A ANASTASIOU CO LTD ν. GAN DIRECT INSURANCE LTD, Αρ. Αγωγής: 838/12, 30/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A133 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 838/12 Μεταξύ: A. ANASTASIOU CO LTD Ενάγουσας και GAN DIRECT INSURANCE LTD Εναγόμενη Ημερομηνία: 30.11.12 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη εταιρεία / Αιτήτρια: κα Μ. Χριστοδούλου για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Ε. Γεωργίου) Για την Ενάγουσα εταιρεία / Καθ' ης η αίτηση: κ. Ν. Μουχταρούδης (για να ακούσει την απόφαση η κα Α. Κωνσταντίνου) -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από την Εναγόμενη εταιρεία / Αιτήτρια με την οποία ζητεί την ακύρωση της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 19.3.
- Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης η απόφαση της οποίας ζητείται η ακύρωση εκδόθηκε κατόπιν αίτησης η οποία υποβλήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση στις 6.3.
- Με την εν λόγω αίτηση ζητείτο απόφαση υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας λόγω παράλειψης καταχώρησης από την Αιτήτρια σημειώματος εμφάνισης δυνάμει της Διάταξης 17 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.48, θθ.1, 2 και στην Δ.17, θ.10 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 21-23 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Χρίστου Κουκκίδη ο οποίος σύμφωνα με αυτήν βρίσκεται στην υπηρεσία της Αιτήτριας και είναι εξουσιοδοτημένος από την τελευταία να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα υπό το φως των όσων αναφέρονται στην ένορκό του δήλωση είναι εύλογο και δίκαιο να παραμερισθεί η εναντίον της Αιτήτριας εκδοθείσα απόφαση. Με Ειδοποίηση Ένστασης με την οποία προβάλλονται έξι λόγοι ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Πάνου Αναστασίου ο οποίος σύμφωνα με αυτήν είναι μέτοχος και διευθυντής της Καθ' ης η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένος από την τελευταία να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Προβάλλεται ως λόγος ένστασης ανάμεσα σε άλλους λόγους ότι η Αιτήτρια δεν κατέδειξε καλή υπεράσπιση στην απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση (δεύτερος λόγος ένστασης). Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υποστηρίζοντας την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Σύμφωνα με την Διαταγή 17, Θεσμό 10 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας απόφαση η οποία εκδίδεται ύστερα από παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης μπορεί να παραμερισθεί από το Δικαστήριο με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως όπως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον (Βλ. Olga Kourbatova v. G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 AAΔ 345). Οι αρχές που διέπουν τον τρόπο άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου έχουν διατυπωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι οποίες υιοθέτησαν τις αρχές όπως αυτές συνοψίσθηκαν στην Αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E R 646 ή
(1937)Α.C. 473. Η Νομολογία επί του θέματος είναι αρκούντως διαφωτιστική. Ο παραμερισμός απόφασης που λήφθηκε νομότυπα και ερήμην του εναγόμενου επαφίεται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου (Βλ. Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Το Δικαστήριο δεν θέτει και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει άκαμπτους κανόνες που να αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Η αρχή που έχει διατυπωθεί είναι ότι εκτός και μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της υπόθεσης ή τη συναινέσει των δύο πλευρών το Δικαστήριο έχει την δυνατότητα και την ευχέρεια να παραμερίσει απόφασή του όταν αυτή είναι αποτέλεσμα της παράλειψης τήρησης κάποιου δικονομικού κανόνα (Βλ. Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Construction and Engineering Co.
(1961)1 CLR 317 και Ζήνωνας Μερκής v. Yiannoukas Holiday Inns κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 736). Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη να διασφαλίσει, αφενός, αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεσή του και, αφετέρου, την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Η ταχεία απονομή της δικαιοσύνης δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ευκολίας, αλλά υψίστης σημασίας παράγοντα για την αποτελεσματική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του πολίτη. Η αρχή αυτή είναι στενά συνυφασμένη και με έναν άλλο λόγο, επίσης, σημαντικό για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. Αν ο διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας, την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα εξυπακούει καθώς και η βεβαιότητα την οποία εισάγει στην διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απωλεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης. Το απαύγασμα της Νομολογίας είναι ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεσή του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, αν η διαγωγή του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό εναντίον του εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας την διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει απόφαση (Βλ. Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Πρωταρχικής σημασίας για το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι κατά πόσο ο Αιτητής έχει καταδείξει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης είναι στον Αιτητή, όχι για να αποδείξει την υπεράσπισή του, όπως θα έπραττε αν η υπόθεσή του εκδικαζόταν, αλλά για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή και εύλογη υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Ο αιτητής θα πρέπει, επίσης, να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την μη εμφάνισή του στη διαδικασία όπως και για τυχόν καθυστέρηση του να αποταθεί στο Δικαστήριο για τον παραμερισμό της απόφασης. Ο λόγος που θα δοθεί είναι ένας από τους παράγοντες που επενεργούν σοβαρά στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Βλ. Eros Travel & Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 ΑΑΔ 712). Η άνευ αποχρώντος λόγου παράλειψη του εναγόμενου να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να αποταθεί για τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, μπορεί βάσιμα να αποτελέσουν λόγο για την απόρριψη του αιτήματός του. Διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματά της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου σε σχέση με την εναντίον του αγωγή (Βλ. Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26). Στην υπόθεση Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26 τονίσθηκε, επίσης, ότι η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Ο όρος εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση αποδόθηκε από τα Δικαστήρια με διαφορετικούς χαρακτηρισμούς σε διαφορετικές υποθέσεις. Στην υπόθεση Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 954 γίνεται αναφορά σε «συζητήσιμη υπόθεση», ενώ στην υπόθεση KCP Commission Agents & Importers Ltd και άλλη ν. Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415 γίνεται λόγος για «γνήσια προβολή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης». Στην υπόθεση Takis Phylactou and Others v. Evagoras Michael
(1982)1 CLR 204 αναφέρθηκε ότι το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Τέλος, στην Αγγλική απόφαση Day v. RAC Motoring Services Ltd
(1999)1 All ER 1007 ο Ward Lord Justice προβαίνοντας σε μια ενδιαφέρουσα ιστορική αναδρομή των κριτηρίων που κατά καιρούς τέθηκαν από τα Αγγλικά Δικαστήρια σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης κατέληξε ότι το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει πραγματική πιθανότητα ότι ο Εναγόμενος θα πετύχει στην υπεράσπισή του, αλλά, απλώς, ότι με βάση την κοινή λογική έχει μια συζητήσιμη υπεράσπιση η οποία φέρει κάποιο βαθμό πειστικότητας (an arguable case which carries some degree of conviction). Το Δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγόμενου δεν προχωρεί στην αξιολόγηση της ενώπιόν του μαρτυρίας (Βλ. Ζήνωνας Μερκής και Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδου
(1999)1 ΑΑΔ 528). Εξετάζει μόνο κατά πόσο τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιόν του στοιχειοθετούν εξ' αντικειμένου υπεράσπιση επί της ουσίας της αξίωσης ή διαφορετικά δημιουργούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην οποία το Δικαστήριο να μπορεί να δώσει σημασία (Βλ. Γιαννάκης Χρυσάνθου και άλλοι ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1 AAΔ 1129). Θα εξετάσω πρώτα το θέμα της αιτιολόγησης της παράλειψης της Αιτήτριας να εμφανισθεί στην διαδικασία. Στην υπόθεση Eros Travel & Tours (Limassol-Paphos) Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1 ΑΑΔ 712 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το βάρος απόδειξης ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας από το πρωτόδικο δικαστήριο δεν ήταν η ενδεδειγμένη με βάση τα γεγονότα κείται επί των ώμων του εφεσείοντος. Δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι η απόφαση έχει κανονικά εκδοθεί και ο αιτητής θα πρέπει να δείξει σοβαρούς λόγους γιατί η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για ακύρωση μιας τέτοιας κανονικά εκδοθείσας απόφασης θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του. Στην υπόθεση Costas Christoforou ν. Kyriacoullis Kyriacoulli
(1963)2 C.L.R. 159, το Δικαστήριο τόνισε ότι απόφαση που εξασφαλίστηκε από τον ενάγοντα θα πρέπει να εξακολουθεί να ισχύει, εκτός αν ο εναγόμενος μπορεί να αποδείξει, επιπροσθέτως της εξήγησης για την παράλειψή του να εμφανιστεί, ότι η υπεράσπισή του είναι τόσο ουσιαστική, που να δικαιολογεί επανέναρξη της διαδικασίας. Η πρώτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιηθεί είναι βέβαια η ύπαρξη υπεράσπισης στην οποία το δικαστήριο μπορεί να δώσει σημασία. Αν ο εναγόμενος διαθέτει υπεράσπιση το δικαστήριο εκ πρώτης όψεως δεν πρέπει να αφήσει απόφαση που εξασφαλίστηκε χωρίς κανονική εκδίκαση να παραμείνει σε ισχύ. Το δικαστήριο επίσης θα πρέπει να εξετάσει τις εξηγήσεις του αιτητή για το λόγο που παρέλειψε να παρουσιαστεί μετά την επίδοση, αν και κατά κανόνα η παράλειψή του μπορεί ικανοποιητικά να τιμωρηθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα ή με άλλους όρους που το δικαστήριο έχει την εξουσία να επιβάλει». Είναι μόνο όταν η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου που το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει τον παραμερισμό απόφασης ακόμα και αν ο διάδικος αυτός έχει καταδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση (Βλ. Μilouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Στην υπό εξέταση περίπτωση ως λόγος για την παράλειψη της Αιτήτριας να εμφανισθεί στην διαδικασία προβάλλεται ο φόρτος εργασίας του ομνύοντα την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση που είναι και το πρόσωπο στο οποίο σύμφωνα με αυτόν επιδόθηκε αντίγραφο της αγωγής. Ο τελευταίος ισχυρισμός αμφισβητείται από την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση. Σύμφωνα με τον ομνύοντα την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αντίγραφο της αγωγής επιδόθηκε όχι στον Χρίστο Κουκκίδη, αλλά σε άλλο υπάλληλο της Αιτήτριας «όπως πολύ καλά φαίνεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, το οποίο άτομο εργάζεται μαζί με τον ενόρκως δηλούντα». Η ένορκη δήλωση επίδοσης της αγωγής, η οποία παρουσιάσθηκε εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση για σκοπούς απόδειξης στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 6.3.12 και η οποία βρίσκεται εντός του φακέλου της υπόθεσης, διαψεύδει την πιο πάνω θέση που προβλήθηκε εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση και επιβεβαιώνει την επί του προκειμένου θέση της Αιτήτριας. Όπως ευκρινώς προκύπτει από την εν λόγω ένορκο δήλωση αντίγραφο της αγωγής επιδόθηκε στις 22.2.12 στον Χρίστο Κουκκίδη. Σημειώνεται, ότι ισχυρισμός προς την κατεύθυνση ότι το πρόσωπο που σύμφωνα με την Καθ' ης η αίτηση επιδόθηκε η αγωγή είναι άλλο από τον ενόρκως δηλούντα στην υπό κρίση αίτηση πλην όμως φέρει το ίδιο όνομα με αυτόν δεν προβλήθηκε. Ένεκα του πιο πάνω αναφερόμενου φόρτου εργασίας ο δικηγόρος της Αιτήτριας έλαβε την αγωγή στις 27.3.12 και χωρίς καθυστέρηση απέστειλε επιστολή προς τον δικηγόρο της Καθ' ης η αίτηση. Ο τελευταίος απέστειλε επιστολή στον δικηγόρο της Αιτήτριας πληροφορώντας τον για την έκδοση της απόφασης. Η τελευταία επιστολή φέρει ημερομηνία 28.3.12 και επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 11.4.12. Το ερώτημα που τίθεται επί τάπητος είναι κατά πόσο η δικαιολογία που προβλήθηκε για την παράλειψη της Αιτήτριας να εμφανισθεί στην διαδικασία είναι ικανοποιητική. Επ' αυτού η απόφασή μου είναι αρνητική. Ο υπό του ενόρκως δηλούντος επικαλούμενος φόρτος εργασίας δεν μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική δικαιολογία για την πάροδο 5 σχεδόν εβδομάδων μέχρι αυτός να δυνηθεί να αποταθεί σε δικηγόρο. Ο ενόρκως δηλών όφειλε να ενεργήσει με σπουδή δίδοντας, έτσι, στο έγγραφο που παρέλαβε την δέουσα υπό τις περιστάσεις σημασία και να αναλογισθεί τις συνέπειες που θα προέκυπταν από την παράλειψή του να ενεργήσει ως θα έπρεπε. Ήταν δε καλός γνώστης των πιο πάνω συνεπειών αφού όπως ρητά αναφέρει στην ένορκό του δήλωση ως εκ της θέσης του παραλαμβάνει καθημερινά αγωγές. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Αιτήτρια δεν κατέδειξε ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψή της να εμφανισθεί στην διαδικασία. Τα πιο πάνω, όμως, στοιχεία που κατά την κρίση μου αποτελούν την βάση για την κατάληξή μου ότι η παράλειψη της Αιτήτριας να εμφανισθεί στην διαδικασία δεν είναι δικαιολογημένη την ίδια στιγμή υπαγορεύουν κατά την κρίση μου την διαπίστωση ότι η υπό της Αιτήτριας επιδεικνυόμενη συμπεριφορά δεν συνιστά συμπεριφορά περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Το σχετικά όχι μεγάλο διάστημα των 5 εβδομάδων μέχρι ο ενόρκως δηλών να αποταθεί σε δικηγόρο σε συνδυασμό με τον λόγο που τον εμπόδισε να πράξει τούτο και που, όπως από την ένορκό του δήλωση συνάγεται, συνέτεινε στο να διαφύγει της προσοχής του η αγωγή και να λησμονήσει να αποταθεί έγκαιρα σε δικηγόρο, είναι τέτοια που, κατά την κρίση μου, δεν ανάγουν την παράλειψη της Αιτήτριας να εμφανισθεί στην διαδικασία σε συμπεριφορά που πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο κατά την κρίση μου νοουμένου ότι η Αιτήτρια καταδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση να μην διαταχθεί επανάνοιγμα της υπόθεσης ή να μην επιτραπεί σε αυτήν να προβάλει την υπεράσπισή της. Όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε η παράλειψη της Αιτήτριας να δικαιολογήσει ικανοποιητικά την μη εμφάνισή της στην διαδικασία μπορεί να τιμωρηθεί με διαταγή ως προς τα έξοδα ή με άλλους όρους που το Δικαστήριο έχει την εξουσία να επιβάλει. Σημειώνεται ότι και στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν προωθείται η θέση ότι η συμπεριφορά που επέδειξε η Αιτήτρια συνιστά καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Αν και με τον πέμπτο λόγο ένστασης προβάλλεται η πιο πάνω θέση κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται ρητά στην παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση. Ό,τι επί του προκειμένου ρητά αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην πιο πάνω παράγραφο είναι ότι η καθυστέρηση στην εμφάνιση της Αιτήτριας δεν μπορεί να θεωρηθεί «συγγνωστή και δικαιολογημένη». Ότι το γεγονός ότι καθημερινά επιδίδονται αγωγές στην Αιτήτρια επιβαρύνει την θέση της, με την έννοια ότι έχει πολύ καλή γνώση του περιεχομένου, της νομικής βαρύτητας αλλά και των νομικών συνεπειών που προκύπτουν από την επίδοση ενός κλητηρίου εντάλματος. Ότι γνωρίζει και/ή οφείλει να γνωρίζει ότι αφότου διενεργηθεί επίδοση κλητηρίου εντάλματος ο χρόνος που παρέχεται για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης είναι δέκα μέρες. Και ότι η άγνοια μιας τέτοιας υποχρέωσης δεν δικαιολογεί πρόσωπα όπως τον ενόρκως δηλούντα στην υπό κρίση αίτηση. Από τα πιο πάνω δεν δύναται, όμως, κατά την κρίση μου να συναχθεί ότι θέση της Καθ' ης η αίτηση είναι ότι η συμπεριφορά που επέδειξε η Αιτήτρια είναι «περιφρονητική προς την δικαιοσύνη» όπως ο πέμπτος λόγος ένστασης εισηγείται. Ό,τι δε κατά την κρίση μου μόνο συνάγεται από τις πιο πάνω δηλώσεις είναι ότι θέση της Καθ' ης η αίτηση είναι ότι η εκ μέρους της Αιτήτριας προβληθείσα δικαιολογία δεν θα πρέπει να θεωρηθεί από το Δικαστήριο ως ικανοποιητική. Υπό το φως των πιο πάνω δεν θεωρώ ότι ο λόγος ένστασης που προβάλλεται ως πέμπτος στο σώμα της Ειδοποίησης υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση που την συνοδεύει. Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό περί άγνοιας για την υποχρέωση εναγόμενου να καταχωρήσει εμφάνιση εντός 10 ημερών από της επίδοσης της αγωγής δεν δικαιολογεί πρόσωπα όπως τον ενόρκως δηλούντα στην υπό κρίση αίτηση σημειώνεται ότι κανένας ισχυρισμός δεν προβλήθηκε από τον ομνύοντα την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ότι αυτός τελούσε άγνοια για την υποχρέωση της Αιτήτριας να καταχωρήσει εμφάνιση εντός δέκα ημερών από την προς αυτόν επίδοση της αγωγής. Στην υπόθεση Έλσα Λουκαϊδου ν. Ανδρέα Γερολέμου
(2000)1 ΑΑΔ 333 το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο της αγωγής επιδόθηκε στην εφεσείουσα στις 29.1.
- Επειδή η τελευταία δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης εντός του καθορισμένου από τους Θεσμούς χρόνου ο εφεσίβλητος καταχώρησε μονομερή αίτηση για απόφαση. Στις 4.3.98 και στην απουσία της εφεσείουσας ο εφεσίβλητος πέτυχε απόφαση εναντίον της ως η απαίτησή του. Στις 28.5.98 η εφεσείουσα αποτάθηκε με αίτηση στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτησή της έδιδε τις εξηγήσεις εκείνες, που κατά την άποψή της, δικαιολογούσαν την παράλειψη της να εμφανισθεί νομότυπα στη διαδικασία. Πρόβαλε την δικαιολογία ότι κατά τον επίδικο χρόνο μετά την επίδοση σε αυτήν της αγωγής, ο υιός της αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, τα οποία συνέτειναν στο να διαφύγει της προσοχής της η αγωγή και να λησμονήσει να επικοινωνήσει έγκαιρα με το δικηγόρο της. Το έπραξε όμως περί το τέλος του ίδιου μήνα που εκδόθηκε η απόφαση και μόλις αυτή περιήλθε εις γνώση της. Ακολούθησαν προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης της διαφοράς, οι οποίες, όμως, εν τέλει δεν καρποφόρησαν αφού ο εφεσίβλητος στις 11.5.98 απέρριψε πρόταση της εφεσείουσας προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Μετά το ναυάγιο των πιο πάνω προσπαθειών η εφεσείουσα προχώρησε στην καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης. Η αίτηση καταχωρήθηκε δύο μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αίτημα της εφεσείουσας-εναγομένης για παραμερισμό της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης. Αν και βρήκε ότι οι ισχυρισμοί της εφεσείουσας αποκάλυπταν καλή υπεράσπιση στην αξίωση του εφεσίβλητου-ενάγοντα, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα για δύο λόγους: πρώτο, γιατί δεν ικανοποιήθηκε ότι υπήρχε σοβαρός λόγος που δικαιολογούσε την παράλειψη της εφεσείουσας να εμφανιστεί στην διαδικασία και, δεύτερο, γιατί η εφεσείουσα δεν ενήργησε άμεσα για τον παραμερισμό της απόφασης. Η εφεσείουσα εφεσίβαλε την απόφαση. Το ερώτημα που καλείτο το Εφετείο να αποφασίσει ήταν αν ορθά είχε αποφασισθεί η απόρριψη της αίτησης για επαναφορά της υπόθεσης παρά το εύρημα ότι η εφεσείουσα είχε αποκαλύψει συζητήσιμη υπεράσπιση. Το Εφετείο αποφάσισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε την διακριτική του ευχέρεια κατά τρόπο λανθασμένο και εναντίον των νομικών αρχών που καθιέρωσε η Νομολογία. Κρίθηκε πως η εφεσείουσα είχε δώσει εξηγήσεις για την παράλειψη της να εμφανισθεί στην διαδικασία καθώς και για την μικρή καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησής της. Υπό το φως των πιο πάνω κρίθηκε ότι η εφεσείουσα δεν είχε επιδείξει αδιαφορία για την αγωγή η οποία προσλάμβανε μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Το Εφετείο παραμέρισε την πρωτόδικη απόφαση και έδωσε το δικαίωμα στην εφεσείουσα να καταχωρήσει Υπεράσπιση. Ταυτόχρονα διέταξε όπως το ποσό των Λ.Κ.3.000,00 σεντ στο οποίο ανερχόταν η απαίτηση του εφεσίβλητου και που η εφεσείουσα είχε καταθέσει στο Δικαστήριο παραμείνει κατατεθειμένο μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Βλέπομε, δηλαδή, ότι η πάροδος 2 μηνών στην υπόθεση που πιο πάνω μνημονεύεται μέχρι η εφεσείουσα να αποταθεί σε δικηγόρο μετά την προς αυτήν επίδοση της αγωγής κρίθηκε συγχωρητέα. Σε αυτό συνέτεινε, βεβαίως, και ο λόγος που η εφεσείουσα επικαλέσθηκε προς αιτιολόγηση της καθυστέρησης. Στην υπό εξέταση περίπτωση η καθυστέρηση είναι μικρότερη - όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε της τάξης των 5 εβδομάδων - και όπως και στην υπόθεση που πιο πάνω μνημονεύεται δεν είναι άνευ λόγου και αιτίας. Ήταν ο φόρτος εργασίας του προσώπου προς το οποίο η αγωγή επιδόθηκε, ο οποίος, όπως από την ένορκο του δήλωση συνάγεται, είχε την ευθύνη για προώθηση της υπόθεσης προς διασφάλιση των δικαιωμάτων της Αιτήτριας και ο οποίος λόγος, όπως από την πιο πάνω ένορκο δήλωση και πάλι συνάγεται, συνέτεινε στο να διαφύγει της προσοχής του προσώπου αυτού η αγωγή. Ο καθοριστικός, επομένως, παράγοντας που θα κρίνει την έκβαση της υπό κρίση αίτησης είναι αν η Αιτήτρια κατάφερε να καταδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση. Σε σχέση με το θέμα της υπεράσπισης στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται τα ακόλουθα. Κατά καιρούς και για μεγάλο χρονικό διάστημα η Καθ' ης η αίτηση προέβαινε κατόπιν οδηγιών της Αιτήτριας σε εκτιμήσεις ζημιών αυτοκινήτων με σκοπό η Αιτήτρια να προβαίνει σε πληρωμές σε τρίτους και/ή σε ασφαλισμένους της. Στην αρχή η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων ήταν καλή αλλά τον τελευταίο καιρό η Καθ' ης η αίτηση προέβαινε σε πλημμελή εκτέλεση των εκτιμήσεων και/ή αθέτηση των καθηκόντων της αφού αυτή επανειλημμένα προέβαινε σε υπερβολικά υψηλές εκτιμήσεις με δυσμενή για την Αιτήτρια αποτελέσματα, μιας και στην βάση των πιο πάνω εκτιμήσεων η Αιτήτρια καλείτο να καταβάλλει ποσά μεγαλύτερα από την πραγματική εκτιμημένη ζημιά των οχημάτων. Αυτό έγινε αντιληπτό από την Αιτήτρια κατόπιν διασταύρωσης των εκτιμήσεων της Καθ' ης η αίτηση από τρίτους εκτιμητές, από τις ίδιες τις αξιώσεις των τρίτων αλλά και μέσω εσωτερικού ελέγχου. Παράδειγμα, αποτελεί σύμφωνα με τον ομνύοντα την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση η εκτίμηση της Καθ' ης η αίτηση των ζημιών του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KNC
- Σύμφωνα με την Αιτήτρια η εκτίμηση της Καθ' ης η αίτηση για τις ζημιές του πιο πάνω αυτοκινήτου ήταν Ευρώ 1.564,42 σεντ ενώ άλλος εκτιμητής τις εκτίμησε στο ποσό των Ευρώ 500,00 σεντ. Η Αιτήτρια κατέβαλε το ποσό της εκτίμησης της Καθ' ης η αίτηση και έχει πρόθεση να ανταπαιτήσει τούτο μαζί με άλλα ποσά μόλις τα συνοψίσει αν της επιτραπεί από το Δικαστήριο να υπερασπισθεί την παρούσα αγωγή. Η Αιτήτρια μέσω εσωτερικού ελέγχου που διεξήγαγε παρατήρησε διαφορά στις εκτιμήσεις και στα ποσά που κατέβαλε μέχρι σήμερα ύψους Ευρώ 15.000,00 σεντ περίπου τα οποία θα ανταπαιτήσει. Ένεκα των πιο πάνω είχε γίνει πρόταση από την Αιτήτρια για επίλυση του θέματος μέσω του συνδέσμου εκτιμητών πλην όμως αυτή ουδέποτε υλοποιήθηκε με αποτέλεσμα η Καθ' ης η αίτηση να εγείρει την παρούσα αγωγή. Περαιτέρω η Αιτήτρια μέσω παραστάσεων αμφισβήτησε τόσο τα τιμολόγια όσο και την κατάσταση λογαριασμού την οποία διατηρούσε η Καθ' ης η αίτηση ως αδικαιολόγητη και τις υπηρεσίες των τιμολογίων ως μη προσφερθείσες. Η Αιτήτρια επιφυλάσσεται να παρουσιάσει περαιτέρω στοιχεία και γεγονότα σε σχέση με τον πλημμελή τρόπο εκτιμήσεων αλλά και την αμφισβήτηση των τιμολογίων εφόσον της επιτραπεί η καταχώρηση Υπεράσπισης. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση επισυνάπτονται, μεταξύ άλλων, ως τεκμήρια τα ακόλουθα έγγραφα: (α) δέσμη αποτελούμενη από εκτίμηση της Καθ' ης η αίτηση και εκτίμηση τρίτου αναφορικά με το όχημα με αριθμούς εγγραφής KNC 503 - Τεκμήριο 2 - και (β) κατάσταση η οποία ετοιμάσθηκε από την Αιτήτρια στην οποία εμφαίνεται λίστα από 72 αριθμούς εγγραφής οχημάτων με τις εκτιμήσεις που έγιναν αναφορικά με αυτά τόσο από την Καθ' ης η αίτηση όσο και από τρίτο άτομο καθώς και η διαφορά σε χρήμα ανάμεσα στις δύο πιο πάνω εκτιμήσεις για κάθε όχημα - Τεκμήριο
- Αναφορικά με την τελευταία δήλωση ότι η Αιτήτρια αμφισβήτησε μέσω παραστάσεων «τόσο τα τιμολόγια όσο και την κατάσταση λογαριασμού την οποία διατηρούσε η Καθ' ης η αίτηση ως αδικαιολόγητη και τις υπηρεσίες των τιμολογίων ως μη προσφερθείσες» έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Δεν είναι ξεκάθαρο αν με την πιο πάνω δήλωση αυτό που αμφισβητείται από την Αιτήτρια είναι η κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση του Πάνου Αναστασίου που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση απόφασης ημερομηνίας 6.3.12 - στην βάση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο ισχυρισμός είναι τόσο γενικόλογος, αόριστος και ασαφής που δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να συμπεράνει με ασφάλεια τι είναι αυτό που επακριβώς αμφισβητείται εκ μέρους της Αιτήτριας ή αν αυτό που αμφισβητείται είναι ουσιαστικά η απαίτηση της. Η αγόρευση δε της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας δεν ρίχνει φως στο πιο πάνω ζήτημα. Και αν ακόμη, όμως, ήθελε θεωρηθεί ότι με την πιο πάνω δήλωση αμφισβητούνται η πιο πάνω αναφερόμενη κατάσταση λογαριασμού ή και τα τιμολόγια που κατ' ισχυρισμόν της Αιτήτριας εκδόθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση και ότι θέση της Αιτήτριας είναι ότι τα τιμολόγια αυτά εκδόθηκαν για υπηρεσίες που δεν προσφέρθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση, και αν ακόμα δεχθώ ότι τα τιμολόγια αυτά είναι τιμολόγια που εκδόθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση σε σχέση με τις εκτιμήσεις που διενήργησε και για τις οποίες με την παρούσα αγωγή αξιώνει την αμοιβή της ελλείπει από τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας το εξής σημαντικό με αποτέλεσμα να εγείρεται εύλογα το εξής ερώτημα: τα τιμολόγια αυτά εκδόθηκαν για υπηρεσίες που δεν προσφέρθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση γιατί ουδέποτε η Αιτήτρια ανέθεσε στην Καθ' ης η αίτηση να προβεί σε εκτιμήσεις που αφορούν στα οχήματα που αναφέρονται στα τιμολόγια αυτά ή δεν προσφέρθηκαν γιατί ενώ η Αιτήτρια έπραξε τούτο, εντούτοις, η Καθ' ης η αίτηση δεν προέβη σε εκτιμήσεις γι' αυτό και αδικαιολόγητα απαιτεί με την αγωγή της αμοιβή για τέτοιες υπηρεσίες; Η δήλωση είναι ελλειπής, αόριστη και ασαφής και ως τέτοια εντελώς αδύναμη να καταδείξει εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση. Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι ενώ σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν εκ μέρους της Αιτήτριας στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και που πιο πάνω αναφέρθηκαν προβάλλεται η θέση ότι τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση εκδόθηκαν για υπηρεσίες μη προσφερθείσες στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας προβάλλεται άλλη θέση εντελώς διαφορετική. Προβάλλεται η θέση ότι οι υπηρεσίες που αφορούν στα επικαλούμενα υπό της Αιτήτριας τιμολόγια προσφέρθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση πλην όμως το πρόβλημα εντοπίζεται σύμφωνα με την Αιτήτρια στο ότι οι εκτιμήσεις αυτές είναι υψηλές και λανθασμένες. Βλέπομε, δηλαδή, ότι μεταξύ της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και της αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας υπάρχει διάσταση και προβολή διαφορετικών θέσεων. Πράγμα που αφαιρεί από τους υπό συζήτηση ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση την αναγκαία σύμφωνα με την Νομολογία πειστικότητα που πρέπει να διέπει τους ισχυρισμούς ενός διαδίκου που εξαιτείται τον παραμερισμό εναντίον του εκδοθείσας απόφασης. Σύμφωνα με την Νομολογία μία εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση πρέπει να ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση, η οποία είναι λογικοφανής και βασίζεται σε γεγονότα, που την καθιστούν συζητήσιμη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η υπό της Αιτήτριας προβληθείσα υπεράσπιση πάσχει από έλλειψη πειστικότητας. Αναφορικά με τους λοιπούς ισχυρισμούς που εκτίθενται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Είναι σημαντικό ευθύς εξ' αρχής να τονισθεί ότι η απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση είναι για αμοιβές υπηρεσιών που παρασχέθηκαν στην Αιτήτρια από την Καθ' ης η αίτηση, συγκεκριμένα, για διενέργεια συγκεκριμένων εκτιμήσεων, αυτών που αναφέρονται στο Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση του Πάνου Αναστασίου που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση απόφασης ημερομηνίας 6.3.12 στην βάση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ό,τι, όμως, με την παράγραφο 3(i)(ii) της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αμφισβητείται είναι η ορθότητα κάποιων εκτιμήσεων που διενήργησε η Καθ' ης η αίτηση, αμφισβήτηση την οποία η Αιτήτρια βασίζει ούτε λίγο ούτε πολύ σε ανεντιμότητα εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση. Δεν βλέπω, όμως, πώς η πιο πάνω αμφισβήτηση παρέχει υπεράσπιση στην απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Πρώτο, είναι αδιάφορο ως προς την απαίτηση της Καθ΄ης η αίτηση το ότι η τελευταία προέβαινε σε υψηλές και αδικαιολόγητες σύμφωνα με την Αιτήτρια εκτιμήσεις ακόμα και αν ως αποτέλεσμα των εκτιμήσεων αυτών η Αιτήτρια υπέστη ζημία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της καταβάλλοντας σε τρίτους τα ποσά που οι πιο πάνω εκτιμήσεις υπεδείκνυαν. Αυτό ενδεχομένως θα μπορούσε να αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστής αγωγής υπό της Αιτήτριας εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. Θα μπορούσε, επίσης, να αποτελεί και αντικείμενο ανταπαίτησης στα πλαίσια της παρούσης αγωγής. Δεν αποτελεί, όμως, υπεράσπιση στην απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση. Δηλαδή, αν η Αιτήτρια αξίωνε ανταπαιτητικώς τις υπό αυτής ισχυριζόμενες ζημίες και πετύχαινε στην ανταπαίτησή της θα απαλλασσόταν από την υποχρέωση να καταβάλει προς την Καθ' ης η αίτηση την υπό αυτής με την παρούσα αγωγή αξιώμενη αμοιβή; Επί του ερωτήματος τούτου η απάντηση είναι αρνητική. Αφ' ης στιγμής, λοιπόν, οι πιο πάνω ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν καταδεικνύουν υπεράσπιση στην απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να επανανοιχθεί η υπόθεση για να προβάλει η Αιτήτρια ανταπαίτηση. Δεύτερο και ανεξαρτήτως των όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν, καμία σχέση δεν καταδείχθηκε να υπάρχει μεταξύ των σύμφωνα με την Αιτήτρια πλημμελώς διενεργούμενων υπό της Καθ' ης η αίτηση εκτιμήσεων με τα ποσά που η τελευταία αξιώνει με την παρούσα αγωγή ως αμοιβή. Κανένας ισχυρισμός δεν προβάλλεται προς την κατεύθυνση ότι οι υπό της Αιτήτριας ισχυριζόμενες λανθασμένες εκτιμήσεις της Καθ' ης η αίτηση έχουν οποιαδήποτε σχέση με τις εκτιμήσεις που διενήργησε η Καθ' ης η αίτηση και για τις οποίες αξιώνει αμοιβή με την παρούσα αγωγή. Ακόμα και σε σχέση με το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής KNC 503 ουδείς ισχυρισμός προβλήθηκε προς την κατεύθυνση ότι η απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση περιλαμβάνει αμοιβή για τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν υπό της Καθ' ης η αίτηση αναφορικά με το αυτοκίνητο αυτό. Με άλλα λόγια, η Αιτήτρια προβάλλει ό,τι προβάλλει σε σχέση με εκτιμήσεις χωρίς, όμως, να καταδεικνύεται από μέρους της ότι οι εκτιμήσεις αυτές έχουν οποιαδήποτε σχέση με την απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση. Αυτή αρκέσθηκε σε μια γενικόλογη αναφορά περί κάποιων εκτιμήσεων υψηλών σύμφωνα με την ίδια που διενεργήθηκαν κατά χρόνο αδιασαφήνιστο από την Αιτήτρια και χωρίς η τελευταία να υποστηρίζει ότι οι εκτιμήσεις αυτές που σύμφωνα με αυτήν είναι πλημμελείς έχουν οποιαδήποτε σχέση με τα ποσά που η Καθ' ης η αίτηση με την παρούσα αγωγή αξιώνει ως αμοιβή. Επίσης, στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αναφέρεται ότι η Καθ' ης η αίτηση προέβαινε σε πλημμελείς εκτιμήσεις «τον τελευταίο καιρό». Από το Τεκμήριο Α στην ένορκο δήλωση του Πάνου Αναστασίου που συνοδεύει την αίτηση για έκδοση απόφασης ημερομηνίας 6.3.12 προκύπτει ότι η απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση είναι για εκτιμήσεις που διενεργήθηκαν από την Καθ' ης η αίτηση από τον Σεπτέμβριο του 2007 μέχρι τον Μάιο του
- Η φράση «τον τελευταίο καιρό» αποκλείει κατά την γνώμη μου το μεγαλύτερο μέρος των εκτιμήσεων, την αμοιβή των οποίων η Καθ' ης η αίτηση αξιώνει με την παρούσα αγωγή. Αξίζει να σημειωθεί ότι όπως από το Τεκμήριο 2 στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση προκύπτει η εκτίμηση του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής KNC 503 διενεργήθηκε τον Οκτώβριο του 2010, ήτοι πολύ πιο πριν τον Σεπτέμβριο του
- Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος που είχε στους ώμους της να αποδείξει συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση της Καθ' ης η αίτηση. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση / Ενάγουσας και εναντίον της Αιτήτριας / Εναγόμενης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Παραμερισμός Απόφασης Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο