ZENTIVA INTERNATIONAL AS ν. NORAMUS CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 6101/10, 26/9/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A66 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6101/10 Μεταξύ: ZENTIVA INTERNATIONAL A.S. Εναγόντων Και
- NORAMUS CO LTD
- FILDAS TRADING S.R.L. Εναγομένων ------------------ Ημερομηνία: 26.9.2012 Αίτηση ημερ. 5.4.2012 για εκδίκαση προδικαστικού σημείου Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Μ. Λοίζου για Γ. Γιάγκου Για Εναγόμενο 1-Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Κωνσταντίνου για κ. Κουντούρη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα Εταιρεία (εν τοις εφεξής η Ενάγουσα) αξιώνει εναντίον των Εναγομένων ανάκτηση ποσού Δολ. ΗΠΑ 901.080,04 οφειλόμενο σε αυτή ως αντίτιμο εμπορευμάτων και προϊόντων που παρέδωσαν στους Εναγόμενους ή που παραδόθηκαν κατ΄ εντολή και οδηγιών των Εναγομένων. Έρεισμα για τη συνεργασία τους η οποία διήρκεσε δύο περίπου έτη, δηλαδή από το 2005-2006, έδωσε η συμφωνία ημερ. 1.1.
- Δυνάμει των όρων της, της παράδοσης των προϊόντων, ακολουθούσε η έκδοση τιμολογίων, η μη πληρωμή των οποίων εντός της ταχθείσας προθεσμίας συνεπαγόταν πρόσθετες χρεώσεις και τόκο. Η Ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία της Σλοβακίας, η Εναγόμενη 1 στη Κυπριακή Δημοκρατία ενώ η Εναγόμενη 2 στη Δημοκρατία της Ρουμανίας. Η Αγωγή επεδόθηκε στην Εναγόμενη 1 η οποία και καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης την 1.2.2011, Έκθεση Υπεράσπισης την 31.5.2011 ενώ στην Εναγόμενη 2 δεν επεδόθηκε ακόμη, παρά το γεγονός ότι το κλητήριο ένταλμα έχει λήξει. Με την Έκθεση Υπεράσπισης της, η Εναγόμενη 1 εγείρει την πιο κάτω προδικαστική ένταση (παρατίθεται το κείμενο αυτολεξεί): «Οι εναγόμενοι αρ. 1 θέτουν προδικαστική ένσταση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με τον όρο 14 της συμφωνίας εναγόντων με τους εναγόμενους αρ. 1 και 2 ημερ. 01/01/2005 που συνήφθηκε στο Βουκουρέστι, σε περίπτωση που υπάρχει διαφορά και εναγόμενοι είναι οι αγοραστές (οι εναγόμενοι αρ. 1 δηλαδή) η διαφορά θα διευθετηθεί από τα δικαστήρια της Ρουμανίας ή από το δικαστήριο Διαιτησίας του Εθνικού Οικονομικού Επιμελητηρίου στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας, σύμφωνα με τους κανόνες του δικαστηρίου. Η επιλογή για ποιο από τα δύο επαφίεται στους ενάγοντες. Επιπρόσθετα ο όρος 1.
- της συμφωνίας ημερ. 01/01/2005 αναφέρει ρητά ότι η συμφωνία θα διέπεται από τους νόμους της Σλοβακίας και της Ρουμανίας.» Με αίτημα της Ενάγουσας κατόπιν διά κλήσεως αίτησης ημερ. 5.4.2012 (η κρινόμενη) για εκδίκαση του νομικού σημείου που εγείρει η Εναγόμενη 1 ακούστηκε το θέμα τούτο προδικαστικά. Έγινε αποδεκτό από αμφότερες τις διάδικες πλευρές, πως η επικαλούμενη συμφωνία (η επίδικη) ημερ. 1.1.2005 περιέχει τους όρους συνεργασίας και την επίδικη ρήτρα. Αμφότεροι οι συνήγοροι που εκπροσωπούν τις διάδικες πλευρές κατεχώρησαν γραπτές αγορεύσεις. Αποτελεί τη θέση και εισήγηση του συνηγόρου των Εναγομένων 1 πως οι επίμαχοι όροι της συμφωνίας και η συμφωνία γενικότερα αποτελούσαν και αντικατόπτριζαν σε πραγματικό χρόνο την ελεύθερη βούληση και επιθυμία των συμβαλλομένων μερών. Υπογραμμίζει περαιτέρω ο συνήγορος πως η συμφωνία είναι γραπτή, δεν επιδέχεται οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία πέραν από αυτή που εκφράζουν τα γραπτά. Είναι βασική αρχή του δικαίου των συμβάσεων ότι κανένας εξωτερικός παράγοντας και ειδικότερα τα δικαστήρια δεν μπορούν και δεν πρέπει να προσπαθούν να ερμηνεύσουν τις προθέσεις συμβαλλομένων μερών σε γραπτές συμφωνίες. Η πρόθεση τους τεκμαίρεται ότι είναι αυτή η οποία περιγράφεται ρητά και γραπτώς στη συμφωνία. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι γίνονται τόσο λεπτομερείς και διαφορετικές πρόνοιες για θέματα δικαιοδοσίας που θα πρέπει να θεωρηθεί δεδομένο και στον πυρήνα της ουσίας της συμφωνίας ότι αυτές οι πρόνοιες θα πρέπει να τηρηθούν και εφαρμοστούν επακριβώς. Οι Ενάγοντες-Αιτητές τόσο με την ένορκη δήλωση που στηρίζει την κρινόμενη αίτηση όσο και με την αγόρευση του συνηγόρου τους επιμένουν και υποδεικνύουν ότι η παρούσα υπόθεση είναι από τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια και να μην διατάξει αναστολή της αγωγής καθ΄ ότι συντρέχουν σοβαροί λόγοι που συνηγορούν στην παράκαμψη της συμφωνίας των μερών και την εκδίκαση της υπόθεσης στην Κύπρο. Ως τέτοιοι λόγοι προβάλλονται οι κάτωθι: (α) Η χώρα στην οποία είναι πιο εύκολα διαθέσιμη η μαρτυρία για απόδειξη των εγειρομένων θεμάτων είναι η Σλοβακία στην οποία εδρεύουν οι Ενάγοντες και ως εκ τούτου, η οποιαδήποτε επίδραση που αυτό το γεγονός τυχόν να έχει πάνω στην άνεση των διαδίκων, θα πρέπει να εκληφθεί ότι δεν επιδρά σε βάρος των συμφερόντων της Εναγομένης 1, η οποία αφού έχει την έδρα της στην Κύπρο, δεν επηρεάζεται αλλά επωφελείται από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής σ΄ αυτή την δικαιοδοσία και όχι στην Ρουμανία. Δυσφορία μπορεί να θεωρηθεί ότι ενδέχεται να προσκληθεί μόνο στην Εναγόμενη 2 που έχει την έδρα της στην Ρουμανία, όμως αυτή πλέον δεν αποτελεί μέρος σ΄ αυτή την αγωγή, αφού το κλητήριο που εκδόθηκε και σφραγίστηκε σε σχέση μ΄ αυτήν, έχει λήξει προτού επιτευχθεί η επίδοση της ειδοποίησης της σ΄ αυτήν εκτός δικαιοδοσίας. (β) Η δικαστική δαπάνη την οποία θα υποστεί η Ενάγουσα θα είναι η ίδια μεταξύ μιας δικαστικής διαδικασίας στην Ρουμανία και μιας στην Κύπρο (αφού και στις δύο περιπτώσεις θα είναι εκτός δικαιοδοσίας), ενώ θα είναι δυσμενέστερη για την Εναγόμενη 1 αν η δικαστική διαδικασία λάβει χώρα στη Ρουμανία. (γ) Αν η αγωγή εκδικαστεί στη Ρουμανία, η Ενάγουσα θα επηρεαστεί δυσμενώς, αφού με βάση το δίκαιο της Σλοβακίας το οποίο συμφώνησαν ότι θα εφαρμοστεί, το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας παραγράφεται σε τέσσερα χρόνια από την ημερομηνία που κάθε τιμολόγιο κατέστη πληρωτέο. Στην κρινόμενη περίπτωση, το δικαίωμα ανάκτησης του ποσού επτά τιμολογίων έχει παραγραφεί. Για τούτο θεωρούν πως η επιθυμία της Εναγόμενης 1 να δικαστεί στη Ρουμανία δεν είναι καλόπιστη. (δ) Η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 βασίζεται σε αποζημιώσεις για αθέτηση της συμφωνίας πώλησης και παράδοσης αγαθών. Η συμφωνία υπογράφτηκε στη Ρουμανία και η επί το πλείστον μαρτυρία βρίσκεται στη Σλοβακία. Το εγγεγραμμένο γραφείο και η έδρα διεξαγωγής των εργασιών της Εναγομένης 1, η οποία είχε αλληλέγγυα ή/και ξεχωριστή υποχρέωση με την Εναγομένη 2 να πληρώσει το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης των εμπορευμάτων, βρίσκεται στην Κύπρο. Ρητή υποχρέωση για πληρωμή του τιμήματος πώλησης είχε η Εναγομένη 1 και ως εκ τούτου η παράβαση της Συμφωνίας λόγω της μη εξόφλησης των εμπορευμάτων έγινε στην Κύπρο. Από αυτά τα γεγονότα, προκύπτει σαφώς ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια αποτελούν το βήμα με το οποίο η αγωγή έχει την πιο αληθινή και ουσιαστική σύνδεση (real and substantial connection) σε ότι αφορά βολικότητα, δαπάνη και διαθέσιμο μαρτύρων (τουλάχιστον όσον αφορά τους μάρτυρες, από πλευράς της ίδιας της Εναγομένης 1). Υποδεικνύουν περαιτέρω πως οι Εναγόμενοι έχοντας λάβει μέτρα στη διαδικασία, μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης, κωλύονται να επικαλούνται ως η προδικαστική ένσταση τους. Για καλύτερη κατανόηση των διαφορών κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί ο όρος 14 της επίδικης συμφωνίας. Ο όρος αυτός φέρει τον τίτλο Arbitration και έχει ως εξής: «Arbitration. All and any disputes resulting from this Agreement or in connection therewith, which will not be settled in an amiable way, shall be submitted by the competent Court of Arbitration Court as following: If the Seller is the defending Party, the dispute will be settled by the Arbitration Court by the Economic Chamber of the Czech Republic and the Agricultural Chamber of the Czech Republic in Prague (Czech Republic). If the Buyer is the defending Party, the dispute will be settled by the competent Court in Romania or the Arbitration court by the National Economic Chamber in Bucharest (Romania) according to the rules of this Court at the choice of the seller (claimant). The decision of the Court shall be final and the parties hereby undertake to fulfill it voluntarily.» Όπως έχει διατυπωθεί η προδικαστική ένσταση, αυτή δεν φέρεται να αμφισβητεί την ύπαρξη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων να επιληφθούν της διαφοράς, αλλά παραπέμπει σε ρήτρα δικαιοδοσίας διαιτησίας αλλοδαπού Δικαστηρίου και σώματος όπως μεταξύ τους συνομολόγησαν οι διάδικοι. Αποτελεί νομολογιακή αρχή ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως τεκμήριο ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να επιμένει όπως οι διάδικοι τηρήσουν τη συμφωνία τους για επίλυση των διαφορών τους που προκύπτουν από μια σύμβαση, από αλλοδαπό Δικαστήριο. Όμως ενυπάρχει πάντοτε η διακριτική εξουσία και ευχέρεια του Δικαστηρίου εξετάζοντας τα γεγονότα που περιβάλλουν κάθε περίπτωση όπως και γενικότερα την αγωγή των διαδίκων να αποφασίσει επί του πρακτέου (Kratis Eastern Decor Ltd v. Nedlloyd Lijnen B/V
(1995)1 Α.Α.Δ. 794). Λέχθηκε περαιτέρω πως η ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε θέματα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, ασκείται με προσοχή γιατί συνδέεται με τη διεθνή αβρότητα που πρέπει να επικρατεί στις διεθνείς σχέσεις και ανάμεσα στα Δικαστήρια διαφόρων χωρών, εντούτοις και παράλληλα τα Δικαστήρια δεν δέχθηκαν να στερηθούν της δικαιοδοσίας τους με συμφωνία των μερών. Διαμορφώθηκε έτσι η αντίληψη ότι η ρήτρα επιλογής δεν έχει απόλυτη ισχύ. Τα Δικαστήρια όμως κατανοούν τις νόμιμες προσδοκίες διαδίκων για εκτέλεση της ρήτρας εφόσον έχει συνομολογηθεί ελεύθερα (G.P. Michaelides & Sons v. Trans Marcom N.V. κ.ά.
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 836). Έχει ανωτέρω παρατεθεί τόσο η προδικαστική ένσταση όσο και η σχετική συμβατική ρήτρα. Δεδομένων τούτων των καταστάσεων η Εναγόμενη 1 όφειλε χωρίς καθυστέρηση μετά την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης να αιτηθεί προς το Δικαστήριο την αναστολή της διαδικασίας. Αντί τούτου ακολούθησαν η καταχώρηση Έκθεσης Υπεράσπισης, η συμπλήρωση των δικογράφων, ο ορισμός της υπόθεσης για οδηγίες, η καταχώρηση ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων από αμφότερες τις πλευρές και ο περαιτέρω ορισμός της υπόθεσης χωρίς η Εναγόμενη 1 να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή να λάβει οποιοδήποτε άλλο μέτρο (European Dynamics S.A. v. G.C.C. Computers Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 253). Η συμπεριφορά αυτή της Εναγόμενης 1 και η μη λήψη οιουδήποτε μέτρου, κρίνεται πως επιβεβαιώνει και εδραιώνει τη θέση της εθελούσιας υπαγωγής της στα Κυπριακά Δικαστήρια, την αρμοδιότητα και δικαιοδοσία των οποίων τεκμαίρεται ότι αποδέχεται (G. & C. Stumatekos S.A. v. Wilhem Harms and Jonny Gahrs κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 941). Τα μέτρα που έλαβε, όπως η καταχώρηση Έκθεσης Υπεράσπισης αλλά και η κατάθεση ένορκης δήλωσης για αποκάλυψη εγγράφων, αναιρούν την ένσταση της στην άσκηση δικαιοδοσίας (P.T. Asuransi Tokio Marine Indonesia v. Constship Containerlines Ltd κ.ά.,
(1999)1 Α.Α.Δ. 1378). Η εμφάνιση της, όπως προδιαγράφει η μέχρι τώρα συμπεριφορά της δεν έθεσε σε αμφισβήτηση τα Κυπριακά Δικαστήρια ούτε η παράσταση της είχε τούτο το σκοπό (άρθρο 24 (ΕΚ), Καν. 44/2001). Συνεπώς κρίνεται πως η Εναγόμενη 1 θεωρείται ότι έχει αποδεχθεί την υπαγωγή των διαφορών και εκδίκαση τους από το Κυπριακό Δικαστήριο. Συναφώς ας σημειωθεί πως η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο και είναι η εταιρεία που είχε υποχρέωση βάση της συμφωνίας για καταβολή του τιμήματος των παραδοθέντων προϊόντων. Με την αγωγή η εγειρόμενη διαφορά φαίνεται να εντοπίζεται στην ανάκτηση της αξίας των εμπορευμάτων και στο ορθό ή όχι του αξιούμενου υπολοίπου και όχι σε οποιαδήποτε άλλη διαφορά. Αξιοσημείωτον είναι επίσης πως η οποιαδήποτε τυχόν εκδοθησόμενη απόφαση θα μπορεί ευχερέστερα να εκτελεστεί στην Κύπρο δηλαδή στη χώρα έκδοσης της, εναντίον Κυπριακής εταιρείας (Trans-World (Steel) Ltd v. Πλοίου Normania κ..α.
(2000)1 A/A/D/ 101. Συνακόλουθα κρίνεται πως η προδικαστική ένσταση της Εναγόμενης 1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της δίκης. (Υπ.) ................. Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .ΜΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο