Stockman Interhold SA ν. Arricano Trading Limited κ.α., Αρ. Αγωγής 219/12, 8/5/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A8 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 219/12 Μεταξύ: Stockman Interhold S.A. Βρεττανικές Παρθένες Νήσους Εναγόντων/Αιτητών και
- Arricano Trading Limited, από τη Λεμεσό
- Hillar Teder, από την Εσθονία
- Retail Real Estate SA, (ex Expert Capital S.A.), από το Λουξεμβούργο
- Filgate Credit Enterprises Ltd από την Λάρνακα
- Dragon-Ukranian Properties & Development PLC από το Ηνωμένο Βασίλειο
- Σοφοκλή Παπαβαρνάβα, από τη Λευκωσία
- Νεοφύτου Κυριάκου, από τη Λευκωσία
- Μιχάλη Στυλιανού, από τη Λευκωσία
- Bartonway Secretarial Limited, από τη Λευκωσία Εναγομένων/καθ'ων η αίτηση (Aίτηση ημερ. 18/1/12 για προσωρινά διατάγματα) 8/5/2012 Για αιτητές: κος Χρ. Νικολάου για Π. Παύλου (κα Ι. Σαμαρά ν' ακούσει απόφαση) Για καθ'ων η αίτηση 1, 2, 3:κος Π. Νεοκλέους (κος Κ. Σταματίου ν' ακούσει απόφαση) Για καθ'ων η αίτηση 4, 6, 7, 8, 9: κος Χρ. Κινάνης (κος Κ. Σταματίου ν' ακούσει απόφαση) Για καθ'ου η αίτηση 5: κα Κ. Οικονόμου για κ. Γ. Ζ. Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αντιδικία των διαδίκων έχει στο επίκεντρο της χρεωστικό υπόλοιπο εκ 96.890,247 δολαρίων ΗΠΑ (που στο εξής θα αναφέρεται ως το δάνειο Filgate) το οποίο η εταιρεία Limited Liability Company "Pryzma Beta" οφείλει στην εναγόμενη
- Το εν λόγω ποσό κατέχεται από την εναγόμενη 4 υπό τύπο εμπιστεύματος προς όφελος των εναγόντων και της εναγόμενης 1 από κοινού, με την υποχρέωση να εκχωρηθεί προς την κυπριακή εταιρεία που θα υποδείξουν οι ενάγοντες, και η οποία θα ανήκει κατά 49,97% στην εναγόμενη 1 και κατά 50,03% στους ενάγοντες ή προς την κυπριακή εταιρεία Τorsem Co. Ltd, στη βάση συμφωνιών και/ή ιδιοκτησιακού κωλύματος και/ή των αρχών της επιείκειας και/ή προς εφαρμογή απόφασης Διαιτητικού Δικαστηρίου. Ταυτόχρονα με την αγωγή οι ενάγοντες - αιτητές καταχώρησαν στις 18.1.12 μονομερή αίτηση στη βάση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, των άρθρων 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, της Δ.48 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και της διακριτικής ευχέρειας και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου αξιώνοντας αριθμό διαταγμάτων. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της αίτησης, στις 23.1.12 ενέκρινε και εξέδωσε μονομερώς μόνο τα εξής δύο διατάγματα: «Α. Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο εμποδίζει τους εναγόμενους 1-5 και/ή οποιοδήποτε από αυτούς και/ή τους αξιωματούχους, υπηρέτες ή αντιπροσώπους τους από του να μεταβιβάσουν και/ή εκχωρήσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή αποξενώσουν και/ή διευθετήσουν, επιτρέψουν, ανεχτούν και/ή διευκολύνουν με οποιοδήποτε τρόπο την μεταβίβαση και/ή εκχώρηση και/ή επιβάρυνση και/ή αποξένωση ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου του ποσού που οφείλει στους εναγόμενους 4 η Ουκρανική Εταιρεία με αγγλική ονομασία Limited Liability Company "Pryzma Beta" και αριθμό εγγραφής 34001316 (η "Pryzma Beta") και το οποίο ανέρχεται στις 16.01.2012 σε περίπου Δολάρια Αμερικής 96.890.247 πλέον τόκους, που θα αναφέρεται ως το «Δάνειο» προς τους Εναγόμενους 5 και/ή οποιοδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο εκτός από την Κυπριακή Εταιρεία που θα υποδείξουν οι ενάγοντες η οποία αμέσως ή εμμέσως θα ανήκει κατά το 49.97% στην Εναγόμενη 1 και κατά το 50.03% στους ενάγοντες ή προς την Κυπριακή Εταιρεία Torsem Co. Limited με αριθμό εγγραφής ΗΕ 252669, μέχρι την εκδίκαση και έκδοση της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου στην αγωγή αυτή ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου. B. Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο εμποδίζει τους εναγόμενους 1-5 και/ή οποιοδήποτε από αυτούς και/ή τους αξιωματούχους, υπηρέτες ή αντιπροσώπους τους από του να απαιτήσουν από ή προωθήσουν απαίτηση προς την Pryzma Beta για την πληρωμή του δανείου ή την καταβολή οποιουδήποτε ποσού από αυτό προς τους Εναγόμενους 4 ή οποιοδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο άλλο από την Κυπριακή Εταιρεία που θα υποδείξουν οι ενάγοντες η οποία αμέσως ή εμμέσως θα ανήκει κατά το 49.97% στην Εναγόμενη 1 και κατά το 50.03% στους ενάγοντες ή προς την Κυπριακή Εταιρεία Torsem Co. Limited με αριθμό εγγραφής ΗΕ 252669, μέχρι την εκδίκαση και έκδοση της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου στην αγωγή αυτή ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου». Οσον αφορά τις υπόλοιπες θεραπείες που ζητούντο με την ίδια αίτηση που είναι διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal και αντιαγωγικά διατάγματα το Δικαστήριο διέταξε όπως η αίτηση επιδοθεί στην άλλη πλευρά. Aρχικά και προτού το Δικαστήριο επιληφθεί της αίτησης, αυτή συνοδευόταν μόνο από την ένορκη δήλωση του Alexander Granovskyi ημερ. 18.1.12 στην αγγλική γλώσσα. Το Δικαστήριο διέταξε τη μετάφραση της στην ελληνική και η μεταφρασμένη ένορκη δήλωση του Granovskyi μαζί με την ένορκη δήλωση της Αρτεμις Κωνσταντίνου ημερ. 20.1.12 που προέβη στη μετάφραση, κατατέθηκαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη της αίτησης. Στην μακροσκελή και λεπτομερή ένορκη του δήλωση ο Granovskyi, συνεργάτης του ιδιοκτήτη των εναγόντων - αιτητών και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτόν να προβεί στην ένορκη δήλωση , αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης που συνοψίζεται στα εξής: H εναγόμενη 1 - καθ'ης η αίτηση που στο εξής θα αναφέρεται ως "Arricano" είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Ο εναγόμενος 2 - καθ'oυ η αίτηση είναι ο μοναδικός μέτοχος της εναγομένης 3 - καθ΄ ης η αίτηση και ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος των εναγομένων 1, 3 και
- Μέχρι πρόσφατα η εναγόμενη 3 ήταν η μοναδική κάτοχος όλων των μετοχών της εναγόμενης 4 δηλαδή των 4999 από τις
- Περί τις 10.8.11, όπως διαφάνηκε από πρόσφατη έρευνα στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών στις 9.1.12, 4998 μετοχές εκδόθηκαν από την καθ'ης η αίτηση 4 υπέρ της εταιρείας Deltamax Group OU, από την Εσθονία (εν τοις εφεξής καλουμένης Deltamax). Οι ενάγοντες και η Arricano συνήψαν μεταξύ τους μια συμφωνία αγοράς μετοχών Share Purchase Agreement (εν τοις εφεξής καλουμένης "SPA") και μια συμφωνία μετόχων Sharesholders Agreement (εφεξής "SHΑ") με σκοπό τη σύσταση μιας κοινοπραξίας υπό την μορφή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης στην Κύπρο, την Assofit Holdings Ltd (εφεξής "Assofit"), που σκοπό έχει τη διαχείριση εμπορικού κέντρου στην Ουκρανία μέσω της Pryzma Βeta, θυγατρικής εταιρείας. Στις 25.2.10 οι ενάγοντες και η Arricano συνήψαν και άλλη συμφωνία Δικαιώματος Αγοράς Μετοχών (εφεξής COA). H SHA προνοούσε όπως τα χρηματικά ποσά που δάνεισε η εναγόμενη 4 στην Pryzma Beta υπό μορφή μετοχικού δανείου μεταφερθούν σε μια εταιρεία ειδικού σκοπού που θα κατέχετο από κοινού από τους ενάγοντες και την Arricano. Δυνάμει της συμφωνίας SHA οι ενάγοντες απέκτησαν το 50.03% μερίδιο στην Assofit από την Arricano. H Assofit μέσω των θυγατρικών εταιρειών Pryzma Βeta και Dneprorskaya Prystan κατέχει το εμπορικό κέντρο Sky Mall και το ακίνητο επί του οποίου αυτό βρίσκεται. Πριν την αγορά του μεριδίου 50.03% η Arricano που κατεχόταν εξ ολοκλήρου από την εναγόμενη 3 ήταν ο μοναδικός μέτοχος της Assofit. Η συμφωνία CΟΑ επέτρεπε στην Arricano να εξαγοράσει τις μετοχές των εναγόντων στην Assofit νοουμένου ότι ικανοποιούντο ορισμένες προϋποθέσεις. Οι συμφωνίες SHA και COA διέπονται από την Αγγλική Νομοθεσία και οποιεσδήποτε διαφορές στη βάση της συμφωνίας COA υπόκεινται σε διαιτησία στο LCIA του Λονδίνου, στη βάση δε της SHA στο UNCITRAL σύμφωνα με τους πρότυπους κανονισμούς του. O όρος 4 της συμφωνίας SHA προνοούσε ότι η Arricano εγγυάτο στους ενάγοντες ότι θα προέβαινε σε κάθε τι απαραίτητο για μεταβίβαση του δανείου της Pryzma Beta στην εναγόμενη 4 μέχρι του ποσού των 100,000,000 δολαρίων ΗΠΑ προς όφελος εταιρείας συσταθείσας στη Κύπρο ουχί αργότερο της 15.4.
- Η Pryzma Βeta σήμερα οφείλει στην εναγόμενη 4 το ποσό των 96,890.247 δολαρίων ΗΠΑ πλέον τόκους, το οποίο χρέος θα έπρεπε να μεταφερόταν, σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο, σε μια οντότητα ελεγχόμενη και από τα δύο μέρη με τους αιτητές να κατέχουν μια μετοχή περισσότερη. Η χρηματοδοτική εταιρεία θα ήταν μια Κυπριακή εταιρεία που άμεσα ή έμμεσα θα ανήκε κατά 49.97% στην Arricano και κατά 50,03% στους αιτητές και θα ήταν ο αποδέκτης του Δανείου Filgate. Αυτή η εταιρεία ήταν η Torsem Co. Ltd (εφεξής "Torsem") που αργότερα αποκτήθηκε από τους αιτητές στη βάση της συμφωνίας SHA. Ανκαι οι εναγόμενοι 1 μέχρι 4 αποδέχθηκαν να μεταβιβάσουν το δάνειο Filgate στην Torsem εντούτοις δεν διευθέτησαν να περιέλθει το δάνειο υπό τον έλεγχο των εναγόντων και της Arricano, όπως είχε συμφωνηθεί και διαβεβαίωνε ο εναγόμενος 2 ο οποίος είχε τον πλήρη έλεγχο των εναγομένων 1, 3 και 4 και του δανείου. Η υποχρέωση της Arricano για μεταβίβαση του δανείου στην εναγόμενη 4 ήταν αναπόσπαστο μέρος της αντιπαροχής για τη συμμετοχή των εναγόντων στη κοινοπραξία, καταβάλλοντας το σημαντικό ποσό των 40,000,000 δολαρίων ΗΠΑ. Το ποσό αυτό καταβλήθηκε από τους ενάγοντες οπότε, σύμφωνα με τον Granovskyi, οι ενάγοντες δικαιούνται να επιμένουν στη μεταβίβαση του δανείου της εναγόμενης 4 στην Torsem. Ακολούθως, ο εναγόμενος 2 - καθ'ου η αίτηση αναζήτησε ένα συνεπενδυτή στην Arricano παραβαίνοντας με τον τρόπο αυτό την υποχρέωση εμπιστευτικότητας στη βάση των συμφωνιών SHA και COA. Ειδικότερα πώλησε ένα σημαντικό μερίδιο της Arricano στην εναγόμενη 5 χωρίς τη συγκατάθεση των αιτητών κατά παράβαση όρου της συμφωνίας SHA, ώστε σήμερα η Arricano να ανήκει στους εναγόμενους 3 και
- Επιπλέον, στις 13.9.10 η εναγόμενη 5 εξέδωσε δελτίον τύπου ότι απέκτησε μερίδιο 35% επί του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Arricano και ότι ολοκλήρωσε μια «Συμφωνία Μετόχων» με την εταιρεία Expert Capital S.A (εναγόμενη 3) που ήταν η αρχική μέτοχος της Arricano που προνοεί ότι οι δύο εταιρείες θα αποφασίζουν από κοινού σε επιχειρηματικά θέματα της Arricano. Το δελτίο τύπου αποκάλυπτε λεπτομέρειες σε σχέση με την εκτέλεση της συμφωνίας SHA και την ύπαρξη και τους όρους των δικαιωμάτων αγοράς. Με τον τρόπο αυτό η Arricano αποκάλυψε την ύπαρξη και τους όρους των συμφωνιών SHA και COA, γεγονότα που διαφάνηκαν κατά τη διαδικασία της διαιτησίας στην Αγγλία. Ανακαλύπτοντας οι αιτητές την πιο πάνω μεταβίβαση και συνακόλουθα ότι η Arricano είχε παραβιάσει τις συμφωνίες SHA και COA, προέβησαν σε τερματισμό των συμφωνιών αυτών. Ταυτόχρονα η Arricano επεδίωξε να εξασκήσει το δικαίωμα αγοράς στη βάση της συμφωνίας COA. Οι αιτητές ακολούθως προχώρησαν στη βάση του COA σε διαιτητικές διαδικασίες στο LCIA στην Αγγλία και σε δικαστικές στην Κύπρο. Αργότερα η Arricano προσέφυγε σε διαιτητικές διαδικασίες στο UNCITRAL στο Λονδίνο στη βάση της συμφωνίας SHA αμφισβητώντας τον τερματισμό της από μέρους των αιτητών. Στη τελευταία διαδικασία στις 9.6.11 εκδόθηκε τελική διαιτητική απόφαση (εφεξής «η πρώτη διαιτητική απόφαση») με την οποία δικαιώθηκαν οι ενάγοντες σε πολλές από τις ανταπαιτήσεις τους μια από τις οποίες είναι όπως η Arricano λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για μεταβίβαση του δανείου Filgate σε κυπριακή εταιρεία που να ανήκει κατά 49,97% στην Arricano και 50,03% στους αιτητές. Ακολούθησε εκ μέρους της Arricano προσπάθεια προσφυγής εναντίον της πρώτης διαιτητικής απόφασης στο High Court του Λονδίνου επί λανθασμένου νομικού σημείου και διαδικαστικής παρατυπίας, όπου η μεν αμφισβήτηση σε σχέση με ισχυριζόμενη δικαστική παρατυπία εξακολουθεί να εκκρεμεί, χωρίς να έχει μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας, ενώ η προσφυγή στη βάση του νομικού σημείου απερρίφθη. Ακολούθησε άλλη διαιτητική απόφαση ημερ. 16.12.11 με την οποία πάλι δικαιώθηκαν οι ενάγοντες απορρίπτοντας αίτημα της Arricano για προσφυγή εναντίον του διατάγματος του ιδίου Δικαστηρίου. Οι ενάγοντες επίσης δικαιώθηκαν στη διαιτησία στη βάση της συμφωνίας COA με την απόφαση του LCIA του Λονδίνου (εφεξής «η δεύτερη διαιτητική απόφαση») ημερ. 13.12.11 με την οποία κρίθηκε νόμιμος ο τερματισμός της συμφωνίας COA από μέρους των αιτητών. Και αυτή η απόφαση προσβλήθηκε από την Arricano στο High Court of Justice του Λονδίνου για σοβαρή παρατυπία στις 10.1.
- Είναι η θέση των εναγόντων - αιτητών ότι με την πιο πάνω συμπεριφορά της, η Arricano αποκάλυψε όρους των μεταξύ τους συμφωνιών COA και SHA στην εναγόμενη 5 τροχιοδρομώντας με τη σύμπραξη της εναγομένης 5 την απομάκρυνση των εναγόντων από την κοινοπραξία, επιδεικνύοντας πλήρη αδιαφορία για τις υποχρεώσεις της να διατηρήσει την αποκλειστικότητα που συμφωνήθηκε και την ανάληψη ασυμβίβαστων υποχρεώσεων έναντι της εναγομένης
- Ειδικότερα στη Συμφωνία Μετόχων ημερ. 12.10.10 μεταξύ της Arricano, της εναγόμενης 5 και της Expert Capital S.A (εναγόμενης 3) γίνεται εκτενής αναφορά στην εναγόμενη 4 και τα περιουσιακά της στοιχεία χωρίς αυτή να ήταν ποτέ μέρος στις μεταξύ τους συμφωνίες, εφόσον εκπροσωπείτο και ελεγχόταν από τον εναγόμενο
- Οι δικαστικές διαδικασίες στην Κύπρο έγιναν προς υποστήριξη των διαδικασιών διαιτησίας στη βάση των συμφωνιών SHA και COA. Στα πλαίσια αυτών των διαδικασιών εκδόθηκαν διατάγματα τα οποία μετέπειτα ακυρώθηκαν ή κατέστησαν άνευ αντικειμένου. Την ίδια κατάληξη είχε και το διάταγμα που εκδόθηκε σε διαδικασία που λήφθηκε από μέρους των εναγομένων που διέταζε τους ενάγοντες να τηρήσουν τις διατάξεις της συμφωνίας μετόχων. Είναι η θέση του Granovskyi ότι ανκαι καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο οι εναγόμενοι 1 - 5 γνώριζαν τους όρους και τις προϋποθέσεις των δύο συμφωνιών με τους ενάγοντες, εντούτοις ενήργησαν από κοινού με σκοπό τη μεταβίβαση του δανείου Filgate σε εταιρεία διαμορφωμένη ειδικά γι' αυτό το σκοπό και κοινώς ελεγχόμενη από τους καθ'ων η αίτηση 3 και
- Παρά την έκδοση των πιο πάνω διαιτητικών αποφάσεων η Arricano εξακολουθεί να μη συμμορφώνεται σ' αυτές. Η πιο πάνω αλλαγή της μετοχικής δομής της εναγόμενης 4 έχει ως αποτέλεσμα η εναγόμενη 3 να κατέχει σήμερα μόνο το 50% μείον μιας μετοχής του εκχωρημένου μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης
- Είναι η θέση των εναγόντων ότι η πιο πάνω συμπεριφορά και μάλιστα εν μέσω ανταλλαγής αλληλογραφίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ήταν απλώς μια κακοστημένη απόπειρα των εναγομένων 1, 2 και 3 στο να αποφύγουν την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων και εκείνων που απορρέουν από την πρώτη διαιτητική απόφαση, ενώ οι νέοι ιδιοκτήτες των μετοχών είναι εικονικοί. Συνεπώς, όπως καταλήγει ο Granovskyi, η καταχώρηση της παρούσας αγωγής ήταν αναπόφευκτη για προστασία του δανείου Filgate που είναι ουσιαστικά το αντικείμενο της αγωγής, και την επιδίωξη μονομερώς διαταγμάτων προς διατήρηση του status quo. Ο Granovskyi προβάλλει στην ένορκη δήλωση του, για το θέμα του κατεπείγοντος, ότι η έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς κατέστη αναγκαία ενόψει της δεύτερης διαιτητικής απόφασης και των αποτελεσμάτων της έρευνας στον Εφορο Εταιρειών σε σχέση με την εναγόμενη
- Πρόσθεσε ότι η διατήρηση του status quo είναι επιβεβλημένη και ότι σε περίπτωση άρνησης έκδοσης των διαταγμάτων θα είναι δύσκολο και/ή απίθανο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον. Εισηγήθηκε ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ των αιτητών ενώ από την άλλη καμιά επίδραση θα έχουν τα διατάγματα στα νόμιμα συμφέροντα των εναγομένων - καθ'ων η αίτηση. Οσον αφορά τα διατάγματα Norwich Pharmacal που επίσης επιζητούνται με την αίτηση και δεν έχουν δοθεί μονομερώς, εισηγήθηκε ότι είναι απαραίτητα στοιχεία για την προώθηση αγωγής εκ μέρους των εναγόντων προς διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους εναντίον όσων ενέχονται στη προσβολή τους. Η Αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των καθ'ων η αίτηση οι οποίοι καταχώρισαν τρεις διαφορετικές ενστάσεις εκπροσωπούμενοι από τρεις διαφορετικούς δικηγόρους . Σημειώνεται ότι οι λόγοι ένστασης των εναγομένων 4, 6, 7, 8 και 9 από τη μια και του εναγομένου 1 από την άλλη είναι ταυτόσημοι. Ο εναγόμενος 5 εκτός των λόγων ένστασης που προβάλλουν οι υπόλοιποι καθ'ων η αίτηση, προσθέτει και λόγους που άπτονται της εγκυρότητας του Κλητηρίου Εντάλματος και της επίδοσης του σ' αυτόν. Με τις ενστάσεις ουσιαστικά εγείρονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης σε σχέση με την ουσία της αίτησης:
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Αρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου.
- Οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν οποιανδήποτε βάση Αγωγής ή αγώγιμο δικαίωμα.
- Οι αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο αποκρύβοντας τα αληθινά γεγονότα της υπόθεσης.
- Η αίτηση δεν είναι επειγούσης φύσεως.
- Η συνέχιση της ισχύος των διαταγμάτων προκαλεί τεράστιες και ανεπανόρθωτες ζημιές στους καθ'ων η αίτηση ενώ δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Η ένορκη δήλωση του Granovskyi περιέχει ψευδείς και/ή ανακριβείς ισχυρισμούς και είναι προγενέστερης ημερομηνίας της Αγωγής.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των καθ'ων η αίτηση.
- Εκκρεμεί διαδικασία στο Λονδίνο εναντίον της διαιτητικής απόφασης η οποία δεν έχει εγγραφεί στην Κύπρο.
- Οι αιτητές παραπλάνησαν το Δικαστήριο ως προς τη φύση του δανείου και τα δικαιώματα ή υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών.
- Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας έκδοσης αντιαγωγικών διαταγμάτων και εκδίκασης της Αγωγής.
- Τα διατάγματα δεν περιέχουν ασφαλιστικές δικλίδες προς προστασία αθώων τρίτων προσώπων.
- Τα αιτούμενα διατάγματα αντιβαίνουν σε πρόνοιες του Συντάγματος, της Νομοθεσίας και των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης.
- Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων Norwich Pharmacal. Κάθε ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση αλλά ουσιαστικά τα γεγονότα και οι λόγοι ένστασης αναπτύσσονται στις ενόρκους δηλώσεις του Volodymyr Tymochko ημερ. 14.3.12 και του Σωκράτη Ηλιάδη ημερ. 4.4.12 που συνοδεύουν την ένσταση της εναγόμενης 5 - καθ'ης η αίτηση, του Σοφοκλή Παπαβαρνάβα ημερ. 1.3.12 που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων 4, 6, 7, 8 και 9 και εκείνων του Κυριάκου Γεωργιάδη ημερ. 1.3.12, της Χριστιάνας Πυρκώτου ημερ. 3.4.12, της Julia Erminova ημερ. 3.4.12 και του Bασίλη Ψύρρα ημερ. 11.4.12 που συνοδεύουν την ένσταση των εναγομένων 1, 2 και
- Ανκαι η ένσταση των δικηγόρων Αντρέας Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ καταχωρήθηκε γενικά εκ μέρους των εναγομένων - καθ'ων η αίτηση, χωρίς να εξειδικεύονται συγκεκριμένα άτομα εκ των εναγομένων, εντούτοις στην πορεία διαφάνηκε ότι οι εν λόγω δικηγόροι ενεργούσαν μόνο για τους υπόλοιπους εναγόμενους για τους οποίους δεν είχαν εμφανιστεί άλλοι δικηγόροι, δηλαδή για τους εναγόμενους 1, 2 και
- Αυτή η ανακριβής αναφορά των δικηγόρων στην ένσταση δεν έχω αντιληφθεί να επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο τους αιτητές κατά την ακρόαση. Ηταν η κύρια θέση του Κυριάκου Γεωργιάδη, ενός εκ των διευθυντών της Arricano, στην ένορκη δήλωση του προς υποστήριξη της ένστασης, ότι σκόπιμα σημαντικά στοιχεία της υπόθεσης δεν αποκαλύφθηκαν από τους αιτητές κατά τη διαδικασία της μονομερούς αίτησης, με σκοπό παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Ενδεικτικά παρατίθενται τα εξής: Ότι η τελική διαιτητική απόφαση (η δεύτερη διαιτητική απόφαση) στη βάση της συμφωνίας COA είχε προσβληθεί στο Πρωτοδικείο του Λονδίνου (High Court of Justice) λόγω σημαντικών παρατυπιών και ότι το Δάνειο Filgate αποτελεί τη ρίζα της διαδικασίας της έφεσης στο Πρωτοδικείο. Δεν αποκαλύφθηκε το σωστό αντίγραφο της συμφωνίας SPA και δεν επιστήθηκε η προσοχή του Δικαστηρίου σε σημαντικές πρόνοιες της συμφωνίας SHA που δεικνύουν ότι υπάρχουν και άλλα δάνεια τρίτων μερών εκτός των μετόχων. Η σημασία του τελευταίου έγκειται στο ότι η εναγόμενη 4 αδυνατεί να επιβάλει οποιοδήποτε από τα δάνεια της στη Pryzma Beta περιλαμβανομένων των απαιτήσεων από το δάνειο της Swedbank με κίνδυνο τη χρεωκοπία της. Ότι μαζί με τα δάνεια προς την Pryzma Beta θα πρέπει επίσης να μεταβιβαστούν και οι υποχρεώσεις της προς τους πιστωτές της. Την ένορκη δήλωση του νομικού συμβούλου των αιτητών στα πλαίσια της έφεσης της πρώτης διαιτητικής απόφασης στη διαιτησία UNCITRAL, στην οποία εμφαίνεται η ύπαρξη υποχρεώσεων από δάνεια της εναγόμενης
- Την επιστολή ημερ. 7.9.11 των Αγγλων δικηγόρων της Arricano ότι η πελάτιδα του πάντοτε ενεργούσε με γνώμονα το συμφέρο της κοινοπραξίας και άλλες επιστολές ημερ. 23.9.11 και 14.9.11 με τις οποίες η Arricano και η εναγόμενη 4 αντίστοιχα καλούσαν τους αιτητές να αναβάλουν την απόφαση επί της μεταβίβασης των δανείων λόγω της έφεσης. Τις επιστολές ημερ. 1.10.11, 3.10.11 και 21.12.11 των αιτητών, την επιστολή της Arricano ημερ. 23.12.11 και άλλη ημερ. 11.3.11 της εναγομένης
- 'Η ότι η εναγόμενη 4 δεν ήταν μέρος των συμφωνιών COA και SHA. Ο κ. Volodymyr Tymochko, εταιρικός σύμβουλος και διευθυντής της Dragon Asset Management η οποία δια μέσου της Dragon Capital Partners διαχειρίζεται την εναγόμενη 5, στην ένορκη του δήλωση πρόταξε πλήρη άγνοια για όσα καταλογίζονται στην εναγόμενη 5 περί συνωμοσίας και άλλης επιλήψιμης συμπεριφοράς σε βάρος των συμφερόντων των αιτητών. Απλά, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο εναγόμενος 2 έψαχνε επενδυτή για το Sky Mall και κάλεσε την εναγόμενη 5 να επενδύσει. Ο εναγόμενος 2 τον πληροφόρησε ότι είχε ήδη λάβει μια προσφορά από τον Adamovsky να επενδύσει στην Assofit σε σχέση με το Sky Mall. Η εναγόμενη 5 επέδειξε ενδιαφέρον στη βάση του ότι θα μπορούσε να ελέγχει τελικά το Sky Mall. Μετά από αυτό, ο εναγόμενος 2 έπαψε να έχει οποιαδήποτε επαφή μαζί του. Ξανάρχισαν οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις το Μάρτη του 2010 σε σχέση με την δυνατότητα επένδυσης στην Arricano με αποτέλεσμα να καταλήξουν σε συμφωνία μετόχων στις 10.9.10 και συμφωνία εγγραφής κεφαλαίου. Μέχρι την 1.11.10 η εναγόμενη 5 κατείχε το 35% στην Arricano. Είναι η θέση του Tymochko ότι εσκεμμένα απεκρύβη κατά τη διαδικασία της μονομερούς αίτησης ότι η πρώτη απόφαση έχει εφεσιβληθεί, προς το σκοπό ενίσχυσης της διαπραγματευτικής δύναμης των αιτητών στην διαμάχη τους με την Arricano. Είναι η θέση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η εναγόμενη 5 δεν υπήρξε μέτοχος της Arricano, ούτε μέρος στην Assofit και ούτε δεσμεύεται με τους όρους της πρώτης διαιτητικής απόφασης. Ούτε επίσης έχει σχέση με το Δάνειο Filgate. Καταλήγοντας, εισηγείται ότι δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 για έκδοση των διαταγμάτων γι'αυτό θα πρέπει να ακυρωθούν. Ο κ. Σοφοκλής Παπαβαρνάβας, εναγόμενος 6 και ένας εκ των διευθυντών των εναγομένων 1 και 4 στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων 4, 7, 8 και 9 έδωσε έμφαση στους λόγους ένστασης περί ανυπαρξίας βάσης Αγωγής και απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από μέρους των αιτητών, ιδιαίτερα ότι η εναγόμενη 4 καμιά σχέση δεν έχει με τις συμφωνίες SHA και COA ή με τις διαιτητικές διαδικασίες στο Λονδίνο. Επιπλέον ισχυρισμός του είναι ότι οι αιτητές παραπλάνησαν το Δικαστήριο σε σχέση με τη μετοχική δομή της εναγόμενης 4 προβάλλοντας ότι η εναγόμενη 3 ήταν η μόνη ιδιοκτήτρια της, αποκρύβοντας ότι μια μετοχή ανήκε και εξακολουθεί να ανήκει στην LFS ASSET MANAGEMENT. Ο Granovskyi στην συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ημερ. 4.4.12 σε απάντηση των ισχυρισμών του Γεωργιάδη στην ένορκη δήλωση του, αναφέρεται σε γεγονότα που η Arricano σκόπιμα απέκρυψε και ακόμα αποκρύβει, όπως τα ονόματα των διευθυντών που αποτελούσαν το διοικητικό συμβούλιο της Assofit. Αναφέρεται περαιτέρω σε αλλαγές στο μητρώο διευθυντών της Assofit και την έκδοση πληρεξουσίων εγγράφων, ενέργειες που έγιναν μετά την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων. Γι' αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να επεκταθώ δίνοντας περισσότερες λεπτομέρειες εφόσον είναι γεγονότα που έγιναν εκ των υστέρων και συνεπώς δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά το στάδιο εξέτασης οριστικοποίησης των διαταγμάτων. Οι δικηγόροι των διαδίκων κατά την ακρόαση περιορίστηκαν στα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις αιτήσεις και ενστάσεις τους χωρίς να ζητήσουν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων και καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους παραθέτοντας και σωρεία σχετικής νομολογίας. Στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται αναφορά κατωτέρω στα κατάλληλα σημεία. Η αίτηση προωθήθηκε ενώπιον μου κατά την ακρόαση έχοντας σαν βάση κυρίως τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο 32 έχουν συνοψιστεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieries (Estates) & Others
(1982)1 A.A.Δ 557 στη σελ. 568 που είναι τα εξής:
- Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη,
- να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, και
- να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Τελικά δεν εκδίδεται διάταγμα βάσει του άρθρου 32 αν αυτό είναι δίκαιο και πρόσφορο. (βλ. Κούνουνα ν. C&A Simonos Ltd
(2002)1 (Β) ΑΑΔ 1361). Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση εξετάζεται υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Παναγίδης ν. Παναγίδη
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 397, αναφέρθηκε ότι πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στους ενάγοντες των θεραπειών που δικαιούνται σύμφωνα με το Νόμο. Επίσης στην Κυρίσαββας κ.α. ν. Χάρη Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ 1245 διευκρινίστηκε ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου, όπως τα κριτήρια αυτά εξηγήθηκαν από τη νομολογία. Η εν λόγω αρχή επιβεβαιώθηκε στη πρόσφατη υπόθεση Zenios Company Ltd v. Demetriou Catering Ltd, Πολ. Εφ. 304/08, ημερ. 21.10.11. Στο θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, αν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν λανθασμένη. (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 (B) A.A.Δ 788). Ενας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. (Βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 A.A.Δ 1653). Eξέταση των θέσεων και εισηγήσεων που προβάλλονται από τους αιτητές θα ισοδυναμούσε με εξέταση και διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη των ουσιαστικών δικαιωμάτων ενώ αυτό που χρειάζεται είναι σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τους. Προτού προχωρήσω με την εξέταση της ουσίας της αίτησης κρίνω ότι προέχει η εξέταση του λόγου ένστασης ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν έχει ικανοποιηθεί ώστε οι αιτητές να πετύχουν την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς. Συγκεκριμένα είναι η εισήγηση των εναγομένων - Καθ'ων η αίτηση ότι η αλλαγή της μετοχικής δομής της εναγόμενης 4 - καθ'ης η αίτηση, ένα από τα στοιχεία προς απόδειξη του κατεπείγοντος σύμφωνα με τους αιτητές, σε συνάρτηση με άλλα στοιχεία που απεκρύβησαν από το Δικαστήριο, δεν τεκμηριώνουν το κατεπείγον της αίτησης. Η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδώσουν διάταγμα με μονομερή αίτηση πηγάζει από το άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Εχει νομολογηθεί ότι το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο αυτό. Μόνο όταν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 9 δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Zein κ.α. ν. Τ.Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ (Α) 606). Στην Αίτηση Quantum Telecommunications Ltd
(2005)1 Α.Α.Δ 901 που αφορούσε ένταλμα της φύσης certiorari, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με την έκδοση διαταγμάτων με μονομερή αίτηση: «Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν πρέπει να είναι ο κανόνας ούτε καν το σύνηθες, αλλά ούτε και η εξαίρεση, παρά μόνο η σπάνια εξαίρεση. Και τούτο διότι όχι μόνο, στο επίπεδο αρχών, συνιστά παρέκκλιση (αναγκαία όντως σε πολύ ειδικές περιπτώσεις) από τον κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, αλλά και διότι, στο επίπεδο της εύρυθμης απονομής της δικαιοσύνης, δημιουργεί περιπλοκές και καθυστερήσεις στη διαδικασία, ιδιαίτερα αν το εκδιδόμενο διάταγμα δεν ορίζεται πολύ σύντομα για ακρόαση». Είναι η θέση των αιτητών ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση εκ μέρους τους στην προώθηση της αίτησης με αφετηρία το χρόνο πληροφόρησης τους περί της αλλαγής της δομής της εναγομένης 4 και εκείνον της έκδοσης της δεύτερης διαιτητικής απόφασης. Μόλις στις 9.1.12 αποκαλύφθηκε σ' αυτούς η πώληση μετοχών της εναγόμενης 4 στον ομιλο DeltaMax ο οποίος όμιλος κατείχε πλέον το 50% μείον 2 μετοχές από τις μετοχές της. Οι αιτητές απέδωσαν τη κίνηση αυτή του εναγόμενου 2, ο οποίος είναι το πρόσωπο που ουσιαστικά βρίσκεται πίσω απ' όλες τις δοσοληψίες, σε μια ακόμη προσπάθεια της Arricano να μη συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της που πηγάζουν από την πρώτη διαιτητική απόφαση και περαιτέρω ως μια κίνηση ανατροπής του status quo του οποίου επιζητείται η διατήρηση με την παρούσα αίτηση. Από την άλλη ήταν εισήγηση των δικηγόρων των καθ'ων η αίτηση ότι ουδέποτε η εναγόμενη 3 ήταν ο απόλυτος ιδιοκτήτης της εναγόμενης 4 στηριζόμενοι σε ένα απόσπασμα από την ένορκη δήλωση του Granovskyi. Εχω ανατρέξει στις δύο ένορκες δηλώσεις του Granovskyi για το εν λόγω θέμα όπου διαφαίνονται τα εξής: Στην παράγραφο 6 της πρώτης ένορκης δήλωσης του επεξηγεί τη μετοχική δομή της εναγόμενης 4 ότι δηλαδή η εναγόμενη 3 ήταν μέχρι πρόσφατα ο μοναδικός κάτοχος όλων των εκδομένων μετοχών της πλην μιας που ανήκε σε άλλη εταιρεία δηλαδή στην LFS Asset Management Limited. Στην παράγραφο 49 αναφέρει περαιτέρω ότι στις 10.8.11 εκχωρήθηκαν από την εναγόμενη 4 4998 μετοχές υπέρ της DeltaMax με αποτέλεσμα η εναγόμενη 3 να μην έχει πλέον τον απόλυτο έλεγχο της. Από τα λεχθένα του Granovskyi καθίσταται σαφές ότι μέχρι τις 10.8.11 η εναγόμενη 3 ήταν η ιδιοκτήτρια όλου του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου πλην μιάς μόνο μετοχής. Συνεπώς δεν θεωρώ αστήριχτη τη θέση των αιτητών σε σχέση με τον έλεγχο, από άποψης μετοχικής δομής, της εναγόμενης 3 επί της εναγόμενης
- Το γεγονός ότι η DeltaMax ήταν πιστωτής της εναγόμενης 4, σύμφωνα με τα λεχθέντα του Γεωργιάδη στην ένορκη του δήλωση, δεν παύει από του να είναι μια τρίτη εταιρεία που απέκτησε σχεδόν το 50% των μετοχών της εναγόμενης 4, η οποία στην πραγματικότητα κατέχεται εξ ίσου από τον Mirje Pold από τη μια, άτομο που συνδέεται με ένα πρώην διευθυντή της Assofit που έχουν το ίδιο επίθετο και που είναι παλιός φίλος του εναγόμενου 2 και από ένα δικηγορικό γραφείο από την άλλη. Αυτό μαρτυρά ο Granovskyi στην αρχική του ένορκη δήλωση. Η πληροφόρηση για την αλλαγή της μετοχικής δομής της εναγόμενης 4 έγινε στους αιτητές μόλις στις 9.1.12, κατόπιν έρευνας των αιτητών σε σχέση με την εταιρεία αυτή στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών που ακολούθησε την έκδοση της δεύτερης διαιτητικής απόφασης στις 13.12.
- Αυτό είναι και το κριτήριο που καθορίζει το κατεπείγον της αίτησης και όχι πότε έγινε η αλλαγή μετόχων (βλ. Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν. Aristo Developers Ltd, Πολ. Εφ. 211/10 ημερ. 14/7/11). Η παρούσα Αγωγή μαζί με την υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκαν στις 18.1.12 δηλαδή μετά πάροδο 9 ημερών από τη σχετική πληροφόρηση για την αλλαγή της μετοχικής δομής της εναγόμενης 4 και σχεδόν ένα μήνα από την ημερομηνία έκδοσης της δεύτερης διαιτητικής απόφασης. Εχοντας κατά νου τα πιο πάνω γεγονότα σε συνάρτηση με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του Granovskyi στην ένορκη δήλωση του σε σχέση με τον τρόπο ενεργείας των εναγομένων 1 - 5 και ιδιαίτερα του εναγόμενου 2, με αποκλειστικό γνώμονα την αποφυγή συμμόρφωσης των υποχρεώσεων της Arricano που πηγάζουν από τις διαιτητικές αποφάσεις, δεν εντοπίζεται να υπάρχει οποιαδήποτε καθυστέρηση από μέρους των αιτητών μοιραίας μορφής στην προώθηση της αίτησης τους. Η αλλαγή στη μετοχική δομή της εναγόμενης 4 με τη σημασία που δόθηκε από τους αιτητές ότι δηλαδή δόθηκαν δικαιώματα σε τρίτα άτομα και στο χρόνο που έγινε δηλαδή μετά 2 μήνες περίπου από την πρώτη διαιτητική απόφαση και ότι αυτή ακολούθησε μια σειρά ενεργειών του εναγομένου 2 που είχε μέχρι τότε τον έλεγχο των εναγομένων 1, 3 και 4, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Granovskyi, είναι στοιχεία που αποδεικνύουν το κατεπείγον έκδοσης των διαταγμάτων που οι αιτητές πέτυχαν μονομερώς. Συνεπώς ο λόγος ένστασης σε σχέση με το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Ηταν επιπρόσθετα λόγος ένστασης απ' όλους τους καθ'ων η αίτηση ότι οι αιτητές σκοπίμως προέβησαν σε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων κατά την εξέταση της αίτησης μονομερώς. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο καθότι παρέχεται κατά παρέκκλιση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και συγκεκριμένα εκείνου του αποκλεισμού παροχής θεραπείας στην απουσία της άλλης πλευράς χωρίς να της δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί. Συνεπώς οι αιτητές έχουν καθήκον να προβαίνουν σε έρευνα ως προς τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Αν αποδειχθεί ουσιαστική απόκρυψη γεγονότος, το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι οι αιτητές δεν αποκομίζουν πλεονέκτημα από την απόκρυψη. Η ουσιαστικότητα και η σημασία του γεγονότος που απεκρύβη κρίνεται από τον εκδικάζοντα Δικαστή, με γνώμονα τη σημασία του γεγονότος σε σχέση με τα επίδικα θέματα (βλ. Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L. 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ 248). Αν διαπιστωθεί ότι εισήγηση για μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο στάδιο της μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο ευσταθεί, τότε το Δικαστήριο, ή αργότερα το Εφετείο, πολύ πιθανό να θέσει τέρμα στην ισχύ εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας (βλ. Dmitri Rybolovlev κ.α. ν. Elena Rybolovleva Πολ. Εφ. 130 και 131/09, απόφαση ημερ. 29.1.10). Όπως τονίστηκε από το Εφετείο στην απόφαση του The Timberland Co. of U.S.A v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ 1179 η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά. Διασαλεύει τη βάση του διατάγματος ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ 597). Στην υπόθεση Μ & Ch. Μitsingas Trading Ltd. κ.α. ν. Τhe Timberland Co. of U.S.A (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Ο,τι πρέπει να αποκαλυφθεί είναι: «........ γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, και β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και γ) τη πιθανότητα επιτυχίας». Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ 598). Oπως αναφέρθηκε περαιτέρω στη Ο Public Company Ltd κ.α. ν. ΒΑΤ (CYPRUS) Ltd κ.α. Πολ. Εφ. 263/09, ημερ. 16.2.12, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, παρόλη την απόδειξη «ουσιαστικής» μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Ο δικηγόρος των αιτητών απέρριψε ένα προς ένα τους βασικούς ισχυρισμούς που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη των ενστάσεων περί απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων ή παράθεσης άλλων γεγονότων κατά τρόπο παραπλανητικό για το Δικαστήριο ώστε να εκδοθούν τα διατάγματα. Ηταν η θέση των αιτητών ότι τα ισχυριζόμενα στοιχεία είτε επρόκειτο για δευτερευούσης σημασίας στοιχεία είτε έχουν αποκαλυφθεί ή κρίθηκε περιττή η παράθεση τους ή τέλος οφείλονται σε λανθασμένη από μέρους των εναγομένων ερμηνεία όρων των συμφωνιών. Ένα από τα γεγονότα που κατ' ισχυρισμό δεν αποκαλύφθηκαν είναι ότι ασκήθηκε έφεση εναντίον της πρώτης και της δεύτερης διαιτητικής απόφασης στο Πρωτοδικείο του Λονδίνου. Η θέση αυτή καταρρίπτεται από τις παραγράφους 34 και 36 αντίστοιχα της αρχικής ένορκης δήλωσης του Granovskyi. ότι δηλαδή η έφεση εναντίον της πρώτης διαιτητικής απόφασης για διαδικαστική παρατυπία εξακολουθεί και εκκρεμεί (παρ. 34) και ότι η Arricano στις 10.1.12 προσέβαλε την δεύτερη διαιτητική απόφαση ισχυριζόμενη εκ νέου μια «σοβαρή παρατυπία» βάσει της ενότητας 68 του English Arbitration Act 1996 (παρ. 36). Ηταν άλλη εισήγηση τους ότι δεν αποκάλυψαν αριθμό επιστολών που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων παραπλανώντας με τον τρόπο αυτό το Δικαστήριο αφήνοντας το να πιστεύει ότι κάθε επικοινωνία μεταξύ των πρωταγωνιστών ουσιαστικά της διαφοράς, έληξε τον Αύγουστο του
- Η θέση αυτή καταρρίπτεται επίσης από την παράγραφο 51 της αρχικής ένορκης δήλωσης του Granovskyi στην οποίαν γίνεται ειδική αναφορά σε διαπραγματεύσεις και ανταλλαγή επιστολών και προτάσεων που παρατάθηκαν μέχρι το Δεκέμβρη του
- Ειδική αναφορά στο κάθε έγγραφο της αλληλογραφίας κρίνω ότι δεν ήταν αναγκαία αλλ' ούτε και ουσιώδης για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Ηταν περαιτέρω η θέση των δικηγόρων των εναγομένων - καθ'ων η αίτηση στα πλαίσια του λόγου ένστασης περί απόκρυψης γεγονότων, ότι δεν παρουσίασαν το σωστό αντίγραφο της συμφωνίας SPA και στη θέση του επισύναψαν τη συμφωνία SHA. Υπήρξε πράγματι παράλειψη του Granovskyi να επισυνάψει τη συμφωνία SPA στην ένορκη δήλωση του ανκαι γίνεται σχετική αναφορά σε τέτοια συμφωνία στην παράγραφο
- Αντ' αυτής έχει επισυναφθεί άλλο ένα αντίγραφο της συμφωνίας SHA. Δεν κρίνω εσκεμμένη τη παράλειψη αυτή ή ότι αποσκοπούσε σε παραπλάνηση του Δικαστηρίου, ενόψει της εξήγησης που δόθηκε από τον Granovskyi στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του που κρίνω λογική. Ότι δηλαδή οφειλόταν σε λάθος λόγω του ότι οι δύο συμφωνίες έχουν την ίδια ημερομηνία. Το ότι η παράλειψη επισύναψης του συγκεκριμένου τεκμηρίου δεν έγινε εκ προθέσεως και για το λόγο που εισηγούνται οι δικηγόροι των καθ'ων η αίτηση, ότι δηλαδή σκοπούσε στο να μην αποκαλυφθούν ο ορισμός του "External Indebteness" ή η ύπαρξη οικονομικών υποχρεώσεων της κοινοπραξίας σε τρίτους και ότι η Deltamax που ήταν πιστωτής της εναγόμενης 4 - καθ'ης η αίτηση ήταν μια ανεξάρτητη Τράπεζα, καταρρίπτεται από το τεκμήριο που επισυνάφθηκε στη θέση του που περιέχει ακριβώς τις ίδιες πρόνοιες. Ακόμη και στην περίπτωση που τίθετο εξ αρχής η συμφωνία SPA δεν θα άλλαζε η κρίση του Δικαστηρίου εφόσον πάλι θα εκδίδοντο τα διατάγματα Α και Β στη βάση της ολότητας του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε με τις ένορκες δηλώσεις, που δικαιολογούσε την έκδοση τους. (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω) ). Ηταν άλλη εισήγηση των καθ'ων η αίτηση για το ίδιο θέμα ότι ανκαι οι αιτητές παρουσίασαν στο Δικαστήριο τη συμφωνία SHA εντούτοις δεν επέστησαν την προσοχή του Δικαστηρίου σε σημαντικές πρόνοιες της, όπως σε εκείνες που δεικνύουν ότι μεταξύ των υποχρεώσεων της εναγόμενης 4 - καθ'ης η αίτηση υπάρχουν και δάνεια από τρίτους που αποτελούν συλλογική υποχρέωση των αιτητών και της Arricano που πρέπει να αποπληρωθούν και όχι να μεταβιβαστούν στην Torsem Co. Ltd ή σε άλλη εταιρεία. Ο Granovskyi αποδίδει τη πιο πάνω θέση των καθ'ων η αίτηση σε λανθασμένη ερμηνεία των σχετικών όρων της συμφωνίας SHA παραπέμποντας το Δικαστήριο στον όρο 3.4 ότι η μεταφορά των υποχρεώσεων της εναγόμενης 4 σε σχέση με την παραχώρηση δανείου στη Pryzma Beta προς όφελος της χρηματοδοτικής εταιρείας που θα συσταθεί σύμφωνα με την Κυπριακή νομοθεσία, θα εκτελεστεί μέσω ειδικών εταιρικών σχημάτων των δύο μετόχων δηλαδή των αιτητών και της Arricano που θα ιδρυθούν σύμφωνα με τους Νόμους των Παρθένων Νήσων. Δεν υπάρχει καμιά πρόνοια σύνδεσης της μεταφοράς του Δανείου Filgate με τη μεταφορά άλλων υποχρεώσεων στην Torsem ή ότι το δάνειο της Swedbank θα μεταφέρετο σε άλλη οντότητα. Επιπρόσθετα στη πρώτη διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια διαδικασίας της οποίας το αντικείμενο της ήταν το Δάνειο Filgate, δεν υπάρχει μνεία για ταυτόχρονη ή προηγούμενη μεταφορά υποχρεώσεων της εναγόμενης
- Σημειώνεται ότι η παράλειψη των καθ'ων η αίτηση να εγείρουν θέμα περί μεταβίβασης υποχρεώσεων της εναγόμενης 4 στη διαδικασία Uncitral τους στερεί το δικαίωμα να το προβάλουν σε άλλη διαδικασία, λόγω δεδικασμένου. Είναι προφανές ότι η παρούσα αγωγή είναι αποτέλεσμα της πρώτης διαιτητικής απόφασης στην οποίαν αποφασίστηκε ότι το δάνειο Filgate θα πρέπει να μεταφερθεί σε μια εταιρεία η οποία να ελέγχεται από τους αιτητές και την Arricano. Το τι αποφασίστηκε στη πρώτη διαιτητική απόφαση δεν φαίνεται να αμφισβητείται. Με την πρώτη απόφαση τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των αιτητών και της Αrricano έχουν αποφασιστεί και είναι δεσμευτικά για τους διαδίκους στα πλαίσια της διαιτησίας και δεν μπορούν να τεθούν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής (βλ. Russel on Arbitration,
(1997), London, Sweet & Maxwell παράγρ. 6 - 20). Οσον αφορά τη δεσμευτικότητα των διαιτητικών αποφάσεων σχετικό είναι το εξής απόσπασμα από την υπόθεση Κούλλουρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου
(2005)1 Α.Α.Δ 987,
- "Είναι ουσιαστικά ορθή λοιπόν η απόφαση του ευπαίδευτου πρωτόδικου Δικαστή ότι η εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θέσεις τις οποίες δεν είχε θέσει ενώπιον του Διαιτητή". Ακόμη και στην περίπτωση που ήταν επιτρεπτή η έγερση του θέματος ταυτόχρονης μεταβίβασης υποχρεώσεων που προκύπτουν από το Δάνειο Filgate, στα πλαίσια αγωγής με επίδικο θέμα το Δάνειο, σε καμιά περίπτωση θα μπορεί το εν λόγω θέμα να εξεταστεί και αποφασιστεί στα πλαίσια αίτησης για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων. Απλά θεωρείται ότι αποτελεί μέρος του όλου μαρτυρικού υλικού κατά την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Στη φάση της παρούσας διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κριθεί αν έχουν αποδειχθεί ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ 1802). Eπίσης στη The Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dealers K.G
(1984)1 A.A.Δ 263 αποφασίστηκε ότι η διαδικασία αίτησης για προσωρινά διατάγματα στη βάση του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/60 δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ευκαιρία επίλυσης των επίδικων θεμάτων της αγωγής με μαρτυρία ή σχολίων. Συνοψίζοντας, όσα γεγονότα κατ' ισχυρισμό δεν έχουν αποκαλυφθεί κρίνω ότι είτε δεν ήταν ουσιώδη κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης, είτε έχουν αποκαλυφθεί από το Granovskyi συνοπτικά. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Kerr on Injunctions, 6η έκδ., σελ. 621 είναι αρκετό να αναφερθούν από τον αιτητή συνοπτικά τα γεγονότα και αν δεν αναφέρθηκαν όλα, αυτό δεν συνεπάγεται αυτόματα απόκρυψη γεγονότων τέτοιας φύσης και μορφής που να εκθεμελιώνουν το υπόβαθρο της αίτησης (βλ. Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva, (ανωτέρω) ). Είναι τόσος ο όγκος των επιδίκων θεμάτων σε σχέση με τις διαφορές κυρίως μεταξύ των αιτητών απο τη μια και από την άλλη της Arricano και του εναγόμενου 2 ο οποίος φέρεται να ασκούσε ουσιαστικό έλεγχο επί των εναγόμενων 1, 3 και 4 που έχουν επίσης εμπλακεί στις επίδικες δοσοληψίες που άρχισαν το 2010 και συνεχίστηκαν μέχρι το Δεκέμβρη του 2011, ώστε είναι φυσικό να μη τεθούν όλα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εξέταση μιας μονομερούς αίτησης. Στην υπό κρίση αίτηση οι αιτητές είχαν επισυνάψει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους σωρεία εγγράφων σχετιζομένων με την υπόθεση. Το καθήκον για αποκάλυψη δεν εκπληρώνεται μόνο με την επισύναψη των εγγράφων αλλά με τους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση. Οι αιτητές με τους ισχυρισμούς του Granovskyi στην ένορκη δήλωση του, έχουν μεταφέρει στο Δικαστήριο εκείνη την εικόνα ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων Α και Β. Η ίδια εικόνα εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα χωρίς οι ισχυρισμοί που φέρεται να μην αποκαλύφθησαν στην ένορκη δήλωση ή που δεν έχουν αποδειχθεί στο Δικαστήριο, να επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο την απόφαση του Δικαστηρίου κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Σημειώνεται ότι για όσα κατ' ισχυρισμό γεγονότα δεν έχουν αποκαλυφθεί και δεν γίνεται ειδική αναφορά ανωτέρω, κρίνω ότι είναι δευτερευούσης σημασίας και άνευ ανάγκης σχολιασμού εφόσον δεν θα ασκούσαν οποιαδήποτε επίδραση στη κρίση του Δικαστηρίου επιλαμβανόμενο της μονομερούς αίτησης. Εχω εξετάσει με προσοχή τις αιτήσεις, ενστάσεις και το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου μέσω των ενόρκων δηλώσεων. Σημειώνεται ότι εκείνο που οι ενάγοντες ουσιαστικά επιζητούν με την παρούσα αίτηση είναι η προστασία του δανείου Filgate που είναι το αντικείμενο της παρούσας Αγωγής, διατηρώντας το status quo μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα θα προχωρήσω ακολούθως να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 που είναι και ένας από τους λόγους ένστασης. Μια από τις εισηγήσεις των εναγομένων - καθ'ων η αίτηση προς υποστήριξη της θέσης τους ότι δεν ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 είναι ότι η διαιτητική απόφαση της οποίας επιζητείται η εκτέλεση, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Granovskyi, δεν έχει εγγραφεί και/ή αναγνωριστεί στην Κύπρο, απαραίτητη προϋπόθεση για εκτέλεση της σύμφωνα με το Νόμο 84/79 που κυρώνει τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης για Αναγνώριση και Εκτέλεση Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων του
- Αντίθετη άποψη είχε ο δικηγόρος των αιτητών ότι δηλαδή η παράλειψη εγγραφής αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης δεν εμποδίζει το επιτυχόν μέρος να εκτελέσει την υπέρ του απόφαση με την καταχώρηση αγωγής. Στο σύγγραμμα Arbitration Law, by Robert Merkin, LLB, LLM έκδοση 1991, αναφέρονται τα εξής σε σχέση με το θέμα που εξετάζεται. "Legal Structure. 17.1 An arbitration award is, unless agreed by the parties, final and binding on the parties, subject to any right in either party to challenge the award in the courts on jurisdictional or procedural grounds or on the basis of an error of law. An arbitration award is incapable of direct enforcement by the successful party, and it is necessary for him to enlist the assistance of the court. A common law an arbitration award could be enforced by bringing an action on it, and this applied to both English awards and to foreign awards. ........................... Nature of the action. 17.2 In practice it is unusual for a claim to be brought on an award, given that the procedure for summary enforcement of an award under the Arbitration Act 1996, s. 66 is speedier and cheaper. .............................. Relationship with an action on the award. 17.8 The use of the Arbitration Act 1996, s 66 is not mandatory, and provides merely an alternative and simpler procedure for the enforcement of an award in the form of an order or judgment commenced by summons rather than by writ. Procedural differences aside, the alternative methods of enforcing an award generally stand or fall together. ...................................................................... Effect on later proceedings. 16.116 An award is enforceable by the victorious party, and the award must be recognized in any other proceedings between the parties until it has been said aside. The principle οf res judicata has a number of logical consequences. ............................ (g) If an action is brought to enforce a final award, the court will presume that the award is complete and will enforce it accordingly. Effect on the subject matter of the arbitration. 16.117 An arbitration award does not have any automatic effect on the subject matter, but merely creates an obligation enforceable by action". Σημειώνεται ότι η αναφορά στο Arbitration Act 1996 της Αγγλίας αντικαθίσταται νοερά με το Νόμο 84/79 εφόσον τα δυό νομοθετήματα προνοούν σε εφαρμογή του New York Convention στη χώρα στην οποίαν το κάθε νομοθέτημα αφορά. Στο Σύγγραμμα Russel on Arbitrarion, παραγρ. 8-001 αναφέρονται οι τρόποι εκτέλεσης μιας διαιτητικής απόφασης που μπορεί να είναι είτε με τη συνοπτική διαδικασία που προβλέπει το Arbitration Act 1996 είτε με την καταχώρηση αγωγής στη βάση της διαιτητικής απόφασης. Επιπλέον το άρθρο VII του Νόμου 84/79 αναφέρει τα εξής: «
- Αι διατάξεις της παρούσης Συμβάσεως ουδόλως επηρεάζουν το κύρος οιωνδήποτε υπό των Συμβαλλομένων Κρατών συναπτομένων πολυμερών ή διμερών συμφωνιών περί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως διαιτητικών αποφάσεων, ούτε στερούν οιονδήποτε ενδιαφερόμενον μέρος οιουδήποτε τυχόν δικαιώματος του όπως επωφεληθή διαιτητικής τινος αποφάσεως κατά τρόπον και εις έκτασιν επιτρεπομένην υπό της νομοθεσίας των συμβατικών δεσμεύσεων της χώρας ένθα επιζητείται η επίκλησις της τοιαύτης αποφάσεως». Ενόψει των πιο πάνω αρχών και νομοθεσίας, για σκοπούς ικανοποίησης των προϋποθέσεων του άρθρου 32, η καταχώρηση αγωγής προς εκτέλεση διαιτητικής απόφασης, συνιστά έγκυρο δικονομικό μέτρο παρόλες τις πρόνοιες του Νόμου 84/
- Οι ενάγοντες προτίμησαν την καταχώρηση αγωγής, όπως ήταν δικαίωμα τους. Ο λόγος της συγκεκριμένης επιλογής τους, όπως εξηγήθηκε από το δικηγόρο τους, είναι ότι η παρούσα διαδικασία εξυπηρετούσε καλύτερα τα συμφέροντα τους εφόσον το λεκτικό της πρώτης διαιτητικής απόφασης ήταν απλά δηλωτικό των δικαιωμάτων των μερών σε σχέση με το Δάνειο Filgate ώστε δεν μπορούσε να εκτελεστεί ως απόφαση και να εκδοθούν διατάγματα. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 2, παραγρ. 713). Σημειώνεται επιπλέον ότι η πρώτη διαιτητική απόφαση της οποίας σκοπείται η εκτέλεση είναι δεσμευτική για τα μέρη εφόσον δεν έχει παραμεριστεί ή ανασταλεί. Συνεπώς η σχετική εισήγηση των δικηγόρων των καθ'ων η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη γι' αυτό και απορρίπτεται. Ηταν άλλη εισήγηση των δικηγόρων των καθ'ων η αίτηση στα πλαίσια εξέτασης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 ότι εκτός της Arricano οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής εναντίον των υπολοίπων εναγομένων λόγω ανυπαρξίας βάσης αγωγής. Tόνισαν ιδιαίτερα το γεγονός ότι οι πελάτες τους δεν ήσαν μέρη της διαιτητικής διαδικασίας στην Αγγλία και ούτε ενεπλάκησαν καθόλου στις συμφωνίες μεταξύ των αιτητών και της Arricano. Δεν αποδείχθηκε επίσης η ύπαρξη καταπιστεύματος ή συνομολόγηση παράλληλων συμφωνιών. Από την ένορκη δήλωση του Granovskyi διαφαίνεται το αγώγιμο δικαίωμα των αιτητών εναντίον όλων των εναγομένων - καθ'ων η αίτηση. Είναι καθαρή η θέση τους τόσο από την Οπισθογράφηση Απαιτήσεως όσο και από τους ισχυρισμούς του Granovskyi, στις ένορκες δηλώσεις του, περί φερόμενης συνωμοσίας από μέρους των εναγομένων 1 - 5 σε βάρος τους για πρόκληση βλάβης και/ή ζημιάς τους και/ή δυνάμει απάτης και/ή δόλιου σχεδιασμού. Η συμμετοχή της εναγόμενης 5 στα διαδραματισθέντα με τον τρόπο που έγινε, για σκοπούς και μόνο εξέτασης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 την καθιστά μέρος της συνωμοσίας με σκοπό την απομάκρυνση των αιτητών από την κοινοπραξία και τη μεταβίβαση του Δανείου Filgate σε άλλη οντότητα από εκείνη που συμφωνήθηκε με τους ενάγοντες. Ειδικότερα η συμμετοχή του εναγόμενου 2 θεωρείται από τους ενάγοντες δεδομένη όχι μόνο λόγω του ποσοστού της συμμετοχής του στην εταιρική δομή των εναγομένων 1, 3 και 4 αλλά και την ενεργό ανάμειξη και παραστάσεις του προς τους ενάγοντες σε όλες τις μεταξύ τους δοσοληψίες. Σημειώνεται η αναφορά του, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Granovskyi, ότι έχει τον έλεγχο του δανείου Filgate και ότι μπορεί να το μεταβιβάσει ανάλογα. Οσον αφορά τους εναγόμενους 6 - 9 η μόνη θεραπεία που τους αφορά είναι η παράγραφος ΣΤ της Οπισθογράφησης Απαιτήσεως και η παράγραφος Δ της αίτησης που είναι ταυτόσημες και αναφέρονται σε διατάγματα Norwich Pharmacal. Ειδικά για το διάταγμα της παραγράφου Δ της αίτησης και τη δυνατότητα έκδοσης του θα ασχοληθώ πιο κάτω. Οσον αφορά την εισήγηση των καθ'ων η αίτηση ότι η έκδοση διαταγμάτων εναντίον των εναγομένων 2 - 5 είναι αδύνατη εφόσον δεν ήσαν διάδικοι στη διαδικασία διαιτησίας, δεν υποστηρίζεται από τη νομολογία. Οι νομικές προεκτάσεις της ύπαρξης και λειτουργίας ελεγχόμενων εταιρειών από ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή εταιρεία εξετάστηκαν στην Αίτηση 31/09 Re Helington Commodities Limited κ.α.,
(2009)1(Β) Α.Α.Δ 926 για έκδοση προνομιακών διαταγμάτων τύπου Certiorari και Prohibition. Στην εν λόγω απόφαση επιβεβαιώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο η εξουσία των Δικαστηρίων έκδοσης διαταγμάτων τύπου "Chabra" αφού υιοθετήθηκαν οι αρχές που τέθηκαν από τις Αγγλικές αποφάσεις T.S.B Private Bank International S.A. v. Chabra and Another
(1992)1 W.L.R 231 και Yukong Line Ltd v. Rendsburg Investments Corporation and others
(2001)Lloyd's Rep.
- Oτι δηλαδή υπάρχει δυνατότητα συμπερίληψης σε διαδικαστική διαδικασία ως συνεναγόμενου προσώπου εναντίον του οποίου επιζητείται η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων παρόλο που δεν υπάρχει εναντίον του άμεσο αγώγιμο δικαίωμα νοουμένου ότι τα διατάγματα είναι βοηθητικά και παρεμπίπτοντα της αιτίας της αγωγής εναντίον συνεναγόμενου. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Chabra: "In my judgement, Ι have jurisdiction to grant an injunction against the company and it is appropriate to grant it in support of the existing legal right claimed by the plaintiff against Mr. Chabra. The injunction which I grant, though made against a party against whom there is no cause of action, is in support of and in respect of that cause of action against Mr. Chabra". Ενόψει της πιο πάνω νομολογίας και του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου από τους αιτητές σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της Οπισθογράφησης Απαιτήσεως, κρίνω ότι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου
- Οσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση είναι η κρίση μου ότι είναι ορατή η πιθανότητα επιτυχίας των αιτητών στις αξιώσεις τους. Η έκδοση της πρώτης διαιτητικής απόφασης και η υποχρέωση μεταφοράς του Δανείου Filgate, όπως έχει συμφωνηθεί με τις συμφωνίες SHA και COA, είναι αδιαμφισβήτητη όπως αδιαμφισβήτητη είναι και η συμμετοχή της Arricano στις συμφωνίες και διαιτητικές διαδικασίες. Οσον αφορά άλλες υποχρεώσεις της εναγόμενης 4 είτε σχετίζονται με τη μεταφορά του Δανείου Filgate ή όχι και της τύχης τους, κρίνω ότι δεν είναι της παρούσας διαδικασίας να αποφασιστούν και ούτε υπάρχει σχετική πρόνοια στη διαιτητική απόφαση της οποίας ζητείται η εκτέλεση. Ειδική ρύθμιση των υποχρεώσεων της εναγόμενης 4 έναντι τρίτων υπάρχει στην συμφωνία SHA που θα τροχιοδρομείτο μέσω τρίτων εταιρειών συσταθησομένων κατά τη νομοθεσία των Βρεττανικών Παρθένων Νήσων. Οι ισχυρισμοί στη βάση των γεγονότων που παρέθεσαν οι αιτητές περί παράβασης από μέρους της Arricano συμβατικών και άλλων υποχρεώσεων της εξαιτίας της πρώτης διαιτητικής απόφασης και/ή παράβασης από μέρους των εναγομένων 2 - 4 παράλληλης συμφωνίας και/ή παραστάσεων τους και/ή παράβασης εμπιστεύματος και/ή προσβολής δικαιωμάτων τους που πηγάζουν από ιδιοκτησιακό κώλυμα και/ή παράβαση των αρχών της επιείκειας αποκαλύπτουν όχι μόνο μια συζητήσιμη υπόθεση αλλά και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Τα ίδια ισχύουν και για την εναγόμενη 5 που φέρεται να συμμετείχε στη συνωμοσία εναντίον των αιτητών με τον τρόπο που εξηγήθηκε πιο πάνω. Σε σχέση με τη τρίτη προϋπόθεση σημειώνεται ότι εκείνο που αποσκοπείται με την αίτηση είναι η διατήρηση του status quo. Οι αιτητές με τη μαρτυρία που έχουν προσκομίσει έχουν αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο να τους αποδοθεί δικαιοσύνη σε περίπτωση με έκδοσης των διαταγμάτων Α και Β. Ο κίνδυνος αποξένωσης του Δανείου, με κάποιο τρόπο, κρίνω ότι είναι υπαρκτός ενόψει του, εντέχνου όπως μπορεί να χαρακτηριστεί τρόπου ενεργειών των εναγομένων 1 μέχρι 5 - καθ'ων η αίτηση. Παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο είναι δίκαιο ή εύλογο η έκδοση των διαταγμάτων. Σχετική επί του θέματος του ισοζυγίου της ευχέρειας και της διατήρησης του status quo είναι η Bacardi v. Vinco (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκαν τα εξής στη σελ. 795: «Σύμφωνα με τον Drysdale (πιο πάνω), παρα. 6.15, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. ..................... Δημιουργείται ωστόσο, δυσκολία ως προς το τι σημαίνει η φράση "status quo". Η δυσκολία επισημαίνεται από τον Vice Chancellor Megarry στην Metric Recourses Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another
(1979)F.S.R 571, ο οποίος στις σελ. 581 - 582 θέτει το θέμα ως πιο κάτω: «Ο όρος - status quo - είναι εκ πρώτης όψεως σαφώς ατελής, και όπως πρότεινα στην Rοbble v. Football Club Ltd, μη δημοσιευθείσα, ημερ. 26.3.79, νομίζω ότι ο πλήρης όρος είναι 'status quo ante bellum'. Εάν η έκδοση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί το νοητικό ισάξιο της έκρηξης του πολέμου, αυτό θα απαιτούσε όπως το ζήτημα εξετασθεί όταν εκδίδετο το κλητήριο ένταλμα, κάτι το οποίο κάποτε θα ήταν παράξενο ή άδικο. Αν προωθηθεί η μεταφορική έννοια τότε πολύ καλά θα προκύψει ότι το ορθό status quo ante bellum είναι η κατάσταση πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί το casus belli, εκτός αν οι εχθροπραξίες καθυστερήσουν τόσο πολύ έτσι που η επίδικη πράξη να καθίσταται μέρος του status quo". Σε περίπτωση μη οριστικοποίησης των διαταγμάτων και αφεθεί η Arricano με τη σύμπραξη των εναγομένων 2, 3, 4 και 5 να προβαίνουν σε διάφορες ενέργειες που απώτερο στόχο έχουν την μη εκτέλεση της υποχρέωσης μεταβίβασης του Δανείου Filgate με τον τρόπο που έχει συμφωνηθεί και αποφασιστεί με την πρώτη διαιτητική απόφαση, οι αιτητές θα αποστερηθούν μόνιμα της θεραπείας που εξασφάλισαν στη διαιτητική διαδικασία. Εκτός αυτού η αποξένωση του Δανείου Filgate θα είναι καταστροφική της επένδυσης των αιτητών στην Assofit αφού υπάρχει περαιτέρω το ενδεχόμενο να οδηγηθεί η Pryzma Beta σε εκκαθάριση, με υπαρκτό το κίνδυνο πώλησης του Sky Mall. Αυτός είναι και ο λόγος, σύμφωνα με τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των αιτητών, που μεταξύ των διαταγμάτων που επιζητούνται είναι και για να εμποδιστούν οι εναγόμενοι 1 - 5 από του να προχωρήσουν σε δικαστικά μέτρα για την εξόφληση του Δανείου Filgate από την Pryzma Beta. Από την άλλη οι καθ'ων η αίτηση δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι τα εκδοθέντα διατάγματα τους εμποδίζουν με οποιονδήποτε τρόπο από του να απαιτήσουν την πληρωμή άλλων δανείων, εκτός του Δανείου Filgate, που είναι το αντικείμενο της παρούσας Αγωγής. Ούτε και από το λεκτικό των διαταγμάτων εξάγεται τέτοιο συμπέρασμα. Επιπλέον η σύνδεση της μεταφοράς του Δανείου Filgate με την εκχώρηση ή εξόφληση υποχρεώσεων της εναγόμενης 4 και μάλιστα με τον τρόπο που επιχειρούν να παρουσιάσουν οι καθ'ων η αίτηση, δεν υποστηρίζεται από τις συμφωνίες SHA ή COA. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να εξεταστεί η εισήγηση των δικηγόρων των καθ'ων η αίτηση ότι τόσο το διάταγμα Β, που έχει εκδοθεί μονομερώς, όσο και το Γ που ζητείται και διατάχθηκε η επίδοση του, αποτελούν "anti-suit injunctions" και ως τέτοια εκδίδονται μόνο σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις και με πολλή φειδώ ενώ όταν εμπίπτουν στις πρόνοιες του Κανονισμού 44/2001 αποκλείεται η έκδοση τους. Στην υπόθεση Αirbus Industrie G.Ι.E v. Patel & οthers
(1999)1 A.C 58 η Βουλή των Λόρδων καθόρισε τις προϋποθέσεις έκδοσης τέτοιας φύσης διαταγμάτων οι οποίες είναι οι εξής: α) όταν η άσκηση της διαδικαστικών πράξεων από τον εναγόμενο στη κύρια δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου έχει χαρακτήρα καταπιεστικό και συνέπειες δυσχερείς για τους αιτητές. β) όταν με τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων σε αλλοδαπά Δικαστήρια παραβιάζονται τα δικαιώματα επιείκειας των αιτητών ενώπιον τou Αγγλικού Δικαστηρίου ή γ) όταν παραβιάζεται συμφωνία των διαδίκων για τη δικαιοδοσία των Δικαστηρίων ή δ) όταν παραβιάζονται τα δικαιώματα των αιτητών ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων από το κοινοδίκαιο. Περαιτέρω στην υπόθεση Societe Nationale Industrielle Aerospatiale v. Lee Kui Jak and Another
(1987)A.C 871 στην οποίαν έκαμαν αναφορά στις αγορεύσεις τους και οι δυό πλευρές, αναφέρθηκε ότι αντιαγωγικό διάταγμα μπορεί να εκδοθεί στη βάση του ότι η δικαστική διαδικασία στο εξωτερικό είναι ενοχλητική και καταπιεστική ή απαιτείται για σκοπούς λήψης των δικαστικών διαδικασιών. Όπως λέχθηκε επίσης τέτοιου τύπου διατάγματα δεν αποσκοπούν στον περιορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας αλλοδαπού Δικαστηρίου, εφόσον δεν απευθύνονται στο Δικαστήριο, αλλά προς τον διάδικο του Δικαστηρίου που εξέδωσε το διάταγμα με πρωταρχικό γνώμονα την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημειώνεται ότι οι δύο πιο πάνω αποφάσεις ασχολήθηκαν με την εξουσία έκδοσης αντιαγωγικού διατάγματος στα πλαίσια εξέτασης του natural forum. Στην παρούσα περίπτωση εκείνο που επιδιώκεται, σύμφωνα με τους αιτητές, δεν είναι η έκδοση αντιαγωγικού διατάγματος λόγω του ότι υπάρχει καταλληλότερο forum για την εκδίκαση αγωγής, αλλά διάταγμα που να επικυρώνει τη συμφωνία μεταφοράς του Δανείου Filgate. Ο Granovskyi έχει εξηγήσει στην ένορκη δήλωση του τους κινδύνους από τη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον της Pryzma Beta ένας από τους οποίους είναι η μείωση της αξίας του περιουσιακού στοιχείου του οποίου επιζητείται η προστασία με την παρούσα αίτηση. Στη γραπτή του αγόρευση ο δικηγόρος των εναγομένων 1, 2 και 3 προς υποστήριξη του σχετικού λόγου ένστασης εισηγήθηκε ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του Κανονισμού 44/2001 και συνεπώς είναι αδύνατη η έκδοση αντιαγωγικού διατάγματος. Ο Κοινοτικός Κανονισμός 44/2001 ημερ. 22.12.00 αφορά στη ρύθμιση της δικαιοδοσίας, της αναγνωρίσεως κα της εκτέλεσης αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Δεν έχει εφαρμογή σε υποθέσεις όπου η κύρια διαφορά αναφέρεται στο οικογενειακό δίκαιο, το δίκαιο των πτωχεύσεων, τις κοινωνικές ασφαλίσεις ή παροχές και θέματα διαιτησίας. Ο Κοινοτικός αυτός Κανονισμός είναι γνωστός ως Brussel I. Regulation και αντικατέστησε τη Συνθήκη των Βρυξελλών του 1968. Προνοεί και δίνει την απάντηση σε δύο ζωτικά ερωτήματα που πιθανόν να εγείρονται σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ ατόμων που κατοικούν σε διαφορετικά κράτη. Τα ερωτήματα αυτά είναι ποιό Δικαστήριο ή Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία και ποιοί κανονισμοί εφαρμόζονται για να αποφασιστεί κατά πόσο μια δικαστική απόφαση εκδομένη σε ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα αναγνωριστεί. Η Συνθήκη των Βρυξελλών του 1968, καθώς και ο νυν Κοινοτικός Κανονισμός 44/2001 (ο οποίος τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την απόφαση του Συμβουλίου ημερ. 15.10.2007 (2007/712/ΕΚ), σχετίζονται με την ανάγκη διευκόλυνσης διασυνοριακών διαδικασιών κατά τρόπο ώστε στα πλαίσια της φιλοσοφίας και της δημιουργίας της κοινής αγοράς, με βασικές αρχές την ελευθερία διακίνησης ατόμων και προϊόντων, να μην παρεμβάλλονται διαδικαστικές, ιδιαίτερα τυπικής φύσεως, δυσκολίες στην αναγνώριση και εφαρμογή αποφάσεων που εκδίδονται σε άλλη χώρα από τη χώρα στην οποία επιζητείται η εκτέλεση τους (βλ. Hampton Advisory Group S.A., ν. Βost Ad, κ.α. Πολ. Εφ. Αρ. 13/2009 ημερ. 27.3.2012). Στην υπόθεση Allianz SpA and Generali Assicurazioni Generali SpA v. est Tankers Inc., Case C.185/07 αποφασίστηκε ότι η έκδοση από Δικαστήριο κράτους μέλους διατάγματος απαγορεύον σε ένα πρόσωπο να κινήσει ή να συνεχίσει διαδικασία ενώπιον των Δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους, επειδή μια τέτοια διαδικασία αντιβαίνει προς συμφωνία διαιτησίας, είναι ασύμβατη με τον Κανονισμό, 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Εχω μελετήσει τις θέσεις των διαδίκων για το θέμα που εξετάζεται και είμαι της γνώμης ότι δεν πρέπει να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Όχι μόνο γιατί αντιβαίνει στις διατάξεις του Συντάγματος περί ελευθερίας των πολιτών προσφυγής ενώπιον των Δικαστηρίων, αλλά επιπλέον η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για έκδοση του. Εκτός από τους κινδύνους που παρέθεσε ο δικηγόρος των αιτητών σε περίπτωση μελλοντικών δικαστικών διαβημάτων και έκδοσης αποφάσεων που επηρεάζουν το Δάνειο Filgate, που λαμβάνονται υπόψη υπό του Δικαστηρίου υπέρ των αιτητών για σκοπούς εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας, δεν τέθηκε οτιδήποτε για τυχόν αδυναμία των αιτητών παρέμβασης σε τέτοιες δικαστικές διαδικασίες, σε περίπτωση που κρίνουν ότι με αυτές προσβάλλονται δικαιώματα τους. Συνεπώς κρίνω ότι η έκδοση αντιαγωγικού διατάγματος, όπως ζητείται στην παράγραφο Γ της αίτησης, δεν είναι ούτε δικαιολογημένη αλλ' ούτε και επιτρεπτή. Εχω εξετάσει το ενδεχόμενο κατά πόσο το διάταγμα Β αναφέρεται στην πραγματικότητα σε απαγόρευση λήψης δικαστικών διαβημάτων (αντιαγωγικό διάταγμα) ως η σχετική εισήγηση των δικηγόρων των καθ'ων η αίτηση. Από το λεκτικό του διατάγματος εκείνο που ουσιαστικά αποσκοπεί είναι να εμποδιστούν οι εναγόμενοι 1 μέχρι 5 από του να απαιτήσουν την είσπραξη του Δανείου Filgate από την Pryzma Beta ή την καταβολή του στην εναγόμενη 4 ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ως μέτρο διατήρησης του status quo. Δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στο διάταγμα ότι η λήψη δικαστικών μέτρων περιλαμβάνεται μέσα σε εκείνες τις απαγορεύσεις που αφορά στο διάταγμα, όπως συμβαίνει με το Διάταγμα Γ. Συνεπώς προς άρση οποιωνδήποτε αμφιβολιών σε σχέση με την ερμηνεία του διατάγματος Β θα πρέπει να περιληφθεί ρητή πρόνοια στο διάταγμα ότι εξαιρούνται της εφαρμογής του τα αντιαγωγικά διατάγματα. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των αιτητών. Θεωρώ ότι είναι αναγκαίο να διατηρηθεί η κατάσταση πραγμάτων ως έχει σε σχέση με το Δάνειο Filgate. Η διατήρηση του status quo θεωρώ ότι θα οδηγήσει σε μικρότερου βαθμού αδικίες σε περίπτωση που μελλοντικά κριθεί ότι δεν έπρεπε να εκδοθούν τα διατάγματα. Οσον αφορά τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 4 ή άλλα δικαιώματα της έναντι τρίτων, αυτά δεν επηρεάζονται με οποιονδήποτε τρόπο από τα διατάγματα Α και Β εφόσον δεν τα αφορά. Θα προχωρήσω τέλος να εξετάσω κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος Norwich Pharmacal που αφορά μόνο τους εναγόμενους 4, 6, 7, 8 και 9 είναι δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Στην υπόθεση Norwich, παραχωρήθηκε από το Δικαστήριο στους ενάγοντες το δικαίωμα να ζητήσουν αποκάλυψη πληροφοριών και/ή εγγράφων από τρίτο αθώο πρόσωπο αναμειγμένο στην παράνομη πράξη και που θεωρήθηκε ότι είχε στη κατοχή του πληροφορίες που θα επέτρεπαν στους ενάγοντες να ταυτοποιήσουν τον παραβάτη. Oπως προκύπτει από τη νομολογία, με την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal επιτρέπεται στο θύμα αδικοπραξίας να λάβει πληροφορίες και/ή έγγραφα με τα οποία να αναγνωρίζεται ο αδικοπραγήσας και με τα οποία στοιχειοθετείται το αδίκημα. Διατάγματα της φύσης αυτής μπορούν να εκδοθούν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας τόσο σε αστικές όσο και σε ποινικές διαδικασίες (βλ. Αshworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R 193). Επεκτάθηκε η έκδοση τους και σε υποθέσεις που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες (βλ. P. v. T Limited
(1997)1 W.L.R 1309, Carlton Film Distributors Ltd v. VDC Ltd
(2003)All E.R (D)(Mar) και Ashworth Hospital v. MGN (ανωτέρω) ). Όπως προκύπτει από την Αγγλική νομολογία η νομική αρχή που τέθηκε στην υπόθεση Norwich Pharmacal αποτελεί αυτοτελή αιτία Αγωγής και συνεπώς μπορεί να προωθηθεί με Αγωγή, όπως έγινε στην παρούσα περίπτωση. Δεν περιορίζεται μόνο σε υποθέσεις που η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος είναι άγνωστη. Η θεραπεία μπορεί να δοθεί ακόμη και στην περίπτωση που η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος είναι γνωστή, αλλά η αίτηση επιζητεί αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ώστε να καταστεί δυνατή η καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπον μέρος από την όλη υπόθεση. Ακόμη, το τρίτο πρόσωπο από το οποίο επιζητείται η πληροφόρηση, δεν είναι ανάγκη να είναι αθώο μέρος, αλλά μπορεί να είναι μέρος στην αδικοπραξία. (βλ. CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)FSR 241). Η νομική αρχή της Norwich έχει αναγνωριστεί και εφαρμοστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε αριθμό αποφάσεων τους εφόσον είχε αποδειχθεί ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και οι άλλες προϋποθέσεις έκδοσης τους, όπως αυτές έχουν καθοριστεί από την ισχύουσα νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων (βλ. TBF (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας
(2001)1 Α.Α.Δ 153). Οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν στην υπόθεση Μitsui & Co. Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511 και είναι οι εξής στη σελ. 518: «Τhe three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are:
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer;
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued». Οι πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις υιοθετήθηκαν με επιδοκιμασία στην Hughes v. Carratu International plc
(2006)EW HC 1791 (QB). Σε κάθε περίπτωση, όπως τονίστηκε τόσο στη Norwich όσο και στις άλλες αποφάσεις που ακολούθησαν, (βλ. British Steel Corp. V. Granada, Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417 και Ηarrington v. North Politechnic
(1984)3 All E.R. 666) η θεραπεία της αποκάλυψης παρέχεται από το Δίκαιο της Επιείκειας, ως ένα όπλο υποβοήθησης ενός διαδίκου, σε εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία, εναντίον προσώπων, τα οποία κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης ή διευκόλυνσης στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν τα ίδια δεν έχουν προσωπική ευθύνη. Οσον αφορά την ανάμειξη του καθ'ου η αίτηση στην αδικοπραξία, στην υπόθεση Αshworth Hospital v. MGN (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι ένα διάταγμα για αποκάλυψη μπορεί να εκδοθεί ακόμα και στην περίπτωση κατά την οποίαν το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται η αποκάλυψη είχε αθώα ή χωρίς πρόθεση ανάμειξη στην αδικοπραξία. Επίσης, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Nikitin and others v. Richards Butler LLP and others
(2007)All E.R. (D) 129 (Feb) αναφέρθηκε ότι είναι αναγκαίο για τον αιτητή να καταδείξει ότι οι πληροφορίες που επιζητούνται με το διάταγμα τύπου Norwich ήταν ζωτικής σημασίας στην έγερση της Αγωγής ή για την στοιχειοθέτηση της υπόθεσης του αιτητή και ότι αυτές οι πληροφορίες δεν μπορούσαν να ληφθούν από άλλες πηγές. Στην υπόθεση R (on the application of Mohamed) v. Secretary of State for Foreign and Commonwealth Affairs
(2008)EWHC 2048 (Admin) που επίσης αφορούσε σε διατάγματα αποκάλυψης το νέο στοιχείο που εισήχθηκε και το οποίο αφορά στην εξέλιξη των προϋποθέσεων των διαταγμάτων αποκάλυψης είναι ότι δεν πρέπει να είναι προϋπόθεση έκδοσης διατάγματος τύπου Norwich, το γεγονός ότι οι πληροφορίες επιζητούνται με σκοπό την έγερση και καταχώρηση της Αγωγής. Η αρχή της Norwich δεν περιορίζεται απλά στην εξεύρεση του ονόματος του αδικοπραγήσαντα. Επεκτείνεται και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει καλή ένδειξη περί αδικοπραξίας, αλλ' όχι και σε κάθε στοιχείο που θα πρέπει να αποδείξει ο ενάγοντας. (βλ. Carlton Films Distributors Ltd v. VDC Ltd
(2003)All E.R (D) 290 (Mar) ). Η θεραπεία η οποία επιζητείται με την έκδοση διατάγματος τύπου Norwich είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περιπτώσεις που αφορούν απάτη και δόλο. Στην υπόθεση Re Bernard L Madoff Investment Securities LLC
(2009)EWHC 442 (Ch.) το Δικαστήριο τόνισε ότι είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος όπως οι πολύπλοκες υποθέσεις απάτης και δόλου να εκτίθενται σε πλήρη έρευνα. Το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει το θέμα κάτω από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 και τις αρχές της επιείκειας στα πλαίσια της οπoίας, με βάση την πιο πάνω νομολογία, είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος της φύσης Norwich. Αρχές που εφαρμόζονται και από τα Κυπριακά Δικαστήρια εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ρύθμιση από την Κυπριακή νομοθεσία (βλ. Xριστοφίδης ν. Κοτζιαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ 718). Eίναι γεγονός ότι τα αιτούμενα διατάγματα ένορκης αποκάλυψης εγγράφων είναι ουσιαστικά τα ίδια με ορισμένες από τις θεραπείες της αγωγής. Είναι νομολογιακά γνωστή η αρχή ότι είναι ανεπιθύμητη τη έκδοση των διαταγμάτων όταν με την έκδοση τους αποφασίζεται τελεσίδικα και η αγωγή (βλ. Michael v. Brevinos
(1969)1 A.A.Δ 578). Αν και είναι ανεπιθύμητο δεν αποκλείεται η έκδοση τους. Είναι θέμα ειδικών περιστάσεων της υπόθεσης. (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ 2015). Οι αιτητές δεν έχουν θέσει κανένα ή ικανοποιητικό στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί να επιληφθεί των διαταγμάτων Norwich Pharmacal σ' αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας. Ναι μεν δεν είναι εμπόδιο η παραχώρηση τέτοιων θεραπειών με ενδιάμεση αίτηση οι οποίες ταυτίζονται με τις θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή με βάση τη νομολογία, αλλά στην παρούσα περίπτωση η έκδοση της θεραπείας Δ της αίτησης θα καθιστούσε την Αγωγή άνευ αντικειμένου σε σχέση με την αξίωση ΣΤ της Οπισθογράφησης Απαιτήσεως που είναι πανομοιότυπες. Κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα έκδοση τελεσίδικης απόφασης στο πλαίσιο ενδιάμεσης διαδικασίας. Πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση με τα τόσα και περίπλοκα θέματα που εγείρονται, τα οποία μόνο στα πλαίσια της δίκης μπορούν να αποφασιστούν. Συνεπώς κρίνω ότι τα διατάγματα Norwich Pharmacal που ζητούνται θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την διαδικασία ακρόασης της αγωγής. Τονίζω την απουσία οποιουδήποτε στοιχείου που να καθιστά την έκδοση τους επείγουσα ή απαραίτητη ώστε να αποφασιστούν από το στάδιο της αίτησης. Οσον αφορά τους επιπρόσθετους λόγους ένστασης της εναγόμενης 5 σε σχέση με την εγκυρότητα του Κλητηρίου Εντάλματος λόγω της μη σφράγισης του καθώς και κακής επίδοσης της Αγωγής και της παρούσας αίτησης, για τους λόγους που εισηγείται, δεν είναι της παρούσας διαδικασίας η εξέταση τους. Για σκοπούς της παρούσας αίτησης η εναγόμενη 5 εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο που σημαίνει ότι έλαβε γνώση της διαδικασίας και των διαβημάτων σ' αυτήν. Αίτημα για ακύρωση του Κλητηρίου Εντάλματος και της επίδοσης του στο εξωτερικό μπορεί να προβληθεί και να εξεταστεί μόνο στα πλαίσια αίτησης για παραμερισμό του και όχι ως λόγος ένστασης σε προσωρινό διάταγμα. (βλ. S.P.P Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ 762). Θα πρέπει όμως να λεχθεί για σκοπούς της παρούσας αίτησης, ότι άδεια για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος δεν είναι αναγκαία σε περίπτωση που η Αγωγή στρέφεται και εναντίον εναγομένων εντός δικαιοδοσίας νοουμένου ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. (βλ. Niki Christoforou Cosmetics Ltd v. Αγαθοκλή (Λάκη) Στυλιανού κ.α.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ 273, 27 και Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1(B) A.A.Δ 1121). Οσον αφορά το λόγο ένστασης σε σχέση με προχρονολογημένη ένορκη δήλωση που φέρεται να συνοδεύει την αίτηση, δεν εντοπίστηκε τέτοια ένορκη δήλωση στο φάκελο της υπόθεσης. Είναι σαφής η ημερομηνία της αρχικής ένορκης δήλωσης του Granovskyi ότι είναι 18.1.12 που συμπίπτει με την ημερομηνία καταχώρησης της Αγωγής και της παρούσας αίτησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τα διατάγματα Α και Β καθίστανται απόλυτα έτσι ώστε να ισχύουν μέχρι της εκδίκασης και πλήρους αποπεράτωσης της αγωγής με την εξής προσθήκη στο τέλος του Διατάγματος Β: "Η λήψη δικαστικών μέτρων εξαιρείται από τις πρόνοιες του παρόντος διατάγματος". Τα υπόλοιπα διατάγματα Γ και Δ που ζητούνται με την αίτηση απορρίπτονται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ'ων η αίτηση 1, 2, 3, 4 και 5 όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της Αγωγής. Οσον αφορά τους εναγόμενους 6, 7, 8 και 9 δεν εκδίδεται καμιά διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ...................................... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ Πιστον Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία -αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων) (Re: aetisi gia ekdosi prosorinon diatagmaton) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο