Ferro Fashions Ltd ν. Άντρη Πέτρου, Αρ. Αγωγής: 6004/10, 11/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A80 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 6004/10 Μεταξύ: Ferro Fashions Ltd Εναγόντων και Άντρη Πέτρου Eναγομένης Ημερομηνία: 11/10/2012 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές׃ κα Στυλιανίδου Για Εναγομένη/Καθ'ης η Αίτηση : κα Ευσταθίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες επιδιώκουν την προσθήκη νέου διαδίκου και συγκεκριμένα την προσθήκη νέας εναγομένης και την προς αυτήν συνεπακόλουθες τροποποιήσεις του τίτλου της αγωγής και της Έκθεσης Απαίτησης. Την αίτηση, η οποία βασίζεται στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαικής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη Δ.9 Θ.4, 10, 11, στη Δ.12 Θ.4 και 5, στη Δ.25 Θ.1-5 και Δ.48, Θ.1, 2, 3 και 9, στη Δ.59 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου, υποστηρίζει ένορκος δήλωση της δικηγόρου Χαράς Φιλίππου, δικηγόρου, που συνεργάζεται ως αναφέρει, με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες. Σύμφωνα με τα όσα η ενόρκως δηλούσα προβάλλει κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής οι ενάγοντες δεν έδωσαν στους δικηγόρους τους όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και έτσι υπήρξαν τα λάθη και οι παραλείψεις των οποίων με την παρούσα αίτηση επιδιώκεται η διόρθωση. Η επιδιωκόμενη τροποποίηση κατέστη αναγκαία μετά που οι δικηγόροι των εναγόντων έλαβαν από τους πελάτες τους όλες τις αναγκαίες πληροφορίες. Οι αιτούμενες θεραπείες είναι σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα απαραίτητες για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου οι πραγματικές διαφορές των διαδίκων, ενώ περαιτέρω και σύμφωνα με τις θέσεις τους δεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματα της εναγομένης. Το αίτημα αυτό των εναγόντων, συνάντησε την ένσταση της εναγομένης, η οποία και καταχώρησε σχετική ειδοποίηση ένστασης, προβάλλοντας διάφορους λόγους για απόρριψη της αίτησης. Ότι δηλαδή αυτή είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, ελαττωματική, αντικανονική και παράτυπη, ότι με αυτήν επιδιώκεται η εισαγωγή νέας αιτίας αγωγής και νέων ισχυρισμών, ότι δεν υποδεικνύονται καλοί λόγοι που να δικαιολογούν την έγκριση της, ότι γίνεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας και με κακή πίστη, ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας την οποία και θα περιπλέξει. Σύμφωνα πάντα με την ενόρκως δηλούσα τυχόν έγκριση της αίτησης θα επιφέρει βλάβη στα δικαιώματα της που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Υποστηρίζει τέλος ότι η αίτηση δεν στηρίζεται σε νομότυπη και έγκυρη ένορκο δήλωση. Ως αποτέλεσμα, η αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, παρέδωσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις όπου εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους. Ενόψει της φύσης του τελευταίου αυτού λόγου ένστασης, θεωρώ ότι θα πρέπει να ξεκινήσω να τον εξετάσω πριν από τους υπόλοιπους. Σύμφωνα με αυτόν η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν είναι νομότυπη και έγκυρη καθότι προέρχεται από δικηγόρο που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους ενάγοντες. Στην Πολ. Εφ. 130/09, ημερ. 29/1/10, Dimitri Rybdovler v. Elena Rybolovleva, επαναλήφθηκαν οι καθιερωθείσες από τη νομολογία αρχές οι σχετικές με το θέμα και λέχθηκαν συγκεκριμένα τα ακόλουθα: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR 1, In re Efthymiou
(1987)1CLR 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν΄ αγνοηθεί ή απορριφθεί. Ούτε και συμφωνούμε ότι μια τέτοια απόλυτη αρχή εξάγεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Dulal Dulal (ανωτέρω). Απλά, στη προσφυγή εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο με μονομελή σύνθεση, το οποίο επιλαμβανόταν ενδιάμεσης αίτησης στο πλαίσιο προσφυγής για αναστολή εκτέλεσης διαταγμάτων απέλασης και κράτησης, έκρινε ότι θα έπρεπε ο ομνύων δικηγόρος να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί προέβηκε ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο ίδιος ο αιτητής. Ενώ δε το Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι αυτός θα ήταν αρκετός λόγος γι΄ απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις, προχώρησε και εξέτασε την ουσία της και την απέρριψε για άλλους λόγους, βασιζόμενο στα στοιχεία που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Dulal Dulal ο αιτητής, αν και ήταν υπήκοος της Μπαγκλαντές, κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην Κύπρο αναμένοντας την έκβαση της αίτησής του. Υπ΄ εκείνες τις περιστάσεις κρίθηκε ότι χρειαζόταν μια εξήγηση ως προς το γιατί δεν κατάρτισε ο ίδιος την ένορκη δήλωση. Θα σημειώναμε εδώ, σε αντιδιαστολή, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με την ίδια μονομελή σύνθεση αποδέχτηκε ως κανονική ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους αλλοδαπής αιτήτριας, εφόσον αυτή βρισκόταν στο εξωτερικό, χωρίς άλλη εξήγηση. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Svetlana Shalaeva v. Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 869/2005, Απόφαση ημερομηνίας 24.3.2006, επιλαμβανόμενο αίτησης της Δημοκρατίας για παροχή ασφάλειας εξόδων από την αλλοδαπή προσφεύγουσα, το ίδιο Δικαστήριο, και ορθά βέβαια, αποδέχθηκε και ενήργησε στη βάση Ένστασης που στηριζόταν σε ένορκη δήλωση δικηγόρου εκ μέρους της προσφεύγουσας-καθ΄ης η αίτηση, η οποία είχε ήδη απελαθεί και βρισκόταν στο εξωτερικό. Με αυτά ως δεδομένα, μπορούμε να δεχθούμε ως αρχή της νομολογίας αναφορικά με το θέμα παροχής εξήγησης ως προς το γιατί ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, ότι κάποια εξήγηση προς τούτο απαιτείται, εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην υπό εξέταση δε περίπτωση, σύμφωνα με τον ομνύοντα δικηγόρο, η αιτήτρια-εφεσείουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ελβετίας η οποία έχει την φροντίδα ανήλικου τέκνου του ζεύγους και η οποία επιλαμβανόταν λήψης δικαστικών μέτρων στην Ελβετία και σε άλλες χώρες κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αυτά τα στοιχεία, λαμβανόμενα υπόψη, μαζί με το στοιχείο του επικαλούμενου κατεπείγοντος του θέματος, δεν θα απαιτούσαν, κατά την άποψή μας την παροχή οποιωνδήποτε άλλων εξηγήσεων ως προς το γιατί τα αναγκαία γεγονότα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου μέσω δικηγόρου ο οποίος αποκάλυψε ικανοποιητικά τις πηγές πληροφόρησής του». Στην παρούσα περίπτωση η ένορκος δήλωση γίνεται από δικηγόρο του δικηγορικού γραφείου που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, κάτι που ισοδυναμεί ουσιαστικά με το να γίνεται η ένορκος δήλωση από τους δικηγόρους των εναγόντων. Σε αυτήν δεν δίδεται κανένας λόγος και καμία απολύτως εξήγηση γιατί την ένορκο δήλωση υπογράφει δικηγόρος και όχι κάποιος από τους ενάγοντες, χωρίς επίσης κανένας προφανής λόγος να προκύπτει που να το δικαιολογεί. Τα όσα δε προβάλλονται με την γραπτή αγόρευση των δικηγόρων των εναγόντων επί του ζητήματος, δεν μπορούν να καλύψουν το κενό που υπάρχει και να ληφθούν υπόψη ως μαρτυρία, αφού τέτοια αποτελεί μόνο το περιεχόμενο της επισυναφθείσας στην αίτηση ένορκης δήλωσης. Όπως συνάγεται και από τον λόγο της πιο πάνω απόφασης είναι αναγκαίο στις περιπτώσεις που ο ομνύων είναι δικηγόρος να δίδει κάποια εξήγηση γιατί ορκίζεται ο ίδιος, εκτός μόνο στις περιπτώσεις που από τις περιστάσεις προκύπτει ότι υπάρχει καλός λόγος προς τούτο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δε έχει συμβεί αφού και όπως προαναφέρεται καμία απολύτως εξήγηση δεν δίδεται από την ενόρκως δηλούσα, ούτε και υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης προκύπτει να υπάρχει καλός λόγος προς τούτο. Όπως και στην υπόθεση Dulal έτσι και στην παρούσα που η ομνύουσα είναι δικηγόρος, όφειλε και αυτή να παράσχει κάποια εξήγηση γιατί αυτή προέβη στην ένορκη δήλωση και όχι κάποιος από τους αιτητές. Παρά το ότι η παράλειψη αυτή των εναγόντων θα ήταν στοιχείο αρκετό για απόρριψη της αίτησης, εν τούτοις και για την περίπτωση που κριθεί ότι λανθάνομαι θα προχωρήσω να εξετάσω και την ουσία της αίτησης. Πριν όμως προχωρήσω να το πράξω, θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτό παρουσιάζεται μέσα από το φάκελο του Δικαστηρίου. Το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο καταχωρήθηκε στις 6/12/2010. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων όπως προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης κατά ή περί τις αρχές του 2007 οι ενάγοντες και η εναγόμενη συνήψαν προφορική συμφωνία, σύμφωνα με τους όρους της οποίας, η εναγόμενη θα προέβαινε σε παραγγελίες για αγορά ειδών ρουχισμού και/ή ειδών ένδυσης από τους ενάγοντες από τον τότε αντιπρόσωπο των τελευταίων και η εναγόμενη θα ξοφλούσε τους ενάγοντες μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι ενάγοντες περί το 2007 και 2008 απέστειλαν στην εναγόμενη είδη ρουχισμού και/ή είδη ένδυσης συνολικής αξίας €28.285.13= και σε σχέση με τις πωλήσεις αυτές, εξέδωσαν σχετικά τιμολόγια και δελτία αποστολής, στα οποία γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης συγκεκριμένη αναφορά. Η εναγόμενη στις 13/12/2010 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στις 6/4/2011 Έκθεση Υπεράσπισης. Με αυτήν εγείρει προδικαστική ένσταση σε σχέση με την οπισθογράφηση εξόδων και περαιτέρω αρνείται ότι είχε οποιαδήποτε προσωπική συνεργασία και /ή συναλλαγή με τους ενάγοντες αφού σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ουδέποτε ασχολήθηκε με την αγορά και/ή πώληση και/ή εμπορία ειδών ένδυσης αφού αυτή είναι ιδιωτική υπάλληλος και κατά συνέπεια δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες από οποιαδήποτε αγορά εμπορευμάτων. Ισχυρίζεται επίσης ότι αυτή που κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε επιχείρηση πώλησης έτοιμων ενδυμάτων ήταν η μητέρα της, Μάρω Πέτρου, το πρόσωπο δηλαδή που με την παρούσα αίτηση επιδιώκεται να προστεθεί ως διάδικος και ότι οποιεσδήποτε τυχόν δοσοληψίες έγιναν με την μητέρα της και όχι με την ίδια προσωπικά. Προβάλλει ακόμα τον ισχυρισμό ότι η μητέρα της έχει ξοφλήσει πλήρως τους ενάγοντες και δεν τους οφείλει κανένα απολύτως χρηματικό ποσό. Δέκα μήνες αργότερα και συγκεκριμένα στις 9/2/2012 καταχωρήθηκε εκ μέρους των εναγόντων παρόμοια αίτηση με την υπό κρίση, η οποία στις 8/5/2012 αποσύρθηκε άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας και λίγες μέρες αργότερα, στις 16/5/2012, καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Όπως αναφέρθηκε στην Mepa Management Ltd v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 ΑΑΔ 772, το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να προβαίνει σε οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους, με το να προσθέτει, να διαγράφει ή να αντικαθιστά διάδικο και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επιδίκων θεμάτων. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της προσθήκης διαδίκου αναφέρονται στην υπόθεση Artemis Company Ltd v. The Ship «Sonja»
(1972)1 ΑΑΔ 153. Σύμφωνα με αυτές η προσθήκη επιτρέπεται στις περιπτώσεις που ο προτεινόμενος νέος εναγόμενος θα επηρεαζόταν ευθέως από το αποτέλεσμα της αγωγής όπως έχει. Στην υπόθεση Χατζηευαγγέλου (Αρ.1) v. Dorami Marine Ltd κ.α.
(1978)1 ΑΑΔ 545, αποφασίσθηκε ότι η προσθήκη επιτρέπεται αν διαφανεί ότι αυτή είναι αναγκαία για να αποφασισθούν πλήρως και αποτελεσματικά όλα τα θέματα που εγείρονται στην αγωγή και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί αυτή δεν πρέπει να διαταχθεί. Στην P.T. Kiani Kertas v. Interorient Navigation Co Ltd κ.α. (Αρ.1) 2001 1Α) ΑΑΔ 300, αποφασίσθηκε ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και ανάλογη προσοχή. Ένας παράγοντας που το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι και ο παράγοντας ενδεχόμενης καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής. Ένας άλλος παράγοντας που το Δικαστήριο πρέπει να συνυπολογίσει είναι κατά πόσο ο προτιθέμενος εναγόμενος, θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης (βλ. Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines κ.α.
(1983)1 ΑΑΔ 479). Στην υπό κρίση αίτηση τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, εξεταζόμενα υπό το φως όλων των παραγόντων που σύμφωνα με τη νομολογία διαδραματίζουν ρόλο κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, σε αιτήσεις της φύσης αυτής, συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Είναι νομολογημένο ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ασκείται πάντοτε δικαστικά και στη βάση δεδομένων. Εκείνος ο οποίος επιζητεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του οφείλει να θέτει τα απαραίτητα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου, κάτι που στην παρούσα περίπτωση δεν έχει συμβεί. Ότι αναφέρεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση προς την κατεύθυνση αυτή είναι ότι «Κατά το χρόνο σύνταξης της παρούσης αγωγής εκ παραδρομής δεν μας δόθηκαν οι απαραίτητες και/ή ακριβείς πληροφορίες από τους πελάτες μας αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Κάποιες δε τροποποιήσεις επιδιώκονται ως διορθωτικές κατόπιν καλόπιστου και/ή παραδρομής λάθους». Οι πιο πάνω αναφορές εκτός του ότι γίνονται διαζευκτικά, γίνονται και με τρόπο γενικό και αόριστο χωρίς να προσδιορίζονται ποιές πληροφορίες δεν δόθηκαν στους δικηγόρους και γιατί. Ούτε επίσης διασαφηνίζεται ποιά είναι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Δεν αναφέρει η ενόρκως δηλούσα. Και το πιο σημαντικό. Ποιά ήταν τελικά η ισχυριζόμενη συμβατική σχέση και μεταξύ ποίων; Κρίνεται ότι οι ενάγοντες θα έπρεπε να εξηγήσουν στο Δικαστήριο ποιά είναι τα πραγματικά γεγονότα σύμφωνα βέβαια με τις θέσεις τους και γιατί δεν εκτέθηκαν από την αρχή. Θα έπρεπε επίσης να αναφέρουν πότε αυτά τα «πραγματικά» γεγονότα, περιήλθαν σε γνώση των δικηγόρων των εναγόντων. Η παράλειψη τους να προσδιορίσουν τον χρόνο τούτο οδήγησε και σε παράλειψη τους να εξηγήσουν και να δικαιολογήσουν τον διαρρεύσαντα χρόνο. Και τούτο λαμβανομένου υπόψη ότι στις 6/4/2011 η εναγόμενη καταχώρησε την Έκθεση Υπεράσπισης της με την οποία αρνείται ρητά ότι συναλλάχθηκε με τους ενάγοντες και ισχυρίζεται ότι τέτοια συνεργασία υπήρξε κατά τον επίδικο χρόνο, μεταξύ των εναγόντων με την προτιθέμενη εναγόμενη, ενώ δέκα μήνες αργότερα και συγκεκριμένα στις 9/2/2012 καταχωρήθηκε εκ μέρους των εναγόντων παρόμοια αίτηση με την υπό κρίση, η οποία στις 8/5/2012 αποσύρθηκε άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας με αποτέλεσμα λίγες μέρες αργότερα, στις 16/5/2012, να καταχωρηθεί η υπό κρίση αίτηση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενάγοντες δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα απαραίτητα εκείνα στοιχεία που να αιτιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Τυχόν έγκριση της με τα στοιχεία που έχουν τεθεί και τα οποία είναι ελλειπή θα ισοδυναμούσε με άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος των εναγόντων ανεξάρτητα και χωρίς συνυπολογισμό όλων των δεδομένων της υπόθεσης. Ανεξάρτητα με τα πιο πάνω άλλος επιπρόσθετος λόγος συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Σύμφωνα με τα όσα προκύπτουν από τη νομολογία, η προσθήκη διαδίκου, επιτρέπεται στις περιπτώσεις που θα συμβάλει στην αποτελεσματική επίλυση των υφισταμένων μεταξύ των διαδίκων επιδίκων θεμάτων και εφόσον κριθεί ότι ο προτιθέμενος διάδικος είναι αναγκαίος διάδικος. Όπως προκύπτει από τα επίδικα θέματα της αγωγής όπως σήμερα υφίστανται, δεν διαφαίνεται ότι η προσθήκη ως εναγόμενης της Μάρως Πέτρου, είναι αναγκαία για να αποφασισθούν πλήρως και αποτελεσματικά τα εγειρόμενα μεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων επίδικα θέματα, ούτε ότι ο προτεινόμενος διάδικος θα επηρεαζόταν ευθέως από το αποτέλεσμα της αγωγής. Εάν η υφιστάμενη εναγόμενη είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο συμβληθεί με τους ενάγοντες και εάν τους οφείλει τελικά οποιοδήποτε ποσό, αυτό δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο την προτεινόμενη νέα διάδικο, αλλά καθορίζει μόνο την ύπαρξη οφειλής από την υφιστάμενη εναγομένη προς τους ενάγοντες, εάν βέβαια κριθεί ότι υπάρχει και το αποτέλεσμα της παρούσας αγωγής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι η αίτηση θα πρέπει να έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγόντων και υπέρ της εναγομένης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) ............. Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο