Marfin Popular Bank Public Ltd ν. Nereus Worldwise Services Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής : 873/12, 20/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A125 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 873/12 Μεταξύ: Marfin Popular Bank Public Ltd Ενάγουσας και
- Nereus Worldwise Services Ltd
- Μιχάλη Σολωμονίδη Εναγομένων Ημερομηνία: 20/11/2012 Εμφανίσεις: Για αιτήτρια/ενάγουσα׃ κ. Kρ. Βλαδιμήρου Για καθ' ου η αίτηση/εναγόμενο 2׃ κ. Σ. Νεοφύτου (για την απαγγελία της απόφασης κα Ε.Ηλία) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 24/12/2012 καταχωρήθηκε μονομερώς, όμως το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της. Με αυτήν οι ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος το οποίο «να απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους του από του να διαθέσουν, επιβαρύνουν και/ή πωλήσουν και/ή αποξενώσουν με οποιοδήποτε τρόπο το υπό ιδιοκτησία του αυτοκίνητο, μάρκας BENTLEY CONTINENTAL με αριθμό εγγραφής KVU 863 μέχρι τελικής εκδίκασης της πιο πάνω αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Η αίτηση αυτή συνάντησε την ένσταση του καθ' ου η αίτηση /εναγόμενου 2 και αφού καταχωρήθηκε σχετική ειδοποίηση ένστασης εκ μέρους του, η αίτηση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία η οποία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα επαναλάβω. Στο σημείο αυτό και πριν προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης θεωρώ απαραίτητο να αναφερθώ στο ζήτημα που ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων έχει θέσει με την αγόρευση του, ότι δηλαδή η ειδοποίηση ένστασης δεν έχει καταχωρηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και για το λόγο αυτό θα πρέπει να αγνοηθεί. Όπως προκύπτει από το πρακτικό που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11/9/12 ο εναγόμενος 2 ζήτησε και του δόθηκε την ημερομηνία εκείνη, περαιτέρω χρόνος 10 ημερών για να καταχωρήσει την ένσταση του, χωρίς μάλιστα η πλευρά των εναγόντων να ενστεί σε αυτό, κάτι που ο εναγόμενος 2 έπραξε την ίδια ημέρα. Συνεπώς το θέμα που έχει τεθεί δεν ευσταθεί αφού και όπως προκύπτει από τα πιο πάνω η ειδοποίηση ένστασης καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Οι ενάγοντες θέτουν ως δικαιοδοτικό βάθρο της αίτησης τους τα άρθρα 4, 5, 7, 8 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, το 26 του Περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, τη Δ.48 Θ.Θ.1, 2 και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. To μοναδικό άρθρο από τα πιο πάνω το οποίο έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση είναι το άρθρο 32 του Ν.14/60 αφού τα λοιπά άρθρα τα οποία επικαλούνται οι ενάγοντες είναι άσχετα με την υπό κρίση αίτηση. Το άρθρο 4 του Κεφ.6, δεν έχει εφαρμογή αφού σκοπό έχει την προστασία της περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής (βλ. Stavros Hotels No.1
(1994)1 AAΔ 389, Compania Portuguessa v. Sponsalia
(1987)1 CLR 11, Aιτ. Markass Car Hire Ltd
(2000)1 AAΔ 316 και Παναγίδου v. Παναγίδου
(2001)1 AAΔ 396), κάτι που δεν συμβαίνει στην εξεταζόμενη περίπτωση. Άσχετο είναι επίσης και το άρθρο 5 του Κεφ. 6, το οποίο καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου όπως σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εκδώσει διάταγμα με το οποίο να δεσμεύεται ακίνητη περιουσία ή μέρος της, όση είναι κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, απαραίτητη για να είναι δυνατή η ικανοποίηση ενδεχόμενης δικαστικής απόφασης (βλ. Καλογήρου v. CCC Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 AAΔ 1237). Και αυτό γιατί στην παρούσα περίπτωση επιδιώκεται η δέσμευση κινητής και όχι ακίνητης περιουσίας. Εφαρμογή δεν έχει επίσης τo άρθρο 7, αφού αυτό διέπει το ζήτημα προσωρινών διαταγμάτων που εκδόθηκαν για ανεπαρκείς λόγους, ούτε και το άρθρο 8 που σχετίζεται με λήψη μαρτυρίας, ούτε και το άρθρο 9 που διέπει το ζήτημα διαταγμάτων που εκδίδονται χωρίς ειδοποίηση. Ούτε και το άρθρο 26 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.6 εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση αφού τόσο ο ίδιος ο Νόμος αυτός, όσο βέβαια και το συγκεκριμένο άρθρο ρυθμίζουν περιπτώσεις και διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν μέσα στα πλαίσια κάποιας διαιτησίας. Ορθό δικαιοδοτικό βάθρο της αίτησης αποτελεί το άρθρο 32 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου αυτού, έχουν καθορισθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως v. Πιερής Estates
(1982)1 AAΔ 557, Μ. Δημητρίου κ.α. v. Royal Ris Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1164, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Στην κλασσική για το θέμα απόφαση Οδυσσέως πιο πάνω, επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32, απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας το Ανώτατο Δικαστήριο τις πιο πάνω προϋποθέσεις ανάφερε ότι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ενώ η τρίτη προϋπόθεση είναι η αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 ΑΑΔ 704, αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο και ότι το πρόσωπο που επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για εκδίκαση κάποιου συντηρητικού διατάγματος, η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων βαρύνει πάντοτε τους ώμους του αιτητή (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) AAΔ.1377). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ούτε και προχωρεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με την αξιοπιστία (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Κατά την εκδίκαση αιτήσεων αυτής της φύσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων (βλ. C.T.Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853). Η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255), το οποίο πάντοτε στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης και θα κριθεί με βάση πάντα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Bacardi v. Vinko
(1996)ΑΑΔ 788, C.T. Tobacco v. Εταιρεία Εκδόσεων Αρκτίνος
(2003)1 ΑΑΔ 853 και Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos
(2002)1(B) ΑΑΔ 136). Σε σχέση με το βάρος απόδειξης σε τέτοιου είδους υποθέσεις λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού,
(2002)1Γ ΑΑΔ 1980 ότι: «Η μαρτυρία της εφεσείουσας ήταν αντινομική και το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αγνοήσει τον αντινομικό χαρακτήρα της εν λόγω μαρτυρίας. Ο εφεσίβλητος με την ένορκη δήλωσή του αρνήθηκε τους βασικούς ισχυρισμούς της, θέτοντας μια άλλη εκδοχή. Όμως τα θέματα, οι ασάφειες και οι αντιφάσεις παρέμειναν αδιευκρίνιστες, αφού η εφεσείουσα, που είχε το βάρος απόδειξης, δεν έκαμε χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48 θ.8». Θα προχωρήσω λοιπόν να εξετάσω την αίτηση με βάση τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Θα πρέπει από το σημείο αυτό να λεχθεί ότι πολλοί από αυτούς δεν μπορούν να ευσταθήσουν γιατί σχετίζονται και αφορούν διατάγματα που εκδίδονται μονομερώς και δεν καλύπτουν και περιπτώσεις όπως και η παρούσα κατά την οποία το διάταγμα δεν έχει εκδοθεί μονομερώς, αλλά πριν την έκδοση του έχει διαταχθεί η επίδοση της αίτησης και έτσι αυτή εξετάζεται πλέον ως διά κλήσεως αίτηση και όχι ως μονομερής. Αυτοί οι λόγοι καταγράφονται στην ειδοποίηση ένστασης με αρίθμηση
(2)και
(3)και αφορούν την θέση του εναγομένου 2 ότι οι ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και δεν ήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και τον 5ο λόγο ένστασης ότι δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Και αυτό γιατί όπως είναι νομολογημένο η υποχρέωση αποκάλυψης στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) έχει καταλυτική σημασία στις περιπτώσεις που ο διάδικος αποτείνεται και εξασφαλίζει διάταγμα μονομερώς. Είναι σε αυτές τις περιπτώσεις που ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein ν. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος από το Δικαστήριο, διασαλεύει την ίδια τη βάση του διατάγματος. Σε σχέση τώρα με την ύπαρξη του στοιχείου του κατεπείγοντος θα πρέπει να λεχθεί ότι το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο και πάλι στις περιπτώσεις που το διάταγμα έχει εξασφαλισθεί μετά από μονομερή αίτηση. Όπως είναι νομολογημένο το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 έχει εφαρμογή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο εφόσον καταδεικνύονται επείγουσες ή άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Η δικαιοδοτική ικανότητα έκδοσης ex-parte διατάγματος βασίζεται πάντοτε στο άρθρο 9
(1)σαν εξαιρετικό μέτρο προς το οποίο ο παράγοντας του χρόνου είναι ως εκ των πραγμάτων άμεση συνάρτηση αφού ανάγεται στο θεμελιακό ερώτημα του κατεπείγοντος του πράγματος. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του αντιδίκου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου (πιο πάνω) και Zein κ.α. ν. Καμπανέλλα Λτδ, (πιο πάνω). Παραμένουν λοιπόν για εξέταση οι λοιποί λόγοι που ο εναγόμενος 2 έχει θέσει με την ένσταση του ως λόγους απόρριψης της αίτησης και εκτίθενται ως λόγοι 1, 4, 6, 7 και
- Θα ξεκινήσω κάπως ανορθόδοξα εξετάζοντας πρώτα τον 6ο λόγο ένστασης. Αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός γιατί η αίτηση δεν βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στο άρθρο 5 που αφορά πράγματι δέσμευση ακίνητης και όχι και κινητής περιουσίας όπως επιδιώκεται στην παρούσα περίπτωση και όπως και πιο πάνω αναφέρεται αλλά και στο άρθρο 32 του Νόμου το οποίο αποτελεί και το ορθό δικαιοδοτικό βάθρο της αίτησης. Σε σχέση με τον 8ο λόγο, ότι δηλαδή η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πάσχει και δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτός έχει τεθεί με γενικότητα και αοριστία χωρίς να υποδεικνύονται συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν που συνίστανται οι ελλείψεις και παραλείψεις σε αυτή την ένορκο δήλωση. Ούτε επίσης ο λόγος αυτός προωθήθηκε με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγομένου 2 και συνεπώς θεωρείται ότι εγκαταλείφθηκε. Τα όσα δε προβάλλονται ως λόγοι ένστασης υπό στοιχεία 1, 4 και 7 ότι δηλαδή δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος λόγω του ότι το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση του, ότι δεν πληρούνται οι προυποθέσεις του άρθρου 32 και ότι δεν υπάρχει μαρτυρία για την οικονομική κατάσταση του εναγόμενου 2, κρίνεται ότι είναι συναφείς και μπορούν να εξετασθούν ως ενιαία ενότητα και μέσα στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσον πληρούνται ή όχι οι τρείς προυποθέσεις που θέτει το άρθρο
- Λαμβάνοντας υπόψη τους εκατέρωθεν προβαλλόμενους ισχυρισμούς, τα γεγονότα όπως διαγράφονται μέσα από αυτούς και την ποιότητα της προσκομισθείσας από το κάθε διάδικο μέρος μαρτυρίας, κρίνεται ότι καταδεικνύεται τόσο η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση καθώς επίσης και πιθανότητες επιτυχίας. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγω λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη ότι ο εναγόμενος 2 τελικά αποδέχεται ότι οφείλει κάποιο ποσό στους ενάγοντες, παρά το ότι δεν προσδιορίζει το ύψος του (παράγραφος 9 της ένορκης του δήλωσης). Και τούτο παρά το ότι με την ένορκο του δήλωση προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς με τους οποίους αμφισβητεί την ορθότητα αλλά και την νομιμότητα διαφόρων ενεργειών των εναγόντων. Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω εάν συντρέχει η 3η προυπόθεση του άρθρου 32, η οποία είναι και αυτή που αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από τον εναγόμενο
- Στην υπόθεση Phasarias (Automative Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα ''Λεωνίκ'' Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785, προσδιορίσθηκε ότι εκείνο που λαμβάνεται υπόψη, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση του ακινήτου, στην ικανοποίηση της απόφασης που μπορεί να εκδοθεί. Όπως δε αναφέρθηκε στην Τσολάκκης κ.ά. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782, εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίων στην ικανοποίηση τέτοιας απόφασης. Αποτελεί θέση των εναγόντων η οποία εκφράζεται μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ότι ο εναγόμενος 2 δεν διαθέτει καμία άλλη περιουσία εκτός του αυτοκινήτου του οποίου επιδιώκεται η δέσμευση. Προβάλλεται ακόμα ότι είναι η πρόθεση του να το αποξενώσει, με κίνδυνο έτσι, στην περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η απόφαση που θα εξασφαλίσουν, θα μείνει ανικανοποίητη και έτσι δεν θα μπορεί να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε αντιδιαστολή με τους ισχυρισμούς των εναγόντων, ο εναγόμενος 2 με την ένορκο του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προβάλλει άλλους αντίθετους ισχυρισμούς. Ότι δηλαδή διαθέτει οικονομική ευρωστία και διατηρεί μεγάλο όμιλο εταιρειών με παγκόσμιο κύκλο εργασιών. Ότι ως πρόεδρος της ΑΕΠ Πάφου από το καλοκαίρι μέχρι και τις 11/9/12 που υπόγραψε την ένορκο του δήλωση, έχει καταβάλει προς εξόφληση των χρεών της ομάδας, ποσό πέραν των €600.000=. Απορρίπτει επίσης ο εναγόμενος 2 τους ισχυρισμούς των εναγόντων ότι προσπαθεί να αποξενώσει τα περιουσιακά του στοιχεία και δηλώνει ότι σε αντίθεση με τα όσα οι ενάγοντες ισχυρίζονται το αυτοκίνητο του οποίου επιδιώκεται η δέσμευση το αγόρασε τον Μάιο του 2011 μετά την λήψη των επιστολών των εναγόντων (Τεκμήριο 13 στην αίτηση) καταβάλλοντας γι' αυτό ποσό €130.
- Επισυνάπτει δε προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του, πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου (Τεκμήριο Α στην ένσταση), όπου καταγράφεται ως ημερομηνία πρώτης εγγραφής του στην Κύπρο η 29/5/
- Ισχυρίζεται ακόμα ότι οι ενάγοντες είναι ασφαλισμένοι λόγω εκχώρησης προς αυτούς της ασφάλειας της Universal Life με αρ. συμβολαίου 1-134862-0 για το ποσό των Λ.Κ.65.000= και η οποία βρίσκεται σε ισχύ. Παραπέμπει δε ο εναγόμενος 2 προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού του αυτού στο Τεκμήριο 1 της αίτησης που είναι επιστολή που στάληκε από αυτούς στις 15/3/
- Οι πιο πάνω ισχυρισμοί των εναγόντων παρέμειναν ατεκμηρίωτοι και χωρίς στοιχεία. Και αυτό σε αντίθεση με κάποιους τουλάχιστον από τους ισχυρισμούς του εναγομένου 2 οι οποίοι επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ένας τέτοιος ισχυρισμός που επιβεβαιώνεται είναι ότι ο εναγόμενος 2 τον Μάιο του 2011 και μετά την λήψη της επιστολής των εναγόντων προς αυτόν (Τεκμήριο 13 στην αίτηση) αγόρασε το αυτοκίνητο του οποίου επιδιώκεται η δέσμευση. Πιο συγκεκριμένα και όπως προκύπτει από το Τεκμήριο Α στην ένσταση, η ημερομηνία πρώτης εγγραφής του αυτοκινήτου στην Κύπρο ήταν η 29/5/2009, μετά δηλαδή από την επιστολή των εναγόντων προς τον εναγόμενο 2 ημερομηνίας 11/4/2012 (Τεκμήριο 13) και με την οποία τον πληροφορούν για τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού της εναγομένης εταιρείας 1 και απαιτούν την πληρωμή του οφειλόμενου σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους ποσού, της οποίας μάλιστα και σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της προηγήθηκε άλλη επιστολή ημερομηνίας 26/1/
- Δεύτερος ισχυρισμός του εναγομένου 2 που φαίνεται να επιβεβαιώνεται είναι και τα όσα ισχυρίζεται για την εκχώρηση προς τους ενάγοντες της ασφάλειας της Universal Life με αρ. συμβολαίου 1-134862-0 για το ποσό των Λ.Κ.65.000=. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1 η ασφάλεια αυτή αποτέλεσε μέρος των προτεινόμενων εγγυήσεων, κάτι που σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 στην αίτηση, οι ενάγοντες αποδέχθηκαν στις 16/5/
- Στο τελευταίο μάλιστα τεκμήριο καταγράφεται ρητά ως εξασφάλιση η εκχώρηση της συγκεκριμένης ασφάλειας για το συγκεκριμένο ποσό. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι οι ισχυρισμοί αυτοί αλλά και οι γενικότεροι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τον εναγόμενο 2 δεν αντικρούσθηκαν με τον δέοντα τρόπο από τους ενάγοντες. Τούτο επιχειρήθηκε να γίνει μέσω της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνήγορου τους. Όμως αυτός δεν είναι ο πρέποντας τρόπος με τον οποίο επιτρέπεται κάποιος διάδικος να θέτει τις θέσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου και έτσι τα όσα προβλήθηκαν ως ισχυρισμοί στα πλαίσια της αγόρευσης αυτής δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη και να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο. Με βάση όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του εναγομένου 2 και να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που είχαν στους ώμους τους με αποτέλεσμα να αποτύχουν να αποδείξουν ότι ικανοποιείται η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- Ωε αποτέλεσμα τούτου η αίτηση δεν μπορεί παρά να αποτύχει. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου 2 και εναντίον των εναγόντων και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο