Chr. Karaolis Contractors - Developers Ltd ν. Αντρονίκης Φασαρία, Αρ. Αγωγής: 4095/2009, 26/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A98 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. ΜΑΡΚΟΥ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4095/2009 Μεταξύ: Chr. Karaolis Contractors - Developers Ltd Εναγόντων και Αντρονίκης Φασαρία Εναγόμενης --------------------------------- Αίτηση Παραμερισμού ημερ. 02/09/2011 Ημερομηνία: 26/10/2012 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια-Εναγόμενη: κ. Φασουλιώτης (για να ακούσει απόφαση ο κ. Σπ. Ιγνατίου) Για τους Καθ' ών η Αίτηση-Ενάγοντες: κ. Παπαχριστοδούλου (για να ακούσει απόφαση η κα Γιατρού) --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ιστορικό του φακέλου του Δικαστηρίου - τι προηγήθηκε της επίδικης Αίτησης · Tην 18/09/2009 καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο εναντίον της Εναγόμενης, στο οποίο ως διεύθυνση της καταγραφόταν η οδός Βασίλη Μιχαηλίδη 5, Λεμεσός. Στην οπισθογραφημένη Έκθεση Απαίτησης καταγράφονται οι εξής κύριοι ισχυρισμοί: - Ότι περί την 21/09/2004 οι Ενάγοντες υπέγραψαν με την Εναγόμενη γραπτή σύμβαση με την οποία οι Ενάγοντες συμφώνησαν να πωλήσουν στην Εναγόμενη έναντι του ποσού των ΛΚ115.000 με τόκο 8% ετησίως επί του εκάστοτε υπολοίπου του τιμήματος από την ημερομηνία παράδοσης του ακινήτου, μια κατοικία στο οικόπεδο με αριθμό 1, το οποίο αποτελούσε μέρος του συγκροτήματος υποστατικών γνωστό ως ROYAL SUNSET VILLAS, που ανήκε στους Ενάγοντες στην περιοχή Μουταγιάκα στην Λεμεσό, στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής Β15, Φ.Σχ.LIV 45.W.2, Tεμ. 19 (στο εξής θα αναφέρεται «η κατοικία»). - Ότι η Εναγόμενη κατάθεσε το ως άνω πωλητήριο έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για σκοπούς ειδικής εκτέλεσής του, με στοιχεία ΠΩΕ 2163/04. - Ότι ακολούθως την 06/07/2006 οι Ενάγοντες μετά από υπόδειξη του συζύγου της Εναγομένης και με τη σύμφωνη γνώμη της Εναγομένης συμφώνησαν στην ακύρωση της πιο πάνω σύμβασης ημερομηνίας 21/09/2004, οπότε οι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση συμφώνησαν ότι η Εναγόμενη θα κατέβαλλε το συνολικό ποσό των ΛΚ7.000,00 στην Ενάγουσα για την ακύρωση της σύμβασης ημερομηνίας 21/09/2004 και την πλήρη απαλλαγή των πλευρών από τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Εναγόμενη προχώρησε στην καταβολή του πιο πάνω ποσού στις 06/07/2009 και υποσχέθηκε ότι θα προχωρούσε στην ακύρωση της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο. - Ότι μετά την ακύρωση της πιο πάνω σύμβασης ημερομηνίας 21/09/2004, οι Ενάγοντες νομίμως προχώρησαν σε νέα συμφωνία πώλησης του ακινήτου στην εταιρεία Prime Stock περί την 02/10/2006. - Όταν όμως ο αντιπρόσωπος της Prime Stock Ltd επιχείρησε να καταθέσει το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 02/10/2006 στο Κτηματολόγιο Λεμεσού πληροφορήθηκε εκεί ότι κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό, καθότι το ακίνητο εξακολουθούσε να είναι δεσμευμένο με την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 21/09/2004 προς όφελος της Εναγομένης εμποδίζοντας έτσι το δικαίωμα των Εναγόντων να ολοκληρώσουν την πώληση του ακινήτου, όπως και την Prime Stock Ltd για την ελεύθερη εκμετάλλευση του ακινήτου που νόμιμα αγόρασε. Έτσι με το παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης πέραν από την αξίωση για αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα, ζητούντο διατάγματα για τη διαγραφή και/ή ακύρωση της κατάθεσης στο Κτηματολόγιο Λεμεσού του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 21/09/2004, καθώς και δήλωση/διάταγμα ότι η γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 21/09/2004 νομίμως τερματίστηκε από τους Ενάγοντες και ότι η Εναγόμενη προέβηκε σε παράβαση ουσιώδους όρου της εν λόγω συμφωνίας. · Ακολούθως την 26/10/2009 καταχωρήθηκε αίτηση για υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και την 06/11/2009 εξασφαλίστηκε διάταγμα του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε μια κυπριακή καθημερινή εφημερίδα. · Μετέπειτα κατόπιν σχετικής δημοσίευσης την 18/11/2009 του κλητηρίου στην εφημερίδα Χαραυγή και σχετική ανάρτηση του κλητηρίου στο πινάκιο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και αφού δεν καταχωρήθηκε εμφάνιση από την Εναγόμενη, την 11/01/2010 οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για απόφαση εναντίον της Εναγομένης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης. Προς υποστήριξη την εν λόγω αίτησης καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Καραολή, διευθυντή των Εναγόντων, ημερομηνίας 21/01/2010 με επισυναπτόμενα τεκμήρια. · Έτσι στη βάση της εν λόγω αίτησης ημερομηνίας 11/01/2010 λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης και στη βάση της μαρτυρίας που είχε προσκομιστεί, εκδόθηκε εναντίον της Εναγομένης απόφαση την 22/01/2010. Παρατίθεται αυτούσια η εν λόγω απόφαση όπως συντάχθηκε. "Το Δικαστήριο αυτό δια του παρόντος ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως: 1. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης όπως η γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 21.09.2004 μεταξύ των διαδίκων τερματιστεί και δια του παρόντος τερματίζεται νόμιμα. 2. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης όπως το εμπράγματο βάρος που δημιουργήθηκε από την κατάθεση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, του πωλητήριου έγγραφου ημερομηνίας 21.09.2004 με αριθμό ΠΩΕ 2163/04 ακυρωθεί και δια του παρόντος ακυρώνεται. 3. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης όπως η κατάθεση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού του πωλητήριο έγγραφου ημερομηνίας 21.09.2004 με διακριτικό αριθμό ΠΩΕ 2163/04 ακυρωθεί και δια του παρόντος ακυρώνει και διατάσσει τη διαγραφή του από τα επίσημα κτηματολογικά βιβλία. 4. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο." (Διευκρινίζεται εδώ ότι σύμφωνα με τα χειρόγραφα πρακτικά του ιδίου του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση την 22/01/2010, η παράγραφος 1 της απόφασης έχει ως εξής: «Εκδίδεται διάταγμα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης ως ακολούθως: α) Η γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 21/9/2004 μεταξύ των διαδίκων τερματίστηκε νόμιμα.») ------------------------------------------ Η Επίδικη Αίτηση Με την επίδικη Αίτηση η οποία καταχωρήθηκε την 22/09/2011 εκ μέρους της Αιτήτριας-Εναγομένης ζητείται διάταγμα του Δικαστηρίου για ακύρωση και/ή παραμερισμό της εκδοθείσας υπό του Δικαστηρίου απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ημερομηνίας 22/01/2010. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 θ.1 και 2, Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14, Δ.33 θ.5, Δ.57 θ.2 και Δ.48 θ.1, 2, 3 και 9(
- h)επί του περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 31 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της ιδίας της Αιτήτριας- Εναγομένης, ημερομηνίας 02/09/2011 η οποία αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: Αγόρασε από τους Καθ' ών η Αίτηση-Ενάγοντες την κατοικία με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 21/09/2004 (Τεκμήριο 1). Ολόκληρο το τίμημα αγοράς της πιο πάνω κατοικίας (ΛΚ115.000) είχε καταβληθεί στους Ενάγοντες εκ μέρους της ταυτόχρονα με την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 και ανέμενε την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για την κατοικία από τους Ενάγοντες έτσι ώστε αυτή να μπορεί να μεταβιβαστεί επ' ονόματι της. Ακολούθως μεταξύ της 21/09/2006 και 18/03/2011 απουσίαζε από την Κύπρο μαζί με το σύζυγό της και τα παιδιά της, λόγω του ότι στις 13/09/2006 είχε προηγηθεί απόπειρα δολοφονίας εναντίον του συζύγου της από άτομο το οποίο δεν έχει συλληφθεί από την Αστυνομία. Μερικούς μήνες μετά την επιστροφή της στην Κύπρο (επέστρεψε Κύπρο 18/03/2011) και όταν επισκέφθηκε στα γραφεία των Εναγόντων τον κ. Χριστόδουλο Καραολή για να μάθει κατά πόσο εκδόθηκε ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του ακινήτου για να το μεταβιβάσει επ' ονόματί της, πληροφορήθηκε από τον κ. Χριστόδουλο Καραολή ότι το ακίνητο είχε πωληθεί από τους Ενάγοντες σε κάποια εταιρεία Prime Stock Ltd δυνάμει γραπτής συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 02/10/2006 μεταξύ των Εναγόντων και της Prime Stock Ltd, αντίγραφο της οποίας της παρέδωσε κατά την εν λόγω συνάντηση τους ο κ. Καραολής (Τεκμήριο 2). Κατά την ίδια συνάντηση ο κ. Καραολής επίσης της παρέδωσε τα εξής δύο έγγραφα τα οποία σχετίζονται με την ίδια κατοικία: αντίγραφο γραπτής συμφωνίας πώλησης της κατοικίας μεταξύ των Εναγόντων και Λάζαρου Λαζάρου ημερομηνίας 06/07/2006 (Τεκμήριο 3) και αντίγραφο ακυρωτικού εγγράφου μεταξύ των Εναγόντων και του Λάζαρου Λαζάρου, ημερομηνίας 06/07/2006 αναφορικά με την ίδια κατοικία (Τεκμήριο 4). Αμέσως μετά η Αιτήτρια-Εναγόμενη αποτάθηκε για περαιτέρω πληροφορίες στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού απ' όπου πληροφορήθηκε για την έκδοση της επίδικης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/01/2010 (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5). Στο Κτηματολόγιο της παρέδωσαν επίσης αντίγραφο επιστολής προς το Λειτουργό του Κτηματολογίου (Τεκμήριο 6) ημερομηνίας 06/07/2006, με την οποία ζητείτο απόσυρση του δικού της συμβολαίου (Τεκμήριο 1) και απαντητική επιστολή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 31/10/2006 (Τεκμήριο 7), προς την Αιτήτρια-Εναγόμενη με κοινοποίηση στους Ενάγοντες, σύμφωνα με την οποία το Κτηματολόγιο αρνήθηκε την αιτούμενη απόσυρση για λόγους που αναφέρει στην επιστολή του (Τεκμήριο 7). Στη συνέχεια η Αιτήτρια-Εναγόμενη ανέθεσε την υπόθεση στο δικηγόρο της. Ακολούθως στην ένορκη δήλωσή της η Αιτήτρια-Εναγόμενη καταγράφει τη θέση της για όλα τα πιο πάνω. Παρατίθενται αυτούσιοι οι σχετικοί παράγραφοι από την ένορκη δήλωσή της: "11. Όλα τα πιο πάνω έγγραφα, εκτός φυσικά από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ «1», τα έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου όταν μου παραδόθηκαν είτε από τον κ. Καραολή είτε από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λεμεσού. 12. Στη συνέχεια ανάθεσα στο δικηγόρο μου να ερευνήσει το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου που αφορά στην πιο πάνω αγωγή. Από την έρευνα στην οποία προέβη, διαπίστωσε τα ακόλουθα: (α) Οι Ενάγοντες εξασφάλισαν την απόφαση ΤΕΚΜΗΡΙΟ «5» εναντίον μου κατόπιν υποκατάστατης επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος διά δημοσίευσης του στην εφημερίδα «Χαραυγή» στις 18/9/2009. (β) Η πρώτη φορά που πληροφορήθηκα για την ύπαρξη της πιο πάνω αγωγής αλλά και της απόφασης εναντίον μου ήταν με τον τρόπο που περιγράφω στις προηγούμενες παραγράφους. (γ) Ως διεύθυνση μου στο κλητήριο ένταλμα εμφαίνεται η οδός Βασίλη Μιχαηλίδη 5, στη Λεμεσό με την οποία ποτέ δεν είχα οποιαδήποτε σχέση, αφού ουδέποτε διέμενα ή εργαζόμουν στην ως άνω αναφερόμενη διεύθυνση. 13. Οι Ενάγοντες, αν και γνώριζαν τη διεύθυνση διαμονής της μητέρας μου, γιατί γνωρίζονται προσωπικά με τον κ. Χριστόδουλο Καραολή, δεν επιδίωξαν να επιδόσουν σ' αυτήν το κλητήριο ένταλμα έτσι ώστε να μπορέσω να πληροφορηθώ για την ύπαρξη του και να υπερασπιστώ τα δικαιώματα μου. 14. Ουδέποτε συμφώνησα και αποδέχτηκα την ακύρωση της συμφωνίας - ΤΕΚΜΗΡΙΟ «1» και κατέβαλα δήθεν το ποσό των ΛΚ7.000 για το σκοπό αυτό στους Ενάγοντες όπως ψευδώς αναφέρουν στο κλητήριο ένταλμα και στην ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Καραολή ημερομηνίας 21/1/2010. Ουδέποτε υπέγραψα οιονδήποτε ακυρωτικό έγγραφο μεταξύ μου και των Εναγόντων και ουδέποτε συμφώνησα με οιονδήποτε τρόπο στην ακύρωση της συμφωνίας όπως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες γι' αυτό άλλωστε και δεν προσκόμισαν τα σχετικά έγγραφα στο δικαστήριο. Εάν εγώ ή ο σύζυγος μου καταβάλαμε οιονδήποτε ποσό προς τους Ενάγοντες επιπρόσθετα από το τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου, αυτό θα ήταν για την καταβολή των Φόρων Ακίνητης Ιδιοκτησίας. Περαιτέρω η ημερομηνία 06/07/2009 την οποία ισχυρίζονται οι Ενάγοντες ότι δήθεν προχώρησα στην καταβολή του ποσού είναι ημερομηνία κατά την οποία απουσίαζα στο εξωτερικό. 15. Από την ημερομηνία αγοράς της κατοικίας μου μέχρι και τις 21/09/2006 όπου αναγκαστικά φύγαμε από την Κύπρο, η διεύθυνση διαμονής μου και της οικογένειας μου ήταν η διεύθυνση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 ανωτέρω. Εξ' όσων γνωρίζω ουδέποτε οι Ενάγοντες ή οποιοσδήποτε αντιπρόσωπος των Εναγόντων με πλησίασαν οποτεδήποτε για ακύρωση της συμφωνίας ΤΕΚΜΗΡΙΟ «1». (Στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης της αναφέρεται η διεύθυνση της κατοικίας.) 16. Οι Ενάγοντες γνωρίζοντας τις δυσκολίες που αντιμετώπιζα και την αναγκαστική απουσία μου από την Κύπρο, για την ασφάλεια τόσο του συζύγου μου όσο και της δικής μου και των παιδιών μου, για το λόγο που αναφέρω στην παράγραφο 2 πιο πάνω, πιστεύοντας προφανώς ότι δε θα επέστρεφα ποτέ ξανά στην Κύπρο για να διεκδικήσω τα δικαιώματα μου βάσει του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ «1», προχώρησαν στην έκδοση της απόφασης, ΤΕΚΜΗΡΙΟ «5», εναντίον μου για να νομιμοποιήσουν την παράνομη πώληση, εκμετάλλευση και σφετερισμό της περιουσίας μου σε τρίτα πρόσωπα με σκοπό την κερδοσκοπία. 17. Οι οποιεσδήποτε κατηγορίες και εικασίες εναντίον του συζύγου μου από πλευράς των Εναγόντων τόσο στο κλητήριο ένταλμα όσο και στην ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Καραολή ημερομηνίας 21/1/2010 ουδεμία σχέση έχουν με την παρούσα υπόθεση και σκοπός των Εναγόντων ήταν να δυσφημίσουν το όνομα μου για να μπορέσουν έτσι με μεγαλύτερη ευκολία να παραπλανήσουν το δικαστήριο και να προχωρήσουν στην έκδοση απόφασης εναντίον μου. 18. Θα πρέπει εδώ να αναφέρω ότι ο πιο πάνω αναφερόμενος Λάζαρος Λαζάρου, του οποίου το όνομα εμφαίνεται και ως μάρτυρας στη συμφωνία πώλησης ΤΕΚΜΗΡΙΟ «2», γνώριζε πάρα πολύ καλά τόσο εμένα όσο και το σύζυγο μου και ήταν σε θέση να ξέρει ότι ουδέποτε είχα συμφωνήσει και αποδεχτεί την ακύρωση της συμφωνίας - ΤΕΚΜΗΡΙΟ «1»." Tέλος η Αιτήτρια-Εναγόμενη επισυνάπτει ως Τεκμήριο 8 αντίγραφο αποτελέσματος έρευνας στον Έφορο Εταιρειών αναφορικά με την εταιρεία Prime Stock Ltd. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Την 16/11/2011 καταχωρήθηκε ένσταση στην επίδικη Αίτηση, η οποία φέρει τους εξής λόγους ένστασης: «(α) Η παρούσα αίτηση είναι δικονομικά και/ή νομικά λανθασμένη και/ή παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη και/ή κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών, και της πρακτικής του Δικαστηρίου. (β) Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας (abuse of the process of the Court). (γ) Η παρούσα αίτηση αντίκειται στις αρχές της Επιείκειας (Equity). (δ) Η παρούσα αίτηση αντίκειται στις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών 1950 για δίκαιη δίκη εντός «εύλογου χρόνου». (ε) Η Εναγόμενη-Αιτήτρια έχει επιδείξει αμέλεια και κακοπιστία έχει καθυστερήσει υπέρμετρα και/ή αδικαιολόγητα και/ή ανεξήγητα παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση της Αίτησης και έχει καταφρονήσει το Δικαστήριο, τους Θεσμούς και τα δικαιωμάτων του Καθ' ου η Αίτηση. (στ) Η Εναγόμενη-Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και/ή καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. (η) Η Εναγόμενη-Αιτήτρια δεν έχει δικαιολογήσει την υπέρμετρη καθυστέρηση που επιδείχθηκε εκ μέρους της. (θ) Τα γεγονότα που επικαλείται η Εναγόμενη-Αιτήτρια είναι αναληθή και/ή ατεκμηρίωτα και δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε πραγματική μαρτυρία πέραν της αυτό-επιβεβαιωτικής μαρτυρίας της ίδιας της Εναγόμενης-Αιτήτριας.» Η ένσταση βασίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών 1950, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (Civil Procedure Rules) Δ.5 Θ.1 και 2, Δ.17 Θ.10, Δ.26 Θ.14, Δ.33 Θ.5, Δ.57 Θ.2 και Δ.48 Θ.1, 2, 3, 4 και 9(h), επί του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 άρθρα 29 και 30, του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 άρθρα 147, 148, 197, 198, του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου Κεφ. 232 άρθρο 7, του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο Ν. 81(Ι)/2011άρθρο 5, ως επίσης επί των αρχών της Επιείκειας (Equity) και επί των συμφυών εξουσιών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση ημερομηνίας 16/11/2011, του κ. Αντρέα Καραολή, διευθυντή των Εναγόντων, ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: Θεωρεί ψευδή την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας-Εναγόμενης. Αναφέρει ότι το 2004 οι Καθ' ών η Αίτηση-Ενάγοντες βρίσκονταν σε συζητήσεις και είχαν συναντήσεις με την Αιτήτρια-Εναγόμενη και το σύζυγο της, ο οποίος τότε ήταν εγγεγραμμένος δικηγόρος της Δημοκρατίας για την αγορά του ακινήτου. Μάλιστα καθ' όλη τη διάρκεια των σχετικών συζητήσεων, ο σύζυγος της Αιτήτριας-Εναγόμενης ανέλαβε κατά κύριο λόγο τη διαπραγμάτευση της συμφωνίας εκ μέρους της Αιτήτριας-Εναγόμενης και προς το σκοπό αυτό η Αιτήτρια-Εναγόμενη στις 08/12/2003 απέστειλε με φαξ στον κ. Α. Καραολή γενικό πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 08/12/2003 (Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του κ. Α. Καραολή) με το οποίο εξουσιοδοτούσε το σύζυγο της για να διαχειρίζεται εκ μέρους της όλα τα περιουσιακά στοιχεία της. Η αποστολή του εν λόγω πληρεξουσίου έγινε από το δικηγορικό γραφείο του συζύγου της Αιτήτριας-Εναγόμενης. Ακολούθως η Αιτήτρια-Εναγόμενη συμφώνησε να αγοράσει την κατοικία και υπογράφηκε η σύμβαση πώλησης ημερομηνίας 21/09/2004 (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας-Εναγόμενης). Μετέπειτα η Αιτήτρια-Εναγόμενη κατάθεσε στο Κτηματολόγιο το συμβόλαιο (ΠΩΕ 2163/04). Ακολούθως ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι περί τον Ιούνιο του 2006 η Αιτήτρια-Εναγόμενη και ο σύζυγος της του ζήτησαν να ακυρώσουν την επίδικη σύμβαση ημερομηνίας 21/09/2004. Πιο συγκεκριμένα παραθέτει τους εξής ισχυρισμούς: "8. Kατά τον Ιούνιο του 2006, η Εναγόμενη και ο σύζυγός της επικοινώνησαν μαζί μου και η Εναγόμενη μου ζήτησε αν ήταν δυνατό να ακυρώσουμε την Επίδικη Σύμβαση. Την πληροφόρησα ότι, προκειμένου να προχωρήσουμε με την ακύρωση της Επίδικης Σύμβασης θα έπρεπε να εξευρεθεί πρώτα ο νέος αγοραστής για την Επίδικη Οικία και έπειτα η Εναγόμενη να καταβάλει στην Ενάγουσα ένα ποσό της τάξης των Λ.Κ.7.445,00 ως οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού της Εναγόμενης. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Β εκτύπωση της κατάστασης λογαριασμού ("statement of account") της Εναγόμενης που δείχνει το υπόλοιπο του λογαριασμού της στις 5.7.2006. Σημειώνω ότι, όπως φαίνεται και στο Τεκμήριο Β, η τελευταία χρέωση στον λογαριασμό της Εναγομένης δημιουργήθηκε στις 12 Μαΐου 2006 και συνεπώς η κατάσταση του λογαριασμού είναι αντιπροσωπευτική των οφειλών της Εναγόμενης τον Ιούνιο 2006. 9. Νέος αγοραστής βρέθηκε στο πρόσωπο του κ. Λάζαρου Λαζάρου και ενημέρωσα την Εναγόμενη για το γεγονός αυτό. Ως μέρος των διαδικασιών για ακύρωση της Επίδικης Σύμβασης, για σκοπούς αποπληρωμής του ποσού το οποίο η Εναγόμενη είχε ήδη καταβάλει, η Ενάγουσα θα διευθετούσε όπως ο σκοπούμενος αγοραστής της Επίδικης Οικίας, κ. Λάζαρος Λαζάρου καταβάλει μέρος του εν λόγω ποσό απευθείας στην Εναγόμενη και μέρος προς αποπληρωμή δανείου της Εναγόμενης στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) (National Bank of Greece (Cyprus)) για το οποίο ήταν υποθηκευμένο το ακίνητο (εφεξής καλούμενο το «Δάνειο»). Ο κ. Λαζάρου θα κατέβαλλε επίσης κατευθείαν το ποσό των Λ.Κ.7.445,00 που ήταν οφειλόμενο από την Εναγόμενη. Ο διακανονισμός αυτός αποτελούσε συνήθη πρακτική της Ενάγουσας προς επίσπευση των διαδικασιών μεταβίβασης στις περιπτώσεις όπου δεν είχε ακόμη εκδοθεί τίτλος για το ακίνητο. 10. Η Εναγόμενη με ενημέρωσε ότι επιθυμούσε να προχωρήσουμε με την ακύρωση της Επίδικης Σύμβασης και ότι ως και προηγουμένως την διευθέτηση του ζητήματος αυτού θα αναλάμβανε εκ μέρους της ο σύζυγός της. Προς τον σκοπό αυτό στις 6.7.2006 ο σύζυγος της Εναγομένης εν γνώσει, εκ μέρους και με την σύμφωνη γνώμη της Εναγόμενης υπέγραψε ως πληρεξούσιος, το ακυρωτικό έγγραφο ημερομηνίας 6.7.2006 που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6 στην Ένορκη Δήλωση της Εναγόμενης (το «Ακυρωτικό Έγγραφο»). 11. Τόσο η Εναγόμενη όσο και ο σύζυγος της με διαβεβαίωσαν στις 6.7.2006 ότι θα κατέθεταν το ακυρωτικό έγγραφο στο Κτηματολόγιο προς διαγραφή του εμπράγματου βάρους της Επίδικης Συμφωνίας εντός σύντομου χρονικού διαστήματος. 12. Καθ' όλη αυτή την διαδικασία ενεργούσα πάντα σύμφωνα με τις οδηγίες της Εναγόμενης και με την βεβαιότητα ότι ο σύζυγός της είχε πλήρη πληρεξουσιότητα να ενεργεί εκ μέρους. Σε κανένα στάδιο η Εναγόμενη δεν μου είπε είτε ρητά αλλά ούτε έκανε οποιαδήποτε νύξη η άφησε την παραμικρή υπόνοια ότι ο σύζυγός της δεν ήταν πια πληρεξούσιος της η ότι αυτή είχε ανακαλέσει το Πληρεξούσιο (Τεκμήριο Α) η ότι αυτό έπαυσε να ισχύει. Αντίθετα η συμπεριφορά της Εναγομένης και ειδικά οι οδηγίες που μου έδινε και τα συμφραζόμενα των συνομιλιών μας, επιβεβαίωναν και ενίσχυαν την άποψη ότι το Πληρεξούσιο (Τεκμήριο Α) ήταν σε ισχύ και ότι ο σύζυγός της παρέμεινε ανεπιφύλακτα και χωρίς περιορισμό πληρεξούσιος της από τις 8 Δεκεμβρίου 2003. 13. Επιθυμώ να επιστήσω την προσοχή του Σεβαστού Δικαστηρίου στο γεγονός ότι η υπογραφή στην Επίδικη Σύμβαση εκ μέρους της Εναγόμενης είναι ίδια με αυτήν του Ακυρωτικού Εγγράφου και είναι αυτή του συζύγου της Εναγόμενης. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Γ δέσμη εγγράφων που αποτελείται από αντίγραφα της τελευταίας σελίδας της Επίδικης Σύμβασης (Τεκμήριο 1 της Ένορκης Δήλωσης της Εναγόμενης), του Ακυρωτικού Εγγράφου (Τεκμήριο 6 της Ένορκης Δήλωσης της Εναγόμενης) και του Διαβατηρίου του συζύγου της Εναγόμενης πάνω στα οποία φαίνεται η ίδια υπογραφή, αυτή του συζύγου της Εναγόμενης. 14. Κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία, ήτοι τις 6.7.2006, υπεγράφη επίσης όχι απλά εν γνώσει της Εναγόμενης και του συζύγου της αλλά ουσιαστικά ως προϋπόθεση της διεκπεραίωσης της ρητής παράκλησης της Εναγόμενης για ακύρωση της Επίδικης Σύμβασης, συμφωνία για πώληση της Επίδικης Οικίας στον κ. Λαζάρου (Τεκμήριο 3 στην Ένορκη Δήλωση της Εναγόμενης). 15. Ο διακανονισμός που περιγράφεται στην παράγραφο 9 ανωτέρω για την κατευθείαν αποπληρωμή του Δανείου της Εναγόμενης και η υπογραφή της νέας συμφωνία της Ενάγουσας με τον κ. Λαζάρου στην παρουσία του συζύγου της Ενάγουσας είναι άλλωστε ο λόγος για τον οποίο ο κ. Λαζάρου υπογράφει ως μάρτυρας του Ακυρωτικού Εγγράφου. Ο διακανονισμός αυτός είναι επίσης όπως προανάφερα ο λόγος για τον οποίο το ποσό των Λ.Κ7.445,00 που παρέμενε οφειλόμενο από την Εναγόμενη καταβλήθηκε εν τέλει από τον κ. Λαζάρου κατευθείαν στην Ενάγουσα. Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Δ αντίγραφο απόδειξης Εισπράξεως από τον κ. Λαζάρου ακολουθούμενη από την σχετική επιταγή υπέρ της Ενάγουσας για το εν λόγω ποσό. Επίσης επισυνάπτω ως Τεκμήριο Ε αντίγραφο σχετικής βεβαίωσης της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) (National Bank of Greece (Cyprus)) ημερομηνίας 17 Ιουλίου 2006 για απαλλαγή της Επίδικης Οικίας από τις υφιστάμενες της υποθήκες μετά την καταβολή του ποσού του Δανείου από τον κ. Λαζάρου. 16. Στις 13.9.2006 έγινε απόπειρα κατά της ζωής του συζύγου της Εναγομένης. Η Εναγόμενη δεν είχε ολοκληρώσει ακόμη την μετακόμισή της από την Επίδικη Οικία και με ενημέρωσε ότι υπό τις περιστάσεις θα έφευγε από την χώρα και ότι η οικογένεια της και ειδικότερα η αδελφή της θα αναλάμβανε να μεταφέρει τα προσωπικά τους αντικείμενα από την Επίδικη Οικία. 17. Σημειώνω ότι η αδελφή της Εναγόμενης όχι μόνο αφαίρεσε τα έπιπλα και άλλα προσωπικά αντικείμενα της Εναγόμενης και του συζύγου της από την Επίδικη Οικία, αλλά χαρακτηριστικά προχώρησε στην αφαίρεση των κλιματιστικών και της εξατομικευμένης εντοιχισμένης ψησταριάς που είχαν τοποθετήσει στην Επίδικη Οικία. Η αδελφή της Εναγόμενης προχώρησε ακόμη και στην αφαίρεση των υδραυλικών μηχανισμών του γκαράζ της Επίδικης Οικίας που είχαν εγκαταστήσει η Εναγόμενη και ο σύζυγός της. Με το πέρας της απομάκρυνσης της ιδιοκτησίας της Εναγόμενης και του συζύγου της από την Επίδικη οικία η αδελφή της Εναγόμενης μου παρέδωσε το κλειδί. 18. Κατά την διενέργεια της απομάκρυνσης της ιδιοκτησίας της Εναγόμενης από την επίδικη οικία θεωρούσα αυτονόητο το ότι το Ακυρωτικό Έγγραφο είχε ήδη κατατεθεί και ότι το εμπράγματο βάρος που δημιούργησε η Επίδικη Σύμβαση είχε ήδη νόμιμα ακυρωθεί αφού η περίοδος χάριτος για απομάκρυνση της ιδιοκτησίας της Εναγόμενης από την Επίδικη Οικία ήταν τώρα αχρείαστη. 19. Ο κ. Λαζάρου με προσέγγισε στις περί τα τέλη του Σεπτεμβρίου του 2006 λέγοντας μου ότι επιθυμούσε να μεταπωλήσει την Επίδικη Οικία στην εταιρεία Prime Stock Ltd. Προς διευκόλυνση της διαδικασίας πώλησης για τον πελάτη μας κ. Λαζάρου και ενόψει του ότι η σύμβαση που υπογράφτηκε με τον κ. Λαζάρου δεν είχε ακόμη κατατεθεί στο κτηματολόγιο, οι Ενάγοντες στις 2 Οκτωβρίου 2006 προχώρησαν στην σύναψη συμφωνίας πώλησης της επίδικης οικίας στην Prime Stock Ltd. Ως η προηγούμενη διευθέτηση με την Εναγόμενη το ποσό της αγοράς θα καταβαλλόταν απευθείας στον κ. Λαζάρου από την Prime Stock Ltd. 20. Στα πλαίσια περάτωσης της συμφωνίας με την Prime Stock Ltd και συγκεκριμένα της κατάθεσης της σύμβασης πώλησης της επίδικης οικίας στην Prime Stock στο κτηματολόγιο στις 30 Οκτωβρίου 2006, διαφάνηκε ότι η μεταβίβαση ήταν αδύνατη αφού έγινε αντιληπτό ότι η Εναγόμενη λόγω της παράλειψή της δεν προχώρησε με τις δέουσες ενέργειες για ακύρωση του εμπράγματου βάρους της Επίδικης Σύμβασης.» Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι μεταξύ του Σεπτεμβρίου 2006/ Σεπτεμβρίου 2009 οι Καθ' ών η Αίτηση-Ενάγοντες προσπάθησαν επανειλημμένα αλλά ανεπιτυχώς για να επικοινωνήσουν με την Αιτήτρια- Εναγόμενη τόσο άμεσα όσο και διαμέσου της οικογένειας της τα οποία μέλη της οικογένειας της ισχυρίζονταν ότι δεν είχαν οποιαδήποτε επικοινωνία με την Αιτήτρια-Εναγόμενη. Αφού οι Καθ' ών η Αίτηση-Ενάγοντες εξάντλησαν κάθε περιθώριο επικοινωνίας με την Αιτήτρια-Εναγόμενη, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Ως προς τον τρόπο επίδοσης της αγωγής ο ενόρκως δηλών αναφέρει τα εξής: «24. Ο λόγος που δεν επελέγη η διεύθυνση της Επίδικης Οικίας για επίδοση είναι ότι ενόψει της αφ' ενός της μεταπώλησης της Επίδικης Οικίας και αφ' ετέρου της πλήρους απομάκρυνσης της περιουσίας της Εναγόμενης ειδικότερα όλων των εντοιχισμένων αντικειμένων της Εναγόμενης και του συζύγου της δεν υπήρχε ίχνος αμφιβολίας στο μυαλό μου ότι η Εναγόμενη είχε πλέον ολοκληρωτικά αποσυνδεθεί με την Επίδικη Οικία. Ο λόγος δε για τον οποίο δεν επελέγη κάποιο μέλος της οικογένειας της Εναγόμενης για επίδοση ήταν το ότι προφανώς κατά την διάρκεια των τριών χρόνων που αναζητούσαμε την Εναγόμενη κανένας από αυτούς «δεν γνώριζε» δήθεν που βρισκόταν η Εναγόμενη, και φυσικά, ο σύζυγος της. 25. Έχοντας πλέον τις αμφιβολίες μου ως προς την καλή πίστη της Εναγόμενης και της οικογένειας της Εναγόμενης που δήθεν δεν γνώριζαν που βρισκόταν αυτή και αφού η επίδοση δεν ήταν δυνατή, έλαβα την συμβουλή των δικηγόρων της Ενάγουσας, το δικηγορικό γραφείο Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία Δ.Ε.Π.Ε., οι οποίοι με συμβούλευσαν ότι υπό τις περιστάσεις ενδεδειγμένη οδός ήταν η επίδοση με δημοσίευση σε εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας." Ακολούθως αναφέρει ότι μετά την πάροδο της προθεσμίας έφεσης αναφορικά με την επίδικη απόφαση ημερομηνίας 22/01/2010 οι Καθ' ών η Αίτηση-Ενάγοντες προχώρησαν στις δέουσες ενέργειες για τη διαγραφή του εμπράγματου βάρους της σύμβασης πώλησης ΠΩΕ 2163/04 ημερομηνίας 21/09/2004 και προχώρησαν στην κατάθεση της σύμβασης ημερομηνίας 2/10/2006 με την Prime Stock Ltd (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας-Εναγόμενης). Ακολούθως ο ενόρκως δηλών αναφέρει τα εξής: «28. Πέρασαν 5 ολόκληροι μήνες από την επιστροφή της στην Κύπρο μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης παραμερισμού. Είναι εξόφθαλμα προφανές ότι η Εναγόμενη, ετεροχρονισμένα και μετά συνεννοήσεως με τον σύζυγό της, ενόψει της τελικώς μη επιστροφής του συζύγου της καιροσκοπικά αποφάσισε να κατασκευάσει την ιστορία περί μη ακύρωσης της συμφωνίας προκειμένου να επωφεληθεί από την, εν σχέση με τον χρόνο αγοράς, αυξημένη αξία της επίδικης οικίας.» Συμπληρωματική (Απαντητική) Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας -Εναγόμενης στην Επίδικη Αίτηση Με συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου από την Αιτήτρια-Εναγόμενη την 15/02/2012 η Αιτήτρια-Εναγόμενη απορρίπτει τον ισχυρισμό της παραγράφου 8 της ένορκης δήλωσης του κ. Α. Καραολή ημερομηνίας 16/11/2011 ότι η ίδια και ο σύζυγος της επικοινώνησαν με τον κ. Α. Καραολή για να ακυρώσουν το επίδικο αγοραπωλητήριο. Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπέγραψε οποιοδήποτε ακυρωτικό έγγραφο μεταξύ της και των Καθ' ών η Αίτηση-Εναγόντων και προσθέτει: «Ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι το Τεκμήριο Γ, που φέρει ημερομηνία 6/7/2006, αποτελεί αντίγραφο της τελευταίας σελίδας ακυρωτικού εγγράφου είναι αναληθές. Εάν όντως υπήρχε ακυρωτικό έγγραφο μεταξύ εμένα και των Εναγόντων υπογραμμένο και από τις δυο πλευρές οι Ενάγοντες θα προσκόμιζαν αντίγραφο του. Αυτό που παρουσιάζουν είναι μια επιστολή προς το Κτηματολόγιο η οποία δεν φέρει τη δική μου υπογραφή αλλά ούτε και την υπογραφή του συζύγου μου.» Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των παραγράφων 9 και 15 της ένορκης δήλωσης του Α. Καραολή ημερομηνίας 16/11/2011 ισχυρίζεται ότι ουδέποτε η Αιτήτρια-Εναγόμενη είχε συνάψει οποιοδήποτε δάνειο με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ. Επίσης απορρίπτει τον ισχυρισμό της παραγράφου 9 της ένορκης δήλωσης του Α. Καραολή ότι η ίδια θα διευθετούσε όπως ο δήθεν αγοραστής της επίδικης οικίας κ. Λαζάρου θα κατέβαλλε προς την ίδια μέρος του ποσού το οποίο είχε ήδη καταβάλει η ίδια για την αγορά της επίδικης οικίας και τονίζει ότι η ίδια ουδέποτε πληρώθηκε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό και προσθέτει τα εξής: «5. Ο ισχυρισμός της παραγράφου 16 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 16/11/2011, η οποία υποστηρίζει την ειδοποίηση ένστασης των καθ' ών η αίτηση ταυτόσημης ημερομηνίας, ότι δήθεν είχα ενημερώσει τον ενόρκως δηλούντα κ. Ανδρέα Καραολή ότι θα έφευγα από την Κύπρο και ότι η οικογένεια μου και ειδικότερα η αδελφή μου θα αναλάμβανε να μεταφέρει τα προσωπικά μας αντικείμενα στην επίδικοι οικία, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εγώ δεν γνωρίζω προσωπικά τον κ. Ανδρέα Καραολή και δεν έχω συναντηθεί ποτέ μαζί του. Ουδέποτε ήρθα σε επικοινωνία μαζί του για οποιοδήποτε απολύτως θέμα και ειδικότερα για το θέμα που αναφέρεται στην παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης του. 6. Αναφορικά με την παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης του κ. Ανδρέα Καραολή αρνούμαι και απορρίπτω ως ψευδή τον ισχυρισμό ότι η αδελφή μου του είχε ποτέ παραδώσει το κλειδί της επίδικης οικίας. Η αδελφή μου δεν γνωρίζει προσωπικά τον κ. Ανδρέα Καραολή και ούτε έχει συναντηθεί ποτέ μαζί του. Τα προσωπικά αντικείμενα, έπιπλα, κλιματιστικά, ψησταριά και υδραυλικό μηχανισμό της πόρτας του γκαράζ που αναφέρονται είχαν όντως μεταφερθεί από την επίδικη κατοικία στην κατοικία της μητέρας μου για να προστατευθούν από πιθανή κλοπή ενόψει της αναγκαστικής αναχώρησης μου από την Κύπρο για τους λόγους που αναφέρω στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης μου ημερομηνίας 2/9/2011. Επ' ουδενί λόγο, η μετακίνηση τους από την επίδικη οικία δεν έγινε για τους λόγους που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Καραολή ημερομηνίας 16/11/2011. 7. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της παραγράφου 28 της ένορκης δήλωσης του κ. Ανδρέα Καραολή θα ήθελα να αναφέρω ότι αφότου επέστρεψα από το εξωτερικό ουδέποτε πέρασε από το μυαλό μου ότι η επίδικη κατοικία έπαψε να είναι εγγεγραμμένη στο όνομα μου και αυτός είναι ο μοναδικός λόγος που δεν αντέδρασα άμεσα. Μόλις περιήλθε εις γνώση μου το τι συνέβηκε στην απουσία μου, και αφού συγκέντρωσα όλες τις απαραίτητες πληροφορίες από το Κτηματολόγιο και μέσω του δικηγόρου μου, αμέσως κινήθηκα δικαστικά για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης εναντίον μου.» Αντεξέταση της Αιτήτριας - Εναγόμενης Κατά την ακρόαση της επίδικης αίτησης η Αιτήτρια-Εναγόμενη αντεξετάστηκε. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της πήρε τη θέση ότι η επιστολή προς το Κτηματολόγιο ημερομηνίας 06/07/2006 (η οποία επισυνάφθηκε τόσο στην ένορκη δήλωση της ως Τεκμήριο 6 όσο και στην ένορκη δήλωση του κ. Α. Καραολή ως Τεκμήριο Γ), δεν είναι ακυρωτικό έγγραφο. Ισχυρίστηκε επίσης σε σχέση με την εν λόγω επιστολή ότι ο σύζυγος της ούτε πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της ήταν αλλά και η ίδια η επιστολή δεν φέρει υπογραφή του συζύγου της. Μάλιστα αφότου η Αιτήτρια-Εναγόμενη παρέλαβε την εν λόγω επιστολή, μίλησε με το σύζυγο της ο οποίος της ανέφερε ότι ουδέποτε υπέγραψε την επιστολή. Η Αιτήτρια-Εναγόμενη παραδέχτηκε κατά την αντεξέταση ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 21/09/2004 φέρει την υπογραφή του συζύγου της και συνεπώς δέχτηκε ότι στο παρελθόν, δεν θυμάται ακριβώς την ημερομηνία, ο σύζυγος της ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της. Σε σχετική ερώτηση διευκρίνισε ότι αντιλήφθηκε πριν την καταχώρηση της επίδικης Αίτησης ημερομηνίας 02/09/2011 ότι η επιστολή ημερομηνίας 06/7/2006 δεν φέρει την υπογραφή του συζύγου της, οπότε τέθηκαν ερωτήσεις και απαντήσεις ως προς το γιατί δεν ανέφερε κάτι τέτοιο στην αρχική ένορκη δήλωσης της. Κατά την αντεξέταση ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν γνωρίζει τον κ. Α. Καραολή και ουδέποτε είχε επικοινωνία μαζί του, αλλά γνωρίζει τον πατέρα του τον κ. Χριστόδουλο Καραολή. Αρνήθηκε υποβολές ότι γνωρίζει τον κ. Α. Καραολή και ότι ξανασυναντήθηκε μαζί του. Ακολούθησαν ερωτήσεις και απαντήσεις αναφορικά με το λόγο της μετακίνησης διάφορων αντικειμένων από την κατοικία, με την Αιτήτρια-Εναγόμενη να επιμένει ότι ο λόγος ήταν για να τα προστατεύσουν από κλοπή γιατί θα απουσίαζαν για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα. Πρόσθεσε ότι απουσίαζε κατά τη διάρκεια της μετακίνησης των αντικειμένων από την κατοικία. Πρόσθεσε ότι σήμερα τα αντικείμενα αυτά τα έχει στην κατοχή της και είναι αποθηκευμένα. Ακολούθως ανάφερε ότι στην Κύπρο επέστρεψε με τα παιδιά της χωρίς το σύζυγο της. Όταν επέστρεψε, παρόλο που είχε η αδελφή της τα κλειδιά της κατοικίας, η Αιτήτρια-Εναγόμενη δεν επισκέφθηκε την κατοικία λόγω συναισθηματικής φόρτισης και πέρασε απλά έξω από την κατοικία. Επέμενε ότι επισκέφθηκε μετά την επιστροφή της τον κ. Χριστόδουλο Καραολή για να μάθει αν εκδόθηκε ο ξεχωριστός τίτλος για την κατοικία και τότε πληροφορήθηκε ότι η κατοικία πωλήθηκε στην Prime Stock Ltd. Αρνήθηκε υποβολή ότι γνώριζε για την ακύρωση και την πώληση της κατοικίας στον κ. Λαζάρου και ότι αυτό το θέμα της το είχε θέσει ο κ. Α. Καραολής τηλεφωνικώς πριν αναχωρήσει από την Κύπρο. Αρνήθηκε υποβολή ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση της αποτελεί προϊόν μεταγενέστερων σκέψεων της. Υπήρξε σύντομη επανεξέταση κατά την οποία διευκρίνισε ότι ο λόγος που απέφευγε να επισκεφθεί την κατοικία μετά την επιστροφή της στην Κύπρο ήταν η προηγούμενη απόπειρα δολοφονίας εναντίον του συζύγου στης. Ακολούθησαν οι αγορεύσεις. Νομική Πτυχή - Γενικές Αρχές Η διαταγή 17 θ.10 προνοεί τα εξής: «Where judgement is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» (Βλ. επίσης τη Δ.26 θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.) Ο παραμερισμός απόφασης η οποία εκδόθηκε στην απουσία του Εναγομένου εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Κλασσική απόφαση είναι η αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlans
(1937)2 All E.R. 646 η οποία υιοθετήθηκε από τη δική μας νομολογία και ιδιαίτερα στην απόφαση Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan constructions & Engineering Company
(1961)CLR 317. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Kotsapas (πιο πάνω) ο Αγγλικός θεσμός είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον αντίστοιχο Κυπριακό και επομένως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις Αγγλικές αυθεντίες. Στην υπόθεση Demetrios A. Demetriades v. Nicolas Yiangou
(1978)1 JSC 143 λέχθηκε στη σελίδα 149 ότι οι Αγγλικές αποφάσεις αποτελούν ασφαλή και πολύτιμη καθοδήγηση για μας. Στην αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlans (πιο πάνω) τονίστηκε ότι πρωταρχικό κριτήριο είναι κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας και αν το Δικαστήριο πειστεί ότι ικανοποιεί το κριτήριο αυτό, τότε το Δικαστήριο δεν θα επιθυμεί να αφήσει μια τέτοια απόφαση χωρίς να την παραμερίσει αν δικαιολογημένα ο Εναγόμενος δεν έλαβε τα μέτρα που όφειλε σύμφωνα με τους θεσμούς. Περαιτέρω, ο Λόρδος Atkins αναφέρει στη σελίδα 479: «The discretion is in terms unconditional. The Courts, however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgment was obtained regularly there must be an affidavit of merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence.» Περαιτέρω στη σελίδα 480 ακολουθώντας τη Watt v. Barnett 3 QBD 363 αναφέρεται: «In case like the present, there is a judgment which, though by default is a regular judgment, and the applicant must show grounds why the discretion to set it aside should be exercised in his favour. The primary consideration is whether he has merits to which the Courts should pay head.» Στα πλαίσια της παρούσας αίτησης το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο αιτητής υποχρεούται να αποδείξει την υπεράσπιση του, αλλά έχει υποχρέωση με τα γεγονότα που παραθέτει στην ένορκη δήλωση του να δείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1179 και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Το δε Δικαστήριο δε θα πρέπει να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων για την ουσία της υπόθεσης. Πέραν βέβαια της πρωταρχικής προϋπόθεσης που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβάνει υπόψη και άλλους παράγοντες. Ένας από τους παράγοντες που εξετάζει το Δικαστήριο είναι το θέμα της αργοπορίας. Στην υπόθεση Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 364 γίνεται μια χρήσιμη περίληψη της σχετικής νομολογίας: «Η θεμελιακή απόφαση είναι η Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204. Το θέμα τέθηκε ως εξής στη σελίδα 210: «Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δυο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης: Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με ένα άλλο λόγο, επίσης σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. .................................Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην Mine & Quarry Ltd ν. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26. Έχει επισημανθεί ότι η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του. Το γεγονός πως ένας αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση, δεν συνιστά δικαιολογία. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποδείξει ότι δικαιολογημένα καθυστέρησε να αποταθεί (βλ. και Milouca Motor Trading Ltd ν. Κούρτης
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941). Στη Μουγής ν. Σπανούδη
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 997 ο εφεσείων είχε αποταθεί για παραμερισμό της απόφασης 38 μήνες μετά την έκδοση της. Το σχετικό αίτημα είχε εξεταστεί και από τη σκοπιά του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. Μετά την παράθεση του πιο πάνω αποσπάσματος από τη Phylactou (πιο πάνω) το Δικαστήριο συνέχισε ως εξής: «Ο παράγοντας της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης που μνημονεύεται στη Phylactou (πιο πάνω) πηγάζει από ρητή συνταγματική επιταγή. Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος το οποίο ορίζει ότι 'έκαστος, κατά τη διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ... δικαιούται ανεπηρέαστου δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου..' Έχει δε νομολογηθεί ότι το καθήκον για την εξασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 βαρύνει τις δικαστικές αρχές (Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, 222, Αγαπίου ν. Παναγιώτου
(1988)1 Α.Α.Δ. 257, Re Μαγκάκης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068, Re Παπανικολάου
(1990)1 Α.Α.Δ. 152). Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988).» Η Επίδοση της Αγωγής Στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο το οποίο καταχωρήθηκε στις 18/09/2009 ως διεύθυνση της Αιτήτριας-Εναγομένης καταγράφεται η οδός Βασίλη Μιχαηλίδη 5 Λεμεσός. Στην παράγραφο 14 της οπισθογραφημένης Έκθεσης Απαίτησης υπάρχει ισχυρισμός ότι η Αιτήτρια-Εναγόμενη είχε εγκαταλείψει την Κύπρο με το σύζυγο και τα παιδιά της και ουδείς γνώριζε τη χώρα διαμονής τόσο της ίδιας όσο και του καταζητούμενου συζύγου της και η οποιαδήποτε επαφή μαζί της τα τελευταία χρόνια δεν ήταν εφικτή. Ακολούθως στην ένορκη δήλωση του κ. Α. Καραολή που συνόδευε την αίτηση ημερομηνίας 26/10/2009 για υποκατάστατο επίδοση του κλητηρίου αναφέρεται στην παράγραφο 4 τα εξής: «
- Η Εναγόμενη πιστεύεται πως έχει εγκαταλείψει την Κύπρο με το σύζυγο και τα παιδιά της και ουδείς γνωρίζει τη χώρα διαμονής τόσο της ιδίας όσο του καταζητούμενου συζύγου της και η οποιαδήποτε επαφή μαζί της τα τελευταία χρόνια δεν ήταν εφικτή εφόσον κρύβονται σε κάποια χώρα του εξωτερικού.
- Πιστεύω πως αν το κλητήριο ένταλμα δημοσιευθεί στην εν λόγω εφημερίδα η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής θα περιέλθει εις γνώση της Αιτήτριας - Εναγομένης καθότι οι συγγενείς και φίλοι της Εναγομένης εξακολουθούν να παραμένουν στην Κύπρο και όπως πιστεύω διατηρεί επικοινωνία μαζί τους και θα την ενημερώσουν σχετικά.» Δεν έχει επαρκώς αμφισβητηθεί και αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι μεταξύ της 21/09/2006 και 18/03/2011 η Αιτήτρια-Εναγόμενη απουσίαζε από την Κύπρο μαζί με το σύζυγο και τα παιδιά της λόγω της απόπειρας δολοφονίας εναντίον του συζύγου της. Επίσης δεν έχει αμφισβητηθεί επαρκώς και αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι από την αγορά της κατοικίας μέχρι και την 21/09/2006 όπου η Αιτήτρια- Εναγόμενη έφυγε με την οικογένεια της από την Κύπρο, η διεύθυνση της ήταν η διεύθυνση της κατοικίας. Οπότε κατά το χρόνο καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος (18/09/2009) και κατά το χρόνο της δημοσίευσης στην εφημερίδα η Αιτήτρια-Εναγόμενη απουσίαζε από την Κύπρο. Συνεπώς αποτελεί πραγματικό γεγονός ότι η ίδια δεν διάβασε τη δημοσίευση για την έγερση της αγωγής στην εφημερίδα. Ερώτημα τώρα προκύπτει κατά πόσο η Αιτήτρια-Εναγόμενη είχε λάβει γνώση της δημοσίευσης μέσω των συγγενών της. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία η εκδοχή της Αιτήτριας-Εναγόμενης ότι δεν πληροφορήθηκε από τους συγγενείς της για τη δημοσίευση και την έγερση της αγωγής γίνεται πιστευτή. Η θέση των Καθ' ών η Αίτηση-Εναγόντων είναι ότι
(1)οι συγγενείς της Αιτήτριας-Εναγόμενης είχαν επικοινωνία μαζί της κατά το χρόνο της δημοσίευσης (βλ. την ένορκη δήλωση του κ. Α. Καραολή ημερομηνίας 26/10/2009 που συνοδεύει την αίτηση για υποκατάστατο επίδοση της αγωγής), και
(2)ότι οι συγγενείς προσποιούνταν ότι δεν γνώριζαν πού βρίσκεται (βλ. παραγράφους 24 και 25 της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 16/11/2011 που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ών η Αίτηση-Εναγόντων). Εφόσον η θέση λοιπόν των Καθ' ών η Αίτηση-Εναγόντων ήταν ότι οι συγγενείς θα ενημέρωναν την Αιτήτρια-Εναγόμενη για την έγερση της αγωγής ενδεχομένως να μπορούσε να εξεταζόταν κατά πόσο θα ζητείτο διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση της αγωγής και απευθείας στους συγγενείς ούτως ώστε να εξασφαλιζόταν με βεβαιότητα ότι τουλάχιστον οι συγγενείς θα λάμβαναν γνώση της αγωγής, οι οποίοι με τη σειρά τους αναμενόταν ότι θα ενημέρωναν την Αιτήτρια-Εναγόμενη (νοουμένου βέβαια ότι ακολουθείτο ακόμα και σ' αυτή την περίπτωση η ορθή διαδικαστική διαδικασία). Με τη δημοσίευση της αγωγής στην εφημερίδα δεν μπορεί να υπάρξει εύρημα του Δικαστηρίου ότι με εκείνη τη μεμονωμένη δημοσίευση οι συγγενείς της Αιτήτριας-Εναγόμενης είχαν ενημερωθεί για την έγερση της αγωγής εναντίον της. Συνεπώς αποδέχομαι την εκδοχή της Αιτήτριας -Εναγόμενης ότι πριν την έκδοση τα απόφασης ημερομηνίας 22/01/2010 δεν είχε λάβει γνώση της αγωγής. Περαιτέρω, σ' αυτό το σημείο χρειάζεται να διευκρινιστούν τα εξής: εφόσον για το θέμα της επίδοσης της αγωγής ακολουθήθηκαν από τους Καθ' ών η Αίτηση-Ενάγοντες οι πρόνοιες του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 06/11/2009 για υποκατάστατο επίδοση (δεν υπάρχει ισχυρισμός για το αντίθετο) και εφόσον το εν λόγω διάταγμα ημερομηνίας 06/11/2009 ουδέποτε ακυρώθηκε, δεν τίθεται θέμα παράτυπης επίδοσης (έστω και αν θα μπορούσε να υπάρξει επιχειρηματολογία για ακύρωση του). Οπότε κατά την άποψη μου δεν εφαρμόζεται εδώ η αρχή της υπόθεσης Γιωργαλλίδη ν. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση κακής επίδοσης το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο Ex debito Justitiae να παραμερίσει την απόφαση. Παρόλο δηλαδή του ότι η Αιτήτρια-Εναγόμενη δεν έλαβε γνώση της αγωγής πριν την έκδοση της απόφασης εντούτοις η επίδοση ήταν νομότυπη καθότι ήταν προϊόν του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση ημερομηνίας 06/11/
- Οπότε το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάσει περαιτέρω την Αίτηση Υπεράσπιση Χωρίς το Δικαστήριο να αποφασίζει για οποιοδήποτε ισχυρισμό ή έγγραφο για την ουσία της υπόθεσης, κρίνεται ότι η Αιτήτρια-Εναγόμενη έχει για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης δείξει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Ενδεικτικά επισημαίνονται τα εξής: · Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η Αιτήτρια-Εναγομένη αγόρασε την 21/09/2004 από τους Καθ΄ ών η Αίτηση-Ενάγοντες την κατοικία. · Δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η ίδια υπέγραψε οποιοδήποτε ακυρωτικό έγγραφο. · Αναφορικά με το έγγραφο ημερομηνίας 06/07/2006 (το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας-Εναγόμενης ως Τεκμήριο 6) το οποίο οι Καθ' ών η Αίτηση-Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι πρόκειται για το ακυρωτικό έγγραφο της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 21/09/2004, η Αιτήτρια-Εναγόμενη επισύναψε ως Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση της έγγραφο που φέρεται ως επιστολή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 31/10/2006 στην οποία επιστολή το ίδιο το Κτηματολόγιο φέρεται να ισχυρίζεται ότι το εν λόγω έγγραφο υπογράφηκε από άτομο μη εξουσιοδοτημένο από την Αιτήτρια-Εναγόμενη. Βέβαια, η κάθε πλευρά θέτει τους δικούς της ισχυρισμούς και εξηγήσεις. Καθυστέρηση Η απόφαση εκδόθηκε την 22/01/
- Η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε 18 περίπου μήνες μετά, δηλαδή τη 02/09/
- Δεν έχει όμως επαρκώς αμφισβητηθεί ότι η Αιτήτρια-Εναγόμενη απουσίαζε από την Κύπρο από τη 21/09/2006 μέχρι και την 18/03/
- Επίσης, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η μεμονωμένη δημοσίευση σε κυπριακή εφημερίδα της διαδικασίας της παρούσας αγωγής, ενόσω μάλιστα η Αιτήτρια-Εναγόμενη απουσίαζε στο εξωτερικό, απέτυχε να φέρει εις γνώση της Αιτήτριας-Εναγόμενης την ύπαρξη της δικαστικής διαδικασίας της παρούσας αγωγής. Σ' αυτό το σημείο κρίνεται ότι οποιαδήποτε περαιτέρω ευρήματα ως προς τον ισχυρισμό της Αιτήτριας-Εναγόμενης ως προς το πως ακριβώς και πότε ακριβώς, μετά την επιστροφή της στην Κύπρο, έλαβε γνώση της δικαστικής απόφασης στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενδεχομένως να άπτονταν της ουσίας της υπόθεσης. Έχοντας κατά νου την πιο πάνω ανάλυση και ότι η Αιτήτρια-Εναγόμενη καταχώρησε την επίδικη αίτηση έξι μήνες μετά την επιστροφή της στην Κύπρο, παρόλο που το θέμα καθυστέρηση έχει προβληματίσει το Δικαστήριο, εντούτοις στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν θα αποτελέσει τροχοπέδη στην έγκριση της αίτησης. Συνεπώς ενόψει του ότι μεταξύ άλλων για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας η Αιτήτρια-Εναγόμενη έχει δείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, κρίνεται ότι είναι δίκαιο όπως της δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί στην αγωγή αυτή. Παραμερισμός των διαταγμάτων με τα οποία έχει διαταχθεί η διαγραφή και/ή ακύρωση της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 21/09/2004, ΠΩΕ 2163/04; Η πτυχή αυτή έχει προβληματίσει το Δικαστήριο. Παρέμεινε αναντίλεκτο γεγονός ότι μετά την έκδοση της επίδικης απόφασης ημερομηνίας 22/01/2010, η εν λόγω κατάθεση διαγράφηκε και μετέπειτα κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο νέα συμφωνία πώλησης της ίδιας κατοικίας ημερομηνίας 02/10/2006 (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας-Εναγόμενης). Το ερώτημα έχει ως εξής: Υπάρχει οποιοδήποτε κώλυμα στο να παραμεριστούν τα διατάγματα με τα οποία είχε διαταχθεί η διαγραφή της κατάθεσης του συμβολαίου της Αιτήτριας-Εναγόμενης ημερομηνίας 21/09/2004 και του σχετικού εμπράγματου βάρους ως οι παράγραφοι 2 και 3 της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/01/2010; Σ' αυτό το σημείο να επισημανθεί η θέση των Καθ' ών η Αίτηση-Εναγόντων στην αγόρευση τους όπου στην ουσία εισηγούνται ότι ο παραμερισμός των εν λόγω διαταγμάτων είναι άσκοπος και χωρίς κανένα νομικό αποτέλεσμα αφού το εμπράγματο βάρος που δημιούργησε η σύμβαση ημερομηνίας 21/09/2004 έχει ήδη διαγραφεί. Παραπέμπουν δε στον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 Ν.81
(1)/2011 άρθρο 5
(4)που προνοεί τα εξής: «Το εμπράγματο βάρος ισχύει μέχρι την ακύρωση ή την απόσυρση της κατάθεσης της σύμβασης με την οποία δημιουργείται ή μέχρι την παρέλευση της προθεσμίας κατάθεσης έφεσης εναντίον δικαστικής απόφασης με την οποία διατάσσεται η διαγραφή της κατάθεσης και σε περίπτωση καταχώρησης έφεσης μέχρι την έκδοση απόφασης στην έφεση.» Και προσθέτουν στην αγόρευση ότι: «Το αποτέλεσμα της εν λόγω νομοθετικής πρόνοιας είναι ότι ακόμη αν το Σεβαστό σας Δικαστήριο διατάξει τον παραμερισμό το εμπράγματο βάρος της επίδικης σύμβασης δεν θα αναβιώσει αυτόματα και η Αιτήτρια θα πρέπει να προωθήσει άλλη διαδικασία για εκ νέου εγγραφή του. Η Αιτήτρια με τυχόν παραμερισμό της απόφασης ουδέν νομικό αποτέλεσμα επιτυγχάνει.» Και σε άλλη σημείο προεκτείνουν το επιχείρημα τους σε σχέση με τον τυχόν επηρεασμό των δικαιωμάτων αθώου τρίτου μέρους. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα της αγόρευσης του αναφορικά με το συγκεκριμένο σημείο: «
- Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι τα συμφέροντα των μετέπειτα αγοραστών της Επίδικης Οικίας, αυτά ενός αθώου τρίτου μέρους, θα επηρεαστούν δραστικότατα από την τυχόν ακύρωση του τίτλου. Αδιαμφισβήτητα είναι αυτές οι περιπτώσεις που ο νομοθέτης προσπάθησε να αποτρέψει με την συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος.
- Η ανεπιείκια που θα προκαλέσει η αλλαγή του παρόντος ιδιοκτησιακού καθεστώτος της Επίδικης Οικίας, για τα αθώα τρίτα μέρη που είναι τώρα εντός της επίδικης οικίας, από τυχόν παραμερισμό, είναι αναπόφευκτα λόγος για τον οποίο το Σεβαστό σας Δικαστήριο πρέπει να αρνηθεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της Αιτήτριας.» Σε σχέση με τα πιο πάνω καταγράφονται οι εξής σκέψεις:
- Έχοντας αποφασίσει ότι η Αιτήτρια-Εναγόμενη θα πρέπει να ακουστεί στην παρούσα αγωγή προτού εκδοθεί τελική απόφαση στην αγωγή, ενδεχόμενα να ήταν αντιφατικό αν παραμεριζόταν μόνο η παράγραφος 1 της εν λόγω απόφασης με την οποία το Δικαστήριο αναγνώριζε στην ουσία ότι η γραπτή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ημερομηνίας 21/09/2004 τερματίστηκε νόμιμα. Από τη μια δηλαδή θα διδόταν η ευκαιρία στην πλευρά της Αιτήτριας-Εναγόμενης να ακουστεί η θέση της ως προς το νόμιμο ή όχι του τερματισμού ή κατά πόσο έχει τερματιστεί, και από την άλλη η απόσυρση της ίδιας σύμβασης από το Κτηματολόγιο θα έπρεπε να θεωρείται νόμιμη αφού έγινε δυνάμει Δικαστικού Διατάγματος, χωρίς να της δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί.
- Για τον πιο πάνω λόγο εφόσον συντρέχουν οι γενικότερες προϋποθέσεις παραμερισμού, επιβάλλεται ο παραμερισμός και των διαταγμάτων των παραγράφων 2 και 3 της απόφασης ημερομηνίας 22/01/2010 (έστω και αν θεωρηθεί ως άνευ αντικειμένου ο συγκεκριμένος παραμερισμός με το σκεπτικό ότι ήδη έγινε η διαγραφή από το Κτηματολόγιο της κατάθεσης του συμβολαίου ημερομηνίας 21/09/2004). Ο παραμερισμός δηλαδή της παραγράφου 1 της απόφασης ημερομηνίας 22/01/2010 θα πρέπει να συμπαρασύρει και τον παραμερισμό των διαταγμάτων των παραγράφων 2 και 3, και βέβαια και της παραγράφου 4 της εν λόγω απόφασης.
- Πιστεύω ότι οι προβληματισμοί των Καθ' ών η Αίτηση-Εναγόντων όπως αυτοί εμπεριέχονται στις παραγράφους 54 και 55 της αγόρευσης τους πιο πάνω, είναι πρόωροι καθότι ο παραμερισμός της συγκεκριμένης απόφασης περιλαμβανομένων και των διαταγμάτων δεν ισοδυναμεί ούτε επιφέρει αυτόματα την ακύρωση τίτλου ιδιοκτησίας της κατοικίας οποιουδήποτε τυχόν αθώου τρίτου μέρους.
- Ενδεχομένως να μπορεί να επιχειρηματολογηθεί ότι οι πιο πάνω θέσεις των Καθ' ών η Αίτηση-Εναγόντων δεν έχουν διατυπωθεί ξεκάθαρα ως λόγος ένστασης. Αναφορικά με τα έξοδα θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση όπου η Αιτήτρια-Εναγόμενη δεν είχε λάβει γνώση της δικαστικής διαδικασίας πριν την απόφαση ημερομηνίας 21/01/2010, δεν θα πρέπει να δώσω οποιαδήποτε διαταγή για τα έξοδα που χάθηκαν και για τα έξοδα της παρούσας Αίτησης αλλά θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα αυτά, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος, να είναι έξοδα δίκης στην αγωγή. Συνεπώς ενόψει των πιο πάνω ολόκληρη η απόφαση ημερομηνίας 22/01/2010 (περιλαμβανομένων αλλά μη περιοριζομένων και των διαταγμάτων που αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση) παραμερίζεται. Τα έξοδα που χάθηκαν εξ' αιτίας της μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από την Αιτήτρια-Εναγόμενη και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, θα είναι έξοδα δίκης στην αγωγή. Η Αιτήτρια-Εναγόμενη θα έχει δικαίωμα καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εντός 20 ημερών από σήμερα και ακολούθως να ακολουθηθούν οι θεσμοί. (Υπ.) .................. Λ. Μάρκου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Κ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο