε προσπάθεια από τον Εναγόμενο να συμπεριλάβει τέτοιο ισχυρισμό στην Υπεράσπιση του με τρεις αιτήσεις τροποποιήσεις ημερ. 18.3.11, 11.10.11 και 9.4.12 οι οποίες απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο με ενδιάμεσες αποφάσεις ημερ. 7.7.11, 20.2.12 και 21.5.12 αντίστοιχα. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου προχωρώ να εξετάσω την εισήγηση του Εναγομένου περί ύπαρξης δεδικασμένου. Σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 11.6.04 στο φάκελο της αγωγής 3226/03 (τεκμ. 9), η δικηγόρος των Εναγόντων είχε ζητήσει στην παρουσία του δικηγόρου του Εναγομένου, την άδεια του Δικαστηρίου να αποσύρει την αγωγή εναντίον του Εναγομένου 3 δηλ. του Εναγομένου στην παρούσα αγωγή άνευ βλάβης, και ο δικηγόρος του Εναγομένου συμφώνησε στο εν λόγω αίτημα. Το Δικαστήριο αποφάσισε ως ακολούθως: «Η αγωγή εναντίον του Εναγομένου 3 απορρίπτεται, άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των Εναγόντων». Σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Ιωάννης Πατσαλίδης ν. Αβραάμ Αναστασίου Δίσπυρου

(2006)1(Α) Α.Α.Δ., σελ. 17 στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τράπεζας Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670. Το ακόλουθο απόσπασμα στη σελ. 20 είναι σχετικό: «Το ζήτημα καλύπτεται από τη Δ.15 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Οι προεκτάσεις της εξηγήθηκαν στις υποθέσεις Kypreos
(1984)1 C.L.R. 565 και Eleftheriades v. Cyprus Hotels
(1985)1 C.L.R. 677. Με τη θέσπιση της η ελευθερία που αναγνωριζόταν στον ενάγοντα για απόσυρση της αγωγής οποτεδήποτε, διατηρώντας δικαίωμα επαναφοράς της αιτίας της αγωγής που αποτελούσε το αντικείμενο της με νέα αγωγή ή σε μεταγενέστερη διαδικασία, δεν υπάρχει πλέον. Ο ενάγων μπορεί να αποφασίσει αν θα προωθήσει την αγωγή του ή αν θα την αποσύρει. Αυτό είναι δικό του προνόμιο και είναι ο κανόνας πως στο βαθμό που η απόσυρση της αγωγής διενεργείται για να οδηγηθεί η ορισμένη αντιδικία σε οριστικό τέλος, ούτε ο εναγόμενος έχει λόγο αλλά ούτε και το Δικαστήριο. Εκείνο που δεν δικαιούται να κάμει είναι να τερματίσει οποτεδήποτε θέλει τη διαδικασία διατηρώντας μονομερώς το δικαίωμα να επανέλθει στα ίδια. Οι περιορισμοί εν προκειμένω είναι σαφείς. Ο ενάγων δικαιούται να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρισης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης, ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα, (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση). Από εκεί και πέρα ο ενάγων παύει να είναι dominus litis. Η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας, από το Δικαστήριο. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψη της χωρίς τέτοια άδεια που εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση του ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο (βλ. Spencer Bower and Turner - the Doctrine of Res Judicata 2η έκδοση σελ. 36, παράγραφος 39).» Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα, η απόσυρση μιας αγωγής κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου δεν δημιουργεί δεδικασμένο. Δεδικασμένο δημιουργείται στην περίπτωση που ο Ενάγοντας τερματίζει τη διαδικασία μονομερώς μετά την παραλαβή της Υπεράσπισης και τη λήψη (στη συνέχεια) κάποιου δικονομικού διαβήματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η αγωγή αρ. 3226/03 δεν τερματίστηκε μονομερώς από τους Ενάγοντες, αλλά αποσύρθηκε εναντίον του Εναγόμενου στις 11.6.04, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων και μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης στις 23.1.04 όπως προκύπτει από τον φάκελο της εν λόγω αγωγής (τεκμ. 9). Είναι σημαντικό ότι η δικηγόρος των Εναγόντων, όπως προκύπτει από το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 11.6.04, ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου για να αποσύρει την αγωγή εναντίον του Εναγομένου και μάλιστα δήλωσε «άνευ βλάβης». Το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή εναντίον του Εναγομένου με τη σαφή πρόνοια «άνευ βλάβης των δικαιωμάτων των Εναγόντων». Είναι κατά την άποψη μου προφανές ότι, η απόρριψη της αγωγής από το Δικαστήριο ως αποτέλεσμα της άδειας που ζητήθηκε από τους Ενάγοντες, εξυπακούει ότι τέτοια άδεια δόθηκε από το Δικαστήριο, παρόλο που δεν αναγράφεται ρητά. Σε αντίθετη περίπτωση το Δικαστήριο δεν θα την απέρριπτε και η αγωγή εναντίον του Εναγομένου θα είχε άλλη πορεία και κατάληξη. Είναι επίσης σημαντικό ότι το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή διευκρινίζοντας ότι δεν επηρεάζοντο τα δικαιώματα των Εναγόντων, προφανώς για καταχώρηση νέας αγωγής εναντίον του Εναγομένου, κάτι που σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία εξ ορισμού περιέχεται στην άδεια που δίνεται από το Δικαστήριο για απόρριψη της αγωγής. Στη βάση των πιο πάνω επισημάνσεων, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο, αλλά οι Ενάγοντες άσκησαν το δικαίωμα που είχαν επιφυλάξει κατά την απόσυρση της αγωγής 3226/03, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, για καταχώρηση νέας αγωγής εναντίον του Εναγομένου, που είναι παρούσα. Για όλα τα πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου για: €230.924,84 ως υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού, πλέον τόκους προς 8% ετησίως από 15.11.10 μέχρι εξόφλησης, με κεφαλαιοποίηση των τόκων κάθε 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Εκδίδεται περαιτέρω Διάταγμα εναντίον του Εναγομένου εκποίησης της Υποθήκης με αρ. Υ1980/2000, ημερομηνίας 21.3.00 και πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος με αρ. εγγραφής 18201, Φ/Σχ 54/4.1V τεμάχιο 340, ισόγεια κατοικία με αυλή και ανώγειο δωμάτιο, στο Χωριό Αγία Φύλαξη Επαρχίας Λεμεσού. Το προϊόν πώλησης θα χρησιμοποιηθεί έναντι του πιο πάνω οφειλόμενου ποσού, μέχρι το συνολικό ποσό των €59.801,05 (Λ.Κ. 35.000), πλέον τόκο προς 8% ετησίως από την ημερομηνία εγγραφής της υποθήκης. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ........... Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.