← Κύπρος

Tραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. PETROLEUM (CYPRUS) LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 5846/10, 20/11/2012

Tραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. PETROLEUM (CYPRUS) LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 5846/10, 20/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A123 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: K. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5846/10 Tραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LTD
  2. Aiman Mohamed Soboh
  3. G.D.F. Gulf Deep Foundation Ltd Εναγομένων ------------------------------- Aίτηση ημερομηνίας 6.3.12 Ημερομηνία: 20.11.2012 Για εναγόμενους/αιτητές: Κα Σκούλου μετά του κ. Κωστακόπουλου για κ. Ευσταθίου (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Α. Αντωνίου) Για ενάγοντες/καθ' ων η αίτηση: Κος Κουρσάρης για Χρυσαφίνη και Πολυβίου (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Σ. Νεοκλέους) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται η έκδοση διατάγματος «με το οποίο να αναστέλλεται δυνάμει του Άρθρου 215 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 η διαδικασία της με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό Αγωγής μέχρι την αποπεράτωση και τελική εκδίκαση της Αίτησης Διάλυσης αρ. 36/2012 Ε.Δ. Λεμεσού που καταχωρήθηκε από τους Societe Generale S.A. στις 26.1.2012 εναντίον των Εναγομένων 1/Αιτητών». Στην ένορκη δήλωση του Aiman Mohamed Soboh, εναγόμενου 2 και διευθυντή των εναγομένων 1 και 3 η οποία συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται ότι στις 26.1.12 καταχωρήθηκε από τη Societe Generale S.A. στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αίτηση για διάλυσης εναντίον της εναγομένης 1 (Τεκ.1). Στη βάση του άρθρου 215 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, αναφέρεται ότι είναι δίκαιο όπως όλες οι διαδικασίες εναντίον των εναγομένων 1, πρωτοφειλέτες κάτω από τις σχετικές συμφωνίες (Factoring agreements) ημερ. 20.6.06 και 20.12.06 (Τεκ.2 και 3) οι οποίες είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής, ανασταλούν μέχρι εκδίκασης της αίτησης διάλυσης. Σύμφωνα με τους όρους 3.1 και 3.2 που όπως είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων, προβλέπουν για την αυτόματη μεταβίβαση στους ενάγοντες της κυριότητας όλων των χρεών που οφείλονταν στους εναγόμενους 1 και των φερόμενων «Συγγενικών Δικαιωμάτων» (Related Rights) όπως αυτά ορίζονται στις "Factoring Agreements", αποτελούν εγγράψιμες επιβαρύνσεις κατά την έννοια του άρθρου 90 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και επειδή δεν έχουν καταχωρηθεί εντός περιόδου 21 ημερών από την ημερομηνία δημιουργίας τους είναι άκυρες έναντι του εκκαθαριστή και κάθε πιστωτή της εταιρείας. Είναι σημαντικό να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα για να προστατευθούν τα δικαιώματα των πιστωτών των εναγομένων 1 περιλαμβανομένης και της Societe Generale S.A. από αδικαιολόγητες προτιμήσεις των εναγόντων και από τον εκκαθαριστή σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος διάλυσης από το Δικαστήριο. Περαιτέρω με την προώθηση της παρούσας αγωγής αγνοούνται και οι πρόνοιες του άρθρου 285 του Κεφ. 113 που προνοεί για τη διάθεση της περιουσίας σε περίπτωση εκκαθάρισης, pari passu μεταξύ όλων των μη εξασφαλισμένων πιστωτών ανάλογα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας. Επίσης το Δικαστήριο θα ενεργούσε κατά παράβαση του άρθρου 301 του Κεφ.113 που προνοεί για δόλιες προτιμήσεις. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι όλες οι πληρωμές για δικηγορικά έξοδα μπορούν να θεωρηθούν ως προνομιακές πληρωμές κατά παράβαση του άρθρου
  4. Η ημερομηνία έναρξης της εκκαθάρισης, θεωρείται σύμφωνα με το άρθρο 218 του Νόμου ότι είναι η ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης διάλυσης ήτοι 26.1.2012 και πως τα πράγματα θα πρέπει να παραμείνουν ως έχουν προς όφελος των πιστωτών. Περαιτέρω αναφέρεται ότι οι αιτητές αμφισβητούν τη συμφωνία μεταξύ της Societe Generale και της εναγομένης 1 σύμφωνα με την οποία το εξ αποφάσεως χρέος προς όφελος της Societe Generale θα πληρωνόταν με μηνιαίες πληρωμές παρά όπως αρχικά διαλαμβανόταν και το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει γι αυτά τα θέματα προτού εκδώσει διάταγμα διάλυσης της εταιρείας. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 215 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, στη Δ.48 ΘΘ. 1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση η οποία στηρίζεται στους ακόλουθους λόγους: «(Α) Το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία και/ή αρμοδιότητα να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ενόψει του ότι οι εναγόμενοι στην παρούσα Αγωγή και οι Καθ'ων η αίτηση στην Αίτηση Διάλυσης αρ. 36/2012 Ε.Δ. Λεμεσού που καταχωρήθηκε από τους Societe Generale S.A. στις 26.1.2012 δεν είναι οι ίδιοι («Αίτηση Διάλυσης»). (Β) Οι Αιτητές δεν αποδεικνύουν οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο θα πρέπει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της Αίτησης. (Γ) Το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν καθιστά σκόπιμη και/ή δικαιολογημένη την αναστολή της διαδικασίας δυνάμει του Άρθρου 215 του περί Εταιρειών Νόμου, Kεφ. 113, μέχρι την αποπεράτωση και τελική εκδίκαση της Αίτησης Διάλυσης. (Δ) Η Αίτηση των Αιτητών είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, λόγω, μεταξύ άλλων, επίκλησης προνοιών του Κεφ. 113 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, οι οποίες όμως πρόνοιες δεν αναφέρονται στην Αίτηση. (Ε) Η οποιαδήποτε αναστολή της διαδικασίας και εκδίκαση της αγωγής θα προκαλέσει σημαντική καθυστέρηση στην εκδίκαση της παρούσας Υπόθεσης και θα επηρεάσει δυσμενώς το συνταγματικό και/ή άλλο δικαίωμα των καθ'ων η Αίτηση σε έγκαιρη εκδίκαση της υπόθεσης.» Στην ένορκη δήλωση του Μάριου Χριστοφόρου, διευθυντή της υπηρεσίας Recoveries των εναγόντων αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 στη παρούσα αγωγή οι οποίοι σύμωνα με τους ισχυρισμούς του εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1, δεν αποτελούν διάδικα μέρη στην αίτηση διάλυσης της και δεν προσκομίζεται κανένα στοιχείο που να συνηγορεί υπερ της αναστολής της διαδικασίας της αγωγής εναντίον τους. Το κριτήριο το οποίο θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο είναι κατά πόσο με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα αποκομισθεί πλεονέκτημα ή θα μειωθούν έξοδα. Στην παρούσα περίπτωση κανένα πλεονέκτημα δε θα επιφέρει αφού η παρούσα διαδικασία εν πάσει περιπτώσει θα προχωρήσει εναντίον των εναγομένων 2 και
  5. Περαίτερω αναφέρεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν καθιστά σκόπιμη και δικαιολογημένη την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και συγκεκριμένα προβάλλεται ο ισχυρισμός περί μη εγγραφής επιβαρύνσεων εντός περιόδου 21 ημερών και των επιπτώσεων του ουδεμία σχέση έχουν με την αίτηση διάλυσης. Με βάση τις συμφωνίες ημερ. 20.6.2006 και 20.12.2006 οι εναγόμενοι 1 συμφώνησαν να πωλήσουν και/ή εκχωρήσουν στους καθ΄ ων η αίτηση όλα τα χρέη που είτε υφίστανται κατά την ημερομηνία έναρξης ή τα οποία προκύπτουν σε μεταγενέστερο στάδιο της ισχύος των Συμφωνιών. Δυνάμει των προνοιών των πιο πάνω συμφωνιών οι καθ΄ ων η αίτηση έχουν το δικαίωμα να εισπράττουν οποιοδήποτε χρέος και να εκτελούν τη πληρωμή αυτού με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο βαθμό όπως κατά την απόλυτη κρίση τους είναι επιβεβλημένο. Τυχόν αναστολή της διαδικασίας ενδεχομένως να επηρεάσει δυσμενώς τα χρέη τα οποία πωλήθηκαν και/ή εκχωρήθηκαν στους καθ΄ ων η αίτηση με βάση τις πιο πάνω συμφωνίες και τα οποία χρέη αποτελούν περιουσιακό στοιχείο των καθ΄ ων η αίτηση και όχι του αιτητή. Περαιτέρω οι εναγόμενοι 1 και 2 ήσαν εναγόμενοι στην αγωγή 4839/10 που ήγειρε η Societe Generale στη βάση της οποίας καταχωρίστηκε η αίτηση διάλυσης των αιτητών. Στην εν λόγω υπόθεση οι εναγόμενοι 1 και 2 ήσαν εναγόμενοι και δέχθηκαν την έκδοση απόφασης εναντίον τους με αναστολή εκτέλεσης. Οι εναγόμενοι δεν τήρησαν τις προϋποθέσεις της εν λόγω απόφασης με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί η αίτηση διάλυσης. Συνακόλουθα η αίτηση διάλυσης δε πρεπει να θεωρείται ως μια αυτοτελής διαδικασία που υπερισχύει της παρούσας αγωγής αλλά ως άμεσα συνυφασμένη και επακόλουθο της αγωγής 4839/
  6. Συνεπώς τυχόν αναστολή της παρούσας διαδικασίας θα συνιστά διάκριση (discrimination) έναντι των καθ΄ ων η αίτηση και υπέρ της Societe Generale ή άλλων εξασφαλισμένων πιστωτών των εναγομένων. Οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις όπου αναλύουν τις αντίστοιχες θέσεις τους τις οποίες εξέτασα και θα αναφερθώ εκεί όπου χρειάζεται στη πορεία της απόφασης μου. Το άρθρο 215 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 πάνω στο οποίο βασίζεται η αίτηση έχει ως ακολούθως: «Οποτεδήποτε μετά την υποβολή αίτησης για εκκαθάριση, και πριν από την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης, η εταιρεία ή οποιοσδήποτε πιστωτής ή συνεισφορέας δύναται (α) όταν οποιαδήποτε αγωγή ή διαδικασία εναντίον της εταιρείας εκκρεμεί σε οποιοδήποτε Επαρχιακό Δικαστήριο ή στο Ανώτατο Δικαστήριο, να κάνει αίτηση στο Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η αγωγή ή διαδικασία για αναστολή διαδικασίας σε αυτή∙και (β) ..... και το Δικαστήριο στο οποίο υποβάλλεται αίτηση δύναται, ανάλογα με την περίπτωση, να αναστείλει ή περιορίσει τη διαδικασία με τέτοιους όρους που ήθελε θεωρήσει σωστό.» Η νομολογία των δικών μας Δικαστηρίων είναι περιορισμένη επί του θέματος. Στην υπόθεση Stefanos & Andreas Cold Stores Trading Limited και Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λιμιτεδ,

(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ 1806 έγινε αναφορά στο άρθρο 215 καθώς και στο άρθρο 220 που αφορά αναστολή διαδικασιών μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, στις σελίδες 1811- 1812 ως ακολούθως: "Σκοπός των προνοιών αυτών για αναστολή, είναι η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της υπό διάλυση εταιρείας με στόχο την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και την αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση ωφελημάτων. (Βλ. Bowkett v. Fullers United Electric Works Ltd
(1923)1 K.B. 160, In re Dynamics Corpn. (Ch. D.),
(1973)1 W.L.R. 63). Τα πιο πάνω άρθρα του δικού μας Νόμου, είναι παρόμοια με τα άρθρα 231 και 226 του αγγλικού Companies Act 1948. Παρόμοιες πρόνοιες που αφήνουν ανεπηρέαστες τις αρχές που διέπουν τα ερωτήματα ενώπιον μας έγιναν και με τα άρθρα 126, 128 και 130
(3)του Insolvency Act 1986. Κατά συνέπεια, αγγλικά συγγράμματα και δικαστικές αποφάσεις μπορούν να είναι καθοδηγητικές πάνω στα θέματα που μας απασχολούν. Στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 24η έκδοση, τόμος 1, αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 1448-1450: "... Section 126 of the Insolvency Act gives the court power on the application of the company or a creditor or a contributory to restrain proceedings against the company. That power may be exercised at any time in the interval between the presentation of the petition and the making of the order. Section 128
(1)provides that where any company is being wound up by the court any attachment, sequestration, distress or execution put in force against the company after the commencement of the winding up is void. Section 130
(2)provides that when a winding-up order has been made or a provisional liquidator appointed, no action or proceeding shall be proceeded with or commenced against the company except by leave of the court and subject to such terms as the court may impose. In this way creditors and others are compelled to come in and prove their claims in the winding up, and a rateable and just distribution of the company's assets is effected."Proceedings" under section 130
(2)is given a wide meaning, and includes executions and interpleader summonses. The words "any other action or proceeding" in section 126
(1)likewise are general and not limited to actions in England but extend to actions and proceedings in Scotland; Northern Ireland being covered by section 126
(1)(a)................................................................ Where a winding-up οrder has been made, the combined effect of sections 130
(2)and 128 of the Act is that such order operates automatically as a stay of all actions, executions, distresses, sequestrations, etc., against the company, subject to the discretion of the court to allow such actions, executions, etc., to proceed notwithstanding the winding-up." Στο Atkin's Court Forms 2nd edition vol. 11 στη παράγραφο 138 γίνεται αναφορά στο θέμα αυτό και αναφέρονται τα ακόλουθα: «In determining whether or not to exercise its discretion to stay or restrain the proceedings, the court will ask itself whether any good will be done, or expense saved, by staying or restraining proceedings which have been properly brought and in effect sending the claim to be determined in the winding up proceedings" (παραπομπή στην υπόθεση Currie v. Consolidated Kent Collieries Ltd
(1906)1 KB 134, CA at p. 139.» Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει μία διαδικασία στη βάση του άρθρου 215 είναι διακριτικής φύσεως. Η παρούσα αγωγή στρέφεται εναντίον της εναγομένης 1 ως πρωτοφειλέτριας και των εναγομένων 2 και 3 ως εγγυητών. Συγκεκριμένα όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης οι εναγόμενοι 1 δυνάμει συμφωνιών ημερ. 20.6.2006 και 20.12.2006 συμφώνησαν να πωλήσουν και/ή εκχωρήσουν στους καθ΄ ων η αίτηση όλα τα χρέη που είτε υφίστανται κατά την ημερομηνία έναρξης ή τα οποία προκύπτουν σε μεταγενέστερο στάδιο της ισχύος των Συμφωνιών. Οι καθ΄ ων η αίτηση έχουν απεριόριστο δικαίωμα να εισπράττουν οποιοδήποτε χρέος και να εκτελούν την πληρωμή αυτού, με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο βαθμό, όπως κατά την απόλυτη κρίση τους είναι επιβεβλημένο. Οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 προς τους καθ΄ ων η αίτηση δυνάμει συμφωνιών εγγύησης και αποζημίωσης. Οι εν λόγω εναγόμενοι συμφώνησαν όπως αποδεχθοούν την υποχρέωση να πληρώσουν όλα τα ποσά τα οποία κατέστησαν απαιτητά ή ενδέχεται να καταστούν απαιτητά από τους εναγόμενους 1 προς τους καθ΄ αίτηση. Οι αιτητές στην υπεράσπιση τους παραδέχονται την υπογραφή των συμφωνιών ισχυρίζονται όμως ότι ακολούθως η εναγόμενη 1 συμφώνησε όπως η μεταβίβαση της κυριότητας των χρεών της εναγομένης 1 στους ενάγοντες και οι αντίστοιχες εισπράξεις των πιστώσεων από τους ενάγοντες θα περιορίζοντο μόνο στις συναλλαγές της εναγομένης 1 με μία συγκεκριμένη εταιρεία (Crownhill Investments Ltd Inc.) και όχι σε σχέση με οποιοδήποτε τρίτο είχε συναλλαγές η εναγόμενη 1 κάτι που έγινε αποδεκτό από τους ενάγοντες. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας ζήτησαν απó την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ) με την οποία η εναγόμενη 1 είχε δοσοληψίες όπως όλα τα τιμολόγια που οφείλει η ΑΗΚ πληρώνονται κατ΄ ευθείαν στους ενάγοντες. Ακολούθως οι ενάγοντες τερμάτισαν τις συμφωνίες στη βάση του ότι η εναγόμενη 1 εισέπραξε ποσά που ήταν εκχωρημένα στους ενάγοντες, ισχυρισμός που δεν είναι αποδεκτός από τους εναγομένους. Περαιτέρω αμφισβητείται το αξιούμενο ποσό το οποίο κατ΄ ισχυρισμό προκύπτει από παράνομες χρεώσεις. Οι καθ΄ ων η αίτηση διατίνονται ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει ενόψει του ότι οι εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή δεν είναι οι ίδιοι με τους καθ΄ ων η αίτηση στην Αίτηση Διάλυσης 36/
  1. Η εισήγηση των καθ΄ων ότι η αίτηση δεν δικαιολογείται εναντίον των εναγομένων 2 και 3 είναι ορθή. Η αίτηση διάλυσης στρέφεται μόνο εναντίον της εναγόμενης 1 και συνεπώς δεν μπορεί να ανασταλεί η διαδικασία εναντίον και των άλλων δύο διαδίκων στα πλαίσια του άρθρου
  2. Σε περίπτωση δε έγκρισης της αίτησης η ακροαματική διαδικασία της αγωγής θα πρέπει να διεξαχθεί σε δύο στάδια, κάτι που θα προκαλέσει σπατάλη χρόνου και χρημάτων. Ακόμα και σε περίπτωση που γίνει αποδεκτή η θέση των αιτητών ότι θα μπορούσε στα πλαίσια της παρούσας αίτησης να ανασταλεί η υπόθεση και εναντίον των εναγομένων 2 και 3, θέση που δεν γίνεται αποδεκτή, θεωρώ ότι θα προξενηθεί μεγάλη καθυστέρηση στην υπόθεση των εναγόντων και στη διακρίβωση των δικαιωμάτων των διαδίκων χωρίς δικαιολογία, κατά παράβαση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων με βάση το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Λαμβάνεται επίσης υπόψη η φύση της απαίτησης όπως αναφέρεται πιο πάνω, όπου οι ενάγοντες έχουν το δικαίωμα να εισπράττουν οποιοδήποτε χρέος και να εκτελούν τη πληρωμή του με οποιοδήποτε τρόπο κρίνουν επιβεβλημένο. Συνακόλουθα είναι ορθή η θέση των καθ ων η αίτηση ότι τυχόν αναστολή της διαδικασίας ενδεχομένως να επηρεάσει δυσμενώς τα χρέη που πωλήθηκαν ή εκχωρήθηκαν στους καθ ων η αίτηση. Η θέση των αιτητών ότι λόγω της μη εγγραφής των επιβαρύνσεων εντός 21 ημερών ισούται με ακυρότητα αυτών, δεν αποτελεί θέμα που θα μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης και να καταλήξει το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε συμπεράσματα. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να σημειώσω ότι η παρούσα αίτηση στηρίζεται μόνο στο άρθρο 215 του Κεφ. 113 και καμία αναφορά δε γίνεται στα άρθρα 90, 218, 285 και 301 του Κεφ. 113 στα οποία έγινε αναφορά από τους αιτητές. Είναι ορθή βέβαια η θέση των αιτητών ότι το άρθρο 215 είναι αυτό που περιλαμβάνει την ουσιαστική πρόνοια για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ότι ο λόγος που εγέρθηκε η αίτηση διάλυσης είναι γιατί οι εναγόμενοι 1 δεν μπόρεσαν να συμμορφωθούν με την απόφαση που εκδόθηκε εκ συμφώνου εναντίον τους σε αγωγή της τράπεζας Societe Generale στην αγωγή 4839/2010, δηλαδή αγωγής που κινήθηκε περίπου κατά τον ίδιο χρόνο όπως η παρούσα. Οι αιτητές αμφισβητούν την αίτηση διάλυσης, όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση τους, με αποτέλεσμα η ακρόαση της αίτησης να μην αναμένεται να είναι σύντομη. Συνακόλουθα σε περίπτωση αναστολής της διαδικασίας της αγωγής μέχρι εκδίκασης της εν λόγω αίτησης να προκληθεί καθυστέρηση στην υπόθεση κατά παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των καθ΄ ων η αίτηση. Εξέτασα από τη μια ότι με βάση τη νομολογία στόχος του άρθρου 215 του Κεφ. 113 είναι η παροχή προστασίας στους πιστωτές και στην περιουσία της υπό διάλυση εταιρείας με στόχο την ίση πληρωμή των πιστωτών της ίδιας τάξης και την αποτροπή προώθησης διαδικασιών από ορισμένους πιστωτές προς απόκτηση ωφελημάτων και από την άλλη τα περιστατικά της παρούσα υπόθεσης όπως έχουν αναλυθεί πιο πάνω και υπό τις περιστάσεις αποφάσισα όπως ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπερ της απόρριψης της αίτησης. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής επιδικάζονται εναντίον των αιτητών και υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση - εναγόντων. (Υπ.) ........... Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: αναστολή διαδικασίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.