Σχολικής Εφορείας Απεητείου Γυμνασίου Αγρού-Λεμεσού ν. Χριστόδουλου Ονουφρίου κ.α., Aρ. Αγωγής: 1403/11, 12/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1403/11 Μεταξύ: Σχολικής Εφορείας Απεητείου Γυμνασίου Αγρού-Λεμεσού Εναγόντων - και -
- Χριστόδουλου Ονουφρίου
- Θεοδούλας Νικολάου
- Ελένης Νικολάου
- Παναγιώτη Χριστοφή
- Κυριακής Χριστοδούλου
- Χριστόφορου Νεοφύτου Εναγομένων -------------------------- Αίτηση για παραμερισμό απόφασης ημερ. 26.4.2012 Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για τους Εναγομένους 2-6 - Αιτητές: κ. Γρηγορίου Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Χριστοφή Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι 2-6 - αιτητές ζητούν τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον τους ημερ. 23.3.
- Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.17 Θ.10 και τη Δ.48 Θθ.1-4 και 9(Η) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, και στις εγγενείς εξουσίες, τη διακριτική ευχέρεια και την πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση περιέχονται στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 4 που επισυνάπτεται στην υπό κρίση αίτηση. Σε αυτή ο εναγόμενος 4 αναφέρει ότι οι εναγόμενοι 2-6 πληροφορήθηκαν για την έκδοση της απόφασης εναντίον τους στις 6.4.2012 από τους νέους δικηγόρους τους, PHC Tsangarides LLC, τους οποίους διόρισαν στις 3.4.
- Κατόπιν έρευνας των δικηγόρων τους, διαφάνηκε ότι καταχωρήθηκε εμφάνιση μόνο για τον εναγόμενο 1 ενώ και οι υπόλοιποι εναγόμενοι επιθυμούσαν να εμφανιστούν, καθότι ο εναγόμενος 1 είναι ο ιδιοκτήτης του ½ μεριδίου του επίδικου ακινήτου και οι εναγόμενοι 2-6 είναι οι ιδιοκτήτες του υπολοίπου ½ μεριδίου. Οι εναγόμενοι 2-6 συνεννοήθηκαν με τον εναγόμενο 1 να εκπροσωπήσει όλους στην παρούσα αγωγή, και πίστευαν ότι οι δικηγόροι, Συμεού, Κονναρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε., καταχώρησαν εμφάνιση για όλους τους εναγομένους, όπως φαίνεται στην επιστολή τους προς τον δικηγόρο των εναγόντων ημερ. 5.5.2011, Τεκμήριο Α. Σύμφωνα και πάλι με την ενημέρωση από τους νέους δικηγόρους τους, εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής το γραμματειακό προσωπικό του δικηγορικού γραφείου Συμεού, Κονναρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ζήτησε από τον εναγόμενο 1 να υπογράψει μόνο ο ίδιος το έντυπο διορισμού δικηγόρου και έτσι καταχωρήθηκε εμφάνιση μόνο για τον εναγόμενο 1, ενώ οι εναγόμενοι 2-6 δεν γνωρίζουν τις διαδικασίες για εμφάνιση σε αγωγή. Εξαιτίας διαφορών που είχαν με τους πρώην δικηγόρους τους, οι εναγόμενοι άλλαξαν δικηγόρο και τότε τους ζητήθηκε να υπογράψουν έντυπο διορισμού δικηγόρου, και έτσι οι νέοι δικηγόροι καταχώρησαν ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου και ενημερώθηκαν για την πορεία της αγωγής. Ο εναγόμενος 4 αναφέρει περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι 2-6 έχουν καλή υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, καθότι ο εναγόμενος 1 είναι ο ιδιοκτήτης του ½ μεριδίου του επίδικου ακινήτου, και ο αποβιώσας Νικόλας Νεοφύτου, σύζυγος της εναγομένης 2 και πατέρας των εναγομένων 3-6 ήταν ο ιδιοκτήτης του υπολοίπου ½ μεριδίου, και οι εναγόμενοι 2-6 ουδέποτε έδωσαν τη συγκατάθεση τους στη μεταβίβαση του ακινήτου στους ενάγοντες και εξακολουθούν να καταβάλλουν στις αρμόδιες αρχές τους φόρους και τα τέλη σε σχέση με την ιδιοκτησία του ακινήτου, και ουδέποτε παραιτήθηκαν από τα δικαιώματα τους σε σχέση με το επίδικο ακίνητο. Ο εναγόμενος 4 επισυνάπτει σχετική επιστολή του Κτηματολογίου Λεμεσού προς τη Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, ημερ. 3.5.2010, με κοινοποίηση προς τον πρώην δικηγόρο τους κ. Συμεού, Τεκμήριο Γ. Τέλος, ο εναγόμενος 4 αναφέρει ότι εφόσον η υπόθεση εκκρεμεί για τον εναγόμενο 1 και η υπεράσπιση τους είναι κοινή, η απόφαση εναντίον των εναγομένων 2-6 δεν επιφέρει σημαντικό όφελος για τους ενάγοντες και έτσι ο παραμερισμός της απόφασης δεν θα προκαλέσει ουσιαστική ζημιά στους ενάγοντες αλλά, αντίθετα, είναι προς όφελος της ορθής απονομής της δικαιοσύνης όπως η απόφαση παραμεριστεί και η αγωγή εκδικαστεί για όλους τους εναγομένους. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι ότι η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, η συμπεριφορά των εναγομένων 2-6 είναι περιφρονητική, η ένορκη δήλωση του εναγομένου 4 δεν καταδεικνύει ότι οι εναγόμενοι 2-6 έχουν καλή υπεράσπιση και η προσπάθεια τους να μεταφέρουν την ευθύνη στους ώμους των προηγούμενων δικηγόρων τους είναι απαράδεκτη και δεν αποτελεί δικαιολογία για τη μη εμφάνιση τους. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Κωνσταντινίδη, Προέδρου των εναγόντων, στην οποία αναλύει τους λόγους ένστασης και ειδικότερα αναφέρει ότι η προσπάθεια των εναγομένων 2-6 να επιρρίψουν την ευθύνη στους πρώην δικηγόρους τους δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, και μάλιστα ο ίδιος ο εναγόμενος 4, σε δύο περιπτώσεις, ανέφερε στον πρώην Πρόεδρο των εναγόντων, κ. Χριστόφορο Παπαχριστοφόρου, ότι η οικογένεια του, δηλαδή οι εναγόμενοι 2-6, δεν έχει οποιαδήποτε απαίτηση επί του επίδικου ακινήτου, τόσο μετά τη λήψη της επιστολής ημερ. 19.1.2009 μαζί με τα συνημμένα έγγραφα, Τεκμήριο Α, όσο και μετά την επίδοση της αγωγής. Επίσης ο κ. Κωνσταντινίδης αναφέρει ότι οι δικηγόροι Συμεού, Κονναρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. απέστειλαν επιστολή προς τον δικηγόρο των εναγόντων ημερ. 5.4.2011, Τεκμήριο Β, με την οποία τον πληροφορούν ότι θα καταχωρούσαν εμφάνιση για τον εναγόμενο 1, όπως και έγινε στις 12.5.
- Ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει επιστολή ημερ. 15.3.2012 και η οποία παραλήφθηκε από τον εναγόμενο 1 στις 19.3.2012 από τους πρώην δικηγόρους του, Τεκμήριο Γ, για την πρόθεση τους να αποσυρθούν και παραδίνοντας του τα έγγραφα της υπόθεσης για τον σκοπό ετοιμασίας της υπεράσπισης του. Επιπλέον, οι νέοι δικηγόροι των εναγομένων εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 6.4.2012 στο πλαίσιο αίτησης των εναγόντων για την έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου 1 λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης και ζήτησαν χρόνο για την καταχώρηση της υπεράσπισης, και στις 26.4.2012 καταχώρησαν αυτή εκ μέρους του εναγομένου 1 και την υπό κρίση αίτηση εκ μέρους των εναγομένων 2-
- Είναι η θέση του κ. Κωνσταντινίδη ότι οι εναγόμενοι 2-6 επέδειξαν πλήρη αδιαφορία για την παρούσα υπόθεση και η δικαιολογία που προβάλλουν για τη μη εμφάνιση τους είναι απαράδεκτη και ανεπίτρεπτη. Η όλη συμπεριφορά τους καταδεικνύει την προσπάθεια εξαπάτησης του Δικαστηρίου και είναι περιφρονητική προς αυτό. Τέλος, ο κ. Κωνσταντινίδης ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 2-6 αναφέρουν με γενικότητα την υπεράσπιση που επικαλούνται ότι έχουν, το δικόγραφο του εναγομένου 1 δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, και ακόμα οι ενάγοντες προχώρησαν ήδη στην εκτέλεση της απόφασης εναντίον των εναγομένων 2-6, πληρώνοντας τα τέλη μεταβίβασης, όπως φαίνεται στη σχετική απόδειξη του Κτηματολογίου ημερ. 10.4.2012, Τεκμήριο Δ. Με αυτά τα δεδομένα ο κ. Κωνσταντινίδης εισηγείται ότι τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης πλήττει άμεσα τα συμφέροντα των εναγόντων και θα υποστούν τεράστια ζημιά εφόσον η απόφαση έχει ήδη εκτελεστεί και δεν ζητήθηκε καν η αναστολή εκτέλεσης αυτής. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος των εναγομένων 2-6 - αιτητών εισηγήθηκε ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε λίγες μέρες μετά την εμφάνιση των νέων δικηγόρων τους και την πληροφόρηση που είχαν από αυτούς ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον τους, και έτσι δεν υπήρχε οποιαδήποτε καθυστέρηση εκ μέρους τους στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Επίσης ο ισχυρισμός του εναγομένου 4 ότι οι εναγόμενοι 2-6 επιθυμούσαν να εμφανιστούν επιβεβαιώνεται από την επιστολή των προηγούμενων δικηγόρων ημερ. 5.5.
- Ήταν η θέση του δικηγόρου των εναγομένων 2-6 ότι η αμέλεια του δικηγόρου μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για τη μη εμφάνιση διαδίκου. Ο δικηγόρος των εναγομένων 2-6 ισχυρίστηκε ακόμα ότι η θέση του κ. Κωνσταντινίδη για τη συζήτηση που ο πρώην Πρόεδρος των εναγόντων είχε με τον εναγόμενο 4 είναι εξ ακοής μαρτυρία και δεν μπορεί να έχει βαρύτητα, σε συνδυασμό με την παράλειψη των εναγόντων να αντεξετάσουν τον εναγόμενο 4 επ΄ αυτού. Τέλος, ο δικηγόρος των εναγομένων 2-6 ανέφερε ότι αυτοί έχουν καταδείξει συγκεκριμένη και συζητήσιμη υπεράσπιση, ειδικότερα εν όψει της συνιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου με τον εναγόμενο 1, ο ισχυρισμός των εναγόντων για τυχόν επηρεασμό τους δεν αποτελεί κριτήριο στο πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης και ακόμα η απόδειξη που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντινίδη δεν αναφέρεται ρητά στο επίδικο ακίνητο. Επομένως, είναι ορθό και δίκαιο όπως η απόφαση παραμεριστεί. Ο δικηγόρος των εναγόντων, στη δική του αγόρευση, εξέφρασε αντίθετη άποψη. Αρχικά εισηγήθηκε ότι οι εναγόμενοι 2-6 δεν κάνουν αναφορά στη θέση που περιέχεται στην έκθεση απαίτησης περί της συγκατάθεσης του πατέρα του εναγομένου 4 στις 26.8.1951 για την εγγραφή του επίδικου ακινήτου στους ενάγοντες, και ο ισχυρισμός του για την πληρωμή από τους εναγόμενους 2-6 των φόρων και τελών αυτού παραμένει γενικός και αόριστος χωρίς να έχουν κατατεθεί αποδείξεις που να επιβεβαιώνουν αυτή τη θέση. Επομένως οι εναγόμενοι δεν έχουν καταφέρει να προσκομίσουν την απαραίτητη μαρτυρία για να καταδείξουν ότι έχουν συζητήσιμη υπεράσπιση. Επίσης ο δικηγόρος των εναγόντων παραπέμπει στα γεγονότα αναφορικά με την εμφάνιση του εναγομένου 1 εκ μέρους των δικηγόρων και αλλαγής αυτών, και τη διαδικασία στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, καθώς επίσης στις αναφορές του κ. Κωνσταντινίδη για τη συνομιλία του πρώην Προέδρου των εναγόντων με τον εναγόμενο 4, οι οποίες παρέμειναν αναντίλεκτες. Ήταν η εισήγηση του δικηγόρου των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι 2-6 επέδειξαν πλήρη αδιαφορία για πέραν του ενός έτους για την παρούσα αγωγή και προβάλλουν προσβλητική προς τους προηγούμενους δικηγόρους δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης τους, επομένως ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αίτησης. Το ζήτημα του παραμερισμού απόφασης, που εκδίδεται στην απουσία του εναγομένου, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.17-θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα έχουν σαφώς καθιερωθεί από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι παράγοντες τους οποίους το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, είναι δύο: (α) Η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμης υπεράσπισης, και (β) Επαρκής εξήγηση για την παράλειψη εμφάνισης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Bush κ.ά. ν. Γιαννή
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.1432, στην οποία επαναλαμβάνονται οι πιο πάνω αρχές, αφού γίνεται αναφορά στην κλασσική επί του θέματος Αγγλική υπόθεση Evans ν. Bartlam
(1937)2 All E.R.646. Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το Δικαστήριο πρέπει να επιδιώκει την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη να διασφαλίσει αποτελεσματικά το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του από τη μια, και την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων για την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας από την άλλη. Παραπέμπω στις υποθέσεις EDITC LTD v. Makis Michaelides & Associates κ.ά.
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1887 και Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R.204. Στο πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης, το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει τους ισχυρισμούς των δύο πλευρών όπως διαφαίνονται στις ένορκες δηλώσεις. Παραπέμπω στην υπόθεση Σκάρος ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ.
- Κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ πρώτα με το θέμα της μη εμφάνισης των εναγομένων 2-
- Στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση, ο εναγόμενος 4 επικαλείται ως δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης τους το λάθος του γραμματειακού προσωπικού του δικηγορικού γραφείου Συμεού, Κονναρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. στην υπογραφή του εντύπου διορισμού δικηγόρου μόνο από τον εναγόμενο 1 αντί από όλους, καθότι ο εναγόμενος 1 θα εκπροσωπούσε όλους τους εναγόμενους στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, και οι εναγόμενοι 2-6 δεν γνωρίζουν τη διαδικασία για εμφάνιση διαδίκου σε αγωγή. Στην υπόθεση Γεωργίου κ.ά. v. Χριστοδούλου, Πολιτική Έφεση αρ. 226/2008, ημερ. 21.3.2011, γίνεται αναφορά στην ύπαρξη νομολογίας που αφορά το θέμα λάθους των δικηγόρων ή των διαδίκων να εμφανιστούν, από την οποία προκύπτει ότι λάθος ή αμέλεια δεν μπορεί γενικά να αποτελέσει καλό λόγο για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, και γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Ουρπάνκοβα
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 308. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης η υπόθεση Βαρδιάνος v. Richards
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 698, η οποία αφορούσε αίτηση επαναφοράς έφεσης που απορρίφθηκε για παράλειψη καταχώρησης περιγράμματος αγόρευσης από τον εφεσείοντα, όμως αφορά ακριβώς το θέμα λάθους ή αμέλειας δικηγόρου. Παραπέμπω το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της. Μας ενισχύουν, σε αυτή τη θέση, τα λεχθέντα στην υπόθεση Grand v. Metropolitan Nominee (No 2) Co Ltd v. Evans, The Times Law Reports, May 15, 1992: "The court should not be astute to find excuses for such failure since disobedience to orders of the court is the foundation on which the authority is founded." Βλέπε επίσης Μιχαηλίδης v. Χρίστου
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1190 και Κληρίδης v. Σταυρίδη
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ.
- Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης.» Ο εναγόμενος 4 επισυνάπτει την επιστολή των δικηγόρων Συμεού, Κονναρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ημερ. 5.5.2011, προς τον δικηγόρο των εναγόντων, με την οποία τον πληροφορούν ότι θα καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης για όλους τους εναγομένους, Τεκμήριο Α. Στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση ο κ. Κωνσταντινίδης επισυνάπτει την επιστολή των ίδιων δικηγόρων προς τον δικηγόρο των εναγόντων ημερ. 5.4.2011, με την οποία τον πληροφορούν ότι θα καταχωρήσουν σημείωμα εμφάνισης για τον εναγόμενο 1, Τεκμήριο Β, και η οποία είναι επίσης καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου με ημερομηνία λήψης τις 6.4.
- Παρόλο που η επιστολή ημερ. 5.5.2011 είναι φυσικά μεταγενέστερη, εν τούτοις τελικώς καταχωρήθηκε εμφάνιση από τους εν λόγω δικηγόρους μόνο για τον εναγόμενο 1 με έντυπο διορισμού δικηγόρου υπογραμμένο μόνο από τον εναγόμενο 1, όπως φαίνεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, στις 12.5.
- Επίσης, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, καταχωρήθηκε αίτηση από τους ενάγοντες για την έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου 1 λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης, ημερ. 6.12.2011, στην οποία οι δικηγόροι του εναγομένου 1 εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τρεις φορές, στις 12.1.2012, στις 17.2.2012 και στις 23.3.2012, και τις πρώτες δύο φορές ζήτησαν χρόνο για την καταχώρηση της υπεράσπισης του ενώ την τρίτη ζήτησαν άδεια για να αποσυρθούν από δικηγόροι του εναγομένου
- Μάλιστα, την τρίτη δικάσιμο που εμφανίστηκαν στο πλαίσιο της εν λόγω αίτησης, δηλαδή στις 23.3.2012, εκδόθηκε και η απόφαση εναντίον των εναγομένων 2-6, κατόπιν μονομερούς αίτησης που καταχωρήθηκε στις 6.12.2011 για την έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης. Με αυτά τα γεγονότα δημιουργούνται εύλογα ερωτήματα αναφορικά με το βάσιμο της θέσης του εναγομένου 4 για το λάθος του γραμματειακού προσωπικού των δικηγόρων Συμεού, Κονναρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. όσον αφορά την εμφάνιση όλων των εναγομένων. Αρχικά ο εναγόμενος 4 προσδιορίζει το λάθος στην υπογραφή του εντύπου διορισμού δικηγόρου, ενώ το σημείωμα εμφάνισης αναφέρει ρητά ότι αφορά μόνο τον εναγόμενο 1 και όχι όλους τους εναγομένους. Λογικά, με βάση τη θέση του εναγομένου 4, θα αναμενόταν το σημείωμα εμφάνισης να αναφέρει ότι αφορά όλους τους εναγομένους και το συνημμένο έντυπο διορισμού δικηγόρου να είναι υπογραμμένο μόνο από τον εναγόμενο 1, έστω και λανθασμένα εκ μέρους όλων των εναγομένων. Επιπλέον, έστω και αν έγινε αυτό το λάθος από το γραμματειακό προσωπικό, ακολούθησαν 3 εμφανίσεις των δικηγόρων Συμεού, Κονναρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και μάλιστα όσον αφορά αίτηση για έκδοση απόφασης εναντίον του εναγομένου 1 λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης, χωρίς οι δικηγόροι να αναρωτηθούν ποτέ γιατί η αίτηση να αφορά μόνο τον εναγόμενο 1 και όχι όλους τους εναγομένους τους οποίους κατ΄ ισχυρισμό εκπροσωπούσαν. Το γεγονός ότι οι δικηγόροι Συμεού, Κονναρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. είχαν οδηγίες και εμφανίστηκαν τελικώς μόνο για τον εναγόμενο 1, χωρίς να διαφαίνεται ότι έγινε κάποιο λάθος από πλευράς τους, προκύπτει αβίαστα και από την επιστολή τους ημερ. 15.3.2012, Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντινίδη, και η οποία φέρεται να παραλήφθηκε από τον εναγόμενο 1 στις 19.3.
- Η εν λόγω επιστολή απευθύνεται μόνο στον εναγόμενο 1 και αναφέρεται στην αναγκαιότητα διορισμού νέου δικηγόρου και καταχώρησης υπεράσπισης εκ μέρους του. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η πλευρά των εναγομένων 2-6 - αιτητών δεν ζήτησε όπως καταχωρήσει ένορκη δήλωση προς απάντηση των θέσεων του κ. Κωνσταντινίδη εκ μέρους των εναγόντων ούτε και ζήτησαν να αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα σε σχέση με τους ισχυρισμούς που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση. Επομένως, θεωρώ ότι η θέση του για την επιστολή ημερ. 15.3.2012, Τεκμήριο Γ, παρέμεινε αναντίλεκτη. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (Β) A.A.Δ. 1377, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1 (E) A.A.Δ. 759 και Louis Vuitton v. Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453.) Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ΄ ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης.» Σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, θεωρώ ότι η θέση του εναγομένου 4 για το λάθος του γραμματειακού προσωπικού των δικηγόρων Συμεού, Κονναρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. δεν είναι πειστική και λογική, και δεν ευσταθεί καθότι δεν επιβεβαιώνεται από τα δεδομένα που υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι, εν πάση περιπτώσει, αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει βάσιμο λόγο για την παράλειψη εμφάνισης των εναγομένων 2-
- Επιπλέον δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία προερχόμενη από τον εναγόμενο 1, ο οποίος ήταν ο άμεσα εμπλεκόμενος στην υπόθεση και, σύμφωνα με τη θέση του εναγομένου 4, ανέλαβε να εκπροσωπήσει τους υπόλοιπους εναγομένους στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής και φαίνεται ότι είχε την επικοινωνία με τους δικηγόρους. Ακόμα, ιδιαίτερα σημαντικό θεωρώ το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία οι εναγόμενοι 2-6 θεώρησαν ότι θα εκπροσωπούνταν από δικηγόρο μέσω του εναγομένου 1,που ήταν η επίδοση της αγωγής, 3.4.2011, και της ημερομηνίας που πληροφορήθηκαν για την έκδοση της απόφασης εναντίον τους, 6.4.
- Αυτό το διάστημα του ενός έτους, χωρίς οι εναγόμενοι να ενδιαφερθούν να μάθουν για την πορεία και εξέλιξη της παρούσας αγωγής και χωρίς να τύχουν ενημέρωσης από τον εναγόμενο 1, καταδεικνύει ότι οι εναγόμενοι 2-6 δεν επέδειξαν ενδιαφέρον για την υπόθεση αλλά αντίθετα έδειξαν αδιαφορία για την έκβαση αυτής. Ο δικηγόρος των εναγομένων 2-6 παρέπεμψε το Δικαστήριο σε δύο υποθέσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να υποστηρίξει τη θέση ότι η αμέλεια του δικηγόρου μπορεί να αποτελέσει καλό λόγο για την παράλειψη εμφάνισης διαδίκου. Στην πρώτη υπόθεση Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 (Γ) 2118 το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με αυτό το θέμα εφόσον δεν αποτέλεσε επίδικο θέμα της έφεσης. Στη δεύτερη υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, οι εφεσείοντες, μετά την επίδοση της αγωγής, παρέδωσαν στον δικηγόρο τους τα κλητήρια εντάλματα και ανέμεναν ότι αυτοί θα ακολουθούσαν τη νενομισμένη διαδικασία, πλην όμως αυτοί παρέλειψαν να καταχωρήσουν εμφάνιση εκ μέρους τους. Το Εφετείο, συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα ενώπιον του, αποφάσισε ότι ο χρόνος των 3 μηνών που πέρασε δεν ήταν τέτοιος που να δικαιολογεί ανησυχία στους εφεσείοντες για την πορεία της υπόθεσης και να επικοινωνήσουν με τον δικηγόρο τους για να πληροφορηθούν την εξέλιξη της. Αυτή η συμπεριφορά τους δεν κρίθηκε ότι αποτελούσε επίδειξη ασυγχώρητης αμέλειας ή ασέβειας προς τη δικαστική διαδικασία. Τα δεδομένα της τελευταίας υπόθεσης διαφοροποιούνται σαφώς από την παρούσα υπόθεση, καθότι εδώ πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος χωρίς οι εναγόμενοι 2-6 να ενδιαφερθούν να μάθουν για την πορεία της υπόθεσης και να αποταθούν είτε στους δικηγόρους τους είτε ακόμα στον κατ΄ ισχυρισμό εκπρόσωπο τους, εναγόμενο 1, για να πληροφορηθούν γι΄ αυτήν. Θεωρώ ότι το εν λόγω χρονικό διάστημα είναι πολύ μεγάλο και καταδεικνύει ότι οι εναγόμενοι 2-6 επέδειξαν αδιαφορία για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης. Αυτό το συμπέρασμα του Δικαστηρίου αποβαίνει καταλυτικό για την έκβαση της παρούσας αίτησης, η οποία δεν μπορεί να πετύχει καθότι οι εναγόμενοι 2-6 δεν κατέδειξαν ικανοποιητικό λόγο για την παράλειψη εμφάνισης τους. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, θα προχωρήσω να εξετάσω και την πρώτη προυπόθεση που αφορά τέτοιας φύσης αιτήσεις, που είναι η ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης. Η σημασία της κατάδειξης ύπαρξης υπεράσπισης τονίστηκε ιδιαίτερα στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ (ανωτέρω), όπου αναφέρθηκε ότι το βασικό και πιο ουσιώδες κριτήριο είναι κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται πάνω στον εναγόμενο να αποδείξει, όχι την υπεράσπιση του, αλλά ότι έχει καλή ή εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. Σχετική είναι η υπόθεση Χρυσάνθου κ.ά. ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ.1129. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω) είναι αρκετό αν τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση παραμερισμού αποκαλύπτουν επαρκή στοιχεία που να δικαιολογούν το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1774, ο πρώην έντιμος Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτεμίδης συνόψισε τις πιο πάνω αρχές στο ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Είναι αρκετό να εγερθεί το ζήτημα το οποίο κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιόν του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Ο εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 2-6, ως συνιδιοκτήτες του ½ μεριδίου του επίδικου ακινήτου με τον εναγόμενο 1 ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης του υπολοίπου ½ μεριδίου, έχουν κοινή υπεράσπιση με τον εναγόμενο 1 και ακόμα ότι ουδέποτε αποποιήθηκαν των δικαιωμάτων τους επί του επίδικου ακινήτου πληρώνοντας τους σχετικούς φόρους και τα τέλη. Προς υποστήριξη των θέσεων του ο εναγόμενος 4 επισυνάπτει την επιστολή του Κτηματολογίου προς τη Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, ημερ. 3.5.2010, Τεκμήριο Γ. Οι ενάγοντες, μέσω του κ. Κωνσταντινίδη, ισχυρίζονται ότι η υπεράσπιση που οι εναγόμενοι 2-6 προβάλλουν είναι γενική και αόριστη και αναφέρονται σε δύο συνομιλίες του εναγομένου 4 προσωπικά με τον πρώην Πρόεδρο των εναγόντων στις οποίες ο εναγόμενος 4 του ανέφερε ότι οι εναγόμενοι 2-6 δεν έχουν οποιαδήποτε απαίτηση επί του επίδικου ακινήτου. Αυτή η θέση του κ. Κωνσταντίνιδη σε σχέση με τις συζητήσεις μεταξύ του πρώην Προέδρου των εναγόντων και του εναγομένου 4 παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, καθότι η πλευρά των εναγομένων 2-6 δεν ζήτησε να καταχωρήσει απαντητική ένορκη δήλωση ούτε και να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα επί αυτής ακριβώς της θέσης του. Επομένως, η θέση του κ. Κωνσταντινίδη περί της εν λόγω συνομιλίας θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, και το γεγονός ότι αυτή είναι εξ ακοής μαρτυρία δεν επηρεάζει τη δεκτότητα και τη βαρύτητα αυτής με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω. Επίσης, στην επιστολή του δικηγόρου των εναγόντων προς όλους τους εναγομένους ημερ. 19.1.2011, Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντινίδη,(η αναφορά στην εν λόγω ένορκη δήλωση στην ημερομηνία της επιστολής που επισυνάπτεται στις 19/1/2009 είναι προφανώς λανθασμένη), επισυνάπτονται τα έγγραφα δυνάμει των οποίων φαίνεται η γραπτή συγκατάθεση του ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου για εγγραφή αυτού στους ενάγοντες, και για την οποία οι εναγόμενοι δεν κάνουν οποιαδήποτε αναφορά προς αντίκρουση αυτής της θέσης ούτε και ζήτησαν να αντεξετάσουν τον κ. Κωνσταντινίδη επί τούτου. Η υπεράσπιση που προβάλλει ο εναγόμενος 4 αφορά τους εναγομένους 2-6 και κάνει απλώς μία γενική αναφορά ότι η υπεράσπιση τους είναι κοινή με τον εναγόμενο 1, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία και χωρίς παραπομπή στην υπεράσπιση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του, με αποτέλεσμα το κοινό της υπεράσπισης τους να προκύπτει μόνο λόγω της συνιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου. Επομένως, η θέση του εναγομένου 4 ότι οι εναγόμενοι 2-6 έχουν κοινή υπεράσπιση με τον εναγόμενο 1 δεν είναι ικανή από μόνη της να καταδείξει την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στο στάδιο αυτό. Γι΄ αυτή την κατάληξη μου λαμβάνω ακόμα υπόψη ότι οι ενάγοντες προχώρησαν ήδη στη λήψη των αναγκαίων διαβημάτων για την εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ τους και εναντίον των εναγομένων 2-6, ενώ στην περίπτωση επιτυχίας του εναγομένου 1 στην παρούσα αγωγή, υπάρχει θεραπεία προς ικανοποίηση των δικαιωμάτων του εναγομένου 1 χωρίς επηρεασμό των δικαιωμάτων των εναγόντων που απορρέουν από την ικανοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ τους και εναντίον των εναγομένων 2-6 στις 23.3.2012. Δεν μου διαφεύγει η ύπαρξη της επιστολής του Κτηματολογίου ημερ. 3.5.2010. Αρχικά επισημαίνω ότι η εν λόγω επιστολή διαψεύδει τη θέση του εναγομένου 4, καθότι αναφέρεται ρητά στο παράπονο του κ. Χρ. Ονουφρίου, στον τίτλο «ΘΕΜΑ», και έτσι διαφαίνεται ότι αυτός που υπέβαλε το παράπονο του για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου είναι μόνο ο εναγόμενος 1, Χριστόφορος Ονουφρίου. Επιπλέον, η εν λόγω επιστολή προηγείται χρονικά και των δύο συνομιλιών που είχαν ο πρώην Πρόεδρος των εναγόντων και ο εναγόμενος 4. Η πρώτη έγινε μετά τη λήψη της επιστολής του δικηγόρου των εναγόντων προς όλους τους εναγομένους ημερ. 19.1.2011, Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντινίδη, και η δεύτερη έγινε μετά την επίδοση της αγωγής στους εναγόμενους 2-6 που, σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου, έγινε στις 3.4.2011. Ακόμα, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 2-6 εξακολουθούν να πληρώνουν τους σχετικούς φόρους και τέλη αναφορικά με το ½ μερίδιο στο επίδικο ακίνητο δεν αποκαλύπτει ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, καθότι αυτή η υποχρέωση τους απορρέει λόγω του ότι αυτοί φέρονται ως οι δικαιούχοι συνιδιοκτήτες του εν λόγω μεριδίου. Θεωρώ ότι όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και ειδικότερα η ύπαρξη της γραπτής συγκατάθεσης του τότε ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου για την εγγραφή αυτού στο όνομα των εναγόντων, η μη υποβολή παραπόνου προς το Κτηματολόγιο εκ μέρους των εναγομένων 2-6 σε σχέση με την κατοχή του επίδικου ακινήτου, σε αντίθεση με τον εναγόμενο 1, και κυρίως η διπλή αναφορά του εναγομένου 4 προς τους ενάγοντες ότι οι εναγόμενοι 2-6 δεν έχουν οποιαδήποτε απαίτηση επί του επίδικου ακινήτου, δεν είναι τέτοια που να αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπεράσπιση. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι οι εναγόμενοι 2-6 δεν κατάφεραν να καταδείξουν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής και έτσι η αίτηση δεν θα μπορούσε να πετύχει και γι' αυτόν τον λόγο. Ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων 2-6 - αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Ενδιάμεση Απόφαση Αναφορά: Παραμερισμός Απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο