GRAHAM DAVIES ν. ΠΕΤΡΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ κ.α., Aρ. Αγωγής: 2194/12, 5/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A75 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 2194/12 Μεταξύ: GRAHAM DAVIES, από το Ηνωμένο Βασίλειο Ενάγοντα - και -
- ΠΕΤΡΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, από τη Λεμεσό
- ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 22.5.2012 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 5.10.2012 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Σ. Σαββίδης (κ. Θ. Τριγκής για να ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Α. Χαραλάμπους (κ. Θ. Χριστοδούλου για να ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας, σύμφωνα με την αγωγή του η οποία καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 21.5.2012, αξιώνει εναντίον των εναγόμενων τα ακόλουθα: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους εναγόμενους όπως επιστρέψουν το αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES BENZ, τύπος 212, μοντέλο Ε200 BLUE-CY SE CDI A με προηγούμενους Αγγλικούς Αριθμούς εγγραφής ΜΚ11 LYV και Κυπριακούς αριθμούς εγγραφής LAJ 252 το οποίο παράνομα κατακρατούν και/ή ιδιοποιούνται και/ή παράνομα απόκτησαν ως προϊόν κλοπής. Β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η μεταβίβαση και εγγραφή στο όνομα του Εναγόμενου 1 του αυτοκινήτου μάρκας ΜERCEDES BENZ, τύπος 212, μοντέλο Ε200 ΒLUE-CY SE CDI A με προηγούμενους Αγγλικούς Αριθμούς εγγραφής ΜΚ11 LYV και Κυπριακούς αριθμούς εγγραφής LAJ 252 είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και/ή πρέπει να ακυρωθεί διότι επιτεύχθηκε σαν αποτέλεσμα κλοπής του πιο πάνω οχήματος και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή λάθους και/ή πλαστογραφίας εγγράφου και/ή άλλως πως σε βάρος του ενάγοντα με τρόπο ώστε να μην υπάρχει από μέρους του Ενάγοντα γνώση και/ή ελεύθερη συναίνεση και βούληση για την πιο πάνω μεταβίβαση και/ή εγγραφή επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 που έγινε στα μητρώα του Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων. Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων όπως διαγράψει το όνομα του Εναγόμενου 1 και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και/ή να ανακαλέσει την εγγραφή του ως ιδιοκτήτη και/ή δικαιούχου του αυτοκινήτου μάρκας ΜERCEDES BENZ, τύπος 212, μοντέλο Ε200 ΒLUE-CY SE CDI A με προηγούμενους Αγγλικούς Αριθμούς εγγραφής ΜΚ11 LYV και Κυπριακούς αριθμούς εγγραφής LAJ 252 και/ή οποιαδήποτε άλλη προηγούμενη εγγραφή και/ή που να διατάσσει τη μεταβίβαση και την εγγραφή του εν λόγω οχήματος επ' ονόματι του Ενάγοντα. Δ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας είναι ο ιδιοκτήτης και/ή νόμιμος κάτοχος και/ή δικαιούχος του αυτοκινήτου μάρκας ΜERCEDES BENZ, τύπος 212, μοντέλο Ε200 ΒLUE-CY SE CDI A με Αγγλικούς Αριθμούς εγγραφής ΜΚ11 LYV και Κυπριακούς αριθμούς εγγραφής LAJ
- Ε) Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά αποζημιώσεις ως η αξία του αυτοκινήτου μάρκας ΜERCEDES BENZ, τύπος 212, μοντέλο Ε200 ΒLUE-CY SE CDI A με προηγούμενους Αγγλικούς Αριθμούς εγγραφής ΜΚ11 LYV και Κυπριακούς αριθμούς εγγραφής LAJ 252 οι οποίες ανέρχονται κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο στο ποσό των €26,470.
- Ζ) Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις επιπροσθέτως και/ή διαζευτικώς για παράνομη κατακράτηση και/ή ιδιοποίηση του εν λόγω οχήματος από τους εναγόμενους. Η) Νόμιμο τόκο. Θ) Έξοδα και Φ.Π.Α.» Την επομένη, 22.5.2012 καταχώρισε μονομερή αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση των ακόλουθων προσωρινών διαταγμάτων: «
- Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου το οποίο θα εμποδίζει και/ή να απαγορεύει στους εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους τους και/ή τους υπηρέτες τους και/ή παν πρόσωπον έλκον εξ' αυτών δικαίωμα την πώλησην και/ή επιβάρυνση και/ή μεταβίβαση ή με καθ' οιονδήποτε τρόπο την αποξένωση και/ή διάθεση του αυτοκινήτου μάρκας ΜERCEDES BENZ, τύπος 212, μοντέλο Ε200 ΒLUE-CY SE CDI A με προηγούμενους Αγγλικούς αριθμούς εγγραφής ΜΚ11 LYV και Κυπριακούς αριθμούς εγγραφής LAJ 252 μέχρι τελικής εκδικάσεως της σχετικής αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και έκδοσης τελεσίδικης απόφασης και/ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου.
- Προσωρινό Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να παρεμποδίζει τους εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους τους και/ή τους υπηρέτες τους και/ή παν πρόσωπον έλκον εξ' αυτών δικαίωμα να χρησιμοποιούν, και/ή ιδιοποιούνται το αυτοκίνητο μάρκας ΜERCEDES BENZ, τύπος 212, μοντέλο Ε200 ΒLUE-CY SE CDI A με προηγούμενους Αγγλικούς αριθμούς εγγραφής ΜΚ11 LYV και Κυπριακούς αριθμούς εγγραφής LAJ 252 μέχρι τελικής εκδικάσεως της σχετικής αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και έκδοσης τελεσίδικης απόφασης και/ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου.
- Προσωρινό διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει τους εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους τους και/ή τους υπηρέτες τους και/ή παν πρόσωπον έλκον εξ' αυτών δικαίωμα να μεταφέρουν το αυτοκίνητο μάρκας ΜERCEDES BENZ, τύπος 212, μοντέλο Ε200 ΒLUE-CY SE CDI A με προηγούμενους Αγγλικούς αριθμούς εγγραφής ΜΚ11 LYV και Κυπριακούς αριθμούς εγγραφής LAJ 252, σε ασφαλές μέρος για την φύλαξη του, δηλαδή εντός ιδιωτικού γκαράζ και/ή εντός του γκαράζ των εναγομένων και/ή όπως το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε καθορίσει τούτο, μέχρι τελικής εκδικάσεως της σχετικής αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και έκδοσης τελεσίδικης απόφασης και /ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου.
- Οποιαδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο θεωρήσει κατάλληλη και δίκαιαν όπως εκδώσει υπό τις περιστάσεις.
- Έξοδα, πλέον έξοδα επίδοσης, πλέον Φ.Π.Α.» Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στη Δ.48 Θ.Θ.1-4 και 7-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση εμφαίνονται στη συνημμένη ένορκη δήλωση της δικηγόρου Χρυστάλλας Φιλίππου, ημερομηνίας 22.5.
- Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης (υπό διαφορετική σύνθεση), στις 25.5.2012 εξέδωσε διάταγμα, ως η παράγραφος 1 της αίτησης. Οι εναγόμενοι-καθ'ων η αίτηση, στις 5.9.2012 καταχώρισαν ένσταση στην αίτηση. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ. 1-9, στο άρθρο 23 του Συντάγματος και στις εγγενείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοψίζοντας τους 14 συνολικά λόγους ένστασης, οι οποίοι εν μέρει επαναλαμβάνονται με διαφορετική διατύπωση, είναι οι εξής: Πρώτο, δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για έκδοση και συνέχιση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος. Δεύτερο, ο αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και δεν προέβηκε σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη των γεγονότων (full and frank disclosure) που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ειδικότερα γεγονότων τα οποία βρίσκονται, ήταν ή θα μπορούσε να ήταν σε γνώση του, αν κατέβαλλε εύλογη επιμέλεια. Περαιτέρω απέκρυψε και δεν υπέδειξε στο Δικαστήριο τα αληθινά και ουσιώδη γεγονότα ή έγγραφα που ήταν στην κατοχή του. Τρίτο, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει προς όφελος της ακύρωσης του διατάγματος, καθότι, η εξακολούθησή του παραβιάζει κεκτημένα, έννομα συμβατικά και περιουσιακά δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση 1, ενώ αντίθετα, ο αιτητής, ουδεμία ζημιά θα υποστεί από την ακύρωση του διατάγματος, αφού, η αξίωσή του εν τέλει είναι οικονομικής φύσης και οι καθ' ων η αίτηση είναι καθ' όλα αξιόχρεοι. Ο αιτητής δεν έχει δείξει ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Τέταρτο, ο αιτητής δεν ικανοποίησε την προϋπόθεση του επείγοντος για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος, χωρίς ειδοποίηση. Πέμπτο, τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή και αίτηση. Αρμόδια Δικαστήρια είναι αυτά της Ιρλανδίας. Έκτο, δεν έχει συνδεθεί ο καθ' ου η αίτηση 2 με τα επίδικα θέματα της αγωγής ή με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα και το επίδικο διάταγμα κακώς ζητήθηκε εναντίον του, επειδή δεν είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του εναγόμενου-καθ'ου η αίτηση 2, Γιαννάκη Καλογήρου, ημερομηνίας 5.9.
- Κατά την ακρόαση της αίτησης, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των δύο πλευρών, περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω, με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις αγορεύσεις των συνηγόρων. Ισχυρίζονται οι καθ' ων η αίτηση με τον τέταρτο λόγο ένστασης (σύμφωνα με τη δική μου αρίθμηση, ως ανωτέρω) ότι ο αιτητής δεν ικανοποίησε την προϋπόθεση του επείγοντος για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος, χωρίς ειδοποίηση. Έχοντας υπόψη ότι το στοιχείο αυτό αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για παροχή θεραπείας στην απουσία της άλλης πλευράς, θα εξετάσω το συγκεκριμένο λόγο, προτού εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου 1998
(1)(Β) Α.Α.Δ. 598). Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχεται θεραπεία χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουστεί (βλ. Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Επομένως, η μη έγκαιρη προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, εκτός κι αν επεξηγηθεί είναι μοιραία. Μόνο όταν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι, εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο μπορεί να δικαιολογηθεί παρέκβαση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά (βλ. Xατζηβασιλείου ν. White Κnight Holdings Ltd
(2004)1 (A) A.A.Δ.203). «Κατεπείγον» σύμφωνα με τη Χατζηβασιλείου (ανωτέρω): «. θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί.» Βέβαια, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και το κατά πόσο ο εναγόμενος επηρεάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του σχετικού λόγου, ενώ η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και η ορατή πιθανότητα επιτυχίας καθιστούν την προστασία του αιτητή επείγον ζήτημα. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 211/10, ημερομηνίας 14.7.2011 συγκεφαλαιώνονται οι σχετικές με το θέμα του επείγοντος στην έκδοση προσωρινού διατάγματος αρχές. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Είναι νομολογημένο ότι ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος διότι αποστερείται με τον τρόπο αυτό η δικαιοδοτική βάση και η εξουσία έκδοσης από το Δικαστήριο του διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση (δέστε Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 A.A.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, 954). Όπως τονίστηκε περαιτέρω στη Χ»Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, στη σελ. 207: «... Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο, μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δικαίας δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά.». Επιβεβαίωση της αρχής αυτής έγινε και στην Αίτηση της εταιρείας Quantum Telecommunications Ltd για Certiorari
(2005)1 Α.Α.Δ. 901. Παρόλο που οι αποφάσεις αυτές εξέτασαν τον κανόνα του επείγοντος στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία χορήγησης προνομιακών ενταλμάτων, εντούτοις είναι πρόδηλο ότι το Δικαστήριο που εκδίδει ex parte το διάταγμα δύναται από μόνο του να επανεξετάσει μετά από την καταχώρηση της σχετικής ένστασης και το ζήτημα του χρόνου ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της όλης δικαιοδοσίας του να επικυρώσει ή να ακυρώσει το διάταγμα υπό το φως της ολότητας των γεγονότων. Οι θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και η όλη διαφορά επιδρούν αναλόγως επί του παράγοντα του χρόνου. (δέστε Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. ν. Joseph Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186)». Ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα για τον ενάγοντα-αιτητή στις παραγράφους 3 και 4 της δήλωσής ότι ο ενάγοντας είναι ο ιδιοκτήτης και/ή νόμιμος κάτοχος του επίδικου αυτοκινήτου, με προηγούμενους Αγγλικούς αριθμούς εγγραφής ΜΚ11 LYV και Κυπριακούς LAJ 252. Αγόρασε το εν λόγω όχημα με σύμβαση ενοικιαγοράς από τη Mercedes Benz Financial 037680 Services UK Limited. Αυτό δε κλάπηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο και ο ενάγοντας κατά ή περί τις 22.2.2012, όταν κατάγγειλε το περιστατικό στις αστυνομικές αρχές πληροφορήθηκε από την Interpol ότι το όχημα βρίσκεται στην Κύπρο. Ακολούθως διόρισε δικηγόρους στο Ηνωμένο Βασίλειο και τελικά, αφού πληροφορήθηκε από διάφορους φορείς ότι δικαιοδοσία έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια διόρισε δικηγόρους στην Κύπρο για να προβούν σε νομικά διαβήματα για να ανακτήσει την κατοχή του οχήματός του, αφού πληροφορηθεί ποιος είναι ο κάτοχός του στην Κύπρο. Αν και δεν αναφέρεται από την ενόρκως δηλούσα πότε αγόρασε το όχημα ο ενάγοντας είτε ακόμη πότε αυτό κλάπηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο, αν ληφθεί υπόψη, ότι, όπως αναφέρεται από τον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση 2 στην παράγραφο 14.2 της δικής του ένορκης δήλωσης, με αναφορά στο τεκμήριο 1, το όχημα γράφτηκε στην Ιρλανδία επ' ονόματι κάποιου Cornelious, στις 25.3.2011 και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, τόσο η αγορά του από τον ενάγοντα όσο και η κλοπή του προηγήθηκαν της παραπάνω ημερομηνίας. Με αυτό ως δεδομένο τίθεται το ερώτημα σε ποιες ενέργειες προέβηκε ο ενάγοντας προς εντοπισμό και διεκδίκησή του, κατά το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα των 11 περίπου μηνών, από τις 25.3.2011 μέχρι και τις 22.2.2012 που κατάγγειλε την κλοπή του στις αστυνομικές αρχές. Περαιτέρω γιατί αποφάσισε να καταγγείλει την κλοπή του στην Αστυνομία τόσους μήνες αργότερα. Μολονότι ουδεμία απάντηση δίδεται από την ενόρκως δηλούσα για τον ενάγοντα στα παραπάνω ερωτήματα συνάγεται από το σχετικό απόσπασμα που παρατίθεται στις δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου [Χατζηβασιλείου και Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω)] ότι το ουσιαστικό κριτήριο που προσμετρά στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του θέματος του κατ' επείγοντος είναι ο χρόνος που μεσολαβεί από τη στιγμή που ο ενάγοντας γνωρίζει τον αντίδικό του μέχρι και την ώρα που κινεί τη νενομισμένη διαδικασία, για σκοπούς διεκδίκησης και προστασίας των δικαιωμάτων του έναντί του. Εις επίρρωση της παραπάνω θέσης παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από τη Σάββα v. Τηλεμάχου
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2081 που κατά τη γνώμη μου, τηρουμένων των αναλογιών τυγχάνει πλήρους εφαρμογής επί του προκειμένου: «Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα, αυτό της καθυστέρησης, το συμπέρασμα είναι εντελώς ανεδαφικό. Η αγωγή καταχωρήθηκε μέσα στην προθεσμία που προβλέπει ο νόμος και ο υπολογισμός του χρόνου, ως παράγοντα για τη διαπίστωση της ύπαρξης καθυστέρησης σε βαθμό που να εξανεμίζεται το επείγον του διατάγματος, αρχίζει να προσμετρά, λαμβανομένων υπόψη και άλλων τυχόν παραγόντων, από την ημερομηνία καταχώρησης της εναρκτήριας αίτησης και όχι από το χρόνο που επήλθε η διάσταση.» Ανεξάρτητα από την παραπάνω κατάληξή μου, στο βαθμό που οι εναγόμενοι με το συγκεκριμένο λόγο ένστασης ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας δε δικαιολόγησε γιατί δεν έλαβε μέτρα στην Ιρλανδία, δεδομένου ότι το αυτοκίνητο βρισκόταν εκεί, τουλάχιστον από τις 25.3.2011 μέχρι και τη μεταφορά του στην Κύπρο περιορίζομαι να πω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός τους είναι εντελώς ανεδαφικός, γιατί πολύ απλά, δεν προκύπτει από την ενώπιόν μου μαρτυρία ότι ο ενάγοντας γνώριζε το παραπάνω γεγονός. Ως εντελώς ανεδαφικός είναι και ο ισχυρισμός τους ότι ο ενάγοντας είναι υπεύθυνος υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης, για την περίοδο από 22.2.2012 που ενημερώθηκε από την Interpol ότι το αυτοκίνητο βρίσκεται στην Κύπρο μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής στις 21.5.2012. Στις παραγράφους 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 10 της ένορκης δήλωσης της Χρυστάλλας Φιλίππου γίνεται εκτενής αναφορά σε σωρεία ενεργειών στις οποίες προέβηκαν οι δικηγόροι του ενάγοντα, οι οποίες περικλείουν και την ανταλλαγή αλληλογραφίας - βλ. τα τεκμήρια 2 μέχρι 8 - από τις 9.3.2012 - δηλαδή, 16 μέρες μετά που ο ενάγοντας πληροφορήθηκε ότι το επίδικο όχημα βρίσκεται στην Κύπρο - μέχρι και τις 18.5.2012 που πληροφορήθηκαν τα ονόματα των κατόχων του που είναι οι εναγόμενοι, ενώ τρεις μέρες μετά καταχώρησαν την παρούσα αγωγή και στο πλαίσιό της, την επομένη, την υπό κρίση αίτηση. Έπεται ότι ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Με το δεύτερο λόγο ένστασης - σύμφωνα με τη δική μου αρίθμηση - ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι ο ενάγοντας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αφού δεν προέβηκε σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη των γεγονότων της υπόθεσης και ειδικότερα των γεγονότων τα οποία βρίσκονται, ήταν ή θα μπορούσε να ήταν σε γνώση του αν κατέβαλλε εύλογη επιμέλεια. Περαιτέρω τού καταλογίζουν και ότι απέκρυψε και δεν υπέδειξε στο Δικαστήριο τα αληθινά και ουσιώδη γεγονότα ή έγγραφα που ήταν στην κατοχή του. Στην υπόθεση Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 583 επισημαίνονται τα εξής, συναφώς με το θέμα: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση». Περαιτέρω, σύμφωνα με την Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω): «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (δέστε τις υποθέσεις Brink´s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264-267 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος». Τέλος, σύμφωνα με τη Σάββα (ανωτέρω επίσης): «Η έκταση της υποχρέωσης για αποκάλυψη γεγονότων σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκε στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navig. Co Ltd κ.ά.
(1996)1 (Α) ΑΑΔ 597: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 C.L.R.
- Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93, ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου
- Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) και να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93/89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Gex. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 11/89 και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρησή της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink's Mat Ltd Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Appartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ότι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής." Στην υπόθεση RESOLA (CYPRUS) LTD v. Χρήστου, Πολιτική Έφεση 9610, ημερ. 31.3.1998 ειπώθηκαν τα εξής: "Όπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90 - 30.5.96)), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής." Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος, είτε γιατί το πραγματικό για σκοπούς στοιχειοθέτησης του είναι ανύπαρκτο, είτε ακόμη, επειδή, στο βαθμό που πρόκειται για υπαρκτό, δεν απεκρύβη από το Δικαστήριο, όταν τέθηκε ενώπιόν του η μονομερής αίτηση και στο πλαίσιο της εκδόθηκε το σχετικό Διάταγμα. Ειδικότερα: Όταν ο ενάγοντας απευθύνθηκε στο Δικαστήριο με τη μονομερή αίτηση και ζήτησε την έκδοση προσωρινού διατάγματος, για σκοπούς θεμελίωσης του αγώγιμου δικαιώματός του και της σχέσης του με το επίδικο όχημα προέβαλε μέσω της ενόρκως δηλούσας γι' αυτόν τον ισχυρισμό ότι είναι ιδιοκτήτης και/ή νόμιμος κάτοχος του οχήματος, το οποίο αγόρασε με σύμβαση ενοικιαγοράς. Προς απόδειξη και/ή επιβεβαίωση επισύναψε πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος, από το οποίο προκύπτει ότι αυτό είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι εκείνων από τους οποίους όπως ισχυρίζεται το αγόρασε ο ίδιος. Εάν το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης και εξέδωσε το διάταγμα, στην απουσία, είτε τίτλου ιδιοκτησίας του οχήματος επ' ονόματι του ενάγοντα είτε της σύμβασης ενοικιαγοράς, έσφαλε είναι ένα θέμα, το οποίο, όμως, σε κάθε περίπτωση δε δημιουργεί θέμα είτε απόκρυψης είτε μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της Χρυστάλλας Φιλίππου ότι ο ενάγοντας κατάγγειλε την κλοπή του οχήματός του στις 22.2.2012, ενώ δεν μπορώ να αντιληφθώ ποια επίδραση θα μπορούσε να ασκήσει στην κρίση του Δικαστηρίου που εξέδωσε το επίδικο διάταγμα, εάν γινόταν παράθεση των συνθηκών της κλοπής του οχήματος. Απ' εκεί και πέρα δεν προκύπτει από τη μαρτυρία ότι ο ενάγοντας γνώριζε πότε γράφτηκε το αυτοκίνητο στην Ιρλανδία και δεν το ανάφερε, ωστόσο, ακόμη και να γνώριζε, για λόγους που έχουν αναφερθεί σε σχέση με το κατεπείγον, αδυνατώ να αντιληφθώ κατά ποια έννοια ή λογική θα ήταν διαφορετική η κρίση του Δικαστηρίου που εξέδωσε το διάταγμα, εάν αναφερόταν το συγκεκριμένο γεγονός. Για το θέμα δικαιοδοσίας που εγείρουν οι εναγόμενοι στο πλαίσιο του υπό εξέταση λόγου ένστασης, θα διατυπώσω τη θέση μου αργότερα, αφού, επί του προκειμένου υπάρχει αυτοτελής λόγος ένστασης. Υπεισέρχομαι τώρα στο θέμα των ουσιαστικών προϋποθέσεων που θα πρέπει να πληρούνται για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την υπό κρίση αίτηση έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας, σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου «Νaime S» (Αρ.2)
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: "Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου θεωρώ αναγκαίο να παρατεθούν και τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων· με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Τέλος, με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση επισημαίνεται ότι αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης. Σύμφωνα τώρα με την Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στην Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 788, υπενθυμίζεται ότι γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Παρατηρώ τα εξής: Με μόνο λόγο ότι τόσο ο ενάγοντας όσο και ο εναγόμενος 1 ισχυρίζονται ότι είναι ιδιοκτήτες και/ή νόμιμοι κάτοχοι του επίδικου οχήματος, δυνάμει σύμβασης ενοικιαγοράς ο πρώτος και βάσει τίτλου ιδιοκτησίας ο δεύτερος είναι σαφές ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, η περί αντιθέτου θέση των εναγόμενων δε με βρίσκει σύμφωνο. Ωστόσο, θα συμφωνήσω με τους εναγόμενους, ότι ο ενάγοντας, στη βάση της μαρτυρίας που έχει προσκομίσει δεν απέδειξε την ύπαρξη ορατότητας επιτυχίας στην αγωγή, γιατί πολύ απλά, ενώ παρουσιάζεται από την ενόρκως δηλούσα γι' αυτόν, ως ιδιοκτήτης και/ή νόμιμος κάτοχος του επίδικου οχήματος, το οποίο αγόρασε με σύμβαση ενοικιαγοράς, το μόνο έγγραφο που παρουσιάζει προς απόδειξη και επιβεβαίωση των παραπάνω ισχυρισμών του είναι τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος, όχι όμως επ' ονόματί του, αλλά επ' ονόματι των φερόμενων από τον ίδιο ως πωλητών του. Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι σε ένορκες δηλώσεις και ιδιαίτερα όταν αυτές στηρίζουν αίτημα για έκδοση προσωρινού διατάγματος στην απουσία της άλλης πλευράς που αποτελεί εξαιρετικά δραστικό μέτρο δεν επιτρέπονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί, ιδιαίτερα όταν αυτοί αφορούν στο πλέον ουσιαστικό ζήτημα για σκοπούς θεμελίωσης του αγώγιμου δικαιώματος. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η ενόρκως δηλούσα για τον ενάγοντα, η οποία προέβη στη σχετική ένορκη δήλωση κατόπιν εξουσιοδότησής του, όφειλε να δηλώσει ρητά κατά πόσο αυτός είναι ιδιοκτήτης ή κάτοχος δυνάμει σύμβασης ενοικιαγοράς του επίδικου οχήματος και όχι να ισχυρίζεται και τα δύο, αφού κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ισχύει. Ωστόσο, είτε ιδιοκτήτης του οχήματος είναι ο ενάγοντας είτε κάτοχός του δυνάμει σύμβασης ενοικιαγοράς δε νομίζω να αποδεικνύει είτε το ένα είτε το άλλο με το να προσκομίζει τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος, από τον οποίο προκύπτει ότι αυτό ανήκει σε τρίτο πρόσωπο που δεν είναι διάδικο. Από την ώρα που ο ενάγοντας επέλεξε να προσκομίσει έγγραφη μαρτυρία προς απόδειξη της νομικής του σχέσης με το επίδικο όχημα και ως θέμα καθαρά κοινής λογικής, θεωρώ πως το κατάλληλο έγγραφο που θα μπορούσε και όφειλε να προσκομίσει, είναι, είτε τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος επ' ονόματί του είτε τη γραπτή συμφωνία ενοικιαγοράς του. Και ενώ η ενόρκως δηλούσα γι' αυτόν, ουδεμία εξήγηση ή δικαιολογία δίδει γιατί δεν επισυνάπτεται στην ένορκη της δήλωση, οποιοδήποτε από τα παραπάνω έγγραφα, η απάντηση δίδεται από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του ενάγοντα, ο οποίος, στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, στη σελίδα 6 αναφέρει κατά λέξη τα εξής: «Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 22/05/12, προσκομίστηκαν όλα τα έγγραφα που ο ενάγοντας και/ή οι δικηγόροι του είχαν στην κατοχή τους.» Η συγκεκριμένη αναφορά, μου επιτρέπει νομίζω να πω ότι ο ενάγοντας, αν και ισχυρίζεται ότι είναι ιδιοκτήτης και/ή νόμιμος κάτοχος δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς του επίδικου οχήματος, δε διαθέτει ούτε τίτλο ιδιοκτησίας μα ούτε και γραπτή συμφωνία ενοικιαγοράς. Εξ αυτού διαγράφεται και πόσο «oρατό» είναι το ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής του, χωρίς να χρειάζεται να υπεισέλθω στη μαρτυρία των εναγόμενων, συναφώς με τη νομική σχέση που αυτοί ισχυρίζονται ότι έχουν με το επίδικο όχημα. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, με αναφορά στην Odysseos και πάλι, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Χωρίς να μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231) αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245) επί του προκειμένου διαπιστώνω τα ακόλουθα: Αν ληφθεί υπόψη ότι η βάση της αγωγής του ενάγοντα σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου του εδράζεται στα άρθρα 37 και 39 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου (παράνομη κατακράτηση πράγματος και ιδιοποίηση, αντίστοιχα) δυσκολεύομαι να αντιληφθώ κατά ποια έννοια θα είναι αδύνατο ή έστω απλώς δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, ακόμη κι αν συμβεί οτιδήποτε από αυτά που αναφέρει στις παραγράφους 15 μέχρι 18 της ένορκής της δήλωσης, η ενόρκως δηλούσα για τον ενάγοντα. Καταρχήν, από τη συνδυασμένη ερμηνεία των άρθρων 37
(1)και 38 και 39 και 42 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου είναι σαφές, ότι, η βασική θεραπεία που παρέχεται σε περίπτωση επιτυχίας είναι η αποζημίωση, ενώ, η επιστροφή της ιδιοκτησίας στον ενάγοντα, είτε ως επιπλέον θεραπεία είτε ως υπαλλακτική της αποζημίωσης, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Επί του προκειμένου, ο ενάγοντας που βασίζει την αγωγή του εναντίον των εναγόμενων στα παραπάνω αστικά αδικήματα, δεν εξηγεί για ποιο λόγο δεν μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο σε περίπτωση επιτυχίας στην αγωγή του, εκτός κι αν ανακτήσει την ιδιοκτησία και κατοχή του επίδικου οχήματος. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι για τον ίδιο, το όχημα έχει συλλεκτική ή για κάποιο λόγο ή λόγους συναισθηματική ή κάποια άλλη ιδιαίτερη αξία, πέραν από τη χρηματική. Στην απουσία τέτοιας αναφοράς, ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο τα δικαιώματά του μπορούν να κατοχυρωθούν με την επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο, οπότε η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων σε σχέση με τις παραγράφους 2 και 3 της αίτησης, για τις οποίες διατάχθηκε επίδοση καθώς και η εξακολούθηση του διατάγματος, δεν είναι απαραίτητα. Στην ένορκη δήλωση της Χρυστάλλας Φιλίππου, όχι μόνο δεν περιέχεται ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση των εναγόμενων είναι τέτοια που θα στερήσει από τον ενάγοντα τη δυνατότητα να αποζημιωθεί από αυτούς σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του, αλλά, αντίθετα, ο ισχυρισμός των εναγόμενων (σύμφωνα με το περιεχόμενο της παραγράφου 17 της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 2) ότι είναι καθ' όλα αξιόχρεοι παρέμεινε αναντίλεκτος. Επομένως, ο ενάγοντας δεν μπορεί βάσιμα να ισχυρίζεται ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, είτε ακόμη πως δε θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εξαιτίας της μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ή της απόρριψης της σχετικής αίτησης (βλ. Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd, αγωγή 1/2007, Αναθεωρητική Δικαιοδοσία, ημερομηνίας 16.5.2008). Τα παραπάνω απαντούν και στον ισχυρισμό του ευπαίδευτου δικηγόρου του ενάγοντα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής του αγόρευσης, ότι «ακόμη και αν οι εναγόμενοι υποστούν ζημιά από τη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος και την έκδοση περαιτέρω θεραπειών, τότε μπορούν να αποζημιωθούν από την έκδοση διατάγματος εγγύησης, που εκδίδεται στα πλαίσια απονομής προσωρινού διατάγματος.» Σε συνέχεια των προηγούμενων δέχομαι και τον τρίτο λόγο ένστασης των εναγόμενων, σύμφωνα με τον οποίο, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει προς όφελος της ακύρωσης του διατάγματος, αφού, ενώ από τη μια οι ίδιοι (και ιδιαίτερα ο εναγόμενος 2) με την προσαχθείσα εκ μέρους τους μαρτυρία απέδειξαν πέραν του αναγκαίου βαθμού τη νομική τους σχέση με το επίδικο όχημα και τη φύση του δικαιώματός τους πάνω σ' αυτό, αντίθετα, ο ενάγοντας, για λόγους που έχουν αναφερθεί απέτυχε το ίδιο. Ούτε και μου διαφεύγει ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι το επίδικο όχημα γράφτηκε καθ' όλα νόμιμα επ' ονόματι του εναγόμενου 2. Τέλος, για να επαναλάβω, ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση ακύρωσης του επίδικου διατάγματος και απόρριψης της αίτησης κατά τα λοιπά. Ο πέμπτος λόγος ένστασης (σύμφωνα πάντοτε με τη δική μου αρίθμηση) είναι αβάσιμος, με μόνο λόγο τη βάση αγωγής του ενάγοντα και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι εναγόμενοι είναι σήμερα κάτοχοι του επίδικου οχήματος. Και ο έκτος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος, εν μέρει, για τον ίδιο λόγο που θεωρώ αβάσιμο και τον προηγούμενο λόγο ένστασης, αλλά και για τον επιπλέον λόγο, ότι, ο εναγόμενος 2 τον οποίο και αφορά ο συγκεκριμένος λόγος δεν μπορεί να ισχυρίζεται, από τη μια, ότι επειδή δεν είναι ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος δε συνδέεται με τα επίδικα θέματα της αγωγής ή με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα και από την άλλη, να ομολογεί ότι μετά τις 9.1.2012 που έγραψε το επίδικο όχημα επ' ονόματι του γαμπρού του - εναγόμενου 1 - περί το τέλος του συγκεκριμένου μήνα βρήκε άλλο ενδιαφερόμενο αγοραστή από τη Λευκωσία, ο οποίος ήθελε να το αγοράσει και ως αποτέλεσμα κατέληξαν σε συμφωνία. Βλέπε τις παραγράφους 7, 8 και 9 της ένορκής του δήλωσης. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, το διάταγμα ημερομηνίας 25.5.2012 ακυρώνεται ενώ η σχετική αίτηση, ημερομηνίας 22.5.2012 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων και σε βάρος του ενάγοντα. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /MI-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Προσωρινό διάταγμα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο