← Κύπρος

Γεώργιου Γεωργίου Ζαβού ν. Alpha Concrete Ltd, Αρ. Αγωγής: 2763/07, 8/11/2012

Γεώργιου Γεωργίου Ζαβού ν. Alpha Concrete Ltd, Αρ. Αγωγής: 2763/07, 8/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A105 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 2763/07 Μεταξύ: Γεώργιου Γεωργίου Ζαβού Ενάγοντα και Alpha Concrete Ltd Eναγομένων Ημερομηνία: 8/11/2012 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα/αιτητή׃ κα Χρ. Καρεκλά Για εναγομένους/καθ' ων η αίτηση: κ. Ε. Αντωνιάδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας με την υπό κρίση αίτηση ημερομ. 10/10/2012 επιδιώκει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του. Eπιδιώκει σύμφωνα με το αιτητικό της αίτησης, όπως ακριβώς είναι καταγραμμένο, τα ακόλουθα: «Α. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 11/310 διά της απαλείψεως της ημερομηνίας "4/10/07" η οποία ευρίσκεται στην 1η γραμμή της παραγράφου 7 και της αντικαταστάσεως της με την ημερομηνία "4/10/06". Β. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 11/3/10 διά της απαλείψεως από την παράγραφο 8 και ειδικά από την παράγραφο την τιτλοφορούμενη ως Λεπτομέρειες Θεραπειών του Ενάγοντα, από την παράγραφο τν τιτλοφορούμενη ως Λεπτομέρειες Θεραπειών του Ενάγοντα, των υποπαραγράφων (γ) και (δ) και της αντικαταστάσεως των ως ακολούθως: γ) φυσιοθεραπείες από 6/10/06-18/12/06 δ) άδεια ασθενείας μέχρι την 8/1/07 Γ. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 11/3/10 διά της απαλείψεως από τις παραγράφους Β και Ε της ημερομηνίας "4/10/07" και της αντικαταστάσεως της με την ημερομηνία "4/10/06". Δ. Άδεια και/ή έγκριση του Δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας. Ε. Οιονδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. ΣΤ. Τα έξοδα της αίτησης και Φ.Π.Α». Την αίτηση, η οποία βασίζεται στη Δ.9 Θ.1-13, Δ.12 Θ. 1-10 και Δ.25 Θ.1-6, Δ.48, Θ.1-9, στη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, υποστηρίζει ένορκος δήλωση του ίδιου του ενάγοντα. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει, η αιτούμενη τροποποίηση θα πρέπει να επιτραπεί για να διορθωθεί ένα δακτυλογραφικό λάθος στην χρονολογία κατά την οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του επισυνέβη το εργατικό ατύχημα. Ενώ δηλαδή το ατύχημα συνέβη στις 4/10/06 στην Έκθεση Απαίτησης καταγράφηκε κατά λάθος ότι έγινε στις 4/10/07. Το λάθος τούτο, είχε ως αποτέλεσμα να γίνει λανθασμένη αναφορά και σε περισσότερα σημεία της Έκθεσης Απαίτησης. Μόλις εντοπίσθηκε η λανθασμένη αυτή ημερομηνία, κάτι που έγινε κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ο συνήγορος του ενάγοντα ζήτησε αναβολή και καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση για να διορθωθεί το λάθος αυτό και να συνεχισθεί η εκδίκαση της υπόθεσης. Το αίτημα αυτό του ενάγοντα, συνάντησε την ένσταση των εναγομένων, οι οποίοι και καταχώρησαν σχετική ειδοποίηση ένστασης, προβάλλοντας διάφορους λόγους για απόρριψη της αίτησης. Ότι αυτή γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά, ότι δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που καθιέρωσε η νομολογία και προκαλεί επιπτώσεις στα δικαιώματα των εναγομένων και τέλος ότι απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι και προηγουμένως ο ενάγοντας είχε αιτηθεί και εξασφαλίσει διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης του. Η ακροαματική διαδικασία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις κατά την οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων παράδωσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις όπου αναλυτικά εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους και για τον λόγο αυτό θεωρώ αχρείαστο να τα επαναλάβω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης έχουν εκτεθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd and another

(1989)1 Α.Α.Δ. 33, οι αρχές αυτές συνοψίσθηκαν ως ακολούθως: «α. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. β. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. γ. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. δ. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.». Ο κυρίαρχος λόγος όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο M/V Vladimir Vasilief (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ., σ.71 που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο για να επιτρέψει τροποποίηση είναι η παροχή δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Όπως και ο Λόρδος Denning έχει αναφέρει στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R.754, η οποία και υιοθετήθηκε και στην Κύπρο, σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως την Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. σ. 704 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής». Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Αντρέας Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των Εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα δηλαδή από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Όπως αναφέρθηκε στην Βασιλειάδης ν. Πετρολίνα
(1994)
(1)Α.Α.Δ. σ.14: «Άκαμπτοι κανόνες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν να διαγραφούν αλλά παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης». Στην Saba & Co v. T.P.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. σ. 426 λέχθηκε ότι: «Η καθυστέρηση δε, δεν είναι αφ΄ εαυτής αποφασιστικής σημασίας. Καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή». Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Ltd κ.α. ν. A & G Leventis κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. σ.72 λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε διαδραματίζοντες ρόλο καθώς και όλα τα σχετικά γεγονότα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. σ. 934, επετράπηκε η τροποποίηση, παρά το ότι η διαδικασία βρισκόταν σε πολύ προχωρημένο στάδιο και η αίτηση είχε καταχωρηθεί μετά την έναρξη της ακρόασης και αφού είχαν ακουσθεί επτά μάρτυρες, σε υπόθεση μάλιστα όπου είχε διεξαχθεί και επιτόπια έρευνα από το Κτηματολόγιο. Αναφέρθηκαν στην υπόθεση αυτή μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24, υποβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ήδη ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Η αίτηση βασιζόταν στο Καν. 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου, όπου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσης υποθέσεις, ασκείται με βάση τις ίδιες αρχές, όπως και στις αστικές υποθέσεις. Αναφέρθηκε στην απόφαση αυτή ότι: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και εξισορροπούνται μετά από συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελέσφορο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στη εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Στο στάδιο αυτό, θεωρώ χρήσιμο να αναφερθώ περιληπτικά στο ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας. Η αγωγή στα πλαίσια της οποίας η παρούσα αίτηση έχει υποβληθεί, καταχωρήθηκε στις 25/5/2007 και η ακρόαση της, ξεκίνησε πολλά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 28/9/
  1. Όπως εκτίθεται στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγόμενους γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές, σωματικές βλάβες, ταλαιπωρίες και έξοδα που υπέστη λόγω εργατικού ατυχήματος που επισυνέβη στις 4/10/
  2. Στις 25/9/2007 καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα όπου στην παραγρ. 3 αυτής, δικογραφείται ως ημερομηνία του ατυχήματος η 3/10/06 και ακολούθησε στις 25/10/2007 η καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης των εναγομένων. Μετά τον ορισμό της υπόθεσης ακολούθησε στις 14/7/2009 η καταχώρηση ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρου σύμφωνα με το οποίο ο νυν δικηγόρος του ενάγοντα ανάλαβε πλέον την εκπροσώπηση του σε αντικατάσταση άλλου. Ακολούθησε στις 16/12/2009 η καταχώρηση αίτησης τροποποίησης και στις 19/2/2010 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα για τροποποίηση με αποτέλεσμα στις 11/3/2010 να καταχωρηθεί η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης και στις 22/3/2010 η Έκθεση Υπεράσπισης στην τροποποιημένη αυτή Έκθεση Απαίτησης. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα όπως εκτίθενται στην τροποποιημένη πλέον Έκθεση Απαίτησης, το ατύχημα ένεκα του οποίου διεκδικεί τις πιο πάνω αναφερόμενες αποζημιώσεις επισυνέβη στις 4/10/
  3. Περαιτέρω και σε σχέση με τις αξιούμενες αποζημιώσεις για φυσιοθεραπείες δικογραφεί στην παραγρ. 8 και κάτω από τον τίτλο «λεπτομέρειες θεραπειών του ενάγοντα» ως ημερομηνίες που έλαβαν χώρα από τις 6/10/07 έως 18/12/07 ενώ προβάλλει επίσης ισχυρισμούς για άδεια ασθενείας μέχρι τις 8/1/
  4. Απαντώντας στους ισχυρισμούς του ενάγοντα με την Έκθεση Υπεράσπισης τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στις 4/10/2006, και όχι του 2007, ο ενάγοντας ανάφερε στους εργοδότες του, τους εναγόμενους, ότι ήταν άρρωστος και ότι θα μετέβαινε σε γιατρό χωρίς όμως ποτέ να τους αναφέρει ότι τραυματίσθηκε κατά τη διάρκεια της εργασίας του. Στις 5/10/2006 ισχυρίζονται ακόμα ότι ο ενάγοντας τους παρουσίασε αίτηση για επίδομα ασθενείας την οποία οι εναγόμενοι υπόγραψαν ως εργοδότες. Με αυτούς τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ως δικογραφημένο θεμέλιο, ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία. Κατά την πρώτη δικάσιμο και κατά την αντεξέταση του ενάγοντα τέθηκε σε αυτόν η ερώτηση πότε τελικά επισυνέβη το ισχυριζόμενο ατύχημα, στις 4/10/06 όπως αναφέρει στην γραπτή του δήλωση που κατατέθηκε ως μέρος της κύριας του εξέτασης (Τεκμήριο Α) και που θα πρέπει να σημειωθεί ότι δόθηκε χωρίς ένσταση ή στις 4/10/07 που δικογραφεί στην Έκθεση Απαίτησης. Ο ενάγοντας στην ερώτηση αυτή απάντησε ότι τούτο επισυνέβη στις 4/10/
  5. Ως αποτέλεσμα τούτου ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα ζήτησε αναβολή έτσι ώστε να προχωρήσει στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης τροποποίησης. Σύμφωνα με τη νομολογία, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας είναι ευκολότερο να επιτραπεί τροποποίηση ενώ μετά την έναρξη της δίκης και ανάλογα με το στάδιο που αυτή επιδιώκεται, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος ανάλογα επαυξάνει και το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για να πετύχει την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο πρέπει να συνυπολογίζει όλους τους σχετικούς παράγοντες, τον εκτροχιασμό της δίκης και τις επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου, με κυρίαρχο πάντα παράγοντα που δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας, τα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Φιλίππου πιο πάνω). Ως ένας από τους λόγους απόρριψης της αίτησης, προβάλλεται η κακοπιστία του ενάγοντα. Δεν συγκεκριμενοποιείται όμως και δεν υποδεικνύεται που έγκειται η κακοπιστία αυτή. Όπως είναι νομολογημένο, για να πετύχει τέτοιος λόγος ένστασης, θα πρέπει η κακοπιστία να είναι εμφανής, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση, αφού ο ενάγοντας καταχώρησε την αίτηση τροποποίησης όταν κατά την αντεξέταση του ενάγοντα διαφάνηκε το λάθος στην ημερομηνία που επισυνέβη σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του το ατύχημα. Η γενικότητα με την οποία προβάλλεται ο ισχυρισμός αυτός, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κατάληξη ότι πράγματι υπάρχει κακοπιστία εκ μέρους του. Το ίδιο συμβαίνει και με την θέση που προέβαλαν οι εναγόμενοι ότι στην περίπτωση έγκρισης της αίτησης θα υπάρξουν επιπτώσεις στα δικαιώματα τους. Όμως καμία τέτοια συνέπεια δεν έχει υποδειχθεί και η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων, έτσι ώστε το ζήτημα να εξετασθεί μέσα από συγκεκριμένο πρίσμα. Eισηγούνται περαιτέρω οι εναγόμενοι ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά και συνεπώς και γι' αυτό το λόγο θα πρέπει να απορριφθεί. Στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, επεξηγείται η φύση της δικαιοδοσίας προς παρεμπόδιση των διαδικασιών που αποτελούν κατάχρηση. Η δικαιοδοσία αυτή είναι σύμφυτη και αποβλέπει όπως εξηγείται, στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η διαδικασία μπορεί να κατασταλεί και όταν το δικαίωμα του οποίου γίνεται η προσεπίκληση μολύνεται από αλλότρια κίνητρα. Γίνεται δε αναφορά στην υπόθεση Goldsmith v. Sperrings Ltd
(1977)2 All E.R. 566 (CA), όπου λέχθηκε ότι η άσκηση δικαιώματος μπορεί να περιοριστεί οποτεδήποτε ασκείται για σκοπό άλλο από εκείνο για τον οποίο παρέχεται από το νόμο, κυρίως όταν αποβλέπει στην απόκτηση παρεμφερούς πλεονεκτήματος (collateral advantage). (Βλ. επίσης Church of Scientology v. DHSS (1979 All E.R. 97 (CA)). Κρίνεται ότι ούτε και αυτός ο λόγος ένστασης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, αφού κανένα απολύτως στοιχείο δεν τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει τέτοια κατάχρηση. Το γεγονός και μόνο ότι πριν την καταχώρηση της παρούσας καταχωρήθηκε άλλη αίτηση τροποποίησης στην οποία εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα, ποσώς δεν διαφοροποιεί το ζήτημα αφού κανένα στοιχείο δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει οτιδήποτε. Ούτε βέβαια και η παράλειψη του ενάγοντα να δηλώσει ρητά την ύπαρξη της προηγούμενης αυτής αίτησης μπορεί να οδηγήσει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα ή να δημιουργεί οποιεσδήποτε συνέπειες για τον ενάγοντα, αφού η ύπαρξη της αίτησης και η έκδοση του σχετικού διατάγματος είναι γεγονότα που προκύπτουν από τον ίδιο τον φάκελο της διαδικασίας. Ως λόγος για απόρριψη της αίτησης προβάλλεται και η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Όπως και στην υπόθεση Astor, πιο πάνω αποφασίσθηκε, ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνυπολογίζει όλους τους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε διαδραματίζοντες ρόλο, καθώς και όλα τα σχετικά γεγονότα στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Έτσι και στην παρούσα υπόθεση, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για παλιά υπόθεση, η ακροαματική διαδικασία βρίσκεται ακόμα σε πολύ αρχικό στάδιο, αφού ακόμα καταθέτει ο ίδιος ο ενάγοντας χωρίς κανενός άλλου προσώπου η μαρτυρία να έχει προηγηθεί. Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι με την αιτούμενη τροποποίηση και την διόρθωση των ημερομηνιών, το δικόγραφο που θα τροποποιηθεί θα συνάδει και με την ήδη δοθείσα εκ μέρους του ενάγοντα μαρτυρία, αφού όταν αυτός έδιδε την μαρτυρία του στο Δικαστήριο αναφέρθηκε στις 4/10/2006 ως την ημερομηνία που έγινε το ατύχημα. Η αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης προέρχεται από ένα δακτυλογραφικό λάθος και διαφάνηκε μετά την υποβολή ερώτησης που υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων προς τον ενάγοντα κατά το στάδιο αντεξέτασης του και αποδίδεται σύμφωνα με τον ενάγοντα σε παραδρομή και/ή αβλεψία. Με βάση όλα τα πιο πάνω, συνεκτιμώντας όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε υπόθεση δικάζεται και αποφασίζεται με βάση τα επίδικα θέματα όπως αυτά εγείρονται στα δικόγραφα, της δυνατότητας που παρέχεται σε κάθε διάδικο να προβάλει ελεύθερα τους ισχυρισμούς του (βλ. Geto, πιο πάνω), σε συνδυασμό με το ότι καμία αδικία ή δυσμενής επηρεασμός θα επέλθει στα δικαιώματα των εναγομένων, κρίνεται ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, το αίτημα για τροποποίηση να εγκριθεί, εκτός μόνο του υπό στοιχείου (Δ) της αίτησης καθότι η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει σε εκείνες στις οποίες χρειάζεται τέτοια άδεια. Σε σχέση τώρα με το θέμα των εξόδων, χρήσιμα είναι τα όσα αποφασίσθηκαν στην υπόθεση Χαρίλαου Χατζηγέρου v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου,
(2003)3 ΑΑΔ 31, με την οποία ανατράπηκε ο μέχρι τότε ισχύοντας κανόνας ότι, τα έξοδα σε αίτηση τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση, γιατί αυτός δεν λάμβανε αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή για επωμισμό της δαπάνης στο διάδικο που προκάλεσε αχρείαστα τα έξοδα. Αποφασίσθηκε στην υπόθεση αυτή ότι, η ορθή τομή σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι η επιδίκαση εξόδων στον καθ' ου η αίτηση, του ½ των εξόδων. Αποφασίστηκε σε αυτήν ότι «εφόσον η ακρόαση που προέκυψε από την ένσταση του καθ' ου η αίτηση, απέβη σε όφελος του αιτητή, το 1/2 των εξόδων επιδικάστηκαν υπέρ του καθ' ου η αίτηση» (βλ. Ευσταθίου v. Λαική
(2003)1 ΑΑΔ 1007). Γι΄αυτό και υπέρ των εναγομένων, θα επιδικασθεί μόνο το ½ των εξόδων της αίτησης. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση ως οι παρ. (Α), (Β) και (Γ) της αίτησης. Η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 6 ημερών από σήμερα, η Έκθεση Υπεράσπισης στην τροποποιηθείσα Έκθεση Απαίτησης, εντός περαιτέρω 6 ημερών και τυχόν Απάντηση εντός των επόμενων 4 ημερών. Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses), όπως και το ½ των εξόδων της παρούσας αίτησης όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση και σε βάρος του ενάγοντα/αιτητή και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Η σύνταξη του εκδοθέντος διατάγματος, να ζητηθεί το αργότερο μέχρι αύριο και να ετοιμασθεί εντός της αυριανής ημέρας. (Υπ.) ................ Μ. Λάρμου-Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Aντίγραφο, Πρωτοκολλητής civil/interim subject: tropopiisi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.