← Κύπρος

ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: Ερμούλα Στυλιανίδου, Ειδοποίηση Πτώχευσης: 217/12, 19/11/2012

ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: Ερμούλα Στυλιανίδου, Ειδοποίηση Πτώχευσης: 217/12, 19/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A120 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε.Δ. Ειδοποίηση Πτώχευσης: 217/12 ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ: Ερμούλα Στυλιανίδου, οδός Μύρωνος 8, 3035, Λεμεσός Ημερομηνία: 19.11.12 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια (την καταχωρούσα ένορκο δήλωση που επενεργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης): κ. Φασουλιώτης (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Σπ. Ιγνατίου) Για τους Καθ' ων η αίτηση (τους αιτητές στην έκδοση της ειδοποίησης τπώχευσης): κ. Μ. Οικονομίδης (για να ακούσει την απόφαση η κα Ε. Κίτρου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 8.3.12 καταχωρήθηκε εκ μέρους των Φιλίππα Βασιλάκη Δημητρίου, Βασίλη Δημητρίου και Ελεονώρας Δημητρίου, εξ' αποφάσεως πιστωτών στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 244/06, οι οποίοι από τώρα και στο εξής θα αναφέρονται ως «οι Καθ' ων η αίτηση» παράκληση (request) για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης μαζί με ειδοποίηση πτώχευσης προς την Ερμούλα Στυλιανίδου, εξ' αποφάσεως οφειλέτη στην πιο πάνω αγωγή, η οποία από τώρα και στο εξής θα αναφέρεται ως «η Αιτήτρια». Με την ειδοποίηση επισυνάπτεται αντίγραφο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 10.6.11 στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Από το εν λόγω αντίγραφο προκύπτει ότι κατά την πιο πάνω ημερομηνία οι Καθ' ων η αίτηση πέτυχαν και εξασφάλισαν απόφαση υπέρ τους και εναντίον της Αιτήτριας για το ποσό των Ευρώ 36.649,50 σεντ πλέον τόκο προς 8% ετησίως επ' αυτού από 17.1.06 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως από 15.10.08 μέχρι εξόφλησης πλέον Ευρώ 42,00 σεντ έξοδα σύνταξης της απόφασης πλέον έξοδα αγωγής, τα οποία αφού υπολογίσθηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, ανέρχονται στο ποσό των Ευρώ 6.085,71 σεντ πλέον τόκο προς 8% ετησίως επ' αυτού από 17.1.06 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως από 15.10.08 μέχρι εξόφλησης πλέον ΦΠΑ επί ποσού Ευρώ 5.777,30 σεντ. Η ειδοποίηση συνοδεύεται από την αναγκαία οπισθογράφηση με βάση τον σχετικό Περί Πτωχεύσεως Κανονισμό σύμφωνα με τον οποίο η μη συμμόρφωση με την ειδοποίηση θα συνεπάγεται την διάπραξη πράξης πτώχευσης, σε περίπτωση δε που ο χρεώστης έχει ανταπαίτηση, ανταξίωση ή συμψηφισμό που ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ' αποφάσεως χρέος και που δεν μπορούσε να εγείρει στην αγωγή στην οποία εκδόθηκε η πιο πάνω απόφαση θα πρέπει εντός τριών ημερών από της επίδοσης της ειδοποίησης να καταχωρήσει ένορκη δήλωση προς ακύρωση της ειδοποίησης. Στις 22.3.12 η Αιτήτρια αντιδρώντας στην ειδοποίηση που εκδόθηκε καταχώρησε ένορκη δήλωση προς απόρριψη της αίτησης - προδήλως εννοείτο προς ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης - προβάλλοντας προς αυτή την κατεύθυνση δύο λόγους: 1. προτίθεται να καταχωρήσει αγωγή εναντίον των Αιτητών - προδήλως εννοείτο εναντίον των Καθ' ων η αίτηση - για ποσό πολύ μεγαλύτερο από το εξ' αποφάσεως χρέος στην αγωγή με αριθμό 244/06 και 2. ο Αιτητής αρ. 2 - προδήλως εννοείτο ο Καθ' ου η αίτηση 2 - απεβίωσε πριν την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης και ως εκ τούτου η προώθηση της εναντίον της είναι αδύνατη. Ο χρόνος συμμόρφωσης προς την ειδοποίηση παρατάθηκε δυνάμει του Κανονισμού 41 των Πτωχευτικών Κανονισμών, από τώρα και στο εξής «οι Κανονισμοί», μέχρι την εκδίκαση και την έκδοση απόφασης στην ένορκο δήλωση της Αιτήτριας. Παρόλο που οι Καθ' ων η αίτηση εδύναντο να καταχωρήσουν ένορκο δήλωση εις απάντηση της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, τέτοια ένορκος δήλωση δεν καταχωρήθηκε (Βλ. Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38 και Re a Debtor (991of 1962)

(1963)1 WLR 51, CA). Οι ευπαίδευτοι δε συνήγοροι περιορίσθηκαν σε αγορεύσεις με τις οποίες και πρόβαλαν την επιχειρηματολογία τους υπέρ των διαδίκων που ο καθένας εκπροσωπεί. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(2)των Κανονισμών ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρήσει ένορκο δήλωση στην οποία να αναφέρει ότι έχει ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταξίωση που ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το εξ' αποφάσεως χρέος και η οποία δεν θα μπορούσε να εγερθεί στην διαδικασία στην οποία εξασφαλίσθηκε η απόφαση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η ειδοποίηση. Η ένορκος αυτή δήλωση, η οποία σύμφωνα με τον Κανονισμό 41 των Κανονισμών λειτουργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, θα πρέπει να καταχωρείται εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον οφειλέτη (Βλ. Κανονισμός 40
(3)των Κανονισμών). Στο στάδιο αυτό κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με την θέση που προβλήθηκε από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση μέσα από την αγόρευση του συνηγόρου τους, ότι, δηλαδή, η ένορκος δήλωση της Αιτήτριας θα πρέπει να αγνοηθεί από το Δικαστήριο καθότι αυτή καταχωρήθηκε μετά την λήξη της προθεσμίας των τριών ημερών αφότου αυτή επιδόθηκε στην Αιτήτρια. Συγκεκριμένα είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι η ένορκος δήλωση καταχωρήθηκε τέσσερεις ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης στην Αιτήτρια. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση της Αιτήτριας η ειδοποίηση επιδόθηκε σε αυτήν στις 19.3.12. Η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο μαρτυρία αναφορικά με το πότε επιδόθηκε η ειδοποίηση στην Αιτήτρια, αφού και η ένορκος δήλωση επίδοσης της ειδοποίησης προς την Αιτήτρια δεν βρίσκεται καταχωρημένη στον φάκελο της υπόθεσης. Συν τοις άλλοις, ο πιο πάνω ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν αμφισβητήθηκε με ένορκη μαρτυρία προερχόμενη από τους Καθ' ων η αίτηση αφού, όπως και ενωρίτερα αναφέρθηκε, ένορκη δήλωση εις απάντηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας δεν καταχωρήθηκε. Υπό το φως των πιο πάνω και εν' όψει του ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός της Αιτήτριας είναι, όπως ευκρινώς προκύπτει από την αγόρευση του κύριου Οικονομίδη, αποδεκτός από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση δέχομαι ότι η ειδοποίηση πτώχευσης επιδόθηκε στην Αιτήτρια στις 19.3.12 και εντός 1 μηνός από της έκδοσής της όπως προνοεί ο Κανονισμός 42 των Κανονισμών. Το ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση είναι αν η ένορκος δήλωση της Αιτήτριας με δεδομένο ότι η ειδοποίηση επιδόθηκε σε αυτήν στις 19.3.12 καταχωρήθηκε μετά την λήξη των τριών ημερών και, επομένως, εκπρόθεσμα. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 188 των Κανονισμών όπου στους Κανονισμούς δεν γίνεται πρόνοια αναφορικά με οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο αναφύεται από την πτωχευτική διαδικασία ισχύουν οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας νοουμένου ότι αυτοί δεν αντιβαίνουν τους Κανονισμούς. Ο θεσμός 2 της Διάταξης 1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί, μεταξύ άλλων, σε ελεύθερη μετάφραση ότι: «"ημέρες" δε σημαίνει καθαρές ημέρες εκτός αν ρητά αναφέρεται ότι οι ημέρες θα είναι καθαρές». Υπό το φως των πιο πάνω καθίσταται έκδηλο ότι η προθεσμία καταχώρησης της ένορκης δήλωσης είναι τρεις ημέρες από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης στον οφειλέτη και όχι τρεις καθαρές ημέρες. Όταν χρονικό διάστημα διατυπώνεται ως συγκεκριμένος αριθμός ημερών και όχι καθαρών ημερών η πρώτη μέρα δεν λαμβάνεται υπόψη. Η τελευταία, όμως, υπολογίζεται. Ακολουθεί ότι στην υπό εξέταση περίπτωση η προθεσμία των τριών ημερών άρχισε στις 20.3.12 ενώ η τελευταία ημέρα της τριήμερης προθεσμίας ήταν η 22.3.12 εντός της οποίας καταχωρήθηκε η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Συνεπώς, αυτή καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα. Η θέση, επομένως, των Καθ' ων η αίτηση ότι η ένορκος δήλωση της Αιτήτριας καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα δεν ευσταθεί. Ο οφειλέτης δεν δύναται με ένορκο δήλωση να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2)των Κανονισμών. Σχετική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Νίκος Λάρκος ν. Ελένης Παναγή Κατσιαρή
(2000)1 ΑΑΔ 1694 στην οποία λέχθηκε, ότι η μοναδική περίπτωση κατά την οποία παρέχεται δυνατότητα αμφισβήτησης της ειδοποίησης πτώχευσης δυνάμει του θεσμού 40
(2)είναι η ύπαρξη ανταπαίτησης, ανταξίωσης ή συμψηφισμού που υπερβαίνει το εξ' αποφάσεως χρέος. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Δημήτρη Δημητρίου
(2008)1 ΑΑΔ 425 ήταν η θέση των εφεσειόντων κατ' έφεση, όπως ήταν και πρωτόδικα, ότι οι εφεσίβλητοι δεν μπορούσαν με ένορκο δήλωση που επενεργούσε ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης να προβάλουν προς ακύρωση της ειδοποίησης τον ισχυρισμό ότι το ποσό της απόφασης είχε ξοφληθεί, θέση η οποία δεν είχε γίνει αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Σύμφωνα με την εισήγηση των εφεσειόντων, την οποία στήριξαν στους Κανονισμούς 40
(2)και 41 των Κανονισμών, οι λόγοι που θα μπορούσαν να εγερθούν με ένορκη δήλωση ήταν περιορισμένοι και δεν συμπεριλάμβαναν τον ισχυρισμό για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Ένας τέτοιος ισχυρισμός θα μπορούσε σύμφωνα με τους εφεσείοντες να προβληθεί μόνο με ξεχωριστή αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο επιδοκιμάζοντας την θέση των εφεσειόντων ανέφερε τα ακόλουθα: «Σχετικό επί του προκειμένου είναι το Άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «(ζ) αν πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό, και, ενώ δεν αναστάλθηκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος, επέδωσε σε αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου, ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του Νόμου αυτού και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σε αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή τη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα.» (Η υπογράμμιση είναι δική μας). Περαιτέρω, οι Καν. 40
(2)και 41 των περί Πτωχεύσεως Θεσμών, προνοούν τα ακόλουθα: «40
(2)There shall also be indorsed an intimation to the debtor that if he has a counterclaim, set-off, or cross demand which equals or exceeds the amount of the judgment debt or sum ordered to be paid, and which he could not have set up in the action or proceedings in which the judgment or order was obtained, he must within the time specified in the notice file an affidavit to that effect with the Registrar. Such affidavit shall be indorsed with an address within the town in which the registry of the Court is situated at which notices to the debtor may be left by the Registrar." "
  1. The filing of such affidavit shall operate as an application to set aside the bankruptcy notice, and thereupon the Registrar shall fix a day for hearing such application, and not less than three days before the day so fixed shall give notice thereof both to the debtor and the cr5editor at the addresses given by them under rule
  2. If the application cannot be heard until after the expiration of the time specified in the bankruptcy notice as the day on which the act of bankruptcy will be complete, the Court shall extend the time, and no act of bankruptcy shall be deemed to have been committed under the notice until the application has been heard and determined." (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας). To θέμα υπήρξε αντικείμενο λεπτομερούς ανάλυσης από τον Καλλή, Ε.Δ., στην υπόθεση Re: Costas Louca
(1986)2 J.S.C. 365. Παραθέτουμε λεπτομερές απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση, το οποίο μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους: «Our r.40 of the Bankruptcy Rules is almost similarly worded to the corresponding English Bankruptcy r.139 and so we can seek recourse to the English Bankruptcy Practice for guidance. In Williams and Muir Hunter "The Law and Practice in Bankruptcy", 19th ed., under the heading "Setting aside bankruptcy notice on grounds other than set-off" we read the following at p. 38: "The debtor may apply by motion (e.g. not by the summary affidavit procedure of B.R. 139) to set aside the notice on other grounds, e.g. irregularity, bad service, payment (or quaere legal tender) of the debt, etc.". Relevant is, also, the case of In Re a Debtor (No.30 of 1956, ex parte The Debtor v. Harman, [1957] 2 All E.R. 216, where at p. 217 the following were said: "Counsel for the debtor has referred us to a number of cases in which quite plainly bankruptcy notices have been set aside on motion on grounds other than those which are mentioned in r.137 as it at present stands. Such cases are Re Howes, [1892] 2 Q.B. 628, Re H.B.
(2)[1904] 1 K.B. 94 . . .". And at p. 218 the following were stated: "I think that the authorities make it quite plain that this Court will in proper cases set aside bankruptcy notices on grounds other than those set out in s.1
(1)(g) of the Bankruptcy Act, 1914, namely, a counterclaim, set-off or cross-demand. The whole question, therefore, is whether the application to set aside the notice has to be given within the three days mentioned in r. 138". In view of the above authorities I hold that a debtor is entitled to apply for the setting aside of a bankruptcy notice on grounds other than those set out in r.40
(2)of the Bankruptcy Rules, but in such a case he has to apply by means of an application and not by means of an affidavit. In this connection, I think, r.16 of the Bankruptcy rules is the rule applicable." Παραπέμπουμε επίσης και στην απόφαση του Δαυίδ, Ε.Δ., στην υπόθεση Αναφορικά με τον Γεώργιο Λαρτίδη, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 583/05, Ε.Δ. Λ/σίας, ημερ. 9.6.05, στην οποία λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί πως ο οφειλέτης δεν μπορεί να εγείρει με την ως άνω ένορκη δήλωσή του οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, πέραν αυτών που αναφέρονται στον K.40.2 των Πτωχευτικών Κανονισμών. (Βλ. Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1694 και In Re Costas Luca
(1986)2 J.S.C. 365). ... ... ... ... ... ... ... ... ... ................... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...... Σημαντικό είναι πάντως να αναφερθεί πως τυχόν άλλοι λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στον Κ. 40.2, όπως παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης, ως επίσης ισχυρισμοί για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, μπορούν ασφαλώς να προβληθούν, στην περίπτωση όμως αυτή η ορθή διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης και όχι η επιδίωξη ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης με την ένορκη δήλωση που προβλέπεται στον Κ.40.2. Στις περιπτώσεις μάλιστα αυτές, ως έχει νομολογηθεί, δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κ.40 (Βλ. In Re Costas Luca (ανωτέρω) και Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38).» Σχετική επί του προκειμένου είναι και η απόφαση του Ναθαναήλ Π.Ε.Δ., (όπως ήταν τότε) στην υπόθεση Αναφορικά με τον Κύπρο Καραβιώτη, Πτωχευτική Ειδοποίηση Αρ. 1805/06, Ε.Δ. Λ/σίας, ημερομηνίας 21.5.07, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 5 της απόφασης: « ... όπου ο χρεώστης επιθυμεί να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα, πέραν των αναφερομένων στο Άρθρο 3
(1)(g) του Κεφ.5, που σχετίζονται με ανταπαίτηση, ανταξίωση ή συμψηφισμό, όπως εξόφληση ή αναστολή, τότε είναι δυνατό να καταχωρίσει ειδική προς τούτο αίτηση, δηλαδή αίτηση προς ακύρωση, οπότε και η προθεσμία των τριών ημερών μέσα στην οποία πρέπει να καταχωρίσει ένορκη δήλωση, η οποία επενεργεί ως μέτρο ακύρωσης, δεν ισχύει. Σχετικές είναι οι υποθέσεις In re Costas Louca
(1987)2 J.S.C 428 και Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 788, καθώς και οι αναφορές στα συγγράμματα των O. Griffiths: The Law Relating to Bankruptcy, 8η έκδ., σελ. 14-15 και Williams on Bankruptcy, 18η Έκδ. σελ. 44.» Στην ίδια γραμμή είναι και δύο αποφάσεις του Φωτίου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) στις υποθέσεις Αναφορικά με την Ξένια Σπανού, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 557/01, Ε.Δ. Λ/σίας, ημερομηνίας 2.8.01 και Αναφορικά με τον Αντώνη Βαγιανό, Ειδοποίηση Πτώχευσης Αρ. 425/03, Ε.Δ. Λ/κας, ημερομηνίας 5.3.2004. Το σκεπτικό των πιο πάνω αποφάσεων μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους. Με γνώμονα τα πιο πάνω, βρίσκουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα παραμέρισε την ειδοποίηση πτώχευσης, αφού δεν είχε δικαιοδοσία να πράξει κάτι τέτοιο με βάση ένορκη δήλωση. Ο ισχυρισμός της εξόφλησης θα μπορούσε να εγερθεί μόνο σε ξεχωριστή αίτηση για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης». Υπό το φως των πιο πάνω η έφεση πέτυχε και η πρωτόδικη απόφαση παραμερίσθηκε. Συνοψίζοντας προκύπτει από τα πιο πάνω ότι αν ο οφειλέτης επικαλείται ως λόγο ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή την διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα, τότε, θα πρέπει να καταχωρήσει ένορκο δήλωση. Η ένορκη αυτή δήλωση επενεργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίσης πτώχευσης και πρέπει να καταχωρηθεί εντός τριών ημερών από της επίδοσής της στον οφειλέτη. Σε μια τέτοια περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει οποιοδήποτε άλλο λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης. Το βάρος δε απόδειξης των ισχυρισμών του είναι αποκλειστικά στους ώμους του οφειλέτη (Βλ. Re Ντίνος Ασπρής
(1988)JSC 93). Η ειδοποίηση πτώχευσης μπορεί να ακυρωθεί και για λόγους άλλους από αυτούς που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2). Στην περίπτωση, όμως, αυτή η πρέπουσα διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης και όχι η επιδίωξη ακύρωσής της με την ένορκο δήλωση που προβλέπει ο Κανονισμός 40
(2). Σε μια τέτοια περίπτωση η αίτηση υποβάλλεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 16 των Κανονισμών και δεν έχει εφαρμογή η προθεσμία των 3 ημερών (Βλ. Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38, Re Costas Louka
(1986)2 JSC 365 και Μιχαλάκης Αλωνεύτη ν. Alpha Bank Ltd
(2008)1 AΑΔ 475). Υπό το φως όλων των πιο πάνω ακολουθεί ότι δεν έχω δικαιοδοσία να εξετάσω τον ισχυρισμό που προβλήθηκε εκ μέρους της Αιτήτριας ότι ο ένας εκ των Καθ' ων η αίτηση έχει αποβιώσει. Το ζήτημα αυτό δεν εμπίπτει στα ζητήματα που δύνανται να εξετασθούν στα πλαίσια ένορκης δήλωσης που επενεργεί ως αίτηση παραμερισμού ειδοποίησης πτώχευσης. Αναφορικά με την θέση της Αιτήτριας ότι προτίθεται να καταχωρήσει αγωγή εναντίον των Καθ' ων η αίτηση για ποσό που υπεβαίνει το εξ' αποφάσεως χρέος έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Ό,τι η Αιτήτρια αναφέρει στην ένορκό της δήλωση προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης είναι ότι μέσα στο κατάστημα που αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με αριθμό 244/06 βρίσκονταν κοσμήματα και χρυσαφικά πολύ μεγαλύτερης αξίας από το εξ' αποφάσεως χρέος. Τα τιμαλφή αυτά ανήκαν στην Αιτήτρια και οι Καθ' ων η αίτηση μετά την έκδοση της απόφασης στην πιο πάνω αγωγή της τα έκλεψαν. Επίσης, οι Καθ' ων η αίτηση προκάλεσαν τεράστια ζημιά σε εταιρείες στις οποίες η Αιτήτρια είναι μέτοχος, πολύ μεγαλύτερη από το εξ' αποφάσεως χρέος. Στο Αγγλικό σύγγραμμα Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση αναφέρεται στις σελίδες 37-38 ότι η ένορκη δήλωση του χρεώστη θα πρέπει να δεικνύει με εύλογο βαθμό λεπτομέρειας την φύση και το ποσό του ισχυριζόμενου συμψηφισμού, ανταπαίτησης ή ανταξίωσης ώστε να ικανοποιήσει τον Πρωτοκολλητή ότι έχει καταδειχθεί ικανοποιητικός λόγος για τον παραμερισμό της (sufficient cause is shown) σύμφωνα με τον Αγγλικό Κανονισμό 139. Και αυτό για να μπορεί να αποφασισθεί κατά πόσο εγείρεται γνήσιο θέμα προς εκδίκαση. Απλοί ισχυρισμοί για μια οποιαδήποτε ανταπαίτηση δεν αρκούν (Βλ. In re a Debtor
(1958)Ch 81). Σύμφωνα με την Αγγλική Νομολογία η ειδοποίηση θα πρέπει να ακυρωθεί αν υπό το φως ολόκληρης της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί από τους διαδίκους υπάρχει γνήσιο θέμα προς εκδίκαση («genuine triable case of set off etc»). Στην υπόθεση Re A Debtor
(1963)1 All E R 85 λέχθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να πεισθεί ότι υπάρχει μια γνήσια απαίτηση για ποσό που υπερβαίνει ή ισούται με το εξ' αποφάσεως χρέος (there is such a genuine claim to an amount which equals or exceeds the amount of the judgment debt). Περαιτέρω, στην υπόθεση Re A Debtor
(1957)2 All E R 551 λέχθηκε ότι ο οφειλέτης πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει μια γνήσια απαίτηση η οποία έχει λογική πιθανότητα επιτυχίας. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση Re A Debtor (991 of 1962)
(1963)1 WLR 51 η φράση «γνήσιο θέμα προς εκδίκαση» προτιμήθηκε από το Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) από φράσεις όπως «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» ή «ανταγωγή με εύλογη πιθανότητα επιτυχίας». Τέλος, συγκεκριμένος βαθμός απόδειξης σε αυτές τις υποθέσεις δεν υπάρχει. Σε κάθε υπόθεση θα πρέπει να κριθεί στην βάση των δικών της γεγονότων αν ικανοποιείται το στοιχείο της γνήσιας συζητήσιμης υπόθεσης. Επίσης, στην Αγγλική υπόθεση In re Debtor (No. 75 of 1982) Ex Parte The Debtor v. National Westminster Bank plc
(1984)1 WLR 353 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «First, the affidavit or affidavits must show that he has a cross-demand against the creditor which is genuine. To satisfy that requirement, the cross-demand must be put forward in good faith and must have a reasonable probability of success, or, as it has also been expressed, must give rise to a triable issue. In the latter respect, there is no hard and fast rule as to the degree of proof required. It depends in each case on the particular facts and circumstances of that case». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Κατ' αρχή, η ένορκη δήλωση ή οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να καταδεικνύουν ότι έχει ανταγωγή εναντίον του πιστωτή η οποία είναι γνήσια. Για να ικανοποιηθεί αυτό το προαπαιτούμενο η ανταγωγή πρέπει να προβληθεί με καλή πίστη και να έχει εύλογη πιθανότητα επιτυχίας ή όπως, επίσης, έχει λεχθεί πρέπει να εγείρει ζήτημα προς εκδίκαση. Αναφορικά με το τελευταίο δεν υπάρχει κανόνας ως προς τον βαθμό της απόδειξης που απαιτείται. Σε κάθε υπόθεση εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα και περιστατικά της». Τέλος, στην υπόθεση Μιχαλάκης Αλωνεύτη ν. Alpha Bank Ltd
(2008)1 AΑΔ 475 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 483: «Όσον αφορά τις υπόλοιπες αιτιάσεις είναι νομολογημένο ότι είναι δυνατή η εισαγωγή αίτησης για ακύρωση της πτωχευτικής ειδοποίησης για λόγους άλλους από αυτούς που αναφέρονται στο άρθρο 3
(1)(g) του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, αλλά και σ' αυτήν την περίπτωση το βάρος παραμένει με το χρεώστη, η δε προθεσμία των τριών ημερών (Καν. 40
(3)των Πτωχευτικών Κανονισμών του 1995), δεν ισχύει, (δέστε Williams and Muir Hunter: "The Law and Practice in Bankruptcy" 19η έκδ. σελ. 38 και In re a Debtor (No. 30 of 1956) ex parte The Debtor v. Harman [1957] 2 All E.R. 216). Το βάρος απόδειξης σε τέτοια περίπτωση ακολουθεί το γενικότερο διαχρονικό κανόνα ότι ο διάδικος που επιζητεί ορισμένη θεραπεία, φέρει και το ανάλογο βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του. Στην περίπτωση αίτησης όπως η παρούσα, το βάρος απόδειξης δεν μπορεί να είναι διαφορετικό ή μεγαλύτερο από το βάρος που ο χρεώστης φέρει στην περίπτωση που καταχωρεί ένορκη δήλωση ισχυριζόμενος ότι είχε ανταπαίτηση ή ανταξίωση που ισούται ή υπερβαίνει το αιτούμενο ποσό και η οποία ένορκη δήλωση επενεργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης (Καν. 41 των Πτωχευτικών Κανονισμών). Εκείνο όμως που ο χρεώστης οφείλει να δείξει με εύλογο βαθμό λεπτομέρειας είναι τη φύση καθώς και το ποσό της ανταπαίτησης, ανταξίωσης ή και συμψηφισμού, τα οποία θα πρέπει να είναι γνήσια, προβληθέντα καλή τη πίστει και με μια εύλογη πιθανότητα επιτυχίας. Στο τέλος της ημέρας, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπό το φως της ολότητας της προσαχθείσας μαρτυρίας, εγείρεται όντως γνήσιο θέμα προς εκδίκαση, οπότε και η πτωχευτική ειδοποίηση υπόκειται σε ακύρωση». Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει αν με βάση την υπό της Αιτήτριας προσαχθείσα μαρτυρία αυτή κατάφερε να αποσείσει το βάρος που έχει στους ώμους της. Σημειώνεται ότι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τον δικηγόρο της στα πλαίσια της αγόρευσής του δεν θα ληφθούν υπόψη αφού είναι σαφώς νομολογημένο ότι αυτοί δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας (Βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 και King's Development Co Ltd v. Πηλέα
(2001)1 ΑΑΔ 733). Θα πρέπει να λεχθεί ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας διέπονται πρωτίστως από γενικότητα. Η Αιτήτρια περιορίσθηκε σε μια γενικόλογη δήλωση ότι αυτοί που της έκλεψαν τα τιμαλφή είναι οι Καθ' ων η αίτηση χωρίς να παραθέτει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει πού στηρίζει αυτόν της τον ισχυρισμό. Αναφέρει, επίσης, ότι η αξία των κλοπιμαίων ξεπερνά το εξ' αποφάσεως χρέος. Και πάλι χωρίς να παραθέτει λεπτομέρειες που να πείθουν, όπως, για παράδειγμα, τι ακριβώς κλάπηκε, πόση είναι η αξία του κάθε κλαπέντος αντικειμένου και πού στηρίζει την γνώση της ή την θέση της αναφορικά με το τελευταίο. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι οι Καθ' ων η αίτηση προκάλεσαν ανυπολόγιστης αξίας ζημιές σε εταιρείες στις οποίες είναι μέτοχος. Και πάλι χωρίς να εξειδικεύει το είδος της ισχυριζόμενης ζημίας, με ποιο τρόπο οι Καθ' ων η αίτηση προκάλεσαν την ζημιά αυτή, το ύψος της ζημιάς και πώς αυτό υπολογίσθηκε. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως η Αιτήτρια δεν κατέδειξε γνήσιο θέμα προς εκδίκαση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση με εύλογη πιθανότητα επιτυχίας με αποτέλεσμα η ένορκός της δήλωση να είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Αναφορικά δε με την κατ' ισχυρισμό ζημιά στις εταιρείες θα πρέπει, επιπρόσθετα, να λεχθεί ότι δεν καταδείχθηκε αγώγιμο δικαίωμα της Αιτήτριας. Η εταιρεία είναι νομικό πρόσωπο με ξεχωριστή νομική οντότητα και στην περίπτωση που υπόκειται ζημία αυτή έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του προσώπου που προκάλεσε την ζημία και όχι ο οποιοσδήποτε μέτοχος. Συνακόλουθα η ένορκος δήλωση, η οποία επενεργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ο χρόνος εντός του οποίου δύναται η Αιτήτρια / οφειλέτης να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση πτώχευσης αρχίζει από σήμερα. (Υπ.)............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ειδοποίηση Πτώχευσης Subject: Civil / Bankruptcy Jurisdiction / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.