Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. G V VAMVAKA GEORGIADE LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 15880/11, 18/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15880/11 Μεταξύ: Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας v.
- G & V VAMVAKA & GEORGIADE LTD
- ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΣ Κ. ΒΑΜΒΑΚΑ Ημερομηνία: 18.07.12 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χατζηγιάννη Για την κατηγορούμενη: κος Α. Πολυδώρου Κατηγορούμενη: παρούσα ΠΟΙΝΗ Οι κατηγορούμενοι βρέθηκαν ένοχοι κατόπιν δικής τους παραδοχής στην κατηγορία της παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α. κατά παράβαση των άρθρων 46
(9), 20
(1)και 48 του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου 2000, Ν.95(Ι)/2000μετά των συναφών τροποποιήσεων αλλά και των κανονισμών 17
(1)και 29
(2)των Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικοί) του 2001 και 2002 (Κ.Δ.Π. 314/01 και Κ.Δ.Π. 51/2002) καθώς επίσης στην κατηγορία της παράλειψης καταβολής πρόσθετου φόρου και τόκου από παράλειψη καταβολής Φ.Π.Α. που φαίνεται στην φορολογική δήλωση ως καταβλητέος κατά παράβαση του άρθρου 46(10Α) του Ν.95(Ι)/2000 αλλά και σχετικών κανονισμών των Κ.Δ.Π. 314/01 και Κ.Δ.Π. 51/
- Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι παρέλειψαν να καταβάλουν εμπρόθεσμα στον Έφορο Φ.Π.Α. ποσό ύψους €29.603,35 που φαίνεται στη φορολογική δήλωση ως καταβλητέος για τη φορολογική περίοδο από 01.02.11 μέχρι 30.04.
- Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι παρέλειψαν να πληρώσουν στον Έφορο Φ.Π.Α. ποσό συνολικού ύψους €3.096,00 ως πρόσθετο φόρο και τόκο που επιβλήθηκαν λόγω μη εμπρόθεσμης πληρωμής Φ.Π.Α. σε σχέση με τη φορολογική περίοδο από 01.02.11 μέχρι 30.04.
- Υιοθετώντας τα γεγονότα ως αυτά που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ανάφερε πως το ποσό που σημειώνεται μέσα από τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου ανέρχεται συνολικά στις €32.699,35, το οποίο και εξακολουθεί να οφείλεται ολόκληρο αφού μέχρι σήμερα δεν έχει πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό. Καταλήγοντας, η κυρία Χατζηγιάννη δήλωσε πως οι κατηγορούμενοι είναι λευκού ποινικού μητρώου και ζήτησε την έκδοση διατάγματος εναντίον της κατηγορουμένης 1 για καταβολή του συνολικά οφειλομένου ποσού δυνάμει του άρθρου 46
(12)του Ν.95(Ι)/2000. Χωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων ανάφερε ότι τόσο η κατηγορούμενη 1, η οποία ασχολείται με εισαγωγές, κατασκευές και τοποθετήσεις κουζινών, όσο και η κατηγορούμενη 2 που είναι διευθύντρια της κατηγορουμένης 1 παραδέχονται και απολογούνται. Αναφερόμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχτηκαν τα αδικήματα ο εν λόγω συνήγορος υπέδειξε πως κατά τις αρχές του έτους 2009 η κατηγορούμενη 1 προέβηκε στην αγορά ενός υπό κατασκευή διαμερίσματος από εταιρεία με την οποία συνεργαζόταν. Μέρος της καταβολής του τιμήματος αγοράς επιτεύχθηκε μέσω χρηματοδότησης από τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας και μέρος της θα γινόταν από αποκοπές πληρωμών σε οικοδομικές εργασίες που θα εκτελούνταν από την κατηγορούμενη 1 προς όφελος και για λογαριασμό της κατασκευάστριας εταιρείας, η οποία της είχε πωλήσει το διαμέρισμα. Όπως εξήγησε ο κύριος Πολυδώρου, λόγω της οικονομικής κρίσης η κατασκευάστρια εταιρεία ανέστειλε την ανέγερση μέρος του έργου με αποτέλεσμα η κατηγορούμενη 1 να σταματήσει τις πληρωμές προς την Σ.Π.Ε. Μακράσυκας με την οποία είχε συμβληθεί για την αγορά του εν λόγω διαμερίσματος. Αυτό είχε ως επακόλουθο η κατηγορούμενη 1 να μην μπορεί να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις της στην Σ.Π.Ε. Μακράσυκας από την οποία έλαβε χρηματοδότηση υπό τη μορφή δανείου για την αγορά του εν λόγω διαμερίσματος. Με τη σειρά της η αδυναμία αυτή της κατηγορουμένης 1 οδήγησε στην πώληση του διαμερίσματος σε τρίτα πρόσωπα με το ποσό που εισπράχτηκε από την πώληση να διατίθεται εξ' ολοκλήρου στην Σ.Π.Ε. Μακράσυκας. Μέσα από αυτή την πώληση προέκυψε οφειλόμενο ποσό ύψους €22.000,00 προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. ενώ το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό ύψους €7.500,00 περίπου προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. προέρχεται από ανείσπραχτα τιμολόγια. Αναφερόμενος στις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της κατηγορουμένης 2, ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, επισήμανε ότι η κατηγορούμενη 2 είναι νυμφευμένη και μητέρα δύο ανήλικων τέκνων ηλικίας 7 και 10 ετών αντίστοιχα. Η ίδια εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος ενώ ο σύζυγος της υποαπασχολείται στη Λεμεσό με τόπο διαμονής τους στην Πάφο. Περαιτέρω, ο κύριος Πολυδώρου σημείωσε πως η κατηγορούμενη 2 έχει την φροντίδα των δύο γονιών της καθότι η μητέρα της πάσχει από την επάρατη νόσο η οποία βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο γεγονός που την έχει καθηλώσει σε αναπηρικό καροτσάκι ενώ ο πατέρας της υπέστηκε εγκεφαλικό επεισόδιο και θα πρέπει έτσι να αποφεύγει το άγχος καθώς και κάθε μορφής σωματική και ψυχολογική πίεση. Ακολούθως, ο εν λόγω συνήγορος υπέδειξε ότι καταβλήθηκαν προσπάθειες για εξόφληση του οφειλομένου ποσού πλην όμως δεν εγκρίθηκαν οι διάφορες αιτήσεις που υπεβλήθηκαν για απόκτηση δανείου. Επιπλέον, ο κύριος Πολυδώρου με παραπομπή σε νομολογία ευσεβάστως εισηγήθηκε πως σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να επιβάλει ποινή φυλάκισης στην κατηγορούμενη 2 αυτή θα πρέπει να ανασταλεί καθότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Είναι η θέση του κυρίου Πολυδώρου ότι, πέραν και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ο Περί Προστασίας Ανηλίκων Τέκνων Νόμος, Ν.33(Ι)/2005υπαγορεύει πως μία μητέρα ανηλίκων παιδιών δεν φυλακίζεται παρά μόνο υπό προϋποθέσεις, το λευκό ποινικό μητρώο της πελάτιδας του, η άμεση παραδοχή της, οι οικογενειακές συνθήκες της αλλά και το ότι σε μία τέτοια περίπτωση θα απολέσει την εργασία της δικαιολογούν την αναστολή ποινής στερητικής της ελευθερίας της. Επίσης, μετά από διευκρινιστικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, η κατηγορούμενη 2 ανέφερε ότι έχει ακόμη μία αδελφή η οποία κατοικεί στην Πάφο και την βοηθά στην φροντίδα των γονέων της ενώ τα παιδιά της την περίοδο των θερινών διακοπών αναμένονται να βρίσκονται σε καλοκαιρινό σχολείο. Τα όσα ανέφερε ο κύριος Πολυδώρου έχουν καταγραφεί στο πρακτικό του Δικαστηρίου, έχουν μελετηθεί με προσοχή και έχουν αξιολογηθεί στα πλαίσια επιβολής ποινής. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα τα οποία παραδέχθηκαν ενοχή οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Τέτοιου είδους αδικήματα είναι σοβαρά επειδή άπτονται του δημοσίου συμφέροντος και της έννομης τάξης καθότι στρέφονται κατά της διασφάλισης των δημοσίων εσόδων. Αδικήματα τέτοιας φύσεως επηρεάζουν δυσμενώς την είσπραξη δημοσίου χρήματος και κατ' επέκταση επηρεάζουν κατά τρόπο αρνητικό το ύψος εισροής των δημοσίων εσόδων. Παράλληλα, η διάπραξη τους αποτρέπει την δημιουργία ρευστότητας αλλά και την εύρυθμη λειτουργία και βιωσιμότητα του εν λόγω δημοσίου ταμείου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το κράτος να εμποδίζεται από του να ασκεί ελεύθερα και απρόσκοπτα την οικονομική και κοινωνική πολιτική του κατά τρόπο ωφέλιμο προς τους πολίτες του που τόσο σήμερα έχουν ανάγκη ένεκα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που επηρέασε και συνεχίζει να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τη χώρα μας. Το στοιχείο της σοβαρότητας που ενέχεται σε τέτοιου είδους αδικήματα αναγνωρίζεται εξάλλου από το νομοθέτη μέσα από το λεκτικό της νομοθεσίας καθώς επίσης από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 12 μήνες ή χρηματική ποινή μέχρι €8.543 ή και οι δυο ποινές. Όπως έχει λεχθεί πιο πάνω, η υποχρέωση για αυστηρή και έγκαιρη συμμόρφωση στα φορολογικά καθήκοντα από μέρους των πολιτών σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.95(Ι)/2000 συμβάλλει θετικά στη δημιουργία μιας εύρωστης οικονομίας για το κράτος. Η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που σχετίζονται με την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών έχει τονιστεί επανειλημμένα. Ενδεικτικά παραπέμπω στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Andreas Makris Tourist Taxi Service Co Ltd
(1996)2 Α.Α.Δ 262. Τα πιο κάτω αποσπάσματα από την απόφαση είναι ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή, πάντα σε σχέση φυσικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης, αποτρεπτικών ποινών: ″Η παράλειψη εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων που θέτει ο Νόμος περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, όπως και κάθε άλλη φορολογική νομοθεσία, συνιστά σοβαρό παράπτωμα και η εκπλήρωση τους ενέχει μεγάλη σημασία για το δημόσιο. Ανάλογα μεγάλη είναι και η ευθύνη των πολιτών για εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών (Βλ. Rainbow v. Republic
(1984)3 CLR 846 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Νίκου Σχίζα κ.α. Ποιν. Εφέσεις αρ. 6081, 6082 και 6086, ημερ. 7.6.96)″. Στην ίδια απόφαση τονίζεται ότι: ″Κατά συνέπεια, οι ποινές που πρέπει να επιβάλλονται, πρέπει να αντανακλούν τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διαπράχθηκαν και παράλληλα να είναι αποτρεπτικές για τους αδικοπραγούντες και για το κοινό, για να μην υπάρχει ενθάρρυνση στην παρανομία και στην παράνομη κατακράτηση των εσόδων του κράτους″. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Ζακατζιώτη
(2001)2 Α.Α.Δ 85, αναφέρθηκε ότι: ″......Ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας καθίσταται οφειλόμενος από τη στιγμή που διενεργείται η παράδοση ή παροχή υπηρεσιών και ο επιχειρηματίας καθίσταται εμπιστευματοδόχος του κράτους για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο επιχειρηματίας έχει υποχρέωση να εισπράττει αμέσως τις σχετικές φορολογικές επιβαρύνσεις και να τις αποδίδει χωρίς καθυστέρηση στο κράτος .............................. Η ποινή καθορίζεται πάντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο μέσα στα προβλεπόμενα νομοθετικά πλαίσια. Η μικρή ποινή σε σχέση με τα ιδιάζοντα περιστατικά κάθε υπόθεσης αποτελεί έμμεσο τρόπο ενθάρρυνσης της παρανομίας, όταν η σοβαρότητα των αδικημάτων επιβάλλει την παρουσία του στοιχείου της αποτρεπτικότητας″. Η έννοια της επιβολής αποτρεπτικών ποινών εξηγήθηκε στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Η αποτροπή, ως παράγοντας ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Στη δεύτερη περίπτωση, η αποτροπή έχει δύο συνισταμένες: Πρώτο, την αποτροπή η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος, που αντανακλάται στο απόσπασμα και παρατίθεται στην απόφαση του Κακουργιοδικείου από το σύγγραμμα του Thomas «Principles of Sentencing", και δεύτερο, την αποτροπή ως μέσου για την καταστολή εγκλημάτων που ευρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών εγκλημάτων το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων, στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους." Ωστόσο, σύμφωνα με τη νομολογία, κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Το ότι τα υπό εκδίκαση αδικήματα είναι σοβαρά δεν ατονεί το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής (βλέπε Θεοχάρους v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Όπως εξάλλου επισημάνθηκε στην υπόθεση Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135: "Η εξατομίκευση της ποινής έχει ως λόγο το συσχετισμό της τιμωρίας και με το άτομο του παραβάτη. όχι όμως την αποκλειστική συνάρτησή της με τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη [Βλ. Eleni Evagorou v. The Police
(1971)2 C.L.R. 194]." Η διαδικασία όμως εξατομίκευσης της ποινής δεν συνεπάγεται εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας του αδικήματος ούτε του στοιχείου της αποτροπής όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλέπε Καλανίδης v. Αστυνομίας, Τσιβιτσώφ v. Αστυνομίας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Καλανίδη και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Τσιβιτσώφ, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 3/2008, 4/2008, 6/2008 και 7/2008, ημερομηνίας 11.05.09). Οι ατομικές συνθήκες του παραβάτη δικαιολογούν την εξισορρόπηση της ποινής ώστε να μη συνιστά μόνο τιμωρία για το έγκλημα, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλέπε Σωκράτους v. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ανδρέα Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα που επιβαρύνουν την θέση των κατηγορουμένων: α) Την σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω αλλά και από τα γεγονότα που περιβάλλουν την διάπραξη τους καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. β) Το πολύ μεγάλο ποσό που συνολικά οφείλεται προς την υπηρεσία ΦΠΑ. γ) Τη μη συμμόρφωση των κατηγορουμένων όπως αυτή προκύπτει από τη μη πληρωμή οποιουδήποτε ποσού ως έναντι της οφειλής. δ) Η ενέργεια των κατηγορουμένων να χρεώσουν και να εισπράξουν από τρίτα πρόσωπα το ποσό των €22.000,00 ως Φ.Π.Α. που αναλογούσε από πώληση διαμερίσματος και ταυτόχρονα η ενέργεια τους να διαθέσουν τα χρήματα αυτά στην Σ.Π.Ε. Μακράσυκας αντίς στο νόμιμο προορισμό τους που ήταν η υπηρεσία Φ.Π.Α., γεγονός που γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, σε συνδυασμό με την μη πληρωμή οποιουδήποτε ποσού ως έναντι της οφειλής είναι στοιχείο ασύγγνωστης και προκλητικής συμπεριφοράς από μέρους των κατηγορουμένων που μόνο απαρατήρητη δεν μπορεί να περάσει. ε) Ενώ τρίτα πρόσωπα χρεώθηκαν και πλήρωσαν στην κατηγορούμενη 1 το ποσό των €22.000,00 ως Φ.Π.Α. τα χρήματα αυτά ενώ δεν ανήκαν στην κατηγορούμενη 1 ή σε οποιοδήποτε άλλο από την υπηρεσία Φ.Π.Α. φυσικό ή νομικό πρόσωπο, γεγονός που γνώριζαν οι κατηγορούμενοι, με την διάθεση τους στην Σ.Π.Ε. Μακράσυκας τα χρήματα αυτά χρησιμοποιήθηκαν παράνομα και προς όφελος της κατηγορουμένης 1 εις βάρος του δημοσίου ταμείου, κατόπιν παράνομων ενεργειών της κατηγορουμένης 2, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο του κατηγορητηρίου ήταν διευθύντρια της κατηγορουμένης 1. Με τις παραλείψεις τους αλλά και γενικότερα τη στάση και συμπεριφορά που οι κατηγορούμενοι επέδειξαν, το ταμείο του κράτους στερήθηκε ένα πολύ μεγάλο ποσό εσόδων το οποίο του ανήκει και που αν υπήρχε θα μπορούσε να διατεθεί προς όφελος των Κυπρίων πολιτών. Αντίθετα, η χρέωση και είσπραξη του αναλογούντος ποσού Φ.Π.Α. και η διάθεση ολόκληρου του ποσού στην Σ.Π.Ε. Μακράσυκας και όχι στο ταμείο του Φ.Π.Α. σε συνάρτηση με την μη πληρωμή οποιουδήποτε ποσού στην υπηρεσία Φ.Π.Α. οδήγησε στην πρόκληση ζημιάς στην Κυπριακή Δημοκρατία, σε βαθμό ίσο με το ύψος του μεγάλου οφειλόμενου ποσού, που βέβαια μόνο αρνητικό αποτέλεσμα μπορεί να επιφέρει στην κυπριακή οικονομία και στην κοινωνία γενικότερα. Προς όφελος των κατηγορουμένων για σκοπούς μετριασμού της ποινής στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: α) Την παραδοχή τους. β) Το λευκό ποινικό μητρώο τους. γ) Τις επαφές που είχαν με την υπηρεσία Φ.Π.Α. καθώς επίσης τις ανεπιτυχείς προσπάθειες που κατέβαλαν για να εξασφαλίσουν χρήματα για να αποπληρωθεί το οφειλόμενο ποσό στην υπηρεσία Φ.Π.Α. παρόλο ότι αυτές δεν καρποφόρησαν εξ' υπαιτιότητας των κατηγορουμένων αφού λόγω προηγούμενων 'αμαρτημάτων' τους τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τοποθέτησαν τα ονόματα τους στον κατάλογο των προσώπων για τα οποία δεν ήταν διατεθειμένοι να εξετάσουν αιτήματα δανείων. δ) Το ότι €7.500,00 περίπου που αποτελεί μέρος του οφειλομένου ποσού προς την υπηρεσία Φ.Π.Α. προέρχεται από ανείσπραχτα τιμολόγια. ε) Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις της κατηγορουμένης 2, όπως αυτές έχουν εκτεθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης αλλά και περιγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ειδικότερα το ότι: · Είναι νυμφευμένη και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών. · Βοηθά στη φροντίδα των γονιών της οι οποίοι αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας. Γενικά, λαμβάνω υπόψη μου οτιδήποτε άλλο έχει αναφερθεί ή τεθεί ενώπιον μου και αποτελεί ελαφρυντικό στοιχείο για τους κατηγορουμένους. Συνεκτιμώντας και σταθμίζοντας όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω περιλαμβανομένου των δεδομένων που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα τα γεγονότα που περιβάλουν τη διάπραξη αλλά και τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής, κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα, υπό τις περιστάσεις, ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη 1 είναι αυτή της χρηματικής ενώ στην κατηγορούμενη 2 αυτή της ποινής φυλάκισης. Ειδικότερα, η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνδυασμό με την ανησυχητική έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη του και με την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, καθιστά αναπόφευκτη την επιβολή στην κατηγορούμενη 2 ποινή στερητικής της ελευθερίας της. Οποιαδήποτε άλλη ποινή όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς των σχετικών με τα αδικήματα νόμων και κανονισμών αλλά επιπλέον θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι όλοι οι πολίτες είναι ίσοι ενώπιον των νόμων και κανονισμών της Κυπριακής Δημοκρατίας και υπόλογοι για την μη εφαρμογή τους, ιδιαίτερα όταν αυτοί ασχολούνται με την διασφάλιση των δημοσίων εσόδων έστω και κάτω από δύσκολες οικονομικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν ένεκα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Τα Δικαστήρια οφείλουν να εφαρμόζουν τις νομοθεσίες αυτές με πρωταρχικό σκοπό την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Παρόλο που οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω, και για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος αλλά όχι όμως και το είδος της ποινής. Καταληκτικά επιβάλλονται στους κατηγορουμένους 1 και 2 οι εξής ποινές: Κατηγορούμενη 1: πρώτη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €2.000,00 δεύτερη κατηγορία - χρηματική ποινή ύψους €500,00 Κατηγορούμενη 2: πρώτη κατηγορία - ποινή φυλάκισης δύο μηνών δεύτερη κατηγορία - ποινή φυλάκισης 15 ημερών Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην κατηγορούμενη 2 συντρέχουν. Περαιτέρω, δυνάμει του άρθρου 46
(12)του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000, Ν.95(Ι)/2000μετά των συναφών τροποποιήσεων, εκδίδεται διάταγμα εναντίον της κατηγορουμένης 1 για καταβολή των πιο κάτω ποσών:
- Το ποσό των €29.603,35 από φορολογική δήλωση, για τη φορολογική περίοδο 01.02.11-30.04.11 πλέον νόμιμο τόκο από 10.06.11 μέχρι εξόφλησης (1η κατηγορία).
- Το ποσό των €3.096,00, ήτοι πρόσθετο φόρο €2.960,33 και τόκο €135,67, το οποίο επιβλήθηκε λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής Φ.Π.Α. για τη φορολογική περίοδο 01.02.11-30.04.11 (2η κατηγορία) Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου θα εξετάσω τώρα εάν οι ποινές που επιβλήθηκαν θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση της κατηγορουμένης 2 ή δύναται να ανασταλούν δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/
- Εξάλλου αυτό ήταν και αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε την πιο πάνω νομοθεσία, η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς όπως προνοείται μέσα από το άρθρο 3
(2)το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου (βλέπε επίσης Στεφάνου ν. Αστυνομίας
(2009)Ποινική Έφεση 231/2008, ημερομηνίας 23.03.09). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση αυτή είναι χαρακτηριστικό και ομιλεί από μόνο του: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν.41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλέπε Sentencing in Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Ο ευπαίδευτος συνήγορος επικαλέστηκε τον Περί της Προστασίας Ανήλικων Τέκνων Καταδικασθεισών ή Ύποπτων Μητέρων Νόμος του 2005, Ν.33(Ι)/2005, για να στηρίξει τη θέση του ότι σε περίπτωση που επιβληθεί ποινή φυλάκισης στην κατηγορούμενη 2 αυτή να ανασταλεί. Έχω μελετήσει την εν λόγω νομοθεσία και κρίνω ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση καθότι στο άρθρο 2 που είναι το ερμηνευτικό πλαίσιο της ο όρος 'μητέρα' περιορίζεται σε γυναίκα έγκυο ή και μητέρα ανήλικου τέκνου ηλικίας μέχρι τριών ετών. Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορούμενη 2 είναι μητέρα δύο παιδιών ηλικίας 10 και 7 ετών αντίστοιχα χωρίς να είναι έγκυος με αποτέλεσμα να μην καλύπτεται από το περιεχόμενο της πιο πάνω νομοθεσίας. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής άμεσης φυλάκισης η κατηγορούμενη 2 θα απολέσει την εργασία της και έτσι κατά την άποψη του εν λόγω συνηγόρου δικαιολογείται η αναστολή της. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την θέση αυτή του συνηγόρου. Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 2 ενδεχομένως να έχει συνέπειες στην επαγγελματική σταδιοδρομία της από τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης δεν είναι κριτήριο επιβολής είδους ποινής σε αδίκημα όπου η διάπραξη του ενέχει το στοιχείο της επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Στην υπόθεση Παπαντωνίου ν. D.K. Andreou Co. Ltd
(2002)2 Α.Α.Δ. 368 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν δημόσιος υπάλληλος, με λευκό ποινικό μητρώο, πατέρας τριών παιδιών δύο από τα οποία ήταν φοιτητές. Επίσης, στην υπόθεση Τηλεμάχου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 701 τονίστηκαν τα ακόλουθα: "Αναφορικά με την εισήγηση για παροχή της τελευταίας ευκαιρίας στον εφεσείοντα δεν υπάρχει κανόνας δικαίου ο οποίος υπαγορεύει την παροχή τέτοιας ευκαιρίας. Η κάθε περίπτωση εξετάζεται ανάλογα με τα δικά της περιστατικά σε συνάρτηση με όλους τους παράγοντες οι οποίοι διέπουν την επιμέτρηση της ποινής. Η επιβολή ποινής φυλάκισης αποτελεί καθόλα θεμιτό μέτρο τιμωρίας και στις περιπτώσεις παραβατών με λευκό μητρώο αν ένα τέτοιο μέτρο κρίνεται αναπόφευκτο τιμωρητικό μέτρο μετά από συνεκτίμηση της σοβαρότητας του αδικήματος, των γεγονότων της υπόθεσης και των συνθηκών του παραβάτη." Ο κύριος Πολυδώρου επίσης, στα πλαίσια στήριξης της θέσης του ότι τυχόν επιβολή στην κατηγορούμενη 2 ποινής στερητικής της ελευθερίας της θα πρέπει να ανασταλεί, ανάφερε ότι η κατηγορούμενη 2 ανέλαβε μαζί με την αδελφή της το καθήκον να φροντίζουν τους γονιούς τους οι οποίοι αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας. Ούτε αυτό από μόνο του είναι κριτήριο επιλογής είδους ποινής σε τέτοιου είδους αδίκημα, όπως στην παρούσα περίπτωση, όπου ενέχεται το στοιχείο της προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και συνεπώς εφόσον είναι σοβαρό η διάπραξη του επισύρει αποτρεπτική ποινή. Είναι αναμενόμενο και φυσιολογικό ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής άμεσης φυλάκισης στην κατηγορούμενη 2 το βάρος φροντίδας των γονέων της κατηγορουμένης 2 θα μεταφερθεί εξ' ολοκλήρου στους ώμους της αδελφής της. Με τον κατάλληλο χειρισμό η φροντίδα των γονέων της κατηγορουμένης 2 θα μπορέσει να συνεχίσει απρόσκοπτα και αδιάλειπτα. Εν πάσει περιπτώσει, μετά από εξέταση των συνθηκών που περιβάλουν την υπόθεση αλλά και των προσωπικών περιστάσεων της κατηγορουμένης 2, ομολογώ πως έχω προβληματιστεί πολύ για τον αν ενδείκνυται υπό τις περιστάσεις η αναστολή ή όχι της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη
- Από την μια είναι η σοβαρότητα της υπόθεσης αυτής, όπως αυτή χαρακτηρίζεται από το είδος και τη φύση της αλλά και το πολύ μεγάλο ποσό που οφείλεται στο δημόσιο ταμείο πράγμα που αναπόφευκτα ενέχει και το στοιχείο της αποτρεπτικότητας και από την άλλη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης αλλά και οι προσωπικές συνθήκες της κατηγορουμένης
- Είναι γνωστό ότι η παρούσα υπόθεση αφορά άτομο με λευκό ποινικό μητρώο. Παρόλο ότι έχουν περάσει 13 μήνες περίπου από την διάπραξη των αδικημάτων εντούτοις η εν λόγω κατηγορούμενη δεν φαίνεται να απασχόλησε ξανά την δικαιοσύνη. Από το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου και με βάση το λευκό ποινικό μητρώο των κατηγορουμένων προκύπτει πως σε όλη την επιχειρηματική λειτουργία της κατηγορουμένης 1 στην οποία διευθύντρια είναι η κατηγορούμενη 2 υπήρξε παράλειψη πληρωμής ποσού Φ.Π.Α. αναφορικά με μία μόνο φορολογική περίοδο, γεγονός το οποίο υποδεικνύει πως πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Επ' αυτού λαμβάνω υπόψη μου ότι καταβλήθηκαν διάφορες προσπάθειες με σκοπό την αποπληρωμή του οφειλομένου ποσού ζητώντας βοήθεια από χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς αλλά και από την υπηρεσία Φ.Π.Α., στοιχείο το οποίο εκλαμβάνω προς την κατεύθυνση της έμπρακτης μεταμέλειας αφού δείχνει έστω και την υστάτη στιγμή αναγνώριση λάθους και ταυτόχρονα πρόθεση και προσπάθεια συμμόρφωσης από μέρους της κατηγορουμένης
- Παράλληλα, το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει το γεγονός ότι εναντίον της κατηγορουμένης 1 εκδόθηκε διάταγμα καταβολής του συνολικά οφειλομένου ποσού, ένα νομικό μέτρο που οδηγεί στην διασφάλιση των κρατικών εσόδων. Επιπλέον, το Δικαστήριο λαμβάνει σοβαρά υπόψη του το γεγονός ότι η κατηγορούμενη 2 είναι μητέρα δύο ανηλίκων παιδιών σε ηλικίες που η μητρική παρουσία της είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της ψυχικής ηρεμίας και γαλήνης τους αλλά και για τη διατήρηση ευρύτερα ενός υγιούς περιβάλλοντος και αρμονίας στην οικογένεια της. Τυχόν εγκλεισμός της κατηγορουμένης 2 στις Κεντρικές Φυλακές θα προκαλέσει αναπόφευκτα δυσμενείς ψυχολογικές επιπτώσεις στην οικογενειακή ζωή των ανήλικων παιδιών της με την εν λόγω κατηγορούμενη να φέρει τελικά το στίγμα των συνεπειών της άμεσης φυλάκισης μπροστά στα μάτια της οικογένειας της. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι συντρέχουν τέτοιες προϋποθέσεις που συνηγορούν στην αναστολή της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη
- Έπεται ότι το αίτημα του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης εγκρίνεται. Ως εκ τούτου, διατάσσεται όπως η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην κατηγορούμενη 2 ανασταλεί για περίοδο τριών ετών από σήμερα. (Εξηγείται στην κατηγορούμενη 2 η έννοια της αναστολής ποινής φυλάκισης). (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Private Criminal/Sentence Αναφορά: Ιδιωτικές Ποινικές/Παράλειψη υποβολής φορολογικής δήλωσης και πληρωμής ποσών στο Φ.Π.Α./Άρθρα 46
(9), (10Α), 48 και 20
(1)του Ν.95(Ι)/2000/ Ποινή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο