← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. SOBOH AIMAN κ.α., Aρ. Αγωγής: 4654/11, 9/11/2012

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED ν. SOBOH AIMAN κ.α., Aρ. Αγωγής: 4654/11, 9/11/2012 καταχώρησαν Με την παρούσα αίτηση οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του ενα ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A107 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Α.Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 4654/11 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγόντων - και -

  1. SOBOH AIMAN
  2. SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LTD Εναγομένων -------------------------- Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 3.2.2012 Ημερομηνία: 9 Νοεμβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Ι. Θεοδοσίου Για τον Εναγόμενο 1 - Καθ'ου η Αίτηση: κ. Α. Αντωνίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής και αφού οι εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του εναγομένων. Ενόσω εκκρεμούσε η εν λόγω αίτηση, οι εναγόμενοι 2 καταχώρησαν αίτηση για αναστολή της διαδικασίας εναντίον τους μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης Διάλυσης αρ. 36/2012 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εναντίον των εναγομένων
  3. Λόγω της φύσης της, η αίτηση για αναστολή εκδικάστηκε πρώτη, και το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση ημερ. 20.9.2012 με την οποία διέταξε την αναστολή της διαδικασίας της παρούσας αγωγής μέχρι την αποπεράτωση και εκδίκαση της Αίτησης Διάλυσης. Έτσι η υπό κρίση αίτηση περιορίζεται και αφορά μόνο τον εναγόμενο
  4. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.18 Θθ. 1 (α), 2, 4-6, 8 και 9 και τη Δ.48 Θθ. 1-4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Κεδαρίτη, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν στην υπηρεσία των εναγόντων και ήταν ο υπεύθυνος για την εποπτεία της λειτουργίας του λογαριασμού του εναγόμενου
  5. Ο κ. Κεδαρίτης επισυνάπτει ως τεκμήρια τα σχετικά έγγραφα αναφορικά με τις συμφωνίες για άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού, για πιστωτική κάρτα και για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου 1, τις συμβάσεις εγγύησης των εναγομένων 2, τις επιστολές τερματισμού προς τους εναγόμενους και τις καταστάσεις λογαριασμού. Ο κ. Κεδαρίτης αναφέρει ότι ο εναγόμενος 1 εξακολουθεί να οφείλει το απαιτούμενο ποσό, δεν έχει υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή και καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης με μοναδικό σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης. Γι΄ αυτό ο κ. Κεδαρίτης ζητά την έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου
  6. Οι λόγοι της ένστασης του εναγόμενου 1 είναι ότι δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, ο εναγόμενος 1 έχει πλήρη και καλή υπεράσπιση, και συγκεκριμένα ότι οι ενάγοντες επέδειξαν αμελή συμπεριφορά με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να υποστούν σημαντική οικονομική ζημιά και να περιέλθουν σε θέση προσωρινής αδυναμίας αποπληρωμής των οφειλών τους, καθώς επίσης έχουν ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων την οποία πρέπει να τους επιτραπεί να προβάλουν μαζί με την υπεράσπιση τους. Επίσης, οι ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης για να υπάρξει δεδικασμένο επί των γεγονότων που αφορούν την παρούσα αγωγή και να αποτρέψουν την προβολή των ισχυρισμών των εναγομένων, και επομένως η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Τέλος, στους λόγους ένστασης αναφέρεται ότι οι ενάγοντες έχουν πλήρη εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων προς τον εναγόμενο 1, υπό τη μορφή ενυπόθηκου ακινήτου, έτσι ώστε τα συμφέροντα τους δεν παραβλάπτονται σε περίπτωση μη έκδοσης συνοπτικής απόφασης, την οποία εν πάση περιπτώσει δεν δικαιούνται. Η ένσταση συνοδεύεται από μακροσκελή ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, στην οποία αναφέρει ουσιαστικά τα ακόλουθα. Ο εναγόμενος 1 απορρίπτει τους ισχυρισμούς του κ. Κεδαρίτη που περιέχονται στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και ισχυρίζεται ότι ο κ. Κεδαρίτης δεν είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και να αναφέρει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση, και δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη όλων των γεγονότων. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 1, από τις 21.10.2002 που παραχωρήθηκε η πρώτη πιστωτική διευκόλυνση στον εναγόμενο 1 μέχρι και τον τερματισμό όλων των διευκολύνσεων στις 2.6.2012, οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο 1 πέραν των 20 εκατομμυρίων ευρώ. Οι εναγόμενοι 2 ασχολούνται με την πώληση και εμπορία πετρελαίου, μεταξύ άλλων στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου. Αυτό ήταν σε γνώση των εναγόντων οι οποίοι παρείχαν συνεχείς πιστωτικές διευκολύνσεις στους εναγόμενους 2, και μάλιστα εξέδωσαν εγγυητικές επιστολές προς την Α.Η.Κ. κατόπιν επιτυχούς προσφοράς για την παροχή πετρελαίου στην Α.Η.Κ. από τους εναγόμενους 2, την 1.12.2009 και στις 5.12.
  7. Η Α.Η.Κ. προέβη σε μειώσεις στην πληρωμή προς τους εναγόμενους 2 και γι΄ αυτή τη διαφορά τους οι εναγόμενοι 2 κίνησαν την Αγωγή αρ. 2392/2012 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και αυτό εγείρεται και στην ανταπαίτηση τους στην Αγωγή αρ. 9921/2010 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ο εναγόμενος 1 εξηγεί περαιτέρω ότι ως εξασφάλιση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων 2 προς την Α.Η.Κ., όπως ήταν η πρακτική μεταξύ των εναγομένων 2 και των εναγόντων, οι τελευταίοι εξέδωσαν προς την Α.Η.Κ. 2 εγγυητικές επιστολές και οι εναγόμενοι 2 εκχώρησαν τα δικαιώματα τους δυνάμει των εν λόγω εγγυητικών προς τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες πλήρωσαν στην Α.Η.Κ. αυθαίρετα και αντικανονικά το ποσό των 10 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής, ενώ είχαν πληροφορηθεί από τους εναγόμενους ότι η Α.Η.Κ. προέβαινε σε παράνομες μειώσεις. Προς τούτο έγιναν συναντήσεις μεταξύ των εναγομένων 2 και των εναγόντων, στην παρουσία του κ. Κεδαρίτη, κατά τις οποίες οι ενάγοντες αποδέχθηκαν τη θέση των εναγομένων 2 περί παράνομων μειώσεων της Α.Η.Κ. και αποδέχθηκαν όπως προβούν σε πληρωμές στην Α.Η.Κ. δυνάμει των εγγυητικών επιστολών εφόσον οι απαιτήσεις της Α.Η.Κ. συμψηφίζονταν με τα ποσά που ήταν οφειλόμενα από την Α.Η.Κ. προς τους εναγόμενους 2 λόγω των παράνομων μειώσεων. Ο εναγόμενος 1 επισυνάπτει σχετικά έγγραφα που δείχνουν το ποσό των παράνομων μειώσεων, τα οποία παρουσιάστηκαν και στους ενάγοντες, και ακόμα σχετική αλληλογραφία με τους ενάγοντες που καταδεικνύει τις προσπάθειες διευθέτησης του θέματος μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων 2 και ακόμα τη θέση των εναγόντων ότι η πληρωμή των 10 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής προς την Α.Η.Κ. δεν έπρεπε να είχε γίνει και σε περίπτωση που η Α.Η.Κ. δικαιούτο οποιοδήποτε ποσό, αυτό είναι μόνο το ποσό των 3.094.852,00 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής. Γι΄ αυτό, ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι ο κ. Κεδαρίτης δεν απεκάλυψε όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και αναφέρει ότι οι απαιτήσεις των εναγόντων, που σχετίζονται άμεσα με την πληρωμή από αυτούς προς την Α.Η.Κ., αποτελούν μέρος της υπεράσπισης των εναγομένων στην παρούσα αγωγή. Ο εναγόμενος 1 αναφέρει περαιτέρω ότι ενώ οι ενάγοντες γνώριζαν ότι η Α.Η.Κ. δεν δικαιούτο στην πληρωμή των 10 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής, εν τούτοις προέβησαν σε αυτή. Η εν λόγω συμπεριφορά των εναγόντων αποτελεί παράβαση καθήκοντος, παράβαση συμφωνίας και αμέλεια εκ μέρους τους που προκάλεσε σημαντική ζημιά στους εναγόμενους
  8. Οι ενάγοντες όφειλαν να αρνηθούν πληρωμή προς την Α.Η.Κ., και έτσι οι εναγόμενοι 2 δεν θα έφθαναν στην οικονομική καταστροφή με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους προς τους ενάγοντες. Επιπλέον, η πράξη των εναγόντων με την πληρωμή προς την Α.Η.Κ. δημιούργησε και άλλες διαφορές μεταξύ των εναγομένων και τρίτων προσώπων, δηλαδή της Α.Η.Κ. και της Credit Agricole (Suisse) S.A. Ο εναγόμενος 1 αναφέρει επίσης ότι οι προαναφερόμενες εκχωρήσεις δεν είναι έγκυρες καθότι δεν ενεγράφησαν δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, και η αμέλεια των εναγόντων από τη μια, με την πληρωμή προς την Α.Η.Κ., και οι απαιτήσεις τους δυνάμει των εκχωρήσεων, από την άλλη, έχουν καταστρέψει οικονομικά τον εναγόμενο 1, ως εγγυητή και μέτοχο των εναγομένων 2, από όπου λαμβάνει το εισόδημα του. Τέλος, ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες εγείρουν την παρούσα αγωγή εκδικητικά με σκοπό να εμποδίσουν τους εναγόμενους 2 από το να προωθήσουν όλους τους ισχυρισμούς τους και την υπεράσπιση τους στην παρούσα αγωγή, και ακόμα τη θέση τους σε σχέση με την πληρωμή των εσόδων τα οποία η Α.Η.Κ. είναι υποχρεωμένη να πληρώσει στην Agricole, και με αυτό τον τρόπο οι ενάγοντες επιδιώκουν να εξασφαλίσουν προτεραιότητα στην είσπραξη των εν λόγω ποσών. Κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος των εναγόντων αναφέρθηκε στις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης και ισχυρίστηκε ότι η παρούσα αγωγή αφορά δύο τρεχούμενους λογαριασμούς, ένα τρεχούμενο και ένα πιστωτικής κάρτας, που διατηρούσε ο εναγόμενος 1, τα ποσά έχουν καταβληθεί σε αυτόν από τους ενάγοντες και έτσι δεν μπορεί να ευσταθεί οποιαδήποτε υπεράσπιση. Ο κ. Θεοδοσίου εισηγήθηκε ότι η θέση του εναγόμενου 1 για μη αποκάλυψη γεγονότων από τον κ. Κεδαρίτη εκ μέρους των εναγόντων δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση καθότι η αίτηση δεν αφορά ενδιάμεσο διάταγμα που λήφθηκε μονομερώς. Επίσης, ο κ. Θεοδοσίου αναφέρθηκε εκτεταμένα στην υπεράσπιση που προβάλλει ο εναγόμενος 1 και εισηγήθηκε ότι αυτή αφορά άλλο πρόσωπο, και δη τους εναγόμενους 2, αφορά εντελώς διαφορετικά και ανεξάρτητα θέματα και οι διαφορές μεταξύ τους αποτελούν ήδη αντικείμενο άλλων αγωγών. Ακόμα η υπεράσπιση που προβάλλεται από τον εναγόμενο 1 δεν ισχύει και είναι παραπλανητική. Ο κ. Θεοδοσίου εξέφρασε τη θέση ότι ο εναγόμενος 1 στερείται υπεράσπισης και εκμεταλλεύεται τις δικαστικές διαδικασίες για να προκαλεί κωλυσιεργία και επομένως ζήτησε την έγκριση της αίτησης και την έκδοση απόφασης. Κατά τη δική του αγόρευση ο δικηγόρος του εναγόμενου 1 ισχυρίστηκε ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν τηρείται η προυπόθεση που αφορά τον ενόρκως δηλούντα στην αίτηση, καθότι δεν είναι αρκετό ο κ. Κεδαρίτης να προβαίνει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση λέγοντας μόνο ότι γνωρίζει όλα τα γεγονότα αλλά πρέπει και να τα αποκαλύπτει στο Δικαστήριο. Ο κ. Αντωνίου εισηγήθηκε ότι ο κ. Κεδαρίτης εσκεμμένα αποκρύπτει σημαντικά γεγονότα. Επίσης ο κ. Αντωνίου εξέφρασε τη θέση ότι τα γεγονότα που αναφέρει ο εναγόμενος 1 είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την παρούσα υπόθεση, καθότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο οι ενάγοντες επέτρεψαν την ύπαρξη τόσο μεγάλων παρατραβηγμάτων, όπως στην παρούσα αγωγή, είναι η εύρωστη σχέση μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου 1, ο οποίος εμπορευόταν μέσω της εταιρείας του, εναγομένων 2, οι οποίοι εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις του προς τους ενάγοντες. Λόγω της παράβασης των καθηκόντων επιμέλειας και εμπιστοσύνης μεταξύ των διαδίκων, όπως επεξηγείται αναλυτικά από τον εναγόμενο 1 στην ένορκη του δήλωση, οι εναγόμενοι 2, και κατ΄ επέκταση ο εναγόμενος 1, οδηγήθηκαν στην οικονομική ασφυξία με αποτέλεσμα να αδυνατούν να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους έναντι των εναγόντων. Ήταν η εισήγηση του κ. Αντωνίου ότι η προσπάθεια εκ μέρους των εναγόντων για αποσύνδεση των ισχυρισμών του εναγόμενου 1 με την παρούσα αγωγή καταρρίπτεται από το γεγονός ότι οι ενάγοντες ζητούσαν την εγγύηση του εναγόμενου 1 για τις υποχρεώσεις των εναγόμενων 2 και αντίστροφα. Ακόμα, οι θέσεις που προβάλλει ο εναγόμενος 1 καταδεικνύουν ιδιαίτερα σοβαρούς ισχυρισμούς οι οποίοι πρέπει να προβληθούν μέσω των εγγράφων προτάσεων και αποφασιστούν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Ο δικηγόρος του εναγόμενου 1 ισχυρίστηκε επίσης ότι η αμέλεια των εναγόντων όχι μόνο προκάλεσε την παντελή έλλειψη ρευστότητας στον εναγόμενο 1 και την αδυναμία του να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις του προς τους ενάγοντες αλλά και την ανεπανόρθωτη υπόσκαψη της εμπορικής του φήμης, επί της οποίας εξαρτάται η επιτυχία του στον τομέα που δραστηριοποιείται. Επομένως, ο κ. Αντωνίου κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση και να δώσει την ευκαιρία στον εναγόμενο 1 να προβάλει την υπεράσπιση του και να εγείρει την ανταπαίτηση του. Η Δ.18 Θ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, στην οποία στηρίζεται η αίτηση, προνοεί τα ακόλουθα: «Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2 rule 6 the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια είναι η Δ.14 Θ.
  9. Όπως αναφέρεται στο The Annual Practice 1958, σελ. 243, ο σκοπός της Δ.14 είναι να δώσει την ευχέρεια στον ενάγοντα να εξασφαλίσει συνοπτική απόφαση χωρίς δίκη αν αποδείξει την απαίτηση του ξεκάθαρα, ή αν ο εναγόμενος δεν μπορεί να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει κάποιο θέμα έναντι της απαίτησης το οποίο πρέπει να εκδικαστεί. Επίσης αναφέρεται ότι η συνοπτική ευχέρεια που παρέχεται στο Δικαστήριο με βάση την εν λόγω Διαταγή πρέπει να χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή, και ένας εναγόμενος δεν πρέπει να στερείται της ευκαιρίας να προβάλει υπεράσπιση εκτός στις περιπτώσεις όπου είναι ξεκάθαρο ότι δεν έχει υπόθεση στην υπό κρίση αγωγή. Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου υπάρχει σοβαρή διαφωνία σε θέμα γεγονότος ή εγείρεται σοβαρό νομικό ζήτημα. Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η υπόθεση Χριστόδουλος Μεττή και Λεωνίδας Κίμωνος ως διαχειριστής της περιουσίας του Χαράλαμπου Λοϊζου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(2002)1 Α.Α.Δ. 417, στην οποία γίνεται εκτενής ανάλυση των νομικών αρχών που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Σ' αυτή την υπόθεση αναφέρθηκε μεταξύ άλλων η γενική αρχή ότι συνοπτική απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκδίδεται εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή αποκαλύπτει γεγονότα που θεωρούνται ικανοποιητικά για να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Trans Middle East (Trading) (TMET) Ltd v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 339, η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος στερείται υπεράσπισης. Σχετική επίσης είναι η υπόθεση Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22. Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που πρέπει να αποδείξει ο ενάγων, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου να αποκαλύψει γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος - βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, και δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να προβάλει απλούς ισχυρισμούς αλλά θα πρέπει να παρουσιάσει τέτοια στοιχεία και λεπτομέρειες από τα οποία να διαφαίνεται η ύπαρξη υπεράσπισης - βλ. N. V. Caterchef Ltd v. P. C. P. Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1912, και Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333. Χρήσιμη ανάλυση των νομικών αρχών που διέπουν το θέμα έκδοσης συνοπτικής απόφασης περιέχει επίσης η υπόθεση Νεάρχου κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 818. Όπως διαφαίνεται από το ίδιο το κείμενο της Δ.18 Θ.1(α) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, και όπως επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για να μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί και εξετάσει την ουσία αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιούνται τρεις προϋποθέσεις: 1) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο όπως προνοείται στη Δ.2 θ.6, 2) Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, και 3) Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται, καθώς επίσης να δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Πριν προχωρήσω με την εξέταση των εν λόγω προϋποθέσεων, επιθυμώ να ασχοληθώ με τον ισχυρισμό του εναγόμενου 1 στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, και αποτέλεσε μέρος της αγόρευσης του δικηγόρου του, ότι οι ενάγοντες - αιτητές δεν προέβησαν σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων. Αποτελεί βασική νομική αρχή ακολουθούμενη σταθερά τόσο από την Αγγλική όσο και την Κυπριακή νομολογία ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. και Άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Η υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων εκτείνεται ακόμα και σε αναφορά σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά - βλ. Global Cruises v. Metro Shipping
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.
  1. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, θεωρώ ότι το θέμα της μη αποκάλυψης εξετάζεται στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει, και εκδίδει, μονομερές διάταγμα χωρίς το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα να λάβει γνώση και να έχει την ευκαιρία να ακουστεί, επομένως είναι καθήκον του αιτητή να θέσει την όλη υπόθεση του με ακριβή και δίκαιο τρόπο. Όταν το άλλο μέρος αποταθεί για ακύρωση του διατάγματος και το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι έχει αποκρυφτεί κάποιο ουσιαστικό γεγονός, τότε ακυρώνει το διάταγμα και δεν εξετάζει την ουσία. Για τον σκοπό εξέτασης της μη αποκάλυψης, το Δικαστήριο περιορίζεται μόνο στα γεγονότα που στοιχειοθέτησαν την αρχική αίτηση - βλ. Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd. κ.ά., Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ.157/90, ημερ. 30.5.
  2. Στην υπό κρίση περίπτωση όμως, η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε διά κλήσεως, ο εναγόμενος 1 - καθ΄ ου η αίτηση έλαβε γνώση αυτής και καταχώρησε ένσταση, επομένως είχε την ευκαιρία να προβάλει τη δική του θέση και όλα τα στοιχεία που έκρινε αναγκαίο για την κρίση του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει επί της αίτησης με βάση όλα τα στοιχεία και γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του και από τις δύο πλευρές, και επομένως κρίνω ότι η θέση του εναγόμενου 1 - καθ΄ ου η αίτηση για μη αποκάλυψη είναι αβάσιμη. Στην παρούσα περίπτωση είναι εμφανές ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις τηρούνται. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ο εναγόμενος 1 καταχώρησε εμφάνιση. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση που εκτίθεται πιο πάνω, με βάση το περιεχόμενο των παραγράφων 1 και 2 της ένορκης δήλωσης του κ. Κεδαρίτη που συνοδεύει την αίτηση και τα συνημμένα έγγραφα, συνάγεται ότι αυτός είναι πρόσωπο ικανό εντός της έννοιας της Δ.18 Θ.1(α) για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης ενόψει της θέσης που κατέχει, των καθηκόντων του και της όλης ανάμειξης του σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, και να επαληθεύσει την αιτία αγωγής παραθέτοντας και τα σχετικά έγγραφα. Περαιτέρω, ο κ. Κεδαρίτης είναι σε θέση να γνωρίζει την κατάσταση του οφειλόμενου ποσού και να ελέγχει κατά πόσο αυτό εξακολουθεί να οφείλεται ή όχι, και ο ίδιος ετοίμασε τη σχετική κατάσταση που επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση. Επίσης ο ίδιος δηλώνει ότι ο εναγόμενος 1 δεν έχει υπεράσπιση στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής. Χρήσιμη καθοδήγηση για την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου προσφέρει η υπόθεση Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782, η οποία υιοθετήθηκε στις υποθέσεις Ευάγγελου Παύλου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1051, και Γεώργιου Αγαθαγγέλου Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 274. Εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι ικανοποιούνται και οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο 1 να καταδείξει καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος. Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες υποθέσεις, και επιπρόσθετα από τις υποθέσεις Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968, και Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ. (υπό εκκαθάριση) κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 418, αυτό που αναμένεται να δείξει ο καθ' ου η αίτηση είναι ότι έχει υπεράσπιση σε βαθμό που ενδείκνυται να του επιτραπεί το δικαίωμα της προβολής της, και το κατά πόσο αυτή νομικά ευσταθεί είναι το αντικείμενο της δίκης. Χαρακτηριστικά παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ. (υπό εκκαθάριση) κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (ανωτέρω):- «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται βασικά ότι οι ενάγοντες παρέβησαν το καθήκον επιμέλειας τους προς τους εναγόμενους και με τη συμπεριφορά τους οδήγησαν τους εναγόμενους 2 στην οικονομική καταστροφή, με τον ίδιο αντίκτυπο στον εναγόμενο 1, ο οποίος είναι και εγγυητής αλλά και μέτοχος των εναγομένων 2, που αποτελούν την πηγή του εισοδήματος του. Ο εναγόμενος 1 παραθέτει με κάθε λεπτομέρεια όλα τα γεγονότα και παρουσιάζει επίσης τα σχετικά έγγραφα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Μάλιστα ο εναγόμενος 1 στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση προβαίνει σε πλήρη περιγραφή της συμπεριφοράς των εναγόντων, με ειδική αναφορά στην έκδοση των εγγυητικών επιστολών και την πληρωμή του ποσού των 10 εκατομμυρίων Δολαρίων Αμερικής, την μετέπειτα διαφοροποίηση της θέσης των εναγόντων σε σχέση με το εν λόγω πόσο, και την οποία πληρωμή ο εναγόμενος 1 αμφισβητεί και για την οποία οι εναγόμενοι 2 έχουν ήδη κινήσει Αγωγή. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην εξέταση της ουσίας αυτών των ισχυρισμών του εναγόμενου 1, οι οποίοι βέβαια απορρίπτονται από την πλευρά των εναγόντων. Το Δικαστήριο αρχικά επισημαίνει ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο εναγόμενος 1 έχει καρπωθεί το ποσό που του παραχωρήθηκε από τους ενάγοντες δυνάμει των επίδικων λογαριασμών δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο
  1. Εκείνο που αμφισβητεί είναι τη νομιμοποίηση του δικαιώματος απαίτησης του εν λόγω ποσού από τους ενάγοντες καθότι ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες είναι υπεύθυνοι για την οικονομική αδυναμία τόσο του ίδιου όσο και του εγγυητή του, εναγομένων 2, να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους προς τους ενάγοντες, και γι΄ αυτό επιθυμεί να προβάλει υπεράσπιση και ακόμα ανταπαίτηση για τη ζημιά που ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί από τη συμπεριφορά των εναγόντων. Αποτελεί βασική θέση των εναγόντων ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο εναγόμενος 1 αφορούν άλλο νομικό πρόσωπο, τους εναγόμενους 2, είναι παντελώς άσχετοι και ασύνδετοι με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής, και αυτοί ήδη αποτελούν αντικείμενο ξεχωριστών δικαστικών διαδικασιών. Πράγματι το όλο φάσμα των γεγονότων που επικαλείται ο εναγόμενος 1 αφορά τους εναγόμενους 2, και η Αγωγή αρ. 2312/12, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, έχει εγερθεί επίσης από τους εναγόμενους
  2. Όμως δεν υιοθετώ αυτή τη θέση των εναγόντων για τους ακόλουθους λόγους. Ο εναγόμενος 1 αναφέρει περαιτέρω το όλο πλαίσιο συνεργασίας των εναγόντων με τους εναγόμενους 1 και 2, και ακόμα ότι ο εναγόμενος 1 ήταν εγγυητής των υποχρεώσεων των εναγομένων 2 και αντίστροφα. Επομένως, διαφαίνεται ότι οι ενάγοντες συνέδεαν άμεσα τους δύο εναγόμενους με τις υποχρεώσεις του καθενός. Επιπλέον, από τη στιγμή που οι εναγόμενοι 2 είναι εγγυητές του εναγόμενου 1 σε σχέση με τις επίδικες συμφωνίες, τότε αυτοί έχουν ευθύνη να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 προς τους ενάγοντες, ως εγγυητές του, και σε περίπτωση που γίνει κάτι τέτοιο, τότε ο εναγόμενος 1 θα έχει ικανοποιήσει την απαίτηση των εναγόντων και δεν θα κληθεί να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό δυνάμει των επίδικων συμφωνιών. Από τη στιγμή που η αδυναμία του εγγυητή και συνακόλουθα και του ίδιου του πρωτοφειλέτη οφείλονται κατ΄ ισχυρισμό στη συμπεριφορά των εναγόντων, οι οποίοι παρέβησαν το καθήκον επιμέλειας που είχαν προς τους εναγόμενους 2 σε σχέση με την έκδοση εγγυητικών επιστολών που δεν τηρούσαν τις νόμιμες προυποθέσεις και μάλιστα τις ικανοποίησαν παράνομα και αυθαίρετα, τότε θεωρώ ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμο θέμα ως υπεράσπιση προς τον εναγόμενο 1, το οποίο συνδέεται και αφορά την επίδικη απαίτηση των εναγόντων έναντι του εναγόμενου
  3. Το γεγονός ότι η διαδικασία αναφορικά με τους εναγόμενους 2 έχει ανασταλεί με βάση τη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου δεν διαφοροποιεί την πιο πάνω διαπίστωση του Δικαστηρίου, εν όψει ακριβώς της σχέσης μεταξύ του εναγόμενου 1 και των εναγομένων 2 ως εγγυητών του όπως αναλύεται πιο πάνω. Όλες οι πιο πάνω παρατηρήσεις και διαπιστώσεις του Δικαστηρίου δεν άπτονται της αξιολόγησης της ουσίας των θέσεων των δύο πλευρών, αλλά απλά αποτελούν επισήμανση των θέσεων που προβάλλει ο εναγόμενος 1 ως υπεράσπιση υπό το φως όλων των δεδομένων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης. Στο στάδιο αυτό, όπως αναφέρεται και πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν αξιολογεί την ουσία των ισχυρισμών του εναγόμενου 1, αλλά περιορίζεται μόνο στην κατάληξη κατά πόσο αυτοί αποκαλύπτουν υπεράσπιση. Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο περιορίζεται στο παρόν στάδιο στη διαπίστωση ότι αυτά τα εγειρόμενα από τον εναγόμενο 1 ζητήματα είναι ικανά για να παρέχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι από τη στιγμή που εγείρεται καλόπιστα ανταπαίτηση που προκύπτει από τα ίδια τα γεγονότα της αγωγής και συνδέεται με τους λόγους υπεράσπισης, τότε πρέπει να δοθεί άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης. Σχετική είναι η υπόθεση Subotic v. Στυλιανίδη (ανωτέρω). Ως εκ τούτου, καταλήγω ότι ο εναγόμενος 1 - καθ' ου η αίτηση έχει καταφέρει να αποσείσει το βάρος που έχει να καταδείξει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει υπεράσπιση. Επομένως, η παρούσα αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου 1 - καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Δίνεται άδεια στον εναγόμενο 1 να καταχωρήσει υπεράσπιση και ανταπαίτηση εντός 15 ημερών από σήμερα. (Υπ.) ............. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Πολιτική / Ενδιάμεση Απόφαση Αναφορά: Συνοπτική Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.