← Κύπρος

Σάββα Αντωνίου ν. PG MAVRIKIOS AGROCHEMICAL CO LTD, Aρ. Αγωγής: 6729/07, 22/10/2012

Σάββα Αντωνίου ν. PG MAVRIKIOS AGROCHEMICAL CO LTD, Aρ. Αγωγής: 6729/07, 22/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 6729/07 Μεταξύ: Σάββα Αντωνίου Ενάγοντα - και - P.G. MAVRIKIOS AGROCHEMICAL CO. LTD Εναγομένων -------------------------- Αίτηση για τροποποίηση ημερ. 19.9.2012 Ημερομηνία: 22 Οκτωβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Χ. Αναστασίου Για τους Εναγομένους - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Κ. Χατζηπιέρας με κα Βερεσιέ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα αγωγή αφορά ατύχημα το οποίο συνέβη με τη χρήση χορτοκοπτικής μηχανής στις 14.7.

  1. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας ο πρώτος μάρτυρας για τον ενάγοντα ήταν ο Ανδρέας Ανδρέου, του Τμήματος Επιθεώρησης του Γραφείου Εργασίας Επαρχίας Λεμεσού. Με την έναρξη της μαρτυρίας του, ο δικηγόρος του ενάγοντα του ζήτησε να καταθέσει το Έντυπο του εργοδότη που αποστάληκε στο Γραφείο Εργασίας αναφορικά με το επίδικο ατύχημα. Ο δικηγόρος των εναγομένων ήγειρε ένσταση στην κατάθεση του εν λόγω εγγράφου καθότι η μαρτυρία ότι ο ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο εργοδοτείτο από τους εναγομένους δεν περιέχεται στην έκθεση απαίτησης και δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα του ενάγοντα. Το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση με την οποία δέχθηκε τη θέση του δικηγόρου των εναγομένων και δεν επέτρεψε την κατάθεση του εν λόγω Εντύπου ως τεκμηρίου. Σε εκείνο το στάδιο, εν όψει της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, ο δικηγόρος του ενάγοντα ζήτησε αναβολή της συνέχισης της ακρόασης της υπόθεσης για να προβεί σε αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Ο δικηγόρος των εναγομένων δεν έφερε ένσταση στο αίτημα και δήλωσε ότι αν η αιτούμενη τροποποίηση περιορίζεται στο θέμα της εργοδότησης του ενάγοντα από τους εναγομένους, η πλευρά των εναγομένων δεν έχει οποιαδήποτε ένσταση. Ακολούθησε η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, με την οποία ζητείται η προσθήκη της φράσης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ενάγων ήταν υπάλληλος και/ή εργαζόταν στους εναγομένους και κάποιες συναφείς τροποποιήσεις, ενώ ταυτόχρονα ζητείται η προσθήκη απολαβών του ενάγοντα, περαιτέρω λεπτομερειών αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων των εναγομένων, καθώς επίσης σωματικών βλαβών και ειδικών ζημιών του ενάγοντα. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.25 Θθ.1-6, Δ.48 Θθ.1-3 και 7-9, Δ.57 και Δ.64 Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στη διακριτική ευχέρεια, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Σε αυτή ο ενάγων αναφέρει τα ακόλουθα: «
  2. Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και αληθώς πιστεύω και εξ όσων πληροφορούμαι και συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους μου, η προτεινόμενη τροποποίηση κατέστη αναγκαία αφού κατά τη λεπτομερή μελέτη του φακέλου της υπόθεσης μαζί με τους δικηγόρους μου έπειτα από την επιβαλλόμενη τροποποίηση που προέκυψε κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 10/9/2012 διαφάνηκε πως ο προηγούμενος μου δικηγόρος, ο οποίος συνέταξε τότε την έκθεση απαιτήσεως, εκ παραδρομής και /ή παραλείψεως αμέλησε όπως συμπεριλάβει στην έκθεση απαίτησης σημαντικά και ουσιαστικά για την υπόθεση μου στοιχεία.
  3. Έχω προσωπικά μελετήσει με λεπτομέρεια την έκθεση απαίτησης, αφού προηγουμένως δεν μου είχε δοθεί η ευκαιρία να έχω αντίγραφο αυτής αλλά ούτε και γνώριζα τη μεγάλη σημασία που είχε όσο αφορά την εκδίκαση της υπόθεσης μου, και κρίνω πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες και θα πρέπει να επιτραπούν από το σεβαστό σας Δικαστήριο για την ορθότερη, ακριβέστερη και πληρέστερη διαλεύκανση των πραγματικών θεμάτων για τα οποία έχω διαφορές με τους εναγομένους.» Ο ενάγων αναφέρει περαιτέρω ότι η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα και με μοναδικό σκοπό τη διασαφήνιση και συγκεκριμενοποίηση της έκθεσης απαίτησης, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες και ουσιώδεις, αντανακλούν πλήρως την πραγματικότητα και δεν μεταβάλλουν τη βάση της απαίτησης. Ο ενάγων αναφέρει ακόμα ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά και είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η αίτηση εγκριθεί. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση για το μέρος της αίτησης που αφορά τις απολαβές του ενάγοντα, τις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων των εναγομένων, καθώς επίσης τις σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές του ενάγοντα, δηλαδή τις παραγράφους

(1)(Γ), (ΣΤ), (ΙΣΤ) - (ΙΗ), και (Κ) - (ΚΖ), ενώ ρητά αναφέρεται σε αυτή ότι οι εναγόμενοι δεν φέρουν ένσταση στην αιτούμενη τροποποίηση που αφορά την εργοδότηση του ενάγοντα από τους εναγομένους και τους συναφείς ισχυρισμούς, δηλαδή τις παραγράφους
(1)(Α), (Β), (Δ), (Ε), (Ζ) - (ΙΕ) και (ΙΘ). Οι λόγοι ένστασης είναι ότι οι ισχυρισμοί που ο ενάγων προτίθεται να προσθέσει αποτελούν νέα βάση απαίτησης και εισαγάγουν νέα βάση αγωγής, δεν δίνεται οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης, η καθυστέρηση υποβολής αυτής επιφέρει ζημιά στους εναγομένους και θα καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης, και η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της κας Μαρίνας Κουρέα, δικηγορικού υπαλλήλου στο γραφείο του κ. Χατζηπιέρα. Η κα Κουρέα αναλύει τους λόγους ένστασης, λέγοντας ότι δεν προβάλλεται οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, η οποία καταχωρήθηκε 3 ½ χρόνια μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης και 6 χρόνια μετά το επίδικο ατύχημα. Η ανάγκη για τροποποίηση ήταν γνωστή στον ενάγοντα εδώ και χρόνια, και ειδικά από τις 31.3.2011, όταν οι προηγούμενοι δικηγόροι του ενάγοντα ζήτησαν αναβολή της ακρόασης της αγωγής εκφράζοντας την πρόθεση τους να καταχωρήσουν αίτηση τροποποίησης, κάτι το οποίο ουδέποτε έπραξαν, και έκτοτε οι δικηγόροι του ενάγοντα δεν έκαναν αναφορά στην αναγκαιότητα τροποποίησης. Έτσι, ο δικηγόρος των εναγομένων τέθηκε προ εκπλήξεως στις 10.9.2012 όταν, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ο δικηγόρος του ενάγοντα ζήτησε αναβολή για να προβεί σε αίτηση τροποποίησης σε ένα σημείο μόνο, αναφορικά με την εργοδότηση του ενάγοντα από τους εναγομένους. Ο δικηγόρος των εναγομένων δεσμεύτηκε μάλιστα να αποδεχθεί την εν λόγω τροποποίηση ενώ δεν έγινε λόγος για τροποποίηση και των σωματικών βλαβών και των ειδικών ζημιών του ενάγοντα. Επίσης η κα Κουρέα αναφέρει ότι αν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, θα προκληθεί περαιτέρω καθυστέρηση εφόσον θα είναι ανάγκη να ζητηθούν λεπτομέρειες και ιατρικές εκθέσεις, και αν υπάρξει άρνηση εκ μέρους του ενάγοντα, τότε θα καταχωρηθούν σχετικές αιτήσεις. Η εισαγωγή των ισχυρισμών για σωματικές βλάβες του ενάγοντα στερεί τη δυνατότητα στους εναγομένους να ερευνήσουν τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, καθότι ό,τι συνέβη έγινε πριν την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης, η οποία καταχωρήθηκε σχεδόν 3 χρόνια μετά το ατύχημα. Τέλος, η κα Κουρέα εισηγείται ότι η αίτηση είναι κακόπιστη για τον λόγο ότι το Δικαστήριο παραπλανήθηκε στις 10.9.2012. Συγκεκριμένα ο δικηγόρος του ενάγοντα ζήτησε αναβολή για να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης για το θέμα της εργοδότησης του ενάγοντα από τους εναγομένους, και αυτή δόθηκε από το Δικαστήριο, ενώ τελικώς ο ενάγων επιχειρεί να προσθέσει και άλλους νέους ισχυρισμούς. Κατόπιν έκδοσης σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, ο ενάγων αντεξετάστηκε αναφορικά με τις παραγράφους 4 και 5 της ένορκης του δήλωσης, οι οποίες παρατίθενται αυτούσιες πιο πάνω. Στο πλαίσιο της αντεξέτασης του ο ενάγων είπε ότι μόλις ο προηγούμενος δικηγόρος του αποσύρθηκε, στις 19.4.2011, αυτός έλαβε τον φάκελο της υπόθεσης και τον έδωσε σε διάφορους δικηγόρους, μέχρι που τον έδωσε στον κ. Αναστασίου, στις 23.2.2012, ο οποίος ανέλαβε την υπόθεση. Ο ενάγων αναγνώρισε ότι είχε πρόβλημα με τον προηγούμενο δικηγόρο του, με τον οποίο είχαν συζητήσει για την αύξηση της κλίμακας της αγωγής και τη συνέχιση των προβλημάτων με το δάκτυλο του. Ο κ. Ερωτοκρίτου του είπε ότι θα άλλαζαν την αγωγή αλλά τελικώς του έδωσε τον φάκελο. Ο ενάγων είπε ότι στις 10.9.2012 ήταν έτοιμος να δώσει μαρτυρία, ενώ αμέσως μετά είπε ότι ήταν σχεδόν έτοιμος να δώσει μαρτυρία καθότι δεν ήταν βέβαιος αν θα άρχιζε η ακρόαση της υπόθεσης, ενώ προηγουμένως είχε μιλήσει με τον κ. Αναστασίου, αναγνώρισαν εξ αρχής ότι υπήρχαν κενά στην έκθεση απαίτησης, όμως επειδή θα καθυστερούσε η διαδικασία δεν προχώρησαν σε αίτηση για τροποποίηση. Όταν βρήκαν το κενό για το θέμα της εργοδότησης, είπαν να διορθώσουν όλη την υπόθεση. Ερωτηθείς ξανά για τον λόγο της μη υποβολής αίτησης τροποποίησης σε προγενέστερο στάδιο, ο ενάγων είπε ότι δεν είχε αντιληφθεί τη σοβαρότητα των πραγμάτων που έλειπαν και δεν μίλησε πολύ με τον δικηγόρο του. Ο ενάγων είπε ακόμα ότι για τις σωματικές βλάβες και τα ιατρικά έξοδα που υπέστη, ο Δρ. Νικολαίδης εξέδωσε Ιατρική Έκθεση την οποία ο ενάγων έδωσε στον δικηγόρο του πριν τις 10.9.2012, ενώ όλοι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις αιτούμενες τροποποιήσεις είναι η πραγματικότητα και επιθυμεί να πει τα γεγονότα στο Δικαστήριο όπως ακριβώς είναι. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος του ενάγοντα έκανε εκτενή ανάλυση των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων, και εισηγήθηκε ότι όλοι οι λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι και ανεδαφικοί. Αρχικά ο κ. Αναστασίου ανέφερε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αποτελούν νέα βάση απαίτησης, καθότι η νομική βάση της απαίτησης εξακολουθεί να είναι η ίδια, αλλά αποσκοπούν στη συμπλήρωση και ολοκλήρωση της έκθεσης απαίτησης και την προβολή μίας ολοκληρωμένης εικόνας των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Ήταν επίσης η θέση του κ. Αναστασίου ότι δεν παρατηρείται καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, καθότι μεγάλο μέρος του ποσού των εξόδων και/ή απωλειών που υπέστη ο ενάγων προέκυψε μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης. Από τη στιγμή που αποκρυσταλλώθηκε η ζημιά του ενάγοντα, η εν λόγω τροποποίηση είναι όχι μόνο επιτρεπτή αλλά και αναμενόμενη. Ακόμα ο κ. Αναστασίου επεσήμανε ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε σε πολύ αρχικό στάδιο της ακρόασης της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει, ήταν η εισήγηση του κ. Αναστασίου ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης δεν είναι από μόνη της αποφασιστικός παράγοντας για την απόφαση του Δικαστηρίου αναφορικά με την παρούσα αίτηση, και ότι αυτή σταθμίζεται με τα υπόλοιπα περιστατικά της υπόθεσης, και κυρίως τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης. Στην υπό κρίση περίπτωση, αν επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά καθότι θα αποζημιωθούν με τα έξοδα, οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες, και η αίτηση υποβάλλεται καλόπιστα εκ μέρους του ενάγοντα με σκοπό την ολοκληρωμένη παρουσίαση της υπόθεσης του στο Δικαστήριο και την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Ο κ. Αναστασίου εισηγήθηκε ότι η πλευρά των εναγομένων τυπικά έχει καταχωρήσει ένσταση με σκοπό την αύξηση των εξόδων, ενώ από τη στιγμή που δεν έχει ένσταση σε μέρος του αιτήματος για τροποποίηση, τότε δεν μπορεί να επικαλείται την καθυστέρηση ή τον εκτροχιασμό της δίκης. Ως εκ τούτου ήταν η εισήγηση του κ. Αναστασίου ότι η υπό κρίση αίτηση πρέπει να εγκριθεί από το Δικαστήριο. Αντίθετη ήταν η θέση που εξέφρασαν οι δικηγόροι των εναγομένων. Κατά τη γραπτή αγόρευση της η κα Βερεσιέ ανέλυσε τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα η κα Βερεσιέ επεσήμανε την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης, και κυρίως εφόσον στις 31.3.2011 οι τότε δικηγόροι του ενάγοντα, στην παρουσία του ενάγοντα, εξέφρασαν την πρόθεση τους να καταχωρήσουν αίτηση τροποποίησης και δεν το έπραξαν, ούτε και το θέμα ηγέρθη ξανά μέχρι που προέκυψε η ανάγκη τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης για το θέμα της εργοδότησης του ενάγοντα από τους εναγομένους. Ακόμα και τότε ο δικηγόρος του ενάγοντα δεν ανέφερε ότι θα αιτείτο τροποποίησης αναφορικά και με τις σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές του ενάγοντα. Η κα Βερεσιέ επικαλείται την καθυστέρηση που θα προκληθεί και τη ζημιά που θα υποστούν οι εναγόμενοι αν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της κας Κουρέα που συνοδεύει την ένσταση. Ήταν η θέση της κας Βερεσιέ ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα, προς παραπλάνηση του Δικαστηρίου, και ακόμα αυτή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Τέλος, η κα Βερεσιέ εισηγήθηκε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις συνιστούν νέα βάση αγωγής, θα επιφέρουν στρέβλωση της διαδικασίας και παράλογη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής κατά παράβαση των δικαιωμάτων των εναγομένων που κατοχυρώνονται στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος. Ο κ. Χατζηπιέρας πρόσθεσε ότι το γεγονός της μη ύπαρξης ένστασης εκ μέρους των εναγομένων αναφορικά με το θέμα της εργοδότησης δεν συνεπάγεται αυτόματα και την αποδοχή των υπολοίπων αιτούμενων τροποποιήσεων, παραπέμποντας στη γραπτή αγόρευση της κας Βερεσιέ για να υποστηρίξει τη θέση ότι η ένσταση των εναγομένων πρέπει να γίνει αποδεκτή. Ο κ. Χατζηπιέρας απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στην κακοπιστία του ενάγοντα που φαίνεται από τον λόγο της μη καταχώρηση αίτησης τροποποίησης ενωρίτερα, σύμφωνα μάλιστα με τη μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα, και στην καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Η Δ.25 Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στην οποία στηρίζεται η αίτηση, προνοεί ως ακολούθως: «
  1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties. » Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η Δ.28 Θ.
  2. Στο The Annual Practice 1958, σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής:- «In Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. pp. 396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p. 263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p. 396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. P. 320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L.R. 931, C.A.; and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch. D. pp. 710, 711; of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy, [1891] 2 Ch. 39; and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. p. 180, and C.A.p.558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided. » Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11 και Χρίστου ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου & Άλλης
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με τον χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.ά. ν. Α & G Leventis Ltd. κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας, όπως και για τους υπόλοιπους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης κρίνω σκόπιμο αρχικά να παραθέσω το ιστορικό της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή. Ο ενάγων καταχώρησε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 31.12.2007 και έκθεση απαίτησης στις 16.4.
  1. Στις 11.6.2009 έγινε αλλαγή δικηγόρου του ενάγοντα, όταν διορίστηκε το δικηγορικό γραφείο Ρίκκος Ν. Ερωτοκρίτου & Σία. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 16.6.2009 και υπεράσπιση στις 3.9.
  2. Στις 28.1.2010 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου για περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης, κατόπιν αίτησης των εναγομένων, και ο ενάγων συμμορφώθηκε με το εν λόγω διάταγμα και έδωσε τις αιτούμενες λεπτομέρειες στις 11.2.
  3. Στις 11.3.2010 ο ενάγων καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση. Κατόπιν αίτησης ορισμού της αγωγής ημερ. 11.3.2010, η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 5.5.2010, όταν και εκδόθηκαν εκ συμφώνου διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων και από τις δύο πλευρές. Η πλευρά του ενάγοντα καταχώρησε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 12.5.2010 και η πλευρά των εναγομένων καταχώρησε ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων στις 19.5.
  4. Η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 8.6.2010 και στις 18.6.2010 όταν και ορίστηκε για ακρόαση, κατόπιν κοινού αιτήματος των δικηγόρων των δύο πλευρών, στις 10.12.
  5. Εκείνη την ημερομηνία η πλευρά του ενάγοντα ζήτησε αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης λόγω κωλύματος του δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση, η πλευρά των εναγομένων δεν έφερε ένσταση στο εν λόγω αίτημα, και έτσι η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 31.3.
  6. Εκείνη την ημερομηνία ο δικηγόρος του ενάγοντα ζήτησε αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης για τον λόγο ότι προέκυψε η ανάγκη εγχείρησης του δακτύλου του ενάγοντα και έτσι ο ενάγων προτίθεται να προβεί σε αίτηση τροποποίησης. Και πάλι δεν υπήρξε ένσταση από την πλευρά των εναγομένων, και έτσι η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 19.4.2011, και δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο όπως η αίτηση τροποποίησης οριστεί την ίδια ημερομηνία. Στις 19.4.2011 ο δικηγόρος του ενάγοντα αποσύρθηκε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, και δόθηκε χρόνος στον ενάγοντα για να βρει δικηγόρο. Η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες προς τον σκοπό αυτό στις 27.5.2011 και στις 6.7.2011, όταν ο ενάγων ανέφερε ότι δεν κατάφερε να βρει δικηγόρο και θα εκπροσωπούσε ο ίδιος τον εαυτό του. Έτσι η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 16.2.2012, ενώ εν τω μεταξύ ο ενάγων διόρισε νέο δικηγόρο, τους κκ. Χάρη Αναστασίου, Μάκη Αναστασίου & Σία οι οποίοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 13.1.
  7. Στις 16.2.2012, ο δικηγόρος του ενάγοντα ζήτησε αναβολή της ακρόασης για να μελετήσει τον φάκελο της υπόθεσης, εν όψει του πρόσφατου διορισμού του, ο δικηγόρος των εναγομένων δεν έφερε ένσταση, και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 9.3.
  8. Στις 23.2.2012 έγινε αύξηση της κλίμακας της αγωγής και στις 9.3.2012 η υπόθεση τέθηκε ενώπιον Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή, ο οποίος όρισε την αγωγή για ακρόαση στις 4.7.
  9. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στις 20.4.2012 ο ενάγων απέστειλε επιστολή προς τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την οποία ζητά την επίσπευση της ακρόασης της παρούσας αγωγής. Η εν λόγω επιστολή διαβιβάστηκε στον Ανώτερο Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και βρίσκεται στον φάκελο της υπόθεσης. Στις 4.7.2012 το Δικαστήριο ανέβαλε την ακρόαση της υπόθεσης λόγω έλλειψης χρόνου και αυτή ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση στις 10.9.2012 και 20.9.
  10. Στις 4.9.2012 έγινε περαιτέρω αποκάλυψη από την πλευρά των εναγομένων και στις 10.9.2012, αφού οι δύο πλευρές δήλωσαν ετοιμότητα, άρχισε η ακρόαση της παρούσας αγωγής με τη μαρτυρία του κ. Ανδρέα Ανδρέου. Τι ακολούθησε μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης αναφέρεται στην έναρξη της παρούσας απόφασης του Δικαστηρίου. Όπως επίσης αναφέρεται πιο πάνω, η πλευρά των εναγομένων δεν έχει ένσταση στις αιτούμενες τροποποιήσεις που αφορούν το θέμα της εργοδότησης του ενάγοντα από τους εναγομένους, και έτσι αυτό δεν αποτελεί επίδικο θέμα στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης. Το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει επί των αιτούμενων τροποποιήσεων για τις οποίες η πλευρά των εναγομένων φέρει ένσταση, και οι οποίες συγκεκριμενοποιούνται πιο πάνω. Θεωρώ ότι η στάση των εναγομένων να μη φέρουν ένσταση σε μέρος των αιτούμενων τροποποιήσεων δεν οδηγεί από μόνη της στην αποδοχή και των υπολοίπων, καθότι η αίτηση δεν κρίνεται καθ' ολοκληρία και μπορεί να γίνει επιτρεπτή μόνο όσον αφορά μέρος της, ακόμα και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ένσταση για όλες τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Σχετική είναι η υπόθεση Δημητρώφ ν. Ιωάννου
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ.1645, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ενέκρινε μόνο δύο από τις αιτούμενες τροποποιήσεις για τον λόγο ότι η μια ήταν καθαρά τυπικού χαρακτήρα και η άλλη αναφερόταν σε νεότερη εξέταση του εφεσείοντα. Το Δικαστήριο δεν ενέκρινε αιτούμενη τροποποίηση η οποία, όπως ανέφερε, μπορούσε κάλλιστα να περιληφθεί σε προγενέστερη αίτηση τροποποίησης εφόσον τα δεδομένα ήταν τότε γνωστά στον εφεσείοντα και μπορούσαν να περιληφθούν στην αίτηση εκείνη. Στο πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης, αρχικά επισημαίνω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αποτελούν νέα βάση αγωγής αλλά αντίθετα πιστεύω ότι αυτές άπτονται και αφορούν τα επίδικα θέματα και την ουσία της βάσης της απαίτησης του ενάγοντα. Με μία προσεκτική ανάγνωση των αιτούμενων λεπτομερειών, θεωρώ ότι αυτές συνάδουν με την έκθεση απαίτησης και τη βάση αγωγής η οποία περιέχεται σε αυτή και στην οποία οι αξιώσεις του ενάγοντα στηρίζονται. Αυτές ουσιαστικά επιδιώκουν τη διασαφήνιση και αποκρυστάλλωση των συνεπειών του επίδικου ατυχήματος στον ενάγοντα και κατά συνέπεια των ζημιών που έχει υποστεί και για τις οποίες αξιώνει αποζημιώσεις με την παρούσα αγωγή. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός, το οποίο προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης του Δικαστηρίου και το ιστορικό της διαδικασίας, όπως αυτό εκτίθεται αναλυτικά πιο πάνω, ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε 6 χρόνια μετά το επίδικο ατύχημα και 3 ½ χρόνια μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης. Ακόμα επισημαίνεται ότι οι προηγούμενοι δικηγόροι του ενάγοντα, πριν από ενάμιση χρόνο, ενημέρωσαν το Δικαστήριο για τη μεταβολή της κατάστασης της υγείας του ενάγοντα σε σχέση με το δάκτυλο του και την αναγκαιότητα υποβολής του σε νέα χειρουργική επέμβαση, και γι΄ αυτό ζήτησαν αναβολή της ακρόασης της υπόθεσης για να καταχωρήσουν αίτηση τροποποίησης. Τελικώς, την επόμενη δικάσιμο οι δικηγόροι του ενάγοντα όχι μόνο δεν καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης, αλλά αποσύρθηκαν από δικηγόροι του ενάγοντα. Το αίτημα τροποποίησης δεν ήρθε εκ νέου στην επιφάνεια παρά μόνο μετά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, και κατόπιν της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου αναφορικά με τη δεκτότητα μαρτυρίας για ένα εντελώς ανεξάρτητο θέμα, την εργοδότηση του ενάγοντα από τους εναγομένους, και η οποία ουσιαστικά εμπόδισε την πλευρά του ενάγοντα να προχωρήσει και προωθήσει περαιτέρω την υπόθεση του. Όπως ρητά αναφέρεται στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd.
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 33, το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης και τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή καθώς επίσης την αναγκαιότητα ή χρησιμότητα της αιτούμενης τροποποίησης. Πριν ασχοληθώ με τις θέσεις που προβάλλει ο ενάγων προς υποστήριξη της προώθησης της υπό κρίση αίτησης, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί αφ' εαυτής λόγο για τροποποίηση της δικογραφίας ούτε δικαιολογία για την καθυστερημένη υποβολή του αιτήματος. Σχετική είναι η υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. Ο ενάγων, στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, και συγκεκριμένα στις παραγράφους 4 και 5 αυτής, αναφέρει τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε αναγκαία η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Συγκεκριμένα ο ενάγων αναφέρει ότι προέβη σε λεπτομερή μελέτη του φακέλου της υπόθεσης μαζί με τους δικηγόρους του μετά την επιβαλλόμενη τροποποίηση που προέκυψε κατά την ακρόαση της υπόθεσης στις 10.9.2012, όταν και διαφάνηκε ότι ο προηγούμενος δικηγόρος του που συνέταξε την έκθεση απαίτησης εκ παραδρομής και/ή παραλείψεως αμέλησε να συμπεριλάβει σημαντικά στοιχεία για την υπόθεση του. Επίσης ο ενάγων αναφέρει ότι ποτέ προηγουμένως δεν του είχε δοθεί η ευκαιρία να έχει αντίγραφο της έκθεσης απαίτησης και δεν γνώριζε τη σημασία που αυτή είχε όσον αφορά την εκδίκαση της υπόθεσης του. Η προφορική μαρτυρία του ενάγοντα, κατά την αντεξέταση του, διαψεύδει πλήρως όσα ο ίδιος επικαλείται στην ένορκη του δήλωση. Ο ενάγων ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο λόγος που προέκυψε η διαφωνία του με τον προηγούμενο δικηγόρο του, τον κ. Ρ. Ερωτοκρίτου, είναι η αύξηση της κλίμακας, η ανάγκη χειρουργικής επέμβασης του δακτύλου του και ο προσδιορισμός των ιατρικών του εξόδων, ενώ αναγνώρισε ότι γνώριζε ότι ο δικηγόρος του θα προέβαινε στην τροποποίηση της αγωγής, και τελικώς αποσύρθηκε από δικηγόρος του. Επίσης, ο ενάγων είπε ότι παρέλαβε και κατείχε τον φάκελο της αγωγής από την ημερομηνία απόσυρσης του δικηγόρου του, και τον παρέδωσε σε κάποιους δικηγόρους που είδε και με τους οποίους συζήτησε για την υπόθεση του, ενώ τελικώς παρέδωσε τον φάκελο στον κ. Αναστασίου που ανέλαβε να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα αγωγή. Είπε ακόμα ότι εξ αρχής υπήρχαν κενά στην υπόθεση του, τα οποία συζήτησαν με τον νέο του δικηγόρο, κ. Χάρη Αναστασίου, όμως επειδή δεν επιθυμούσε την περαιτέρω καθυστέρηση της υπόθεσης, αποφάσισαν να μην προχωρήσουν με αίτηση τροποποίησης. Ειδικά είπε ότι αποφάσισαν όπως «αρχίσει έτσι η υπόθεση». Μάλιστα ο ίδιος ήταν έτοιμος να δώσει μαρτυρία στις 10.9.
  2. Όταν προέκυψε η ανάγκη της τροποποίησης για το θέμα της εργοδότησης, αποφάσισαν να διορθώσουν όλη την υπόθεση, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά είπε. Όταν ρωτήθηκε επί τούτου εκ νέου ο ενάγων, τότε διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι δεν μίλησαν πολύ με τον δικηγόρο του, δεν κατάλαβε τη σοβαρότητα του όλου θέματος, και δεν ήταν πλήρως έτοιμος να δώσει μαρτυρία στις 10.9.
  3. Εν όψει των αντιφάσεων που παρατηρούνται μεταξύ του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα και της προφορικής του μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι ο ενάγων δεν απεκάλυψε την αλήθεια αναφορικά με τη γνώση του σε σχέση με τα κενά στην έκθεση απαίτησης και τον χρονικό προσδιορισμό της ανάγκης για την τροποποίηση, καθώς επίσης αναφορικά με τον πραγματικό λόγο της μη συμπερίληψης των ισχυρισμών που αφορούν τις αιτούμενες τροποποιήσεις στην αρχική έκθεση απαίτησης και της μη καταχώρησης αίτησης τροποποίησης ενωρίτερα. Όπως προκύπτει ξεκάθαρα από την αντεξέταση του ενάγοντα, αυτός γνώριζε τουλάχιστον πριν τις 31.3.2011 τα κενά της υπόθεσης του, ότι ήταν αναγκαία η τροποποίηση και ότι ήταν η πρόθεση του τότε δικηγόρου του όπως καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης. Εν όψει της απόσυρσης του δικηγόρου του, ο ενάγων παρέλαβε τον φάκελο της αγωγής στις 31.3.2011 και έκτοτε είχε αυτόν στην κατοχή του και επομένως είχε αντίγραφο της έκθεσης απαίτησης στη διάθεση του. Επίσης, ο ενάγων συζήτησε την υπόθεση του με τον νέο δικηγόρο του, κ. Χάρη Αναστασίου, εντόπισαν εξ αρχής τα κενά της υπόθεσης, όμως αποφάσισαν να μην προβούν σε αίτηση τροποποίησης για να αποφευχθεί περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Με βάση την προφορική μαρτυρία του ενάγοντα, διαφαίνεται επίσης ότι ο ενάγων κατείχε τη σχετική μαρτυρία που αφορά τους ισχυρισμούς για τις σωματικές βλάβες και τα ιατρικά έξοδα που υπέστη και τις οποίες επιδιώκει να εισαγάγει με τις αιτούμενες τροποποιήσεις, δηλαδή την Ιατρική Έκθεση του Δρος Νικολαίδη, πριν την ημερομηνία έναρξης της ακρόασης της υπόθεσης, δηλαδή τις 10.9.2012, και μάλιστα αυτή δόθηκε και ήταν στην κατοχή και εις γνώση του νέου δικηγόρου του, κ. Χάρη Αναστασίου. Αυτή βέβαια προέκυψε μετά την ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης και επομένως ο ενάγων δεν μπορεί να επικαλείται αμέλεια του δικηγόρου που συνέταξε την έκθεση απαίτησης για τη μη περίληψη αυτών των ισχυρισμών στην έκθεση απαίτησης, σε αντίθεση βέβαια με τους ισχυρισμούς για τις απολαβές του ενάγοντα και τις λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων των εναγομένων που ήταν εξ αρχής γνωστοί στην πλευρά του ενάγοντα. Το Δικαστήριο θα καταλήξει στην απόφαση του επί της υπό κρίση αίτησης αφού συνεκτιμήσει όλα τα πιο πάνω δεδομένα και έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης. Ειδικότερα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη φύση της αιτούμενης τροποποίησης, το γεγονός ότι οι θέσεις του ενάγοντα ήταν εδώ και πολύ καιρό γνωστές σ' αυτόν, το γεγονός ότι αυτές είχαν εντοπιστεί και από τον προηγούμενο δικηγόρο του ο οποίος ζήτησε αναβολή της ακρόασης της αγωγής για να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης, το γεγονός ότι ο ενάγων συζήτησε εξ αρχής με τον νέο του δικηγόρο για το θέμα των κενών της έκθεσης απαίτησης του και της αναγκαιότητας τροποποίησης και συνειδητά, για καθαρά δικούς του ενάγοντα λόγους, η πλευρά του επέλεξε να μην προβεί σε αίτηση τροποποίησης αλλά να προχωρήσει στην ακρόαση της υπόθεσης το συντομότερο δυνατόν. Επιπλέον λαμβάνονται υπόψη το χρονικό στάδιο στο οποίο καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση και η καθυστέρηση στην υποβολή αυτής, το γεγονός της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, την ευκαιρία με την οποία η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε και περιλαμβάνει τις αιτούμενες τροποποιήσεις, και κυρίως τη μη αποκάλυψη εκ μέρους του ενάγοντα των ακριβών γεγονότων που οδήγησαν στην περίληψη των αιτούμενων τροποποιήσεων μαζί με την τροποποίηση που κατέστη αναγκαία για το θέμα της εργοδότησης του ενάγοντα από τους εναγομένους. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, κρίνω ότι οι λόγοι που προβάλλονται από την πλευρά του ενάγοντα για τη μη συμπερίληψη των εν λόγω ισχυρισμών στην έκθεση απαίτησης και τη μη υποβολή αίτησης τροποποίησης σε προγενέστερο στάδιο, παρόλο που οι εν λόγω ισχυρισμοί ήταν γνωστοί στον ίδιο τον ενάγοντα και τόσο στον προηγούμενο δικηγόρο του όσο και στον νέο δικηγόρο του από τη μέρα που αυτός ανέλαβε να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα αγωγή, καταδεικνύουν μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση των αιτούμενων τροποποιήσεων και δεν αποτελούν επαρκή δικαιολογία και εξήγηση, κάτι το οποίο αναπόφευκτα και εύλογα συνδέεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του εναγομένου. Επίσης, θεωρώ ότι τα πιο πάνω δεδομένα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων επωφελήθηκε της ευκαιρίας καταχώρησης αίτησης για τροποποίηση για το θέμα της εργοδότησης του από τους εναγομένους, το οποίο προέκυψε κατόπιν της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου και η οποία κατέστησε την υποβολή σχετικού αιτήματος τροποποίησης αναπόφευκτη για την περαιτέρω προώθηση της απαίτησης του ενάγοντα. Ουσιαστικά ο ενάγων χρησιμοποιεί την εν λόγω διαδικασία για να περιλάβει και τις υπόλοιπες αιτούμενες τροποποιήσεις τις οποίες γνώριζε εκ των προτέρων και τελικώς αποφάσισε να μην προωθήσει στην απαίτηση του. Αυτές οι συνθήκες οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η παρούσα διαδικασία αναφορικά με τις υπόλοιπες τροποποιήσεις αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και δεικνύει κακή πίστη εκ μέρους του αιτητή. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Astor Co. κ.ά. ν. A&G Leventis Ltd. κ.ά. (ανωτέρω) και Saba & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, στις οποίες λέχθηκε ότι δεν δικαιολογείται έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση αν προκύπτει εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει επίσης στην υπόθεση C&A Pelekanos Associates Ltd. v. Ανδρέα Πελεκάνου
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2075. Με αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι με την αιτούμενη τροποποίηση πλήττονται τα δικαιώματα των εναγομένων σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούν να θεραπευτούν με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου (ανωτέρω) και Agini v Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε. (ανωτέρω). Στην πρώτη υπόθεση υποβλήθηκε αίτημα για αναβολή της ακρόασης της αγωγής προς υποβολή αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης, και το Δικαστήριο ανέβαλε την υπόθεση παρά την ένσταση της άλλης πλευράς για να καταχωρηθεί αίτηση για τροποποίηση. Δεν υποβλήθηκε τέτοια αίτηση παρά μόνο μετά από σειρά εμφανίσεων και όταν η υπόθεση είχε οριστεί ξανά για ακρόαση, χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία η αίτηση τροποποίησης απορρίφθηκε λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην καταχώρηση της που κρίθηκε αδικαιολόγητη. Στη δεύτερη υπόθεση έγινε αλλαγή δικηγόρων της εφεσείουσας οι οποίοι ζήτησαν αναβολή για μνεία με προοπτική καταχώρησης αίτησης για τροποποίηση της υπεράσπισης και το αίτημα εγκρίθηκε. Αργότερα ο δικηγόρος της εφεσείουσας δήλωσε ότι δεν θα υποβαλλόταν αίτηση για τροποποίηση και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Εν τω μεταξύ και σε χρόνο σύντομο με την ημερομηνία ακρόασης οι δικηγόροι της εφεσείουσας καταχώρησαν αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης και προσθήκη ανταπαίτησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης αποκάλυπταν πρόθεση της εφεσείουσας για κωλυσιεργία. Το Δικαστήριο επίσης λαμβάνει υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος που επιτάσσουν τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος - βλ. Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (ανωτέρω) και Φοινιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd. κ.ά. (ανωτέρω). Επί αυτού του θέματος λαμβάνω ακόμα υπόψη ότι το γεγονός ότι η καθυστέρηση που θα παρατηρηθεί στη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας με την τροποποίηση που αφορά το θέμα της εργοδότησης του ενάγοντα από τους εναγομένους και τους συναφείς ισχυρισμούς δεν θα είναι τόσο μεγάλη, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση αυτής και τη μη ύπαρξη ένστασης εκ μέρους των εναγομένων, ενώ θα προκαλείτο πολύ μεγαλύτερη καθυστέρηση σε περίπτωση έγκρισης και των υπόλοιπων τροποποιήσεων. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι η παρούσα αίτηση όσον αφορά τις αιτούμενες τροποποιήσεις στις οποίες υπάρχει ένσταση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η αίτηση αναφορικά με τις παραγράφους
(1)(Γ), (ΣΤ), (ΙΣΤ) - (ΙΗ), και (Κ) - (ΚΖ) απορρίπτεται. Η αίτηση αναφορικά με τις παραγράφους
(1)(Α), (Β), (Δ), (Ε), (Ζ) - (ΙΕ) και (ΙΘ) εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ως οι παράγραφοι
(1)(Α), (Β), (Δ), (Ε), (Ζ) - (ΙΕ) και (ΙΘ) της αίτησης. Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από σήμερα. Η τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης. Η απάντηση στην υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την καταχώρηση της υπεράσπισης των εναγομένων. Εν όψει του αποτελέσματος της αίτησης, τα έξοδα αυτής όπως και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται εις βάρος του ενάγοντα - αιτητή και υπέρ των εναγομένων - καθ'ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Ενδιάμεση Απόφαση Αναφορά: Τροποποίηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.