Μεγάλης Λαικής Σοσιαλιστικής Λιβυκής Αραβικής Τζιαμαχιρίας ν. Khamis Alzadma Dkhil Badri Ali , Aίτηση Έκδοσης: 1/12 , 20/7/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ Aίτηση Έκδοσης: 1/12 Αναφορικά με τον Περί της Συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Μεγάλης Λαικής Σοσιαλιστικής Λιβυκής Αραβικής Τζιαμαχιρίας για την Έκδοση Φυγοδίκων (Κυρωτικός) Νόμος, Ν. 25(ΙΙΙ)/2002και τον Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο 97/70 και Αναφορικά με την Αίτηση της Μεγάλης Λαικής Σοσιαλιστικής Λιβυκής Αραβικής Τζιαμαχιρίας για την έκδοση του Khamis Alzadma Dkhil Badri Ali από την Λιβύη Ημερομηνία: 20/7/12 Εμφανίσεις: Για αιτήτρια χώρα: κα Δένα Θεοδώρου Για καθ' ου η αίτηση: κ. Μ. Γεωργίου μαζί με κ. Σ. Αγγελίδη Καθ' ου η αίτηση παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αρχές της Λιβύης υπέβαλαν προς τις αρχές της Δημοκρατίας επίσημο αίτημα για έκδοση του υπηκόου της Khamis Alzadma Dkhil Badri Ali. Του αιτήματος αυτού είχε προηγηθεί η έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του καθ' ου η αίτηση από τις αρχές της αιτήτριας χώρας. Στις 28/2/2012 και εναντίον του καθ' ου η αίτηση εκδόθηκε από την Πρόεδρο του Ε. Δ. Λεμεσού ένταλμα σύλληψης και μετά την σύλληψη του ο καθ' ου η αίτηση παρουσιάσθηκε την επόμενη μέρα ενώπιον του Δικαστηρίου, οπόταν και ζητήθηκε η κράτηση του εν αναμονή εντός χρονικής περιόδου 60 ημερών της διαβίβασης μέσω της επίσημης διπλωματικής οδού, όλων των επισήμων εγγράφων για έναρξη της διαδικασίας έκδοσης του καθ' ου η αίτηση στις αρχές της Λιβύης. Το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 26/4/2012 και διέταξε την κράτηση του καθ' ου η αίτηση. Εκείνη την ημερομηνία η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας χώρας ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι τα επίσημα έγγραφα για υποστήριξη της αίτησης είχαν παραληφθεί μέσω της διπλωματικής οδού και ότι επίσης είχε εκδοθεί η εξουσιοδότηση για έναρξη της διαδικασίας από τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης η οποία και κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1. Την ημέρα εκείνη τέθηκε και πάλι θέμα συνέχισης της κράτησης του καθ' ου η αίτηση, ζήτημα που αποφασίσθηκε από το Δικαστήριο θετικά με διαταγή για συνέχιση της κράτησης του μέχρι την αποπεράτωση της διαδικασίας έκδοσης. Νομικό έρεισμα της αίτησης αποτελεί ο Περί της Συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Μεγάλης Λαικής Σοσιαλιστικής Λιβυκής Αραβικής Τζιαμαχιρίας για την Έκδοση Φυγοδίκων (Κυρωτικός) Νόμος, Ν. 25(ΙΙΙ)/2002, ο οποίος κύρωσε τη συμφωνία μεταξύ των δύο κρατών που υπογράφηκε στις 15/5/2001 και τέθηκε σε ισχύ στις 17/7/2003 και ο Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμος 97/70. Η διαδικασία έκδοσης βασίζεται στις διεθνείς υποχρεώσεις που πηγάζουν από συμφωνίες που συνομολογούνται μεταξύ διαφορών κρατών και βασίζεται στις διεθνείς υποχρεώσεις που συνεπάγονται πλήρη ευθύνη και δέσμευση στην κάθε συμβαλλόμενη χώρα ( βλ. In Re Vaskevitch
(1992)1 (A) ΑΑΔ 136). Η νομοθεσία που προνοεί για την έκδοση φυγοδίκων βασίζεται στις απλές αρχές της δικαιοσύνης και σκοπό έχει να εμποδίσει φυγόδικο που διέπραξε κάποιο αδίκημα σε μία χώρα να βρίσκει άσυλο και να καταφεύγει σε άλλη, αποφεύγοντας έτσι τη δίκη και την τιμωρία. Η νομοθεσία αυτή είναι ύψιστης σημασίας για τη δημόσια απονομή της δικαιοσύνης και την εσωτερική ασφάλεια των διαφόρων χωρών (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Αρ.1)
(1992)1(Α) ΑΑΔ 136, Benwell v. Attorney General
(1986)LLC (Const.) 246). Ο τρόπος ερμηνείας των διεθνών συμβάσεων αποτέλεσε αντικείμενο πολλών αποφάσεων όπου και τονίσθηκε ότι πρέπει να εξετάζεται η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών (βλ. Athanassiades v. The Government of Greece
(1969)3 All E.R. 293). Οι συμβάσεις για έκδοση φυγοδίκων δεν υπόκεινται στους συνήθεις κανόνες ερμηνείας του ημεδαπού δικαίου, αλλά είναι επιβεβλημένη η φιλελεύθερη ερμηνεία τους για ευόδωση του στόχου τους που είναι η καταπολέμηση του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα (In Re Hachem
(1991)1 AAΔ 723 και Petrov v. Διευθυντή των Κεντρικών Φυλακών
(1996)1 ΑΑΔ 856). Στην υπόθεση In Re Jennaro Perella
(1996)1 AAΔ 1009, τονίσθηκε ότι η διαδικασία έκδοσης είναι μια ιδιότυπη διαδικασία και δεν αποτελεί ούτε ποινική, ούτε πολιτική διαδικασία με την έννοια της αγωγής. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Μελάς ν. Αρχηγού Αστυνομίας
(1998)1 Α.Α.Δ 2261, η διαδικασία για έκδοση φυγοδίκου, αποτελεί μια ειδική διαδικασία, προσαρμοσμένη στην φύση του αντικειμένου της αίτησης για την έκδοση φυγοδίκου και η οποία έχει κύριο σκοπό την διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την έκδοση. Στην Γενικός Εισαγγελέας (αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ 136, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου διεξάγεται η διαδικασία έκδοσης ακολουθεί όσο είναι δυνατό την ίδια διαδικασία όπως και ο δικαστής που διεξάγει προανάκριση. Στη διαδικασία αυτή δεν προβαίνει σε διάγνωση των αστικών δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του φυγόδικου, ή οποιασδήποτε εναντίον του κατηγορίας. Κατά τη διαδικασία, ως μάρτυρες για την αιτήτρια χώρα κλήθηκαν και παρουσιάσθηκαν στο Δικαστήριο ο Ανδρέας Κυριακίδης και ο Ali Jumaa Ammar (Μ.Α.1 και 2), ενώ εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση ο Πέτρος Ζαρούνας (M.Y.1). Η μαρτυρία όλων, είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω. Αναφορά σε αυτήν όμως θα γίνει στη συνέχεια και όπου κριθεί αναγκαίο για σκοπούς πληρότητας της απόφασης. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι σε αιτήσεις της φύσης αυτής λαμβάνεται υπόψη μόνο παραδεκτή μαρτυρία κατά το δίκαιο της απόδειξης του κράτους που καλείται να διατάξει την έκδοση και σκοπός είναι να κριθεί η επάρκεια της μαρτυρίας κάτω από το Άρθρο 94 του Κεφ.
- Θεώρηση της μαρτυρίας γίνεται από το περιεχόμενο των εγγράφων που στηρίζουν το αίτημα και η κατάληξη σε συμπεράσματα γίνεται υπό το φως και της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και με βάση την οποία εξετάζεται αν το αίτημα είναι γνήσιο και εάν έχει ικανοποιηθεί στον απαιτούμενο βαθμό η ένδειξη διάπραξης των αδικημάτων ή η συμμετοχή του καθ' ου η αίτηση σε αυτά. Όπως λέχθηκε και στην Αίτηση Habeas Corpus του Serge Efimov, ημερ. 8.04.2009, το Δικαστήριο απλώς σχολιάζει τη μαρτυρία και δεν την αξιολογεί σε βάθος, ούτε και προβαίνει σε ευρήματα. Και αυτό γιατί σε αυτής της φύσης τη διαδικασία δεν θα κρίνει την ενοχή ή την αθωότητα του εκζητούμενου. Με βάση λοιπόν όλα τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση με βάση τις διατάξεις του Περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμου 97/70 και του Περί της Συμφωνίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Μεγάλης Λαικής Σοσιαλιστικής Λιβυκής Αραβικής Τζιαμαχιρίας για την Έκδοση Φυγοδίκων (Κυρωτικού) Νόμου, Ν. 25(ΙΙΙ)/
- O Ν.97/70καθορίζει τις γενικότερες προυποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν σε αιτήσεις για έκδοση, ενώ ο Ν. 25(ΙΙΙ)/02αυτές που πρέπει να πληρούνται σε περιπτώσεις όπως και η παρούσα και στις οποίες ο Νόμος αυτός έχει εφαρμογή. Tο άρθρο 8 του Κυρωτικού Νόμου 25(III)/2002 καθορίζει την διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται σε διαδικασία έκδοσης που ζητείται δυνάμει των προνοιών της συγκεκριμένης σύμβασης καθώς επίσης και τα έγγραφα που πρέπει να υποστηρίζουν τέτοια αίτηση. Αυτό προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Όλες οι αιτήσεις για έκδοση θα υποβάλλονται μέσω της διπλωματικής οδού ή μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και της Γενικής Λαικής Επιτροπής για Δικαιοσύνη και Δημόσια Τάξη των Συμβαλλομένων Μερών.
- Όλες οι αιτήσεις για έκδοση θα υποστηρίζονται από: (α) έγγραφα, δηλώσεις, ή άλλου τύπου πληροφορίες που περιγράφουν την ταυτότητα και πιθανή τοποθεσία που βρίσκεται το πρόσωπο που καταζητείται (β) πληροφορίες που περιγράφουν τα γεγονότα του αδικήματος και τη διαδικαστική ιστορία της υπόθεσης (γ) αντίγραφο του νόμου ή έκθεση των διατάξεων του νόμου που περιγράφουν τα ουσιώδη στοιχεία του αδικήματος για το οποίο ζητείται η έκδοση (δ) αντίγραφο του νόμου ή έκθεση των διατάξεων του νόμου που περιγράφουν την ποινή για το αδίκημα και (ε) τα έγγραφα, δηλώσεις, ή άλλου τύπου πληροφορίες που ορίζονται στην παράγραφο 3 ή στην παράγραφο 4 του Άρθρου αυτού, όπου εφαρμόζονται.
- Αίτηση για έκδοση προσώπου το οποίο καταζητείται για δίωξη, θα υποστηρίζεται επίσης από (α) αντίγραφο του εντάλματος ή διατάγματος σύλληψης (β) αντίγραφο του κατηγορητηρίου, αν υπάρχει και (γ) λεπτομερή έκθεση των γεγονότων της υπόθεσης η οποία να περιέχει περίληψη της μαρτυρίας των μαρτύρων ...........................................................................................................». Στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε ότι τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η έκδοση αποτελούν όντως αδικήματα για τα οποία δυνατόν να διαταχθεί έκδοση, ούτε η διαδικασία που ακολουθήθηκε, ούτε και η ύπαρξη των περισσοτέρων εγγράφων που πρέπει να υποστηρίζουν τέτοια αίτηση όπως καθορίζονται στο άρθρο 8 του Ν. 25(ΙΙΙ)/
- Έχει όντως διαφανεί ότι τα έγγραφα έχουν αποσταλεί μέσω της επίσημης διπλωματικής οδού (Τεκμήριο 3 Β), ότι η αίτηση υποστηρίζεται από έγγραφο που περιγράφει την ταυτότητα του προσώπου του οποίου επιδιώκεται η έκδοση (Τεκμήριο 10), καθώς επίσης και από έγγραφο που περιέχει πληροφορίες που περιγράφουν τα γεγονότα των αδικημάτων και τη διαδικαστική ιστορία της υπόθεσης (Τεκμήριο 11), αντίγραφο του νόμου ή έκθεση των διατάξεων του νόμου που περιγράφουν τα ουσιώδη στοιχεία για το αδίκημα (Τεκμήριο 12) και αντίστοιχο αντίγραφο που περιγράφει την ποινή για το αδίκημα (Τεκμήριο 11). Συνοδεύεται επίσης από το έγγραφο που αφορά την αίτηση για έκδοση εντάλματος σύλληψης (Τεκμήριο 6), το ένταλμα σύλληψης που εκδόθηκε εναντίον του καθ' ου η αίτηση (Τεκμήριο 7), καθώς και άλλα έγγραφα με τα οποία διορθώνεται ο αριθμός του εντάλματος σύλληψης και της ερυθράς αγγελίας (Τεκμήρια 8 και 9), καθώς επίσης και οι μαρτυρίες που συνέλεξαν οι αρχές της Λιβύης εναντίον του καθ' ου η αίτηση στην Αγγλική και Αραβική γλώσσα (Τεκμήρια 14 και 15) μαζί με επίσημες διαβεβαιώσεις από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Λιβύης ότι στην περίπτωση έκδοσης του καθ' ου η αίτηση αυτός θα τύχει δίκαιης δίκης. Να σημειωθεί ότι τα έγγραφα που έχουν παρουσιασθεί συνοδεύονται με μετάφραση τους στα Αγγλικά όπως καθορίζει το άρθρο 10 του Νόμου 25(ΙΙΙ)/
- Αμφισβήτηση υπήρξε μόνο ως προς την ύπαρξη ή όχι κατηγορητηρίου το οποίο θα έπρεπε σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του καθ' ου η αίτηση να υποστηρίζει την αίτηση αφού η συμπερίληψη του είναι στην περίπτωση που υπάρχει όπως διαφάνηκε να συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση επιτακτική. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου η αίτηση ότι έχει διαφανεί από τη μαρτυρία του Μ.Α.2 ότι το κατηγορητήριο έχει ετοιμασθεί, γεγονός που επιβάλλει στην αιτήτρια χώρα σύμφωνα με τον κ. Γεωργίου την παρουσίαση του στο Δικαστήριο (άρθρο 8
(3)του Ν.25(ΙΙΙ)/02). Σε αντίθεση με την θέση αυτή του καθ' ου η αίτηση, η ευπαίδευτη συνήγορος της αιτήτριας χώρας, υποστήριξε ότι δεν υπάρχει τέτοιο κατηγορητήριο. Δεν θα συμφωνήσω με την θέση αυτή της κας Θεοδώρου. Και αυτό γιατί ο Μ.Α.2 ερωτώμενος κατά την κυρίως εξέταση εάν υπάρχει έτοιμο κατηγορητήριο στη Λιβύη, απάντησε θετικά, διευκρινίζοντας μάλιστα ότι η κατηγορία που αφορά τον καθ' ου η αίτηση είναι ότι εκμεταλεύτηκε τα λεφτά του κράτους, ύψους 550 εκατομμυρίων δηναρίων το οποίο αντιστοιχεί περίπου σε μισό εκατομμύριο ευρώ. Κρίνεται λοιπόν ότι εφόσον υπάρχει τέτοιο κατηγορητήριο θα έπρεπε και αυτό να είχε αποσταλεί μαζί με τα λοιπά έγγραφα έτσι ώστε και αυτό να συμπεριληφθεί στα έγγραφα που υποστηρίζουν την αίτηση. Και αυτό γιατί ο Νόμος είναι επί του σημείου αυτού σαφής, αφού καθορίζεται ότι σε περίπτωση που ζητείται η έκδοση κάποιου προσώπου για σκοπούς δίωξης του και υπάρχει έτοιμο κατηγορητήριο αυτό θα πρέπει να υποστηρίζει την αίτηση (άρθρο 8
(3)(β)). Η σημασία όμως της παράλειψης αυτής θεωρώ ότι είναι αχρείαστο να με απασχολήσει για τους λόγους που θα διαφανούν στην συνέχεια. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ' ου η αίτηση επικαλέσθηκε διάφορους λόγους για να υποστηρίξει ότι η αίτηση έκδοσης θα πρέπει να απορριφθεί. Ένας από αυτούς ήταν ότι δεν μπορεί να διαταχθεί έκδοση του καθ' ου η αίτηση γιατί κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε αντίθεση με το άρθρο 1 του Νόμου 25(ΙΙΙ)/
- Το άρθρο αυτό, προσδιορίζει πότε υφίσταται υποχρέωση έκδοσης και καθορίζει ποιά πρόσωπα μπορούν να εκδοθούν. Τούτο προνοεί τα ακόλουθα: «Τα Συμβαλλόμενα Μέρη συμφωνούν να εκδίδουν το ένα στο άλλο, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συμφωνίας αυτής, πρόσωπα που καταζητούνται για δίωξη ή που καταδικάστηκαν για αδίκημα, για το οποίο δύναται να χωρήσει έκδοση». Προς υποστήριξη της εισήγησης του αυτής επικαλέσθηκε ο κ. Γεωργίου τα όσα προέκυψαν από την προσκομισθείσα μαρτυρία και συγκεκριμένα από το Τεκμήριο 11, αλλά και από τα όσα προφορικά ανάφερε καταθέτοντας ενόρκως στο Δικαστήριο ο Μ.Α.
- Σχετικό επίσης είναι επί του θέματος και το άρθρο 3 του Ν. 97/70 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπον ευρισκόμενον εν τη Δημοκρατία, όπερ διώκεται ή κατεδικάσθη δι' αδίκημα, δι' ο δύναται να χωρήση έκδοσις, εν οιωδήποτε Κράτει συνάψαντι συνθήκην εκδόσεως μετά της Δημοκρατίας ή εν οιωδήποτε καθωρισμένη χώρα της Κοινοποιλιτείας ή όπερ καταζητείται προς έκτισιν ποινής μετά καταδίκην αυτού διά τοιούτον αδίκημα εις οιονδήποτε τοιούτον Κράτος ή χώραν, δύναται να συλληφθή και αποδοθή εις το ως είρηται Κράτος ή χώραν, συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόνος Νόμου». Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες των πιο πάνω άρθρων, υποχρέωση έκδοσης υφίσταται για δύο μόνο κατηγορίες προσώπων, αυτών που καταζητούνται για δίωξη ή αυτών που καταδικάστηκαν για αδίκημα, για το οποίο δύναται να χωρήσει έκδοση. Από το Τεκμήριο 11 που είναι το επίσημο αίτημα της Λιβύης μαζί με την έκθεση γεγονότων, προκύπτει ότι η έκδοση του καθ' ου η αίτηση επιδιώκεται με σκοπό την διερεύνηση και τη δίκη του («investigation and trial»). Ότι αυτός είναι ο σκοπός της επιδιωκόμενης έκδοσης προκύπτει ακόμα και από τα όσα προφορικά κατάθεσε στο Δικαστήριο ο Μ.Α.2, ο οποίος σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του με καθαρότητα ανάφερε ότι «οι έρευνες για την υπόθεση του Hamis στη Λιβύη δεν έχουν συμπληρωθεί». Σε άλλη δε ερώτηση εάν οι αρχές της Λιβύης ζητούν την έκδοση του καθ' ου η αίτηση για να του πάρουν κατάθεση και να συμπληρώσουν την μαρτυρία που έχουν, απάντησε θετικά. Σε άλλο σημείο επίσης αναφέροντας τι θα γίνει στην περίπτωση που διαταχθεί η έκδοση του καθ' ου η αίτηση είπε ότι σε τέτοια περίπτωση θα αναλάβει το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα και θα συνεχισθεί η «έρευνα» για την υπόθεση του. Είπε ακόμα ότι «κάθε μέρα που περνά (εννοώντας την πάροδο του χρόνου μέχρι την έκδοση του καθ' ου η αίτηση) ενοχλεί την έρευνα». Σε άλλο δε σημείο είπε ότι πρόκειται για υπόθεση απόσπασης χρηματικού ποσού, του οποίου και θέλουν να ελέγξουν το ύψος και γι' αυτό το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα θα επιλέξει άτομα που θα προχωρήσουν στον έλεγχο αυτό. Απάντησε δε θετικά σε άλλη ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση ότι ο λόγος που η αιτήτρια χώρα ζητά σήμερα την έκδοση του καθ' ου η αίτηση είναι για να του λάβουν κατάθεση, να συμπληρώσουν τη μαρτυρία που έχουν και να δουν ποιοί εμπλέκονται. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ο σκοπός που ζητείται η έκδοση του καθ' ου η αίτηση από τη Λιβύη είναι όχι η δίωξη του στο παρών τουλάχιστον στάδιο, αλλά η συνέχιση και ενδεχόμενα ολοκλήρωση των ερευνών που διεξάγονται εναντίον του. Ενδεικτικό ακόμα του ότι οι έρευνες σε σχέση με τα αδικήματα που αποδίδονται στον καθ' ου η αίτηση δεν έχουν ολοκληρωθεί, είναι και άλλη απάντηση που έδωσε ο Μ.Α.2 κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης και με την οποία επικαλέσθηκε νόμο που έχει ψηφισθεί στη Λιβύη και με τον οποίο σύμφωνα με την θέση του, παρέχεται αμνηστία σε πρόσωπα που διέπραξαν κάποια εγκλήματα. Υποστήριξε ο Μ.Α.2 ότι ο καθ' ου η αίτηση μπορεί να επιστρέψει τα χρήματα που κατηγορείται ότι έλαβε και έτσι να του παρασχεθεί αμνηστία. Όμως και σε ερώτηση που ακολούθησε δεν μπορούσε να προσδιορίσει το ποσό αυτό. Και τούτο παρά το ότι σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανάφερε ότι το κατηγορητήριο εναντίον του καθ' ου η αίτηση έχει ήδη ετοιμασθεί. Είπε ακόμα σε άλλο σημείο ότι εάν ο καθ' ου η αίτηση εκδοθεί τότε θα αναλάβει το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα και «θα συνεχίσουν να κάνουν έρευνα για την υπόθεση του». Όλα τα πιο πάνω δημιουργούν εντονότατες αμφιβολίες ως προς τον σκοπό που επιδιώκεται η έκδοση του καθ' ου η αίτηση και καταδεικνύουν εν πάση περιπτώσει ότι αυτή δεν ζητείται, στο παρών τουλάχιστον στάδιο, για την δίωξη του αλλά για την συνέχιση της διερεύνησης και τη δίκη του. Ενόψει τούτων των δεδομένων θεωρώ ότι η αίτηση δεν θα μπορούσε στο στάδιο αυτό, δηλαδή πριν την ολοκλήρωση των ερευνών εκ μέρους της αιτήτριας χώρας, να εγκριθεί. Υποχρέωση έκδοσης δεν υφίσταται στην περίπτωση που οι έρευνες σε σχέση με τη διερεύνηση των αδικημάτων δεν έχουν ολοκληρωθεί. Και αυτό γιατί το συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου καθορίζει ρητά και περιοριστικά πότε υφίσταται υποχρέωση έκδοσης προσώπου και είναι όπως και πιο πάνω αναφέρεται μόνο σε δύο περιπτώσεις, προσώπων που καταζητούνται για δίωξη ή που έχουν καταδικαστεί. Σε καμία άλλη περίπτωση δεν παρέχεται δυνατότητα έκδοσης προσώπου. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής η τύχη της αίτησης είναι προδιαγεγραμμένη. Παρά την κατάληξη μου αυτή, θεωρώ απαραίτητο να προχωρήσω και να εξετάσω τον βασικό πυρήνα της επιχειρηματολογίας του ευπαίδευτου συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση για απόρριψη της αίτησης, ότι δηλαδή σε περίπτωση έκδοσης του στη Λιβύη, αυτός δεν θα τύχει δίκαιης δίκης ένεκα της πολιτικής αστάθειας που επικρατεί στη χώρα η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια του. Στην αντίπερα όχθη η κα Θεοδώρου εισηγήθηκε ότι το επιχείρημα τούτο δεν μπορεί να εξετασθεί από το Δικαστήριο καθότι δεν αποτελεί ένα από τους θεσμοθετημένους λόγους που μπορούν να δικαιολογήσουν απόρριψη της αίτησης. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι στην περίπτωση που κριθεί ότι αυτό μπορεί να εξετασθεί τότε και πάλιν δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτό, καθότι έχει διαφανεί ότι πράγματι μπορεί να διασφαλισθεί ότι ο καθ' ου η αίτηση θα τύχει δίκαιης δίκης στην περίπτωση που εκδοθεί. Δεν θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο ότι το ζήτημα δεν μπορεί να εξετασθεί. Παρά το ότι πράγματι δεν συμπεριλαμβάνεται στη νομοθεσία ως ένας από τους λόγους απόρριψης τέτοιας αίτησης, εν τούτοις θεωρώ ότι όχι μόνο μπορεί αλλά και επιβάλλεται να εξετασθεί από το Δικαστήριο. Ότι το δικαίωμα δίκης που κατοχυρώνει το άρθρο 6 της Ευρωπαικής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων δεν αποκλείεται να εξετασθεί σε περιπτώσεις έκδοσης φυγοδίκου αποφάσισε το ΕΔΑΔ στην υπόθεση Soering v. United Kingdom (App.No 4038/88 7.7.1989). Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: "
- The right to a fair trial in criminal proceedings, as embodied in Article 6 (art. 6), holds a prominent place in a democratic society (see, inter alia, the Colozza judgment of 12 February 1985, Series A no. 89, p. 16, § 32). The Court does not exclude that an issue might exceptionally be raised under Article 6 (art. 6) by an extradition decision in circumstances where the fugitive has suffered or risks suffering a flagrant denial of a fair trial in the requesting country." Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Yaseed Essa,
(2007)1Β Α.Α.Δ 1127, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στην υπόθεση Soering (ανωτέρω), επικύρωσε την προσέγγιση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας να εξετάσει σε διαδικασία έκδοσης φυγοδίκου, ισχυρισμούς που τέθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση για παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την αιτήτρια χώρα. Όπως αποφασίσθηκε στην απόφαση Soering, όσο ειδεχθές και να είναι ένα έγκλημα, η παράδοση φυγοδίκου από ένα κράτος σε άλλο από τη στιγμή που είναι γνωστό ότι με την παράδοση υπάρχει βάσιμος λόγος να πιστεύεται ότι το άτομο αυτό κινδυνεύει να υποστεί βασανιστήρια ή κακομεταχείριση, δεν συμβαδίζει με τις βαθύτερες αξίες, τους σκοπούς και το πνεύμα της Σύμβασης, αλλά και με την κοινή κληρονομιά των πολιτικών παραδόσεων και των ιδεωδών σεβασμού της ελευθερίας στην οποία αναφέρεται το προοίμιο της Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή, η έκδοση φυγοδίκου σε περιπτώσεις που υφίσταται βάσιμος λόγος ότι σε περίπτωση έκδοσης του κινδυνεύει να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη συμπεριφορά, θα ήταν αντίθετη προς τους σκοπούς και το πνεύμα της Σύμβασης. Υπάρχει λοιπόν συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου να αρνηθεί το αίτημα έκδοσης εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, εξουσία που πηγάζει από το γεγονός ότι το Δικαστήριο υπέχει καθήκον και υποχρέωση να προστατεύει τα δικαιώματα του ατόμου. Η αρχή που καθιερώθηκε με την πιο πάνω απόφαση, επεκτάθηκε από το Ε.Δ.Α.Δ ώστε να συμπεριλαμβάνει και την απέλαση προσώπου που πάσχει από AIDS σε χώρα που δεν υπάρχει ιατρική φροντίδα (D. v. United Kingdom
(1997)34 EHRR 423), αλλά και την απέλαση προσώπου σε κράτος που δεν έχει την δυνατότητα να παράσχει προστασία στον εκζητούμενο έναντι της μαφίας (HLR v. France
(1997)26 EHRR 29). Κρίνεται λοιπόν ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει το ζήτημα. Σε σχέση με το βάρος απόδειξης που φέρει το πρόσωπο του οποίου ζητείται η έκδοση λέχθηκαν τα ακόλουθα στην Αίτηση του Yassed Essad 2007(1Β) ΑΑΔ 1127: «Το θέμα του βάρους της απόδειξης των ισχυρισμών του προσώπου εναντίον του οποίου εξετάζεται αίτηση για την έκδοση του έχουν καθοριστεί με τον πιο κάτω τρόπο από το Δικαστή Diplock στην υπόθεση Fernandez v. Government of Singapore [1971] 2 All E.R. 691 ως ακολούθως: "38. Το βάρος απόδειξης για τα πιο πάνω θέματα βρίσκεται στους ώμους του καθ' ου η αίτηση και δεν είναι αυτό της ποινικής δίκης δηλ. έξω από κάθε λογική αμφιβολία ούτε της αστικής υπόθεσης δηλ. με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Είναι κατώτερο απ' αυτά, δοθέντος της σοβαρότητας των συνεπειών επιστροφής ενός προσώπου. Είναι αρκετό εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει εύλογη πιθανότητα (reasonable chance), ουσιώδεις λόγοι να πιστεύει (substantial grounds for thinking) ή σοβαρή πιθανότητα (serious possibility) να υφίστανται αυτές οι επιπτώσεις. Σε τέτοια περίπτωση ο φυγόδικος δεν θα εκδοθεί." Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω το βάρος απόδειξης που βρίσκεται στους ώμους του καθ' ου η αίτηση είναι λιγότερο ακόμα και από αυτό της απλής πιθανολόγησης που χρειάζεται σε αστική υπόθεση. Αρκεί μόνο να καταδειχθεί η ύπαρξη ουσιωδών λόγων ή σοβαρής πιθανότητας να υφίστανται οι επιπτώσεις που ο καθ' ου η αίτηση επικαλείται. Στην εξεταζόμενη περίπτωση και για να αποδείξει την θέση του αυτή ο καθ' ου η αίτηση, κάλεσε ως μάρτυρα τον Πέτρο Ζαρούνα (Μ.Υ.1) ο οποίος κλήθηκε να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας, του οποίου όμως η εμπειρογνωμοσύνη αμφισβητήθηκε από την αιτήτρια χώρα. Πότε ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί εμπειρογνώμονας πραγματεύεται η υπόθεση Μ. Νικολάου v. Αστυνομίας 2008
(2)ΑΑΔ 841, στην οποία λέχθηκαν για το σημείο αυτό τα ακόλουθα : «Ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας είτε με βάση τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε με βάση την πείρα. Δηλαδή πείρα σε ένα τομέα από μόνη της, μπορεί να καταστήσει το μάρτυρα εμπειρογνώμονα ή πραγματογνώμονα όπως καλείται διαφορετικά (βλ. μεταξύ άλλων Evangelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, 57, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1, 5 και Phipson on Evidence 13η έκδοση, παραγρ. 27-32). Βέβαια εκεί που ο εμπειρογνώμονας (expert) έχει εκτός από την πείρα και ακαδημαϊκα προσόντα αυτό είναι κάτι που ένα δικαστήριο θα λάβει υπόψη όσον αφορά την βαρύτητα που θα δώσει στη μαρτυρία του, αφού βέβαια η μαρτυρία αυτή εξεταστεί μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας. Διευκρινίζουμε ότι δεν εννοούμε πως το δικαστήριο είναι υπόχρεο να προτιμά τη μαρτυρία του προσώπου που έχει τόσο ακαδημαϊκά προσόντα όσο και πείρα σε σύγκριση με τη μαρτυρία ενός προσώπου που έχει μόνο πείρα. Όλα εξαρτώνται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, την όλη εντύπωση και λόγους που δίνει ο μάρτυρας για τα όσα κατάθεσε». Ο Μ.Υ.1 είναι πτυχιούχος στις διεθνείς σχέσεις, παρακολούθησε διεθνή σεμινάρια για τα θέματα της ευρύτερης περιοχής, ενώ από το 1990 παρακολουθεί καθημερινά τις εξελίξεις στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και παρεμβαίνει στα ΜΜΕ για να σχολιάζει θέματα που σχετίζονται με αυτές. Τα τελευταία δύο χρόνια έχει ειδικότερα ασχοληθεί με την κατάσταση στην Αίγυπτο, την Λιβύη και την Συρία καθώς και με το πυρηνικό πρόγραμμα στο Ιράν, αναλύοντας τις τρέχουσες εξελίξεις. Προσέφερε επίσης τις υπηρεσίες του για θέματα Ευρωπαικής ενοποίησης και Ευρωπαικής ασφάλειας στην Κυπριακή Ακαδημία Δημόσιας Διοίκησης από το 2003 έως το 2010, ενώ επίσης εργάστηκε και ως ειδικός σύμβουλος στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ελληνικής Δημοκρατίας στο πολιτικό γραφείο του τότε Υφυπουργού Εξωτερικών. Λαμβάνοντας υπόψη όσα στην υπόθεση Νικολάου πιο πάνω αναφέρονται ότι δηλαδή ένα πρόσωπο μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας είτε με βάση τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε με βάση την πείρα του, θεωρώ ότι οι σπουδές του Μ.Υ.1 και το πτυχίο που κατέχει στις διεθνείς σχέσεις σε συνδυασμό με την καθημερινή ενασχόληση του με τα ζητήματα αυτά από το 1990 για τα θέματα της ευρύτερης Μ. Ανατολής και τα τελευταία δύο χρόνια ειδικά με την Λιβύη, τον έχουν καταστήσει εμπειρογνώμονα στα θέματα αυτά, γίνεται αποδεκτός ως τέτοιος και έτσι η μαρτυρία του θα κριθεί εξεταζόμενη μέσα από το πρίσμα αυτό. Το ότι ο Μ.Υ.1 δεν έχει όπως και ο ίδιος ανάφερε δώσει ξανά μαρτυρία με αυτήν την ιδιότητα, ούτε και μαρτύρησε σε άλλη διαδικασία για έκδοση φυγοδίκου, θεωρώ ότι δεν συνιστά εμπόδιο στην αποδοχή της εμπειρογνωμοσύνης του. Παρά το ότι και όπως πιο πάνω αναφέρεται σε αιτήσεις της φύσης αυτής δεν γίνεται αξιολόγηση της μαρτυρίας με τη συνηθισμένη της μορφή, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για να κριθεί κατά πόσον οι θέσεις του Μ.Υ.1 θα πρέπει ή όχι να γίνουν αποδεκτές, οι αρχές που διέπουν γενικότερα την αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα και που είναι ίδιες όπως η αξιολόγηση της μαρτυρίας και των κοινών μαρτύρων (βλ. Κώστας Ψάλτης v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113). Σύμφωνα με τη νομολογία οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με τη μαρτυρία (βλ. Cybarco Ltd v Kovascik
(2001)1 (Γ) ΑΑΔ 2013, Phipson on Evidence,14η έκδοση, παρ. 32-14). Ο Μ.Υ.1 μου έκαμε καλή εντύπωση ως επιστήμονας ο οποίος κατάθεσε με αντικειμενικότητα τα όσα γνώριζε μέσα από τις μελέτες και έρευνες που διεξήγαγε παρακολουθώντας τις εξελίξεις για την τρέχουσα κατάσταση στη Λιβύη. Ήταν σταθερός αλλά και πειστικός για τα όσα εξέθεσε και έτσι τα συμπεράσματα στα οποία έχει καταλήξει και τα οποία εκτίθενται στην έκθεση που έχει ετοιμάσει (Τεκμήριο 31) γίνονται αποδεκτά. Το γεγονός ότι οι πληροφορίες που έχει συλλέξει για την κατάσταση στη Λιβύη και στις οποίες βασίσθηκε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του προέρχονται από δημοσιεύσεις, άρθρα και σχόλια από διεθνή πρακτορεία ειδήσεων και διάφορα έντυπα αλλά και άλλες πηγές ενημέρωσης, δεν μειώνουν την αξία της μαρτυρίας του, αφού και όπως διαφάνηκε τα διάφορα γεγονότα που επικαλέσθηκε και στα οποία στηρίχθηκε, είναι γεγονότα που πράγματι έχουν λάβει χώραν. Ότι πράγματι τα γεγονότα που επικαλέσθηκε για να αντλήσει τα συμπεράσματα του συνέβησαν πράγματι και ότι η κατάσταση που εξέθεσε ότι επικρατεί είναι η πραγματική κατάσταση που σήμερα υπάρχει στη Λιβύη, επιβεβαιώνεται και από όσα ένας από τους μάρτυρες της ίδιας της αιτήτριας χώρας εξέθεσε, ο Μ.Α.2 που είναι διευθυντής στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Λιβύης. Παρά το ότι απέρριψε τη θέση ότι σήμερα η κατάσταση που επικρατεί στη Λιβύη είναι ρευστή και δεν υπάρχει πολιτική σταθερότητα και ασφάλεια, από πολλές απαντήσεις που έδωσε προκύπτει ότι πράγματι δεν υπάρχει σήμερα στη χώρα αυτή δομημένο κράτος και ασφάλεια αλλά αντίθετα επικρατεί πολιτική αστάθεια που οδηγεί σε ακραίες και επικίνδυνες καταστάσεις. Παρά το ότι και ο Μ.Α.2 προσπάθησε να δώσει διαβεβαιώσεις ότι η κατάσταση που επικρατεί δεν είναι ικανή να απειλήσει την ασφάλεια του καθ' ου η αίτηση στην περίπτωση που εκδοθεί, δεν αρνήθηκε διάφορα γεγονότα τα οποία καταδεικνύουν ότι επικρατεί πράγματι στη Λιβύη μια ρευστή αλλά και ανεξέλεχτη κατάσταση, η οποία σε πολλές περιπτώσεις οδηγεί σε ακραίες και επικίνδυνες καταστάσεις που καθιστούν ελλειματική την ύπαρξη ασφάλειας. Διαφάνηκε και από τη δική του μαρτυρία ότι στη χώρα δρουν διάφορες ένοπλες ομάδες, οι λεγόμενες ταξιαρχίες, οι οποίες υπό την πίεση των όπλων προσπαθούν να επιβάλουν τις δικές τους απαιτήσεις. Οι ταξιαρχίες αυτές έχουν προβεί κατά καιρούς σε διάφορες ακραίες ενέργειες οι οποίες καταδεικνύουν την έλλειψη ασφάλειας και την πολιτική αστάθεια που επικρατεί στη χώρα. Όπως υποβλήθηκε στον Μ.Α.2 και δεν αρνήθηκε, σε κάποια χρονική στιγμή, κάποια ταξιαρχία από τις πολλές που δρουν στη χώρα, κατέλαβε το αεροδρόμιο της Τρίπολης. Δέχθηκε επίσης ότι σε άλλη περίπτωση ένοπλοι επιτέθηκαν εναντίον του πρωθυπουργικού γραφείου, υποστήριξε όμως ότι αυτό συμβαίνει παντού στον κόσμο. Επικαλέσθηκε μάλιστα τη σύλληψη των δραστών για να καταδείξει ότι υπάρχει ασφάλεια. Σε υποβολή που του έγινε ότι σήμερα στη Λιβύη κυκλοφορούν 125.000 όπλα που δεν είναι υπό τον έλεγχο του κράτους, δεν το αρνήθηκε αλλά είπε ότι «τώρα θα ξεκινήσουν να τα μαζεύουν και αν υπάρχουν τα όπλα, δεν έχουμε τόσο πρόβλημα όσο λένε μέσα στο κράτος...». Παρά το ότι προέβαλε διάφορους ισχυρισμούς στην προσπάθεια του να μειώσει τη σημασία του γεγονότος, δεν αρνήθηκε ότι τον περασμένο Δεκέμβριο ανακόπηκε στο δρόμο το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας της χώρας από ενόπλους που ανήκαν σε μία από τις πολλές ταξιαρχίες που δρουν στη χώρα και οι οποίοι απείλησαν τη ζωή του ώστε να διατάξει την απόλυση κρατούμενου που ανήκε στη δική τους ταξιαρχία. Ενδεικτικές όμως της γενικότερης κατάστασης που υπάρχει είναι και άλλες απαντήσεις που έδωσε ο μάρτυρας σε σχέση με άλλα θέματα που δεν σχετίζονται άμεσα με το θέμα της ασφάλειας στη χώρα αλλά της δομής του συστήματος που υπάρχει και λειτουργεί. Ερωτώμενος ποιά είναι τα καθήκοντα του ιδίου στην θέση στην οποία κατέχει, απάντησε ότι κάνει όποια έρευνα του ζητήσουν. Σε ερώτηση δε ποιά είναι τα καθήκοντα του Γενικού Εισαγγελέα της Λιβύης απάντησε ότι αυτός έχει επιλεγεί από τον λαό της χώρας για να προβαίνει σε έρευνες, να προωθεί τις υποθέσεις στο Δικαστήριο, να αποφασίζει για τις ποινές και τέλος να ελέγχει τις ποινές. Στη συνέχεια όμως είπε ότι τις ποινές τις επιβάλλει το Δικαστήριο το οποίο όμως ελέγχεται από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα. Δέχθηκε ο Μ.Α.2 ότι στη Λιβύη σήμερα, υπάρχουν φυλακές που μερικές ελέγχονται από το γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα και άλλες από τον Ερυθρό Σταυρό, υποστηρίζοντας ότι στις πρώτες οι φυλακισμένοι είναι ασφαλείς και ότι σε αυτές πρόκειται να οδηγηθεί ο καθ' ου η αίτηση σε περίπτωση έκδοσης του. Σε ερώτηση δε που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση από τον ευπαίδευτο συνήγορο του καθ' ου η αίτηση εάν γνωρίζει τις φυλακές της Μισράτα, ρώτησε τον κ. Γεωργίου «μήπως εννοείται τις φυλακές που ελέγχει ο στρατός;», καταδεικνύοντας με την απάντηση του αυτή ότι υπάρχει και αυτή η κατηγορία των φυλακών που ελέγχονται από τον στρατό. Απαντώντας σε κάποιο στάδιο κατά την αντεξέταση σε ερώτηση που του υποβλήθηκε είπε μεταξύ άλλων «.....τώρα θέλουμε να κάμουμε κράτος....», δημιουργώντας με την απάντηση του αυτή το ερώτημα τι είναι αυτό που σήμερα υπάρχει στη χώρα; Από όλα τα πιο πάνω εξάγεται αβίαστα και επιβεβαιώνεται ότι η κατάσταση που ο Μ.Υ.1 περιέγραψε να υπάρχει σήμερα στη Λιβύη, είναι η πραγματικότητα. Πολύ σημαντικό επίσης γεγονός που περιέγραψε ο Μ.Υ.1 και καταδεικνύει την χαώδη και ρευστή κατάσταση που επικρατεί σήμερα στη Λιβύη, είναι αυτό που συνέβη πρόσφατα όταν προσωπικό του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου απαρτιζόμενο από μία δικηγόρο και άλλα τρία μέλη του, επισκέφθηκαν τη χώρα και είδαν τον γιό του πρώην ηγέτη της Λιβύης Μ. Γκαντάφι τον Saif Al Islam ο οποίος κρατείται σε φυλακή η οποία ελέγχεται από τοπική ταξιαρχία. Στην προσπάθεια τους να ανταλλάξουν με αυτόν κάποια έγγραφα συνελήφθησαν και τέθηκαν υπό κράτηση, αρχικά στο ξενοδοχείο στο οποίο διέμεναν και στη συνέχεια και αφού εκδόθηκε ένταλμα κράτησης τους από τον Γενικό Εισαγγελέα μεταφέρθηκαν σε φυλακές. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η Λιβύη σήμερα βρίσκεται σε μία μεταβατική κατάσταση η οποία χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και πολιτική αστάθεια. Η χώρα κυβερνάται από προσωρινό εθνικό μεταβατικό συμβούλιο και προσωρινή κυβέρνηση που δεν έχουν όμως τον πλήρη έλεγχο της χώρας και δεν μπορούν να επιβάλουν την τάξη. Η εξουσία τους αμφισβητείται από ένοπλες ομάδες, τις λεγόμενες ταξιαρχίες, οι οποίες ελέγχουν περιοχές της χώρας και ασκούν έντονες και διαφόρων ειδών πιέσεις στο εθνικό μεταβατικό συμβούλιο και στην προσωρινή κυβέρνηση αλλά και σε άλλους φορείς εξουσίας όπως ο Γενικός Εισαγγελέας, για ικανοποίηση διαφόρων αιτημάτων τους προκαλώντας με τις ενέργειες τους εντάσεις και ανασφάλεια. Όλες οι πιο πάνω περιπτώσεις είναι χαρακτηριστικές και καταδεικνύουν ότι οι ένοπλες αυτές ταξιαρχίες δρουν ανεξέλεγκτα χωρίς η κρατούσα σήμερα κατάσταση να μπορεί να τους επιβληθεί και να επιβάλει την τάξη και την ασφάλεια. Με τη δράση τους οι ταξιαρχίες δημιουργούν ακραίες και επικίνδυνες καταστάσεις και καταδεικνύουν ότι το εθνικό μεταβατικό συμβούλιο και η προσωρινή κυβέρνηση δεν έχουν τον πλήρη έλεγχο της χώρας και δεν μπορούν να παράσχουν ασφάλεια και προστασία στους πολίτες τους ακόμα και στον Πρωθυπουργό και στον Γενικό Εισαγγελέα της χώρας τους, ούτε και κατά λογική συνέπεια στον εκζητούμενο. Δεν υπάρχει σήμερα οργανωμένο και σαφώς δομημένο κράτος που να λειτουργεί μέσα στα πλαίσια θεσμοθετημένων κανόνων αλλά καταβάλλεται προσπάθεια προς επίτευξη του στόχου αυτού. Ενδεικτική είναι απάντηση που ο Μ.Α.1 έδωσε καταθέτοντας ενόρκως λέγοντας «θέλουμε να κάμουμε κράτος». Αυτό που σήμερα υπάρχει είναι μία ρευστή κατάσταση στην οποία το προσωρινό εθνικό μεταβατικό συμβούλιο και η προσωρινή κυβέρνηση προσπαθούν να ελέγξουν τη χώρα αντιπαλεύοντας τις διάφορες ταξιαρχίες που υπάρχουν και οι οποίες προσπαθούν να επιβληθούν με τη χρήση των όπλων. Το σύστημα δικαιοσύνης και το ευρύτερο σύστημα που επικρατεί στη χώρα δεν είναι ικανό να διασφαλίσει τη ζωή, την σωματική ακεραιότητα και ασφάλεια των κρατουμένων στις φυλακές της χώρας που είναι πολλών ειδών και οι οποίες δεν ελέγχονται από ένα οργανωμένο φορέα αλλά από διάφορους είτε φορείς είτε ταξιαρχίες και σε μερικές τουλάχιστον από αυτές, οι κρατούμενοι υποβάλλονται σε βασανιστήρια με αποτέλεσμα πρόσφατα να υπάρξουν ακόμα και θάνατοι από τέτοια βασανιστήρια. Στην υπόθεση Scatterwood 2005
(1)ΑΑΔ 142 λέχθηκε ότι: «Το άρθρο 2
(2)του Νόμου 133(Ι)/2004, αναφέρει ότι η εφαρμογή των διατάξεων του Νόμου δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο εκζητούμενος δεν εκδίδεται σε κράτος όπου διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. Έχει αποφασιστεί (H.L.R. v. France [1997] 26 EHRR29), ότι η υποχρέωση προστασίας του εκζητουμένου, αν αυτός διατρέχει σοβαρό κίνδυνο, δεν περιορίζεται μόνο σε πράξεις του κράτους, αλλά προστασία θα πρέπει να παρέχεται ακόμα και όταν ο κίνδυνος προέρχεται από ιδιώτες. Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι κατά τη λήψη της απόφασης κατά πόσο το συγκεκριμένο άτομο διατρέχει κίνδυνο όπως περιγράφεται στο άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, θα πρέπει, λόγω του απόλυτου χαρακτήρα της πρόνοιας, να εφαρμόζονται αυστηρά κριτήρια. Μόνο η ύπαρξη αντικειμενικού κινδύνου ή η ειδική κατάσταση που επικρατεί στο συγκεκριμένο κράτος λαμβάνεται υπ' όψιν. Θα πρέπει να αποδειχτούν ουσιαστικοί λόγοι ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο αν εκδοθεί θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο συμπεριφοράς κατά παράβαση του άρθρου 3. Θα πρέπει να αποδειχθεί από τη μια ότι ο κίνδυνος είναι πραγματικός και από την άλλη ότι οι αρχές της χώρας που θα τον δεχθεί, δεν μπορούν να αποτρέψουν τον κίνδυνο παρέχοντάς του ικανοποιητική προστασία. Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο, αφού αξιολόγησε τα ενώπιόν του στοιχεία, κατέληξε ότι ο εφεσείων στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν θα διατρέχει κίνδυνο μεγαλύτερο από αυτόν που διατρέχει στην Κύπρο. Αισθανόμαστε ότι δεν μπορούμε να επέμβουμε στην αξιολόγηση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Καταλήγουμε ότι δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία που να δείχνει ότι ο κατ' ισχυρισμόν κίνδυνος είναι πραγματικός. Οι ισχυρισμοί του εφεσείοντα ότι καταδιώκεται για πληροφορίες που έδωσε στο παρελθόν εναντίον εμπόρων ναρκωτικών δεν έχουν στοιχειοθετηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο, ούτε και έχουν δοθεί οποιαδήποτε στοιχεία που να τους δικαιολογούν. Αντίθετα, εξαντλούνται σε γενικότητες και αοριστολογίες. Η μόνη πράξη για την οποία φαίνεται ότι υπάρχει κάποιο υπόβαθρο ήταν η πρόθεση του εφεσείοντα να καταθέσει εναντίον των συγκατηγορουμένων του, πρόθεση η οποία είναι πλέον άνευ σημασίας. Συνεπώς, καταλήγουμε ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι ο κίνδυνος είναι πραγματικός, αλλά ούτε ότι οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου δεν θα είναι ικανές να τον αποτρέψουν. Ο εφεσείων ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο Ηνωμένο Βασίλειο και παρ' όλον ότι είχε τεθεί σε σχέδιο προστασίας μαρτύρων, φαίνεται ότι ουδέποτε έλαβε ουσιαστικά μέτρα να κρύψει τον τόπο διαμονής του. Κανείς από την οικογένειά του ή τους φίλους του δεν φαίνεται να είχε απειληθεί. Εν όψει όλων των πιο πάνω οι σχετικοί ισχυρισμοί θα πρέπει να απορριφθούν. Ο εφεσείων υποστήριξε τέλος ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να ερευνήσει περαιτέρω τη δυνατότητα ύπαρξης κινδύνου για τη ζωή του. Κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς έξω από τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, το οποίο καμιά αρμοδιότητα δεν έχει να διατάξει την προσαγωγή μαρτυρίας. Απλώς δεν ικανοποιήθηκε από τη μαρτυρία που ο εφεσείων έθεσε ενώπιόν του και μέχρις εδώ εξαντλείται η αρμοδιότητά του». Παρά τις διαβεβαιώσεις της αιτήτριας χώρας ότι μπορεί και είναι σε θέση να παράσχει ασφάλεια στον καθ' ου η αίτηση και να διαφυλάξει τη ζωή και την σωματική του ακεραιότητα είναι αμφίβολο εάν είναι ικανή να το πετύχει και να του παράσχει ικανοποιητική προστασία στην περίπτωση που εκδοθεί. Ότι προέκυψε είναι ότι υπάρχει σοβαρότατη πιθανότητα να υφίστανται οι επιπτώσεις που ο καθ' ου η αίτηση έχει επικαλεσθεί. Η ανεξέλεχτη δράση των ταξιαρχιών και η αδυναμία του εθνικού μεταβατικού συμβουλίου και της προσωρινής κυβέρνησης να ελέγξουν την κατάσταση καταδεικνύουν την αδυναμία τους να παράσχουν προστασία και ασφάλεια στον εκζητούμενο. Τούτο οδηγεί αναπόδραστα στη δημιουργία αμφιβολιών για το κατά πόσον ο καθ' ου η αίτηση μπορεί να τύχει δίκαιης δίκης αφού κανένας και ένεκα της αστάθειας που επικρατεί δεν μπορεί να γνωρίζει σε ποιά χέρια μπορεί να βρεθεί, αν θα τύχει δίκης, ποιάς και από ποιούς και κάτω από ποιές συνθήκες. Περαιτέρω αμφιβολίες δημιουργούνται λόγω και του συστήματος που υπάρχει και είναι όπως και ο Μ.Α.2 περιέγραψε ένα σύστημα στο οποίο ο Γενικός της Εισαγγελέας έχει την εξουσία να προωθεί τις υποθέσεις στο Δικαστήριο, να αποφασίζει για τις ποινές και τέλος να τις ελέγχει. Η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της αιτήτριας χώρας ότι δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι σε περίπτωση που εκδοθεί κινδυνεύει η ασφάλεια του γιατί οι αρχές της Λιβύης έχουν δώσει διαβεβαιώσεις για αυτήν ανατρέπεται από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχει σήμερα στη Λιβύη ένα συγκροτημένο κράτος στο οποίο να υπάρχουν και να λειτουργούν θεσμοθετημένα όργανα τα οποία να λειτουργούν βάσει αρχών και κανόνων δικαίου. Η προσπάθεια που φαίνεται πράγματι να καταβάλλεται προς την κατεύθυνση αυτή δεν έχει οδηγήσει ακόμα στο ποθητό αποτέλεσμα. Με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αποδείχθηκε ότι υπάρχει υπαρκτός και πραγματικός κίνδυνος για την ασφάλεια του καθ' ου η αίτηση σε περίπτωση που διαταχθεί η έκδοση του και ότι η αιτήτρια χώρα δεν είναι ικανή και δεν μπορεί να του διασφαλίσει επαρκή προστασία, ικανή να αποτρέψει τον κίνδυνο αυτό. Για όλους τους λόγους, τους οποίους έχω επεξηγήσει πιο πάνω το αίτημα για την έκδοση του καθ' ου η αίτηση δεν μπορεί και για τον λόγο αυτό να πετύχει. Ως εκ τούτου θεωρώ αχρείαστο να προχωρήσω να εξετάσω και τους λοιπούς λόγους για τους οποίους σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Γεωργίου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Τελειώνοντας θεωρώ υποχρέωση μου να ευχαριστήσω τους συνηγόρους για την βοήθεια που μέσα σε πνεύμα καλής συνεργασίας μεταξύ τους παρείχαν στο Δικαστήριο. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα τα οποία εν πάση περιπτώσει δεν έχουν ζητηθεί. Η απόφαση του Δικαστηρίου να κοινοποιηθεί άμεσα στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. (Υπ.) .............. Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject/Criminal Final/figodikos cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο