← Κύπρος

Άντρης Ιωάννου ν. Γεώργιου Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 114/08, 12/11/2012

Άντρης Ιωάννου ν. Γεώργιου Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 114/08, 12/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A109 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ENΩΠION: K. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 114/08 Μεταξύ: Άντρης Ιωάννου, από τη Λεμεσό Ενάγουσας - και - Γεώργιου Χαραλάμπους, από το Ακρωτήρι Εναγόμενου Δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.09.2008 για συνένωση των αγωγών Αρ. Αγωγής: 115/08 Μεταξύ: Κωνσταντίας Χαραλάμπους, ανήλικης δεόντως εκπροσωπούμενη δια της μητρός της Άντρης Ιωάννου, ως ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτής, από το Ακρωτήρι, Ενάγουσας και Γεώργιου Χαραλάμπους, από το Ακρωτήρι, Εναγόμενου --------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12.11.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσες: κ. Δ. Κούτρας (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Τιμοθέου) Για Εναγόμενο: κα Χρ. Ερωτοκρίτου (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Κωνσταντίνου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ακρόαση των παραπάνω αγωγών βρίσκεται σε εξέλιξη. Με αυτές οι ενάγουσες αξιώνουν εναντίον του εναγόμενου γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία που υπέστησαν - καθώς και για μελλοντικές απώλειες και δαπάνες η εναγόμενη στην αγωγή 114/08 - συνεπεία της αμέλειας και/ή παράβασης των νομικών καθηκόντων του εναγόμενου, καθ' όν χρόνο οδηγούσε το όχημά του με αριθμό εγγραφής KJF 34 στο δρόμο Ζακακίου - Ασώματου με συνεπιβάτισσες τις δύο ενάγουσες. Από την προσκομισθείσα μέχρι τώρα μαρτυρία προκύπτει ότι ο εναγόμενος είναι σύζυγος της ενάγουσας στη μία αγωγή και πατέρας της ενάγουσας στην άλλη. Μετά τη συμπλήρωση της μαρτυρίας της ενάγουσας στην αγωγή 114/08, ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ζήτησε άδεια για να καταθέσει ως μάρτυρας και ο εναγόμενος. Η ευπαίδευτη δικηγόρος του εναγόμενου κληθείσα να τοποθετηθεί επί του αιτήματος, περιορίστηκε να δηλώσει ότι αφήνει το θέμα στο Δικαστήριο. Λόγω του πρωτότυπου του θέματος, τουλάχιστον για το παρόν Δικαστήριο διατύπωσα προς τους συνηγόρους κάποιους προβληματισμούς, σε σχέση με το κατά πόσο είναι νομικά δυνατό να ικανοποιήσω το σχετικό αίτημα. Σ' αυτά τα πλαίσια, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγουσών, μεταξύ άλλων, δήλωσε ότι αν η κα Ερωτοκρίτου καλέσει τον εναγόμενο ως μάρτυρα τότε δε θα τον καλέσει ο ίδιος. Με τη σειρά της, η κα Ερωτοκρίτου, επί του προκειμένου περιορίστηκε να δηλώσει πως δεν μπορεί να επιβεβαιώσει ότι θα δώσει μαρτυρία ο εναγόμενος, διευκρινίζοντας ότι αυτό θα το κρίνει μετά. Επειδή το εγερθέν θέμα που σαφώς είναι νομικό, εκτός από ασύνηθες είναι και αρκετά σοβαρό ζήτησα περαιτέρω επιχειρηματολογία από τους συνηγόρους οπότε και ανέβαλα τις υποθέσεις σε νέα δικάσιμο, κατά την οποία ο δικηγόρος που εμφανίστηκε εκ μέρους του κ. Κούτρα για τις ενάγουσες υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής αγόρευσης την οποία κατάθεσε, ενώ ο δικηγόρος που εμφανίστηκε εκ μέρους της κας Ερωτοκρίτου για τον εναγόμενο υιοθέτησε απλώς το περιεχόμενο δύο πρωτόδικων αποφάσεων τις οποίες επίσης κατάθεσε στο Δικαστήριο. Είναι γεγονός ότι στην Αγγλία επιτρέπεται ένας ενάγοντας να καλέσει ως μάρτυρα τον εναγόμενο (βλ. το σύγγραμμα Annual Practice του 1960 με αναφορά στη Δ.37 Θ.1 κάτω από τον τίτλο «Μαρτυρία εναγόμενου» σελ. 862, το σύγγραμμα Cross on Evidence, 4η Έκδοση, σελ. 146 και τέλος, το σύγγραμμα «Η Απόδειξη» του Γ. Π. Κακογιάννη σελ.75, παράγρ. 6-14, κάτω από τον τίτλο: «Η ικανότητα ενός διαδίκου να καταθέσει σε αστική δίκη». Αποτελεί επίσης γεγονός, ότι σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9: «Τηρουμένης οποιασδήποτε άλλης διάταξης που περιλαμβάνεται στο Νόμο αυτό ή η οποία έχει περιληφθεί ή θα περιληφθεί σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο που ισχύει εκάστοτε, κάθε Δικαστήριο, κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας του σε οποιαδήποτε πολιτική ή ποινική διαδικασία, εφαρμόζει στο μέτρο που οι περιστάσεις το επιτρέπουν, το δίκαιο και κανόνες απόδειξης όπως ίσχυαν στην Αγγλία την 5η Νοεμβρίου 1914.» Φυσικά, η παραπάνω διάταξη θα πρέπει να ιδωθεί και ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το άρθρο 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «29.

(1)Έκαστον δικαστήριον εν τη άσκησει της πολιτικής ή ποινικής αυτού δικαιοδοσίας θα εφαρμόζη- (α) το Σύνταγμα της Δημοκρατίας και τους δυνάμει αυτού γενομένους ή υπό Δικαστηρίου εφαρμοστέους νόμους· (β) τους νόμους τους διατηρηθέντας εν ισχύι δυνάμει του άρθρου 188 του Συντάγματος υπό τους εν αυτώ προβλεπόμενους όρους εκτός εάν άλλη πρόβλεψις εγένετο ή θα γίνη δυνάμει νόμου εφαρμοστέου ή γενομένου δυνάμει του Συντάγματος· (γ) το κοινόν δίκαιον (common law) και τας αρχάς της επιεικείας (equity) εκτός εάν άλλη πρόβλεψις εγένετο ή θα γίνη υπό οιουδήποτε νόμου εφαρμοστέου ή γενομένου δυνάμει του Συντάγματος ή οιουδήποτε νόμου διατηρηθέντος εν ισχύι δυνάμει της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, εφόσον δεν αντιβαίνουν ή δεν είναι ασυμβίβαστοι προς το Σύνταγμα· (δ) τους νόμους και τας αρχάς περί των Βακουφίων (ahkamul evkaf) τους αναφερομένους εις την παράγραφον 2 του άρθρου 110 του Συντάγματος· (ε) τους Νόμους του Κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας και Βορείου Ιρλανδίας, οίτινες είχον εφαρμογήν εν Κύπρω κατά την αμέσως προ της ημέρας ανεξαρτησίας ημέραν, εκτός εάν άλλη εγένετο ή θα γίνει πρόβλεψις υπό νόμου εφαρμοστέου ή γενομένου δυνάμει του Συντάγματος και εφόσον δεν είναι αντίθετοι ή ασυμβίβαστοι προς το Σύνταγμα.» Το βασικό συμπέρασμα που εξάγεται από τη συνδυασμένη ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων είναι ότι, μολονότι στην Αγγλία ο ενάγοντας φαίνεται να δικαιούται να παρουσιάσει ως μάρτυρά του τον εναγόμενο, για να θεωρηθεί ότι ισχύει το ίδιο και στην Κύπρο θα πρέπει αυτό να μην απαγορεύεται από την ημεδαπή νομοθεσία και σε κάθε περίπτωση, να μην αντιβαίνει ή να είναι ασυμβίβαστο προς το Σύνταγμα της Δημοκρατίας, το οποίο υπερισχύει οποιουδήποτε άλλου νόμου. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1992)(1Β) Α.Α.Δ. 1222 επισημαίνονται τα εξής, μεταξύ άλλων: « Το άρθρο 30.2 του Συντάγματος έχει ως πρότυπο το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα, που επίσης ενσωματώνεται στο ημεδαπό δίκαιο με τον κυρωτικό Νόμο 39/62. Η έννοια της δίκαιης δίκης όπως έχει ερμηνευθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξυπακούει δικαίωμα παρουσίας του διαδίκου κατά τη δίκη του, καθώς και ευκαιρίας αντιπαράθεσης τόσο μαρτυρίας όσο και επιχειρηματολογίας προς τις θέσεις του αντιδίκου καθώς και δικαίωμα σχολιασμού της μαρτυρίας που κατατίθεται στο δικαστήριο.» Και λίγο παρακάτω: « Το άρθρο 30.3 (β) αποτελεί πτυχή της έννοιας της δίκαιης δίκης και διασφαλίζει ρητά το δικαίωμα προβολής τη υπόθεσης του διαδίκου μέσα στα καθιερωμένα πλαίσια της διαδικασίας περιλαμβανομένων και των τελικών αγορεύσεων (Βλ. Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας).» Βλέπε και τη Δράκος και Σια ν. Αργυρίδη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 162 στην οποία επισημαίνεται ότι το στοιχείο της αντιπαράθεσης αποτελεί τον άξονα της διαδικασίας στην πολιτική δίκη. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη Νικολάου ν. Κοσάρη ή Κοσιάρη κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ.660: «Το Άρθρο 30.3(γ) του Συντάγματος, προσαρμοσμένο στις διατάξεις του Άρθρου 6(δ) της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, κατοχυρώνει το δικαίωμα διαδίκου να προσαγάγει μαρτυρία για την απόδειξη ή υποστήριξη της υπόθεσής του. Το δικαίωμα αυτό αποτελεί πτυχή και αναπόσπαστο μέρος της έννοιας της δικαίας δίκης.» Στη Managed Opportunities Ltd ν. Kinitor Trading Ltd κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 195 κρίθηκε ότι ένα πρόσωπο δεν μπορεί ταυτόχρονα να είναι διάδικος- εναγόμενος- και παρεμβαίνων τρίτος σε διαδικασία προσωρινού διατάγματος και τούτο γιατί οι δύο ιδιότητες στην ίδια αγωγή είναι ασυμβίβαστες. Τέλος, στη Χριστοφόρου κ.α.( αίτηση για έκδοση διαταγμάτων certiorari και prohibition)
(2000)(1 Α) Α.Α.Δ.26 κρίθηκε ότι η κλήση του δικηγόρου του κατηγορούμενου ως μάρτυρα κατηγορίας είναι αντισυνταγματική, αφού παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου, καθώς και την αρχή ότι η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης της ενοχής του κατηγορούμενου. Όπως αναφέρεται συναφώς: «Εναπόκειται στον κατήγορο να αποδείξει την υπόθεσή του, και δεν είναι δυνατό να ζητείται από τον κατηγορούμενο να παρουσιάσει μαρτυρία σκοπός της οποίας είναι η τεκμηρίωση των ουσιαστικών στοιχείων της κατηγορίας. Ο κατηγορούμενος, εκτός αν ο ίδιος είναι μάρτυρας σε υπεράσπιση του, δεν μπορεί να κληθεί να αυτοενοχοποιηθεί, και αυτό είναι που ουσιαστικά επιζητείται με την κλήση του δικηγόρου του ως μάρτυρα κατηγορίας. Κάτι τέτοιο εξ άλλου θα αντιστρατεύετο και την αρχή της ισότητας των όπλων, παρατηρώντας παράλληλα ότι το τι ουσιαστικά επιδιώκεται είναι η παροχή όπλων από την υπεράσπιση στον κατήγορο προς απόδειξη της κατηγορίας. Ούτε επηρεάζεται η άποψη αυτή από την εισήγηση ότι ο κατήγορος έχει το συνταγματικό δικαίωμα, σύμφωνα μα το Άρθρο 30.3(γ) του Συντάγματος "να προσάγει ή να προκαλεί την προσαγωγήν των μέσων αποδείξεως και να εξετάζει μάρτυρες συμφώνως τω νόμω". Οποιαδήποτε και αν είναι η έκταση του δικαιώματος αυτού, δεν θα μπορούσε να είναι τέτοια που να καταστρατηγεί τα πιο πάνω.» Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Η κλήση του εναγόμενου ως μάρτυρα των εναγουσών είναι αντισυνταγματική, αφού παραβιάζει το δικαίωμα του εναγόμενου για δίκαιη δίκη, σύμφωνα με τη ερμηνεία της έννοιας, ως ανωτέρω, τηρουμένων των αναλογιών. Στα πλαίσια του αντιπαραθετικού συστήματος διεξαγωγής της δίκης, κάθε διάδικός δικαιούται να παρουσιάσει τους μάρτυρες του και να καταθέσει ο ίδιος για σκοπούς απόδειξης ή υποστήριξης της υπόθεσής του, χωρίς να επιτρέπεται είτε στον ένα είτε στον άλλο να κλητεύσει ως μάρτυρα του τον αντίδικό του για το σκοπό αυτό. Για να το πω και διαφορετικά, εναπόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει την απαίτησή του και κατ' επέκταση την αγωγή του και δεν μπορεί σ' αυτά τα πλαίσια να επιστρατεύει τον εναγόμενο ως όπλο, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι τελευταίος έχει καταχωρήσει υπεράσπιση στην απαίτησή του Η κλήση του ενός διαδίκου ως μάρτυρα για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης του άλλου, συνιστά στρέβλωση του αντιπαραθετικού συστήματος διεξαγωγής της δίκης, σε βαθμό που εξουδετερώνει και καταργεί το σκοπό και την ίδια τη δίκη. Από τη στιγμή που ένας ενάγοντας θεωρεί ότι μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του εναγόμενου για σκοπούς απόδειξης της εναντίον του απαίτησης, διερωτώμαι ποιο το νόημα να τον ενάγει, κινητοποιώντας τους μηχανισμούς και τα μέσα της δικαιοσύνης για το σκοπό αυτό. Κατά τη γνώμη μου, το ορθό, πρέπον και φυσιολογικά αναμενόμενο σε τέτοια περίπτωση είναι η επιλογή της οδού της εξώδικης και φιλικής διευθέτησης της διαφοράς και όχι η προσφυγή στη δικαιοσύνη. Αυστηρά ομιλούντες δεν υπάρχει καν διαφορά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Εξ αυτού ανακύπτουν και τα εξής: Aν υποτεθεί ότι επιτρέψω στον εναγόμενο να καταθέσει και καταθέσει ως μάρτυρας των εναγουσών, σύμφωνα με την εκδοχή τους σε σχέση με τα επίδικα θέματα και ακολούθως αυτός αποφασίσει να καταθέσει και καταθέσει ως μάρτυρας για την υπόθεσή του, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που συνθέτουν την υπεράσπισή του σε σχέση με τα ίδια επίδικα θέματα και γεγονότα των δύο αγωγών, εάν δηλαδή καταθέσει αντιφατικά συναφώς με αυτά, τίθεται το ερώτημα, με ποιο έρεισμα οι αντίδικοι δικηγόροι θα μου ζητήσουν και σε ποια έκταση είτε να τον πιστέψω και να δεχθώ τη μαρτυρία του είτε να τον κηρύξω αναξιόπιστο ως μάρτυρα και να την απορρίψω; Και ιδιαίτερα η δικηγόρος του, την οποία διόρισε για να τον υπερασπίσει στις δύο αγωγές που καταχωρήθηκαν εναντίον του (βλ. το σχετικό τύπο διορισμού) πόσο δεοντολογικά ορθό είναι, είτε να τον αντεξετάσει ως μάρτυρα των εναγουσών είτε ακόμη - και αυτό είναι το χειρότερο και πιο πιθανό - να τον αμφισβητήσει; Aκολούθως, το Δικαστήριο, με ποια μέθοδο θα τον αξιολογήσει ως μάρτυρα, σε περίπτωση που - θεωρητικά πάντοτε ομιλούντες - καταθέτοντας ως μάρτυρας για τον εαυτό του υποστηρίξει την εκδοχή του, ενώ, καταθέτοντας ως μάρτυρας των εναγουσών υιοθετήσει την εκδοχή εκείνων; Τέλος, αν επιτραπεί στον εναγόμενο να καταθέσει ως μάρτυρας των εναγουσών, δεν είναι ως εάν να του επιτρέπεται να παρουσιάζεται ταυτόχρονα με δύο ιδιότητες στην ίδια αγωγή; Και το παρεμφερές ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: Kάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί τη στιγμή που - για να επαναλάβω - καθώς ήδη έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία (βλ. τη Managed, ανωτέρω,) οι δύο ιδιότητες στην ίδια αγωγή είναι ασυμβίβαστες, αφού οδηγούν σε αντινομικά και παράδοξα αποτελέσματα, πράγμα ανεπίτρεπτο; Δεδομένης της φύσης των απαιτήσεων των υπό εκδίκαση αγωγών και της ενδεχόμενης εμπλοκής ασφαλιστικής εταιρείας σ' αυτές, σε συνδυασμό και με τη στενή σχέση συγγένειας που συνδέει τις ενάγουσες με τον εναγόμενο, ενδεχομένως η υποβολή του υπό κρίση αιτήματος να συνιστά και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Δε θα ήθελα όμως να επεκταθώ, αφού, οτιδήποτε επιπλέον πω επί του προκειμένου, μοιραία θα έχει επιπτώσεις επί της αξιοπιστίας των διαδίκων. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ αρκετά όσα έχω αναφέρει προκειμένου να αιτιολογήσω την απόφασή μου να μην επιτρέψω στον εναγόμενο να καταθέσει ως μάρτυρας των εναγουσών και κατ' επέκταση να απορρίψω το υπό κρίση αίτημα. (Υπ.) ............... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-ΤΑ Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτημα για να καταθέσει ο εναγόμενος ως μάρτυρας για τις ενάγουσες. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.