Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κουρίου ν. Νίτσα Νεοφύτου κ.α., Γενική Αίτηση: 501/11, 9/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A76 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Γενική Αίτηση: 501/11 Μεταξύ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κουρίου, από την Επισκοπή Αιτητές και Νίτσα Νεοφύτου, από το Κολόσσι Κώστας Ανδρέου Λάμπρου, από το Κολόσσι Παναγιώτα Αριστοδήμου, από το Κολόσσι Σούλα Νεάρχου Ζήνωνος, από το Κολόσσι Καθ' ων η αίτηση ...................... Ημερομηνία: 9.10.12 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Τ. Κωνσταντίνου για κκ. Α. Ασσιώτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Καθ' ου η αίτηση 2: κ. Π. Κονταξής για κ. Σ. Σωφρονίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υπεβλήθη υπό των Αιτητών εναντίον των Καθ' ων η αίτηση με την οποία ζητείται η άδεια του Δικαστηρίου με την οποία να επιτρέπεται η εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 2.4.09 κατά τον ίδιο τρόπο ως αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν. 22/85, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 21 και 52
(1)(β), στον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 21 και 30, στην Δ.48, θθ1-3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Γιάννου Μουλλωτού από την Λεμεσό, ο οποίος είναι υπάλληλος των Αιτητών και δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση 2, από τώρα και στο εξής «ο Καθ' ου η αίτηση». Με Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία παρατίθενται 11 λόγοι ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η Ένσταση βασίζεται στον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, όπως τροποποιήθηκε, άρθρο 21, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν. 22/85, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 52 και 53, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς 142/87, θεσμό 79, στα άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην Δ.48, θ.4, Δ.55 και Δ.40 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες «των Δικαστηρίων». Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του ιδίου του Καθ' ου η αίτηση. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση του Γιάννου Μουλλωτού που συνοδεύει την αίτηση στις 2.4.09 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για το ποσό των Ευρώ 12.090,97 σεντ πλέον τόκους προς 9% ετησίως από 2.4.09 μέχρι πλήρους εξόφλησης πλέον Ευρώ 60,00 σεντ έξοδα διαιτησίας. Πιστό αντίγραφο της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης επιδόθηκε σε όλους τους Καθ' ων η αίτηση, στον δε Καθ' ου η αίτηση στις 2.4.
- Οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν εφεσιβάλει την διαιτητική απόφαση και ο χρόνος υποβολής έφεσης είχε κατά τον χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης ήδη παρέλθει. Οι Καθ' ων η αίτηση δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους τους και αρνούνται και παραλείπουν να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις των Αιτητών. Για τους πιο πάνω λόγους οι Αιτητές ζητούν την άδεια του Δικαστηρίου με την οποία να επιτρέπεται η εγγραφή και εκτέλεση της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης ώστε να μπορέσουν να ασκήσουν τα δέοντα μέτρα εκτέλεσης για την είσπραξη της απαίτησης τους. Η αιτούμενη άδεια θα πρέπει να παραχωρηθεί διαφορετικά θα είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί η διαιτητική απόφαση και να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Στην ένορκο δήλωση του Γιάννου Μουλλωτού επισυνάπτεται ως τεκμήριο αντίγραφο της πιο πάνω διαιτητικής απόφασης (Τεκμήριο 1). Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και ελλιπής και/ή οι Νόμοι και οι Θεσμοί επί των οποίων στηρίζεται δεν νομιμοποιούν την αιτούμενη θεραπεία και/ή δεν προσδίδουν στο Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την αίτηση τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκο δήλωση είναι ανεπαρκή και/ή δεν δικαιολογούν ή στηρίζουν την αιτούμενη θεραπεία η αίτηση είναι ελαττωματική Νόμω και ουσία και/ή πάσχει τυπικά και/ή δεν έχει περιβληθεί με τον ορθό δικονομικό τύπο και/ή μορφή και ως εκ τούτου είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και/ή ανύπαρκτη η υπαγωγή του Καθ' ου η αίτηση στην δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος υπό των Αιτητών διαιτητή παραβιάζει και/ή στερεί το δικαίωμα του Καθ' ου η αίτηση για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο αφού ο διαιτητής διορίζεται μονομερώς από τους Αιτητές χωρίς δικαίωμα του Καθ' ου η αίτηση να ακουσθεί επί του θέματος η υπαγωγή του Καθ' ου η αίτηση στην δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος υπό των Αιτητών διαιτητή παραβιάζει κατά καταστρατήγηση του Συντάγματος, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Περί Διαιτησίας Νόμου το δικαίωμά του Καθ' ου η αίτηση για πρόσβαση στο Δικαστήριο προς διάγνωση της ισχυριζόμενης αστικής υποχρέωσής του η αίτηση είναι ελλιπής και/ή δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη η αίτηση καταχωρήθηκε και προωθείται καταχρηστικά σε συμπαιγνία με μερικούς από τους οφειλέτες η εγγραφή είναι αντίθετη με τους κανονισμούς και την χρηστή δικαιοσύνη καθότι ζητείται στην απουσία ορισμένων και ενδιαφερόμενων μερών με τον τρόπο που προχώρησαν οι Αιτητές καταχρώνται την διαδικασία, αποκρύβουν ουσιαστικά γεγονότα και/ή δεν αποκαλύπτουν αυτά η διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την διαδικασία είναι αντικανονική, δεν τηρήθηκαν από τον διαιτητή οι σωστές διαδικασίες και/ή δεν επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση και/ή δεν του δόθηκε το δικαίωμα υπεράσπισης. Επίσης ο διαιτητής ενήργησε αυτόβουλα, μόνος του, καταχράστηκε και/ή δεν τήρησε το δικαίωμα των διαδίκων για ισότητα και ίση αντιμετώπιση τους αφού ενήργησε μονομερώς υπέρ των Αιτητών. Τέλος, η διαιτητική απόφαση στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση. Το ορθό δικονομικό μέτρο για την εγγραφή μιας διαιτητικής απόφασης είναι η γενική αίτηση. Η γενική αίτηση δεν είναι ενδιάμεση διαδικασία αλλά τρόπος έναρξης διαδικασίας ενώπιον Δικαστηρίου. Συνεπώς, η Διάταξη 48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας στην οποία στηρίζεται η αίτηση δεν μπορεί να προσδώσει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο για να ασχοληθεί με την ουσία της. Η Διάταξη 48, θεσμός 1 αφορά σε αιτήσεις προς τον Πρωτοκολλητή ενώ οι θεσμοί 2 και 3 της εν λόγω Διάταξης που αναφέρονται στην νομική βάση της αίτησης έχουν να κάνουν με ενδιάμεσες αιτήσεις και όχι με πρωτογενείς. Στην περίπτωσή μας έχομε μια γενική αίτηση, δηλαδή, στην ουσία, μια αγωγή η οποία έχει ως νομικό βάθρο την Διάταξη
- Η αίτηση ως πρωτογενής θα έπρεπε να βασίζεται στην Διάταξη 55 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και όχι στην Διάταξη 48, την οποία οι Αιτητές άστοχα και μοιραία έχουν επιλέξει, αφού αυτή τυγχάνει εφαρμογής σε ενδιάμεσες αιτήσεις και όχι σε πρωτογενείς όπως η παρούσα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν έχει ενεργοποιηθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και, κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν μπορεί και δεν πρέπει να εξετάσει την αίτηση επί της ουσίας. Αναφορικά με τον λόγο αυτό ένστασης έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Και αν ακόμη η Διάταξη 48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ήθελε κριθεί ότι λανθασμένα συμπεριλήφθηκε στην νομική βάση της αίτησης αυτό δεν καταργεί την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αφ' ης στιγμής στην νομική βάση της αίτησης αναφέρονται, μεταξύ άλλων, ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος, Ν. 22/85, όπως τροποποιήθηκε, άρθρο 52
(1)(β). Σημειώνεται ότι στην υπό εξέταση περίπτωση εφαρμογή έχει ο πιο πάνω Νόμος και όχι το Κεφ. 4, το άρθρο 21 του οποίου, προβλέπει για διαιτητικές αποφάσεις που εκδίδονται δυνάμει συνυποσχετικού. Η κρινόμενη υπόθεση αφορά σε διαφορά η οποία προέκυψε βάση Νόμου και δη μεταξύ των Αιτητών, από την μια, και οφειλέτη και εγγυητών του, από την άλλη. Το άρθρο 52 προνοεί ως ακολούθως:
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά αφορώσα τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας - (α) μεταξύ μελών, πρώην μελών, προσώπων αξιούντων μέσω μελών καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους∙ ή (β) μεταξύ μέλους, πρώην μέλους ή προσώπου αξιούντος μέσω μέλους, πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους και της εταιρείας, της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής ή οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας∙ ή (γ) μεταξύ της εταιρείας ή της επιτροπείας ή του συμβουλίου αυτής και οιουδήποτε αξιωματούχου, αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της εταιρείας∙ ή (δ) μεταξύ της εταιρείας και οιασδήποτε ετέρας εγγεγραμμένης εταιρείας, η τοιαύτη διαφορά θα παραπέμπηται υφ' οιουδήποτε εξ' αυτών εις τον Έφορον: ..........................................................................................................................
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριο εντός είκοσι και μίας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών με βάση το εδάφιο
(2)δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο σύμφωνα με το εδάφιο
(4)ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου». Υπό το φως των πιο πάνω και αφ' ης στιγμής το ισχύον για την περίπτωση δικαιοδοτικό πλαίσιο αναφέρεται στην νομική βάση της αίτησης ο λόγος αυτός ένστασης κρίνω πως δεν ευσταθεί. Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση. Η παρούσα διαδικασία έχει μεν ενεργοποιηθεί με το ορθό δικονομικό διάβημα, ήτοι με γενική αίτηση, πλην όμως ο τύπος, δηλαδή, η δικονομική μορφή (φόρμα) του διαβήματος είναι λανθασμένη, αντικανονική και, συνεπώς, άκυρη και ανυπόστατη. Ο τύπος της αίτησης είναι ο τύπος που χρησιμοποιείται σε ενδιάμεσες αιτήσεις σε εκκρεμούσες διαδικασίες που στηρίζονται στην Διάταξη 48 και όχι σε πρωτογενείς αιτήσεις με τις οποίες ξεκινά μια διαδικαστική διαδικασία. Η αίτηση πάσχει από ακυρότητα η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί. Ως εκ τούτου θα πρέπει να θεωρηθεί ως ανύπαρκτη. Η νομική διαδικαστική της αντιμετώπιση είναι σαν να υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μια απλή επιστολή. Επίσης, η Διάταξη 64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας δεν βοηθά τους Αιτητές καθότι αυτοί σε κανένα διορθωτικό μέτρο δεν προέβησαν. Καταλήγοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι η αίτηση πάσχει εκ βάθρων από θεμελιακές αδυναμίες σε διαδικαστικά θέματα ουσίας τα οποία την καθιστούν ελαττωματική και αντικανονική και με δεδομένο ότι οι Αιτητές δεν προέβηκαν σε δικονομικά διαβήματα για να περισώσουν την αίτηση το Δικαστήριο θα πρέπει να την απορρίψει. Ανεξαρτήτως της ορθότητας της πιο πάνω θέσης αισθάνομαι την ανάγκη να αναφέρω ευθύς εξ' αρχής ότι η θέση του Καθ' ου η αίτηση ξενίζει στο εξής σημείο. Ενώ, από την μια, με αυτήν υποστηρίζεται ότι η αίτηση είναι άκυρη και δεν μπορεί να θεραπευθεί, από την άλλη, υποστηρίζεται ότι οι Αιτητές δεν προέβηκαν σε δικονομικά διαβήματα για να την περισώσουν, θέση η οποία συνηγορεί με το ότι η χρήση λανθασμένου σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση τύπου αποτελεί απλή παρατυπία δυνάμενη να θεραπευθεί. Με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση τέθηκαν σε προσοχή του Δικαστηρίου περικοπές από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England καθώς και αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση παρέπεμψε, επίσης, το Δικαστήριο στην Διάταξη 55 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και στους Τύπους 50 και
- Αν ορθά έχω αντιληφθεί θέση του ευπαίδευτου συνήγορου του Καθ' ου η αίτηση, όπως αυτή εκφράσθηκε μέσα από την αγόρευσή του, είναι ότι η αίτηση έπρεπε να λάβει τον τύπο 50 ή 51 στην βάση της Διάταξης 55 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η πιο πάνω Διάταξη προνοεί τα ακόλουθα:
- «Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court, by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested.
- The Court or Judge may direct such persons to be served with the summons as they or he may think fit.
- The application shall be supported by such evidence as the Court or Judge may require.
- The Court or Judge shall not be bound to determine any such question of construction if in their or his opinion it ought not to be determined on originating summons». Σε ελεύθερη μετάφραση:
- «Οποιοδήποτε πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι έχει συμφέρον σε έγγραφο μεταβίβασης, διαθήκη ή άλλη γραπτή πράξη δύναται να αιτηθεί στο Δικαστήριο με εναρκτήρια κλήση (Τύποι 50 και 51) για την επίλυση οποιουδήποτε ζητήματος ερμηνείας η οποία αναφύεται από την πράξη και για δήλωση των δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων προσώπων
- Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να δώσει οδηγίες όπως η κλήση επιδοθεί στα πιο πάνω πρόσωπα όπως κρίνει πρέπον
- Η αίτηση θα συνοδεύεται από τέτοια μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να ζητήσει
- Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δεν θα είναι υποχρεωμένος να αποφασίσει ένα τέτοιο ζήτημα ερμηνείας αν κατά την γνώμη του αυτό δεν θα πρέπει να αποφασισθεί με εναρκτήρια κλήση». Από τα πιο πάνω καθίσταται έκδηλο ότι η εγγραφή διαιτητικής απόφασης δεν εμπίπτει εντός του εύρους της Διάταξης
- Η Διάταξη 55 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας αφορά σε εντελώς διαφορετικά ζητήματα και δεν καλύπτει την εγγραφή διαιτητικής απόφασης. Η θέση, επομένως, του ευπαίδευτου συνήγορου του Καθ' ου η αίτηση ότι για τον λόγο ότι στην παρούσα περίπτωση ισχύει η Διάταξη 55 θα πρέπει η αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης να γίνει στον Τύπο 50 ή 51 θεωρώ με όλο τον σεβασμό προς αυτόν ότι είναι λανθασμένη και δεν ευσταθεί. Έχω μελετήσει τις περικοπές από το Αγγλικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England στις οποίες ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση με παρέπεμψε. Δεν μου διαφεύγει ότι σύμφωνα με τις πιο πάνω περικοπές η αίτηση για εγγραφή διαιτητικής απόφασης στην Αγγλία γίνεται με εναρκτήρια κλήση (originating summons). Αυτό, όμως, γιατί, όπως φαίνεται από τις πιο πάνω περικοπές, συγκεκριμένος θεσμός των Αγγλικών Κανονισμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Rules of the Supreme Court) προνοεί για κάτι τέτοιο και ο οποίος θεσμός, βεβαίως, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην Κύπρο. Στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας δεν εντόπισα οποιαδήποτε διάταξη που να προνοεί για την διαδικασία που ακολουθείται στην περίπτωση εγγραφής διαιτητικής απόφασης. Αντίστοιχη πρόνοια δεν εντόπισα ούτε στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν. 22/85, όπως τροποποιήθηκε, αλλά ούτε και στους Περί Συνεργατικών Θεσμούς του 1987, ΚΔΠ 142/87, όπως τροποποιήθηκε. Επίσης, οι αποφάσεις στις οποίες με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση δεν διαφωτίζουν ως προς το εγερθέν ζήτημα, μέσα δε από την δική μου έρευνα δεν εντόπισα απόφαση διαφωτιστική επί του θέματος. Αναμφίβολα ο τύπος που χρησιμοποιήθηκε από τους Αιτητές για την έναρξη της διαδικασίας είναι ταυτόσημος με αυτόν ενδιάμεσης αίτησης. Από την έρευνα, όμως, στην οποία προέβηκα δεν έχω εντοπίσει κάτι που να καθιστά επιλήψιμο τον χρησιμοποιηθέντα υπό των Αιτητών αυτό τύπο σε γενική αίτηση που, σύμφωνα και με τον Καθ' ου η αίτηση είναι ο ορθός τρόπος έναρξης της διαδικασίας σε αίτηση της φύσης όπως είναι η παρούσα. Η ταυτοσημία δε της γενικής αίτησης με την εναρκτήρια κλήση που γίνεται από τον Καθ' ου η αίτηση είναι κατά την κρίση μου λανθασμένη. Οι δύο αυτοί τρόποι έναρξης διαδικασίας δεν είναι οι ίδιοι. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν μπορώ να θεωρήσω ότι ο τύπος που χρησιμοποιήθηκε από τους Αιτητές για την έναρξη της διαδικασίας στην υπό κρίση αίτηση είναι αντικανονικός και, επομένως, ότι αυτό καθιστά την υπό κρίση αίτηση παράτυπη ή άκυρη. Συνακόλουθα ούτε ο τρίτος λόγος ένστασης ευσταθεί. Η παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία ρυθμίζεται γενικά από τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
- Όταν, όμως, προκύψει διαφορά μεταξύ εταιρείας, από την μια, και οφειλέτη της ή εγγυητή του, από την άλλη, εφαρμόζεται ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος, Ν. 22/85, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος», σε συνδυασμό με τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς του 1987, ΚΔΠ 142/87, όπως τροποποιήθηκε. Σχετικό είναι το άρθρο 52
(1)του Νόμου, το περιεχόμενο του οποίου παρατέθηκε ενωρίτερα. Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή μπορεί να την εφεσιβάλει στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από της γνωστοποίησης σε αυτόν της διαιτητικής απόφασης (Βλ. άρθρο 52
(4)του Νόμου). Σε περίπτωση, όμως, που η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση δεν εφεσιβληθεί εντός της πιο πάνω χρονικής προθεσμίας ή η έφεση που έχει υποβληθεί εναντίον αυτής έχει εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, τότε η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου (Βλ. άρθρο 52
(5)του Νόμου). Στην Αίτηση του Χρίστου Χριστοφόρου και Άλλων,αρ. 43/99
(1999)1Β ΑΑΔ 980 στις 20.3.97 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση με την οποία οι αιτητές καταδικάστηκαν να πληρώσουν στους καθ' ων η αίτηση το ποσό των Λ.Κ.44.354,02 σεντ πλέον τόκους και έξοδα διαιτησίας. Στις 29.9.97 Επαρχιακό Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε όπως η εν λόγω διαιτητική απόφαση καταχωρηθεί και εγγραφεί στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου. Οι αιτητές υπέβαλαν αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση ενταλμάτων certiorari με τα οποία να εξαλειφθούν το πιο πάνω διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου και η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση στην βάση του ότι γνώση για την εναντίον τους εκδοθείσα απόφαση έλαβαν μετά που οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν αίτηση για είσπραξη του ποσού με μηνιαίες δόσεις. Αποφασίσθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο υπό την μονομελή σύνθεση του ότι η παράλειψη γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης στους αιτητές συνιστούσε παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και ότι τέτοια παράβαση, καθώς έχει νομολογηθεί, αποτελούσε καλό λόγο για την χορήγηση των επίδικων θεραπειών. Στις σελίδες 984-985 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η σχετική για την άσκηση έφεσης πρόνοια βρίσκεται στο άρθρο 52
(4)του Νόμου 22/85 το οποίο προβλέπει: "
(4)Οιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτόν του ηδικημένον από την απόφασιν οιουδήποτε διαιτητού ή διαιτητών δύναται να υποβάλη έφεσιν εις το Δικαστήριον εντός είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της αποφάσεως." Τυγχάνει εξεταστέο κατά πόσο η διαιτητική απόφαση ελέγχεται με ένταλμα Certiorari. Η απάντηση είναι καταφατική (Βλ. Papayiannis v. Registrar of Co-Operative Credit Societies
(1965)1 C.L.R. 263, 271, Tourabis v. Pelides
(1967)1 C.LR. 5 και Καβαλλάρη
(1990)1 Α.Α.Δ. 1147). Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο 52
(4)οι αιτητές είχαν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης. Δεν έχουν ασκήσει έφεση γιατί δεν γνώριζαν για την ύπαρξη της διαιτητικής απόφασης. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τους αιτητές, η καθ' ης η αίτηση, προχώρησε στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης χωρίς να είχε δώσει την ευκαιρία στους αιτητές να λάβουν τα υπό του νόμου προβλεπόμενα ένδικα μέσα για αμφισβήτηση της εγκυρότητας ή νομιμότητας της. Οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης απαιτούν όπως στα μέρη μιας διαδικασίας παρέχεται πλήρης ευκαιρία να ακουστούν. Εμπεριέχουν την υποχρέωση ακριβοδίκαιης δράσης από τα σώματα που λαμβάνουν αποφάσεις (R. ν. Home Secretary ex. p. Santillo [1981] Q.B. 778). Εφαρμόζονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες μια απόφαση επηρεάζει τα δικαιώματα ενός διαδίκου (Ridge v. Baldwin [1964] A.C. 40). Στην κρινόμενη περίπτωση ο ισχυρισμός των αιτητών ότι δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να ασκήσουν τα υπό του Νόμου προβλεπόμενα ένδικα μέσα για αμφισβήτηση της διαιτητικής απόφασης έχει παραμείνει αδιαμφισβήτητος. Προκύπτει, επομένως, ότι οι αιτητές δεν γνώριζαν για την ύπαρξη της διαιτητικής απόφασης. Αγνοούσαν μια ουσιώδη πτυχή της διαδικασίας η οποία τους αφορούσε και επηρέαζε τα νόμιμα δικαιώματα τους. Τέτοια άγνοια, καθώς έχει νομολογηθεί, συνιστά παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (Fleet Mortgage ν. Lower Maisonette [1972] 1 W.L.R. 765 και Natural Justice by Paul Jackson, Second ed., σελ. 60). Η διαδικασία ενώπιον του Διαιτητή και η διαδικασία εγγραφής της διαιτητικής απόφασης αποτελούν δύο άρρηκτα συνδεδεμένες και αλληλένδετες διαδικασίες. Οποιαδήποτε πλημμέλεια η οποία σημειώνεται στην πορεία της διαδικασίας, η οποία οδηγεί στην εγγραφή της απόφασης, επηρεάζει τη νομιμότητα τόσο της διαιτητικής απόφασης όσο και της απόφασης του δικαστηρίου για εγγραφή της. Δεν έχει σημασία το κατά πόσο για την ισχυριζόμενη πλημμέλεια δυνατόν να μην ευθύνεται ο διαιτητής ή το δικαστήριο. Έχει νομολογηθεί ότι χωρεί ένταλμα Certiorari ακόμη και στην περίπτωση που η πλημμέλεια οφείλεται σε ένα από τα μέρη της διαδικασίας - εδώ στην καθ' ης η αίτηση (R. ν. Leyland Magistrates, ex.p. Hawthorn [1979] 1 All E.R. 209, 210, 211). Η παράλειψη γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης στους αιτητές συνιστά, όπως υποδεικνύεται πιο πάνω, παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης. Τέτοια παράβαση, καθώς έχει νομολογηθεί, αποτελεί καλό λόγο για την χορήγηση των επίδικων θεραπειών (Βλ. Tourabis, πιο πάνω και Ridge, πιο πάνω). Ακολουθεί πως η αίτηση πρέπει να πετύχει». Στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης δεν παρέχεται η δυνατότητα αναθεώρησης ή ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο εξετάζοντας αίτηση, όπως είναι η υπό κρίση, δεν μπορεί να προχωρήσει σε δικαστικό έλεγχο της ουσίας και της ορθότητας της διαιτητικής απόφασης. Αντικείμενο της αίτησης είναι μόνο η λήψη άδειας για εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης του διαιτητή. Παραπέμπω σχετικά στην Αίτηση της Σωτηρούλλας Κωνσταντινίδου, αρ. 110/95
(1995)1 ΑΑΔ 827. Στην πιο πάνω υπόθεση η αιτήτρια υπέγραψε ως εγγυήτρια σε γραμμάτιο προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αγίου Δομετίου Λτδ για το ποσό των Λ.Κ.1.000, 00 σεντ. Αφού οι πρωτοφειλέτες είχαν καταβάλει κάποιες δόσεις, το θέμα παραπέμφθηκε ενώπιον Διαιτητή σύμφωνα με το άρθρο 52 του Νόμου, ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Αυγούστου 1987 (Βλ. Ν. 68/87). Η αξίωση οφειλής ήταν κατά τον Νόμο διαφορά παραπέμψιμη σε Διαιτητή. Ο Διαιτητής επέλυσε την διαφορά με απόφασή του εναντίον και της αιτήτριας για ποσό Λ.Κ.1.263,37 σεντ πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 1.1.1988 μέχρι εξόφλησης. Μετά από αίτηση του Ταμιευτηρίου το Επαρχιακό Δικαστήριο παρέσχε άδεια για εκτέλεση αφού διέταξε καταχώρηση και εγγραφή της πιο πάνω απόφασης του Διαιτητή στο Πρωτοκολλητείο. Η αιτήτρια υπέβαλε αίτηση για άδεια καταχώρησης αίτησης για έκδοση διατάγματος της φύσεως certiorari προς ακύρωση της πιο πάνω απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου με την οποία δόθηκε άδεια για εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Βάση της αίτησης αποτέλεσε σύμφωνα με την αιτήτρια το γεγονός ότι οι τόκοι που επιδικάσθηκαν εναντίον της από τον Διαιτητή υπερέβαιναν το κεφάλαιο κατά παράβαση του Περί Τόκου Νόμου του 1977 (Ν. 2/77). Στην σελίδα 831 τονίσθηκαν τα ακόλουθα: «Αντικείμενο της αίτησης είναι το διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο για την καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή. Ως μόνη αιτία ακύρωσης προτείνεται η θέση της αιτήτριας πως η αξίωση χρημάτων πέραν των καταβληθέντων θα συνιστούσε καταστρατήγηση της νομοθεσίας περί τόκου. Πρόκειται για τον περί Τόκου Νόμο του 1977 (Ν. 2/77)οι επιπτώσεις του οποίου εξετάστηκαν πρόσφατα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου και Άλλοι ν. Coudounaris Food Products Ltd και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 641. Δεν έχει εξηγηθεί όμως ποιά είναι η σύνδεση της δικαστικής απόφασης, η οποία αφορούσε μόνο στην καταχώριση και εγγραφή της απόφασης του Διαιτητή και συνακόλουθα της παροχής άδειας για εκτέλεση, με το πιο πάνω ζήτημα ουσίας που εγείρεται. Δεν έχει υποστηριχθεί καν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εξέτασης τέτοιου θέματος ή οποιουδήποτε θέματος αναφερομένου στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή και τελικά δεν έχει υποδειχθεί με ποιο τρόπο, κατά την αντίληψη της αιτήτριας, πάσχει η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η αιτήτρια παρέπεμψε στην απόφαση του Διαιτητή για να υποστηρίξει πως περιέχει το σπέρμα της αξίωσης τόκου πέραν του επιτρεπομένου. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή, η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πώς θα μπορούσε να εκδηλωθεί τώρα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας που, επαναλαμβάνω, αναφέρεται μόνο στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου που ακολούθησε, τέτοιο παράπονο. Πάντως, χωρίς να θέλω να υπεισέλθω στο περιεχόμενο της απόφασης του Διαιτητή αυτής καθ' εαυτής, επισημαίνω την παράλειψη εξήγησης του τρόπου με τον οποίο η μεταγενέστερη αξίωση τόκου που φέρεται να υπερβαίνει το νομίμως οφειλόμενο, μπορεί να συνδεθεί προς την απόφαση του Διαιτητή». Υπό το φως των πιο πάνω η αιτηθείσα άδεια δεν δόθηκε και η αίτηση απορρίφθηκε. Τέλος, στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη και άλλοι
(2008)1 ΑΑΔ 716 επισημάνθηκαν τα ακόλουθα στην σελ.719: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης». Όπως είδαμε, με την Ένστασή του ο Καθ' ου η αίτηση θίγει τα ακόλουθα ζητήματα: πλημμελή και αντικανονικό διορισμό του διαιτητή και, κατά συνέπεια καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του. Σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση ο διαιτητής διορίσθηκε μονομερώς από τους Αιτητές και στον ίδιο δεν δόθηκε το δικαίωμα να ακουθεί επί του θέματος τούτου. Κατά συνέπεια, στερήθηκε στον Καθ' ου η αίτηση και παραβιάσθηκε το δικαίωμά του για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο δικαστήριο. Για τον λόγο αυτό παραβιάσθηκαν συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματά του καθώς και δικαιώματα του που προστατεύονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 την εγκυρότητα της διαδικασίας διαιτησίας που έλαβε χώρα. Σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην διαιτησία ήταν αντικανονική καθότι δεν τηρήθηκαν από τον διαιτητή οι σωστές διαδικασίες και δεν επεξηγήθηκαν στον Καθ' ου η αίτηση τα δικαιώματά του και του στερήθηκε το δικαίωμα υπεράσπισης. Επίσης, ο διαιτητής καταχράσθηκε το δικαίωμα των διαδίκων για ισότητα και ίση αντιμετώπιση αφού ενήργησε μονομερώς υπέρ των Αιτητών την διαιτητική απόφαση υπό την έννοια ότι αυτή στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας. Υπό το φως των αποφάσεων που πιο πάνω παρατέθηκαν κρίνω πως δεν μου παρέχεται η δικαιοδοσία να εξετάσω τα πιο πάνω θέματα στα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε στα πλαίσια αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης δεν παρέχεται η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου ή αναθεώρησης της ουσίας ή της ορθότητας της διαιτητικής απόφασης ή ακύρωσης της. Ούτε της εγκυρότητας της διαδικασίας που έλαβε χώρα ενώπιον του διαιτητή. Αντικείμενο της αίτησης είναι μόνο η λήψη άδειας για εγγραφή και εκτέλεση της. Αν δε για τους πιο πάνω προβληθέντες λόγους ο Καθ' ου η αίτηση αισθανόταν αδικημένος από την απόφαση του διαιτητή αυτός μπορούσε να υποβάλει έφεση εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 52
(4)του Νόμου προθεσμίας. Σύμφωνα, όμως, με την ένορκο δήλωση του Γιάννου Μουλλωτού που συνοδεύει την αίτηση ο χρόνος υποβολής έφεσης είχε ήδη εκπνεύσει κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης χωρίς ο Καθ' ου η αίτηση να ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο με το οποίο να αμφισβητήσει την ορθότητα ή την εγκυρότητα της απόφασης του διαιτητή, ισχυρισμός, ο οποίος δεν αμφισβητείται από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση. Συνεπώς, και με βάση το άρθρο 52
(5)του Νόμου η διαιτητική απόφαση κατέστη τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αν ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου. Υπό το φως των πιο πάνω οι πιο πάνω λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν. Προβάλονται, επίσης, ως λόγοι ένστασης ότι η αίτηση είναι ελλιπής καθότι με αυτήν δεν ζητείται η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης εναντίον όλων των προσώπων εναντίον των οποίων αυτή εκδόθηκε. Παραλείπονται ο πρωτοφειλέτης, Ανδρέα Νεάρχου Ζήνωνος, και ο εγγυητής, Γιώργος Χρυσοστόμου. Αυτό, σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση, είναι αντίθετο προς τους κανονισμούς και την χρηστή διοίκηση. Και οφείλεται σε συμπαιγνία μεταξύ των Αιτητών και των πιο πάνω αναφερόμενων προσώπων. Για τον τελευταίο αυτό λόγο η αίτηση σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση καταχωρήθηκε και προωθείται καταχρηστικά από τους Αιτητές. Πάντως, κανένας κανονισμός δεν υποδείχθηκε από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση που να καθιστά επιλήψιμο το ότι με την αίτηση δεν επιχειρείται εγγραφή της διαιτητικής απόφασης εναντίον όλων των προσώπων εναντίον των οποίων αυτή εκδόθηκε και, κατά συνέπεια, που να καθιστά επιλήψιμη ουσιαστικά την επιλογή των Αιτητών ως προς τα πρόσωπα-οφειλέτες εναντίον των οποίων επιθυμούν να στραφούν με μέτρα εκτέλεσης. Έχω διέλθει με προσοχή τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς του 1987, Κανονιστική Διοικητική Πράξη (ΚΔΠ) 142/87, όπως αυτή τροποποιήθηκε από τις Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις με αριθμούς 464/01, 874/04, 140/07 και 54/12. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση του Καθ' ου η αίτηση δεν βρίσκει έρεισμα στους πιο πάνω Κανονισμούς αφού κανένας εξ' αυτών δεν κάνει καν αναφορά στο ζήτημα τούτο. Όσον δε αφορά την χρηστή διοίκηση δεν επεξηγείται πως αυτή άπτεται ή συνδέεται με το εγερθέν ζήτημα. Η θέση, επομένως, του Καθ' ου η αίτηση παρέμεινε γενικόλογη. Επιπλέον, η θέση περί συμπαιγνίας παρέμεινε στο επίπεδο ισχυρισμού και μόνο, αφού δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία που να τείνει να την καταδείξει. Φαίνεται δε αυτή να προβάλλεται υπό μορφή εικασίας και μόνο. Είναι, επίσης, η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι εν' όψει των πιο πάνω οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιαστικά γεγονότα. Ποια γεγονότα είναι αυτά που απεκρύβησαν δεν διασαφηνίσθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση. Αν και ο λόγος αυτός ένστασης δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία, επειδή με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση αυτός προβάλλεται ως άμεσα συνδεδεμένος με τους λόγους ένστασης που έχουν σχολιασθεί στις δύο προηγούμενες παραγράφους, προτίθεμαι να τον εξετάσω. Αν και θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Προδήλως, τα γεγονότα που σύμφωνα με τον Καθ' ου η αίτηση οι Αιτητές απέκρυψαν είναι ο λόγος που η εγγραφή δεν ζητείται και εναντίον των προσώπων που πιο πάνω αναφέρθηκαν, ήτοι του πρωτοφειλέτη και του ενός εγγυητή. Δεν θεωρώ ότι οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιαστικά γεγονότα. Το βάσιμο του λόγου αυτού αναιρείται από τα όσα ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι κανένας από τους πιο πάνω συζητηθέντες λόγους ένστασης δεν ευσταθεί. Στην ένορκο δήλωση του Γιάννου Μουλλωτού που συνοδεύει την αίτηση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 πιστό αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης της οποίας με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η εγγραφή. Η έκδοση της διαιτητικής απόφασης με ό,τι αυτή προνοεί δεν αμφισβητήθηκαν από τον Καθ' ου η αίτηση. Επισυνάπτεται, επίσης, μεταξύ άλλων, ένορκη δήλωση ιδιώτη επιδότη επίδοσης της διαιτητικής απόφασης προς τον Καθ' ου η αίτηση. Σύμφωνα με αυτήν η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση στις 2.4.11 και ο τελευταίος υπέγραψε στο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης που του επιδόθηκε. Επομένως, ο Καθ' ου η αίτηση έλαβε γνώση της διαιτητικής απόφασης. Η πιο πάνω μαρτυρία δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση. Άλλωστε, ο Καθ' ου η αίτηση ήταν, όπως καταμαρτυρείται και από την διαιτητική απόφαση χωρίς αυτό να αμφισβητηθεί, παρών κατά την διαιτησία, όπου και παραδέχθηκε το χρέος του, και παρών κατά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης. Τέλος, η προθεσμία των 21 ημερών από της γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης προς τον Καθ' ου η αίτηση εντός της οποίας αυτός είχε την δυνατότητα να την εφεσιβάλει είχε εκπνεύσει κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης. Σύμφωνα δε με την ένορκο δήλωση του Γιάννου Μουλλωτού εντός της πιο πάνω προθεσμίας καμία έφεση δεν ασκήθηκε κατά της διαιτητικής απόφασης, ισχυρισμός ο οποίος και πάλι δεν αμφισβητήθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι οι Αιτητές δικαιούνται στην αιτούμενη θεραπεία. Απορρίπτεται, έτσι, και ο δεύτερος λόγος ένστασης σύμφωνα με τον οποίο τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι ανεπαρκή και δεν δικαιολογούν την αιτούμενη θεραπεία. Συνακόλουθα δίδεται άδεια όπως η διαιτητική απόφαση υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση 2 ημερομηνίας 2.4.09 εγγραφεί ώστε να καταχωρισθεί σαν δικαστική απόφαση και εκτελεσθεί. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ'ου η αίτηση 2 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως με τους Καθ' ων η αίτηση 1, 3 και 4 όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Εγγραφή διαιτητικής απόφασης Subject: Civil / General Applications / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο