ΜΑΚΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΣΙΑ ν. ΜΑΡΟΥΛΛΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΓΕΩΡΓΊΟΥ, Αριθμός Αγωγής: 2824/2012, 30/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A99 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: K. Kωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 2824/2012 Μεταξύ: ΜΑΚΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ & ΣΙΑ, από τη Λεμεσό, Εναγόντων Και ΜΑΡΟΥΛΛΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΓΕΩΡΓΊΟΥ, από τη Λεμεσό, Εναγόμενης .............. Μονομερής αίτηση ημερομηνίας 26.6.
- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.10.2012 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες-αιτητές: κα Καρεκλά Για εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση: κ. Σ. Κωνσταντινίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με την αγωγή τους, βασικά επιδιώκουν την ακύρωση και/ή παραμερισμό και/ή τροποποίηση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 4.12.2009, η οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου και με τη οποία αποσύρθηκε ως διευθετηθείσα και χωρίς έξοδα η αγωγή 2371/
- Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 26.6.2012 και την ίδια μέρα, οι ενάγοντες καταχώρησαν και την υπό κρίση αίτηση με τη οποία ζητούν: «Α. Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης αναφορικά με έξοδα η οποία εκδόθηκε στη ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 2518/07 ημερομηνίας 31/3/08 και ειδικά του εντάλματος κατάσχεσης κινητών με αριθμό 045536 μέχρι ακρόασης της αγωγής με αριθμό 2824/12 για ακύρωση και/ή παραμερισμό και/ή διόρθωση της απόφασης και/ή του πρακτικού της απόφασης ημερομηνίας 4/12/09 και/ή για τέτοια χρονική περίοδο την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Β. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία την οποία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.40 Θ.Θ. 7(β), 11, 15, Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 9, Δ.64, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στα άρθρα 21, 32 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στη διακριτική εξουσία, στις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του δικηγόρου Ευαγόρα Αναστασίου από τη Λεμεσό, ημερομηνίας 26.6.2012 και σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ίδιου, ημερομηνίας 4.7.
- H ουσία τους έγκειται στα εξής: Η εναγόμενη στην παρούσα υπόθεση, στις 24.4.2001 καταχώρησε στο Ε. Δ. Λεμεσού την αγωγή με αριθμό 2371/2001 εναντίον τριών προσώπων. Αργότερα προστέθηκε ακόμη ένας εναγόμενος. Δικηγόροι των εναγόμενων 1,2 και 3 ήσαν οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή. Στις 7.9.2006 η αγωγή απορρίφθηκε με έξοδα υπέρ των εναγόμενων και σε βάρος της ενάγουσας - εναγόμενης στην παρούσα υπόθεση - η οποία στη συνέχεια καταχώρησε έφεση εναντίον της απορριπτικής απόφασης. Μετά την καταχώρηση της έφεσης, οι ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση ζήτησαν από την εναγόμενη να πληρώσει τα έξοδα της αγωγής (2371/01, ανωτέρω,) πλην όμως αυτή αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να συμμορφωθεί. Συνεπεία αυτού, οι ενάγοντες, κατά ή περί το Νοέμβρη του 2007 καταχώρησαν εναντίον της την ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 2518/2007, η οποία, κατά ή περί τις 31.3.2008 αποσύρθηκε από τους ενάγοντες, με έξοδα σε βάρος τους και υπέρ της εναγόμενης. Στις 29.5.2009 το εφετείο αποδέχτηκε την έφεση της εναγόμενης και διάταξε επανεκδίκαση της αγωγής 2371/
- Πριν από τις 4.12.2009 που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι διάδικοι κατέληξαν σε εξώδικη διευθέτηση, η οποία προνοούσε απόσυρση της αγωγής χωρίς οποιαδήποτε μελλοντική απαίτηση των διαδίκων αναφορικά με την αγωγή καθώς και με τα έξοδα οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας. Η οποιαδήποτε άλλη διαδικασία για την οποία θα έπρεπε να γίνει ρητή δήλωση στην απόφαση ημερομηνίας 4.12.2009 αφορούσε τα δικηγορικά έξοδα της ειδοποίησης πτώχευσης 2518/07 στα οποία είχαν καταδικαστεί οι ενάγοντες. Η εν λόγω δήλωση αποτελούσε βασική προϋπόθεση για την εξώδικη διευθέτηση και απόσυρση της αγωγής. Προς τούτο υπήρξε σχετική συμφωνία μεταξύ του ενόρκως δηλούντα για τους ενάγοντες στην παρούσα αγωγή και της δικηγόρου Μαρίας Ιακώβου για την εναγόμενη. Στις 4.12.2009 που συμβιβάστηκε η αγωγή, για λογαριασμό του ενόρκως δηλούντα εμφανίστηκε η δικηγόρος των εναγόμενων
- Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2012 ο ενόρκως δηλών ειδοποιήθηκε από επιδότη του Ε. Δ. Λεμεσού ότι είχε καταχωρηθεί εναντίον των εναγόντων ένταλμα κατάσχεσης κινητών σε σχέση με τα έξοδα της ειδοποίησης πτώχευσης. Ζήτησε και έλαβε το σχετικό πρακτικό της απόφασης, ημερομηνίας 4.12.2009 - με την οποία συμβιβάστηκε η αγωγή 2371/2001-. Σύμφωνα με αυτό, η Μαρία Ιακώβου προέβηκε στη ακόλουθη δήλωση: «Ζητώ άδεια να αποσύρω την αγωγή εναντίον όλων των εναγόμενων ως πλήρως διευθετηθείσα χωρίς έξοδα. Διευκρινίζω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε απαίτηση των διαδίκων αναφορικά με την παρούσα αγωγή.» Τότε ήταν που διαπίστωσε πως δεν γινόταν ρητή αναφορά στη μη αξίωση της εναγόμενης σε σχέση με τα έξοδα της ειδοποίησης πτώχευσης, με αποτέλεσμα, η τελευταία παράνομα και/ή παράτυπα και εκμεταλλευόμενη την ασάφεια του δικαστικού πρακτικού να επιχειρεί να καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερη. Μετά από αυτή την εξέλιξη επικοινώνησε εκ νέου με τους δικηγόρους της εναγόμενης και ειδικά με τη Μαρία Ιακώβου, η οποία συμφώνησε μαζί του ως προς το λάθος μέρος του πρακτικού και γενικά ως προς το πνεύμα της εξώδικης διευθέτησης της αγωγής, πλην όμως, τον πληροφόρησε ότι η εναγόμενη δια μέσου του συζύγου της αρνείτο να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της και να αποσύρει το ένταλμα κατάσχεσης κινητών εναντίον των εναγόντων. Περαιτέρω το διαβεβαίωσε πως είναι έτοιμη να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε διαδικασία την οποία θα ακολουθήσει ο ίδιος, προς το σκοπό διόρθωσης του λάθους και/ή της αποκατάστασης της αλήθειας. Το δικηγορικό τους γραφείο ουδέποτε αξίωσε από την εναγόμενη την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού δικηγορικών εξόδων σεβόμενοι και συμμορφούμενοι με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση, γεγονός το οποίο δεν έχει πράξει η εναγόμενη. Παραθέτω και τους ακόλουθους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα, από τη συμπληρωματική ένορκή του δήλωση, ημερομηνίας 4.7.2012: Κατά τη συνομιλία που είχε με τη δικηγόρο Μαρία Ιακώβου, μετά που έμαθε από το δικαστικό επιδότη για την ύπαρξη του εντάλματος κατάσχεσης κινητών, η τελευταία το συμβούλευσε να περιμένει λίγες μέρες προτού προχωρήσει στη λήψη οποιωνδήποτε δικαστικών μέτρων. Επίσης, το διαβεβαίωσε ότι θα επισκεπτόταν τον Πρωτοκολλητή για να δώσει παράταση ως προς της εκτέλεση του εντάλματος, μέχρις ότου ολοκληρωθούν οι δικές της διαπραγματεύσεις. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης (υπό διαφορετική σύνθεση) στις 5.7.2012 εξέδωσε μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα, ορίζοντάς το επιστρεπτέο στις 12.7.
- Η εναγόμενη, στις 28.8.2012 καταχώρησε ένσταση στη αίτηση, επικαλούμενη τους εξής λόγους: «
- Δεν τηρείται καμιά από τις προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την έκδοση και διατήρηση προσωρινών διαταγμάτων και γενικά διαταγμάτων όπως το αιτούμενο.
- Οι Αιτητές απέκρυψαν και/ή δεν αποκάλυψαν στο δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως αυτά φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση.
- Ότι τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίχθηκε η έκδοση του διατάγματος είναι ψευδή.
- Η Αίτηση στερείται οποιουδήποτε ή ορθού νομικού υπόβαθρου.
- Έγινε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, τα οποία αν γνώριζε το Δικαστήριο θα επηρέαζαν την κρίση του και δεν θα εξέδιδε το διάταγμα.
- Οι Αιτητές παραπλάνησαν το Δικαστήριο.
- Η Αίτηση είναι κακόπιστη με τη έννοια ότι καταχωρήθηκε με μόνο σκοπό την πρόκληση ταλαιπωρίας ή καθυστέρησης στην Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση.
- Η Αίτηση έχει υποβληθεί με μεγάλη καθυστέρηση και με τρόπο που, υπό τις περιστάσεις, καθίσταται καταχρηστική.
- Τα γεγονότα στα οποία εδράζεται δεν στοιχειοθετούν και δεν επικαλούνται οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί επέμβαση του Δικαστηρίου με την αναστολή εκτέλεσης.
- Δεν είναι εύλογη και δίκαιη η έκδοση του διατάγματος.
- Για όλους τους λόγους που φαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της καθ' ης η Αίτηση.» Η ένσταση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 4, 5, 7, 9 και 10, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 21, 31, 32 και 47, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.40 Θ.Θ. 7, 9, 10, 11, 13, 14, 15, 17 και 19, Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 4, 8 και 9, Δ.64 και ειδικότερα στον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ.3) Διαδικαστικός Κανονισμός 1999, κανονισμός 4
(1)
(2)και
(3)της Διαταγής 48, στον περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5, άρθρα 2, 87, 88, 90, 93, 97, 102, 106 και 108, στο πτωχευτικό έντυπο αρ. 4, στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς, άρθρα 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 11, 16, 18, 25, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 51 και 188, στη γενική και συμφυή εξουσία και την πρακτική του Δικαστηρίου και στην Κυπριακή Νομολογία. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της εναγόμενης, ημερομηνίας 28.8.2012. Δεν προτίθεμαι να αναφερθώ στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της εναγόμενης, το οποίο ωστόσο λαμβάνεται σοβαρά υπόψη. Εξάλλου, η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης είναι στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις που διεξάχθηκε, οπότε, το περιεχόμενο των τριών συνολικά ενόρκων δηλώσεων καθώς και των επισυνημμένων σε αυτές τεκμηρίων, σε συνδυασμό ασφαλώς και με την νομική επιχειρηματολογία των δυο πλευρών αποτελούν το βάθρο και της ετυμηγορίας μου. Με την υπό κρίση αίτηση εξασφαλίστηκε από τους ενάγοντες προσωρινό διάταγμα μονομερώς και η εναγόμενη ισχυρίζεται μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση. Έχοντας υπόψη ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για παροχή θεραπείας στην απουσία της άλλης πλευράς, θα εξετάσω το συγκεκριμένο λόγο, προτού εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου 1998
(1)(Β) Α.Α.Δ. 598). Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχεται θεραπεία χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουστεί (βλ. Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Επομένως, η μη έγκαιρη προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, εκτός κι αν επεξηγηθεί είναι μοιραία. Μόνο όταν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι, εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο μπορεί να δικαιολογηθεί παρέκβαση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά (βλ. Xατζηβασιλείου ν. White Κnight Holdings Ltd
(2004)1 (A) A.A.Δ.203). «Κατεπείγον» σύμφωνα με τη Χατζηβασιλείου (ανωτέρω): «. θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί.» Βέβαια, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και το κατά πόσο ο εναγόμενος επηρεάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του σχετικού λόγου, ενώ η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και η ορατή πιθανότητα επιτυχίας καθιστούν την προστασία του αιτητή επείγον ζήτημα. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 211/10, ημερομηνίας 14.7.2011 συγκεφαλαιώνονται οι σχετικές με το θέμα του επείγοντος στην έκδοση προσωρινού διατάγματος αρχές. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Είναι νομολογημένο ότι ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος διότι αποστερείται με τον τρόπο αυτό η δικαιοδοτική βάση και η εξουσία έκδοσης από το Δικαστήριο του διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση (δέστε Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 A.A.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, 954). Όπως τονίστηκε περαιτέρω στη Χ»Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, στη σελ. 207: «... Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο, μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δικαίας δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά.». Επιβεβαίωση της αρχής αυτής έγινε και στην Αίτηση της εταιρείας Quantum Telecommunications Ltd για Certiorari
(2005)1 Α.Α.Δ. 901. Παρόλο που οι αποφάσεις αυτές εξέτασαν τον κανόνα του επείγοντος στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία χορήγησης προνομιακών ενταλμάτων, εντούτοις είναι πρόδηλο ότι το Δικαστήριο που εκδίδει ex parte το διάταγμα δύναται από μόνο του να επανεξετάσει μετά από την καταχώρηση της σχετικής ένστασης και το ζήτημα του χρόνου ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της όλης δικαιοδοσίας του να επικυρώσει ή να ακυρώσει το διάταγμα υπό το φως της ολότητας των γεγονότων. Οι θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και η όλη διαφορά επιδρούν αναλόγως επί του παράγοντα του χρόνου. (δέστε Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. ν. Joseph Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186)». Αν ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα για τους ενάγοντες ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι εναντίον των εναγόντων εκκρεμεί ένταλμα κατάσχεσης κινητών αναφορικά με τα έξοδα της ειδοποίησης πτώχευσης με αριθμό 2518/2007 περί τα τέλη Απριλίου 2012, σε συνδυασμό και με τις ενέργειες στις οποίες, όπως ισχυρίζεται έχει προβεί από εκείνη τη στιγμή μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης στις 26.6.2012 δεν μπορεί να λεχθεί βάσιμα ότι υπήρξε αδράνεια ή ολιγωρία εκ μέρους των εναγόντων στο να προωθήσουν την αίτησή τους ενωρίτερα. Ούτε και αποτελεί σχετικό παράγοντα το πότε εκδόθηκε το επίδικό ένταλμα κατάσχεσης κινητών (βλ. Χατζηβασιλείου και Ιερά Μητρόπολη Πάφου, ανωτέρω, καθώς τη Σάββα v. Τηλεμάχου
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2081). Ισχυρίζεται ακόμη η εναγόμενη ότι οι ενάγοντες απέκρυψαν και/ή δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου και δε θα εξέδιδε το διάταγμα. Τούς καταλογίζει ακόμη ότι είπαν ψέματα, με πρώτο, ότι η ειδοποίηση πτώχευσης είχε αποσυρθεί ενώ η αλήθεια είναι ότι απορρίφθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία. Στην υπόθεση Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 583 επισημαίνονται τα εξής, συναφώς με το θέμα: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση». Περαιτέρω, σύμφωνα με την Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω): «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (δέστε τις υποθέσεις Brink´s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264-267 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος». Τέλος, σύμφωνα με τη Σάββα (ανωτέρω επίσης): «Η έκταση της υποχρέωσης για αποκάλυψη γεγονότων σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκε στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navig. Co Ltd κ.ά.
(1996)1 (Α) ΑΑΔ 597: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 C.L.R.
- Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93, ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου
- Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) και να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93/89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Gex. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 11/89 και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρησή της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink's Mat Ltd Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Apartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ότι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής." Στην υπόθεση RESOLA (CYPRUS) LTD v. Χρήστου, Πολιτική Έφεση 9610, ημερ. 31.3.1998 ειπώθηκαν τα εξής: "Όπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90 - 30.5.96)), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής." Όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί της εναγόμενης είναι βάσιμοι. Ακολουθεί το σκεπτικό: Ενώ οι ενάγοντες γνώριζαν ότι η σχετική ειδοποίηση πτώχευσης που εκδόθηκε κατόπιν αίτησής τους και επιδόθηκε στην εναγόμενη παραμερίστηκε από το Δικαστήριο μετά από ακροαματική διαδικασία, με έξοδα σε βάρος τους, όχι απλώς απέκρυψαν και δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο αυτό το ουσιαστικό γεγονός, αλλά, αντίθετα, προέβαλαν τον αναληθή ισχυρισμό ότι δήθεν η ειδοποίηση πτώχευσης αποσύρθηκε. Στα ίδια πλαίσια εντάσσω και την σκόπιμη παράλειψή τους να επισυνάψουν στην ένορκη δήλωση του Ευαγόρα Αναστασίου, η οποία υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και τη σχετική δικαστική απόφαση. Και ενήργησαν με αυτό τον τρόπο με πρόθεση να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και να το πείσουν να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, αποδεχόμενο τον ισχυρισμό τους ότι η εξώδικη διευθέτηση της αγωγής 2371/2001 στις 4.12.2009, διαλάμβανε ότι η εναγόμενη θα απέσυρε την αγωγή της χωρίς να ζητήσουν έξοδα από αυτοί οι εναγόμενοι - καθώς και η ίδια από εκείνους- υπό τον όρο ότι και εκείνη δε θα απαιτούσε τα έξοδα στα οποία είχαν καταδικαστεί οι ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση, όταν δήθεν απέσυραν την ειδοποίηση πτώχευσης που είχε εκδοθεί εναντίον της, κατόπιν αίτησής τους, σε σχέση με τα έξοδά τους στην αγωγή 2371/01, όταν αυτή είχε απορριφθεί στις 7.9.2006, με έξοδα σε βάρος της εναγόμενης και ενάγουσας στην εν λόγω αγωγή. Για να το πω και διαφορετικά, κατά τους ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση, το πνεύμα διευθέτησης της αγωγής διαλάμβανε συμψηφισμό σε σχέση με τα έξοδα και στις δύο διαδικασίες, έστω κι αν αυτές είναι εντελώς ανεξάρτητες μεταξύ τους, διαφορετικής φύσεως και εν μέρει με διαφορετικούς διαδίκους και προπάντων, ενώ η μια - αγωγή - αποσύρθηκε, η άλλη - ειδοποίηση πτώχευσης - παραμερίστηκε από το Δικαστήριο μετά από ακροαματική διαδικασία, που είναι εντελώς διαφορετικό πράγμα, υπό την εξής έννοια, για ό,τι μας αφορά. Η αγωγή της εναγόμενης αποσύρθηκε στις 4.12.2009 ως πλήρως διευθετηθείσα και χωρίς έξοδα (βλ. το τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση του Ευαγόρα Αναστασίου) μετά τη διαταγή επανεκδίκασή της από το εφετείο, αφού προηγουμένως είχε απορριφθεί κατόπιν ακροάσεως, με έξοδα σε βάρος της εναγόμενης. Αφής στιγμής διατάχθηκε επανεκδίκαση της αγωγής, προφανώς έπαψε να ισχύει και η διαταγή σε σχέση με τα έξοδα στα οποία είχε καταδικαστεί η εναγόμενη, ως ενάγουσα στην αγωγή. Αντίθετα, η ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον της εναγόμενης παραμερίστηκε από το Δικαστήριο μετά από ακροαματική διαδικασία με έξοδα εναντίον των αιτητών - εναγόντων στην παρούσα υπόθεση, με διαταγή του ίδιου του Δικαστηρίου (βλ. τα τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης). Επομένως, αναφορικά με αυτή τη διαδικασία, εξ αντικειμένου δεν ετίθετο θέμα διευθέτησης σε σχέση, είτε με την ουσία της διαφοράς είτε με τα έξοδα της διαδικασίας. Μολονότι όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις και συμπεράσματά μου διαγράφουν την τύχη τόσο της αίτησης όσο και του προσωρινού διατάγματος, εντούτοις, χάριν πληρότητας της απόφασής μου και για το ενδεχόμενο που αυτή ήθελε κριθεί εσφαλμένη σε ανώτερο επίπεδο δικαστικού ελέγχου, ακολούθως θα υπεισέλθω και στις ουσιαστικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την υπό κρίση αίτηση έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας, σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου «Νaime S» (Αρ.2)
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα: "Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου θεωρώ αναγκαίο να παρατεθούν και τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων· με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Τέλος, με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση επισημαίνεται ότι αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης. Σύμφωνα τώρα με την Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ στην Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 788, υπενθυμίζεται ότι γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Με απλή αντιπαραβολή των εκατέρωθεν ισχυρισμών, όπως αυτοί εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης καθώς και στις δύο ένορκες δηλώσεις του Ευαγόρα Αναστασίου για τους ενάγοντες - αιτητές από τη μια και στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης από την άλλη, είναι σαφές ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, η περί αντιθέτου θέση της εναγόμενης δε με βρίσκει σύμφωνο. Αυτά σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση. Ωστόσο, θα συμφωνήσω με την εναγόμενη ότι η αγωγή των εναγόντων ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας έχει. Ακολουθεί το σκεπτικό: Στην αγωγή 2371/2001, ενάγουσα ήταν η εναγόμενη στην παρούσα υπόθεση και εναγόμενοι, οι Άριστος Αλεξάνδρου Ματθαίου, Μυριάνθης Αλεξάνδρου Ματθαίου, Τάκης Αναγιωτού και το Κοινοτικό Συμβούλιο Πελενδρίου. Οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή ήταν απλώς οι δικηγόροι των τριών πρώτων εναγόμενων σ' εκείνη τη διαδικασία. Όταν στις 7.9.2006 απορρίφθηκε η συγκεκριμένη αγωγή, η τότε ενάγουσα διατάχθηκε να πληρώσει και τα έξοδα της αγωγής στους εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 και όχι ασφαλώς στους δικηγόρους των εναγόμενων 1,2 και 3. Χωρίς να εξετάζω κατά πόσο οι ενάγοντες νομιμοποιούνταν να ζητήσουν προσωπικά την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον της εναγόμενης σε σχέση με τα έξοδα της αγωγής 2371/2001 τα οποία επιδικάστηκαν υπέρ των εναγόμενων- πελατών τους καθώς και του εναγόμενου 4 και όχι υπέρ των ιδίων, η ουσία είναι ότι η εν λόγω ειδοποίηση παραμερίστηκε από το Δικαστήριο μετά από ακροαματική διαδικασία, με έξοδα σε βάρος των αιτητών - εναγόντων στην παρούσα αγωγή. Ο ισχυρισμός των εναγόντων σύμφωνα με το περιεχόμενο των παραγράφων 12,13 και 14 της ένορκης δήλωσης του Ευαγόρα Αναστασίου γι' αυτούς, ότι πριν από τις 4.12.2009, οι διάδικοι στην αγωγή 2371/2001 κατέληξαν σε εξώδικη διευθέτησή της, η οποία προνοούσε απόσυρσή της από την ενάγουσα, χωρίς οποιαδήποτε μελλοντική απαίτηση των διαδίκων αναφορικά με τα έξοδα της αγωγής, ως επίσης και με τα έξοδα της ειδοποίησης πτώχευσης στα οποία είχαν καταδικαστεί οι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή είναι παράλογος και νομικά ατελέσφορος, γιατί πολύ απλά, κανένα Δικαστήριο θα μπορούσε να εκδώσει τέτοια απόφαση, αφού αυτή, καταρχήν, δε θα μπορούσε νομικά να εκτελεστεί, στο βαθμό που οι διάδικοι οι οποίοι κατέληξαν στη συγκεκριμένη διευθέτηση - απόφαση, εν μέρει ήταν διαφορετικοί από τους διάδικους στην ειδοποίηση πτώχευσης, που με τη σειρά της, νομικά, είναι μία εντελώς ξεχωριστή και διαφορετική διαδικασία απ' ό,τι η αγωγή. Ακολούθως είναι και το γεγονός ότι οι διάδικοι στην αγωγή ούτε και είχαν νομικά δικαίωμα να δημιουργούν και μάλιστα υπό μορφή δικαστικής απόφασης είτε δικαιώματα είτε υποχρεώσεις σε τρίτους, οι οποίοι, για να επαναλάβω, δεν ήταν καν διάδικοι στην αγωγή. Και επειδή ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες, εις επίρρωση όλων των παραπάνω ισχυρισμών του σε σχέση με το πνεύμα και το γράμμα του συμβιβασμού της αγωγής 2371/2001 επικαλείται συνεχώς τη Μαρία Ιακώβου, εκ των δικηγόρων της ενάγουσας στην ως άνω αγωγή, την οποία φέρει, όχι απλώς να συμφωνεί πλήρως μαζί του, αλλά να καταλογίζει και στην εναγόμενη ότι διά μέσω του συζύγου της αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις υποδείξεις της και να αποσύρει το ένταλμα κατάσχεσης κινητών που καταχώρησε εναντίον των εναγόντων, διαβεβαιώνοντας μάλιστα τον ενόρκως δηλούντα πως είναι έτοιμη να εμφανιστεί σ' οποιαδήποτε διαδικασία την οποία θα ακολουθούσε προς το σκοπό διόρθωσης του λάθους και/ή της αποκατάστασης της αλήθειας, το εύλογο ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: Αν υποτεθεί ότι η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης και η έκδοση του επίδικου διατάγματος εντάσσονται σ' αυτά τα πλαίσια, δεδομένης και της δραστικότητας του μέτρου που επέλεξαν οι ενάγοντες προς αποκατάσταση της αλήθειας και διόρθωσης του λάθους που όπως ισχυρίζονται έχει γίνει, δηλαδή να απευθυνθούν στο Δικαστήριο για έννομη προστασία των δικαιωμάτων τους μονομερώς, γιατί δεν κάλεσαν στο Δικαστήριο και την Μαρία Ιακώβου, για να προβεί και αυτή σε ένορκη δήλωση, στην οποία να αναφέρει σε συμφωνία μαζί τους, όσα της αποδίδονται να έχει πει ή έχει κάνει από τον ενόρκως δηλούντα; Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, με αναφορά στην Odysseos και πάλι, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Χωρίς να μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231) αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245) επί του προκειμένου διαπιστώνω τα ακόλουθα: Η επίδικη ειδοποίηση πτώχευσης παραμερίστηκε από το Δικαστήριο στις 31.3.2008 με έξοδα σε βάρος των αιτητών - εναγόντων στην παρούσα αγωγή, τα οποία, ως έχουν υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθεί από το Δικαστήριο ανέρχονται στο ποσό των €600,31 με τόκο προς 8% ετησίως επί του ποσού αυτού, από 30.10.2007 μέχρι εξοφλήσεως. Μαζί με τους τόκους μέχρι και τις 30.10.2012, δηλαδή μέχρι και σήμερα, το συνολικό ποσό εξόδων της υπό αναφορά διαδικασίας ανέρχεται στα €840,43. Αν ληφθεί υπόψη ότι οι ενάγοντες, στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης, εξασφάλισαν μονομερώς την έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της παραπάνω απόφασης, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση ακύρωσης του διατάγματος, είτε ακόμη, για τη ζημιά που θα υφίσταντο σε περίπτωση που το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης και εξέδωσε το διάταγμα, δεν το εξέδιδε. Έχω τη γνώμη, ότι, ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός του Ευαγόρα Αναστασίου της παραγράφου 26 της ένορκης του δήλωσης, σύμφωνα με τον οποίο, «Είναι δίκαιο και εύλογο και προς το σκοπό απονομής της δικαιοσύνης όπως εκδοθεί Διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης κάθ΄ ότι αν εκτελεστεί δεν θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη» δεν απαντά έστω κατ' ελάχιστο στο παραπάνω ερώτημα. Εκτός του ότι δεν έχω αντιληφθεί κατά ποια έννοια ή λογική δεν μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε περίπτωση που οι ενάγοντες καταβάλουν στην εναγόμενη το ποσό των €840,43 που δεν είναι και ιδιαίτερα σημαντικό είναι και το γεγονός ότι στην ένορκη δήλωση του Ευαγόρα Αναστασίου δεν περιέχεται ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση της εναγόμενης είναι τέτοια που θα στερήσει από τους ενάγοντες τη δυνατότητα να αποζημιωθούν από αυτή σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους. Αντίθετα, ο ισχυρισμός της εναγόμενης σύμφωνα με την παράγραφο 33 της ένορκής της δήλωσης, ότι, εάν επιτύχει η αγωγή των εναγόντων έχει τη δυνατότητα να τους επιστρέψει το παραπάνω ποσό παρέμεινε αναντίλεκτος. Έπεται ότι η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν ικανοποιείται. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, το διάταγμα ημερομηνίας 5.7.2012 ακυρώνεται, ενώ η σχετική αίτηση, ημερομηνίας 26.6.2012 απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και σε βάρος των εναγόντων. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - παραμερισμός απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο