MΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ κ.α. ν. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΕΜΕΣΟΥ, Αριθμός Αγωγής: 3284/2007, 19/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A121 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αριθμός Αγωγής: 3284/2007 Μεταξύ: MΑΚΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ, από τη Λευκωσία ΜΑΚΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, από τη Λευκωσία ΜΑΡΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ΔΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΕΜΕΣΟΥ Εναγόμενων ---------------------- Αίτηση ημερομηνίας 28.6.2012 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 19.11.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους-αιτητές: κ. Δ. Χριστοδούλου (για να ακούσει απόφαση κα Βαρνάβα) Για ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Χαρτσιώτης (για να ακούσει απόφαση κα Αρκάδη) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς τους, στον ουσιώδη χρόνο ασχολούνταν με την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων και/ή μελετών και την ετοιμασία των σχετικών σχεδίων και/ή εγγράφων για την ανέγερση κτιρίων και/ή επιδιόρθωση και/ή επέκταση υφιστάμενων κτιρίων. Αποτελεί θέση τους, ότι, κατά ή περί τον Οκτώβρη του 1996, κατόπιν συμφωνίας εξουσιοδοτήθηκαν και/ή διορίστηκαν από τους εναγόμενους να εκπονήσουν σχέδια και/ή μελέτες και/ή αρχιτεκτονικά σχέδια για την επισκευή και ενίσχυση του Ιερού Ναού Αγίας Νάπας και όπως επιβλέψουν τις σχετικές εργασίες μέχρι το στάδιο της διακοπής της μεταξύ τους συνεργασίας, έναντι αμοιβής. Σ' αυτά τα πλαίσια, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στους εναγόμενους και εξέδωσαν εννέα συνολικά τιμολόγια - αναφέρονται με λεπτομέρειες - για το συνολικό ποσό των £19.919,55, πλέον £1.593,56 Φ.Π.Α. Επειδή, παρά τις συνεχείς οχλήσεις τους προς τους εναγόμενους, αυτοί αμέλησαν και/ή αρνήθηκαν να τους καταβάλουν τα παραπάνω ποσά καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, με την οποία ζητούν την έκδοση σχετικής απόφασης εναντίον των εναγόμενων. Οι εναγόμενοι, με την παράγραφο 1 της υπεράσπισής τους, μεταξύ άλλων εγείρουν προδικαστική ένσταση, με την οποία ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες εμποδίζονται από του να εγείρουν την παρούσα αγωγή και/ή να προχωρήσουν τη διαδικασία, λόγω των πράξεών τους και/ή της εν γένει συμπεριφοράς τους. Με τις παραγράφους 2 μέχρι 6, βασικά αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων που συνθέτουν την έκθεση απαίτησης. Επειδή, όπως θα διαφανεί αργότερα, έχει σημασία, το περιεχόμενο των παραγράφων 7, 8 και 9 της υπεράσπισης παρατίθεται αυτούσιο: «
- Τα ισχυριζόμενα τιμολόγια είναι άγνωστα έγγραφα για τους Εναγόμενους και άνευ βλάβης αυτού του ισχυρισμού οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αν υπάρχουν τέτοια έγγραφα αυτά ετοιμάστηκαν παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή μεταχρονολογημένα από τους Ενάγοντες χωρίς το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο και τα οποία οι Εναγόμενοι ουδέποτε υπόγραψαν και/ή παρέλαβαν και/ή απεδέχθησαν και/ή έλαβαν γνώση του περιεχομένου αυτών. Τα ίδια γεγονότα απετέλεσαν αντικείμενο παλαιότερης αγωγής την οποία οι Ενάγοντες απέσυραν.
- Είναι ισχυρισμός των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε συνεβλήθησαν νόμιμα μετά των Εναγομένων ώστε να αναλάβουν τον σχεδιασμό και επίβλεψη του συγκεκριμένου έργου.
- Άνευ βλάβης των πιο πάνω ισχυρισμών οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα αξιούμενα ποσά είναι υπέρογκα και/ή υπερβολικά και σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούνται ούτε σε πραγματικό ούτε σε νομικό επίπεδο.» Με την υπό κρίση αίτηση, οι εναγόμενοι ζητούν διάταγμα το οποίο να επιτρέπει την τροποποίηση της υπεράσπισής τους, ως ακολούθως: «(α) Δια της τροποποίησης του τίτλου της Έκθεσης Υπεράσπισης και ειδικότερα δια της προσθήκης των λέξεων 'και Ανταπαίτηση', ήτοι 'Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση'. (β) δια της προσθέσεως νέας παραγράφου υπό τον αριθμό 10 η οποία να αναφέρει: Άνευ βλάβης των πιο πάνω ισχυρισμών οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι όποιες ενέργειες έλαβαν χώρα εκ μέρους των Εναγόντων και οι όποιες εργασίες εκτελέστηκαν υπ' αυτών ήταν αυθαίρετες και λανθασμένες και αποτέλεσμα κακού και/ή λανθασμένου και/ή πρόχειρου υπολογισμού της χρονικής περιόδου και του κόστους που απαιτείτο για την διόρθωση/αποκατάσταση των ζημιών οι οποίες προκλήθηκαν στον Ιερό Ναό της Αγίας Νάπας στη Λεμεσό συνεπεία της σεισμικής δόνησης του Οκτωβρίου του
- Οι ενέργειες και/ή παραλείψεις τους αυτές είχαν ως αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να προβούν σε πρόσθετα έξοδα και να ζημιωθούν με το αντίστοιχο ποσό, αλλά και να απολέσουν τη δεδομένη, χορηγούμενη τότε, Κρατική Βοήθεια την οποίαν θα εξασφάλιζαν για κάλυψη των ζημιών που προκλήθηκαν στον αναφερόμενο ναό εξαιτίας της σεισμικής δόνησης του Οκτωβρίου του
- Οι όλες ενέργειες και/ή παραλείψεις των Εναγόντων ήταν ατελείς και/ή αμελείς και/ή βεβιασμένες και/ή χωρίς την κατάλληλη προηγούμενη καταβολή οποιονδήποτε ενδελεχών και/ή ικανοποιητικών εξετάσεων και/ή μελέτης όλων των δεδομένων και παραγόντων και/ή ενάντια στα νόμιμα και επαγγελματικά τους καθήκοντα. Είναι δε, περαιτέρω η θέση των Εναγομένων ότι αν ήθελε αποδειχθεί ότι οι Ενάγοντες εκτέλεσαν τις ισχυριζόμενες και/ή οποιεσδήποτε άλλες εργασίες κατόπιν οδηγιών των Εναγομένων, γεγονός που εν πάση περιπτώσει αρνούνται, αυτές αφορούσαν εργασίες επιδιόρθωσης/αποκατάστασης ζημιών που προκλήθηκαν στον Ιερό Ναό Αγίας Νάπας στη Λεμεσό, συνεπείς της σεισμικής δόνησης του Οκτωβρίου του έτους
- Αποτέλεσμα των όλων ενεργειών ήταν οι Ενάγοντες να υποστούν ζημιές, πρόσθετα έξοδα και επιβαρύνσεις ως κατωτέρω αναφέρεται. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΚΑΙ/Η ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΕΚ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ ΑΠΟΡΡΕΟΝΤΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ.
- Αμελώς και/ή απρόσεκτα και/ή κατόπιν λανθασμένων και/ή πρόχειρων υπολογισμών οι Ενάγοντες εκτίμησαν κατά ή περί το Μάιο του έτους 1998 το κόστος αποκατάστασης των ζημιών της Εκκλησίας της Αγίας Νάπας που προκλήθηκαν από την σεισμική δόνηση του Οκτωβρίου του έτους 1996 στα €251.164,41 (Λ.Κ. 147.000) με αποτέλεσμα η Υπηρεσία Αποκατάστασης Ζημιών (στο εξής αναφερόμενη ως 'Υ.Α.Ζ.') να εγκρίνει βοήθεια ύψους €191.910.11 (Λ.Κ. 104.000 συν 8% Φ.Π.Α ).
- Αμελώς και/ή απρόσεκτα και/ή κατόπιν λανθασμένων και/ή πρόχειρων υπολογισμών οι Ενάγοντες επανήλθαν κατά ή περί τις 05/03/1998 με νέα εκτίμηση προς την Υ.Α.Ζ. διαφοροποιώντας την αρχική τους εκτίμηση/γνωμάτευση εκτιμώντας αυτή την φορά ότι το κόστος ανερχόταν στα €484.730,22 (Λ.Κ. 283.700).
- Αμελώς και/ή απρόσεκτα και/ή κατόπιν λανθασμένων και/ή πρόχειρων υπολογισμών κατά ή περί τις 20/05/1998 οι Ενάγοντες προέβησαν σε νέα τρίτη κατά σειρά εκτίμηση του κόστους αποκατάστασης ζημιών καταλήγοντας ότι το κόστος αυτό ανερχόταν στα €599.573,87 (Λ.Κ. 350.915).
- Αποτέλεσμα των πιο πάνω επανειλημμένων αμελών και/ή λανθασμένων και/ή αντιεπαγγελματικών ενεργειών των Εναγόντων ήταν ότι η Υ.Α.Ζ. κατά ή περί τον Ιούλιο του 1998 διέκοψε τη βέβαιη και πλήρη χρηματοδότηση του εν λόγω έργου στην οποίαν αυτή θα προέβαινε ως προέβηκε σε όλες τις Εκκλησίες οι οποίες είχαν υποστεί οποιεσδήποτε ζημιές συνεπεία της σεισμικής δόνησης του Οκτωβρίου του έτους
- Ενώ γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι το τελικό κόστος του έργου θα ήταν κατά πολύ αυξημένο από το αρχικά εκτιμηθέν εντούτοις λανθασμένα και/ή επιπόλαια εκτίμησαν αρχικά αυτό πολύ χαμηλότερα με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να απολέσουν την οικονομική βοήθεια της Υ.Α.Ζ. η οποία αν εξασφαλιζόταν δεν θα αναγκάζονταν να καταβάλουν το οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό προς αποκατάσταση των προκληθέντων ζημιών εκ της σεισμικής δόνησης του Οκτωβρίου του έτους
- Εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς των Εναγόντων οι Εναγόμενοι αναγκάστηκαν να καταβάλουν οι ίδιοι τα τελικώς υπέρογκα ποσά τα οποία ήταν αναγκαία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Εναγόντων, για την πλήρη και τελεία αποκατάσταση των ζημιών που η Εκκλησία της Αγίας Νάπας υπέστη συνεπεία της σεισμικής δόνησης του Οκτωβρίου του έτους
- Εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς των Εναγόντων οι Εναγόμενοι αναγκάστηκαν να καταβάλουν στους εργολάβους του έργου, κ.κ. Γεώργιος Σ. Βιολάρης & Υιοί Λτδ, το ποσό των €601.259,56 (Λ.Κ. 351.901,59) πλέον Φ.Π.Α. 8%, ήτοι το συνολικό ποσό των €649.360,33 κατά την Α' φάση των εργασιών αποκατάστασης των ζημιών, ποσό το οποίο θα κατέβαλε και/ή θα κάλυπτε καθ' ολοκληρία η Υ.Α.Ζ. νοουμένου ότι οι Ενάγοντες εγκαίρως και/ή εν πάση περιπτώσει εντός εύλογου χρόνου, λαμβάνοντας υπόψη και/ή μελετώντας με κάθε δυνατή επιμέλεια και προσοχή όλα τα δεδομένα και συνεκτιμώντας ορθά όλους τους παράγοντες, θα κατέληγαν στην ορθή εκτίμηση του κόστους αποκατάστασης των ζημιών.
- Εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς των Εναγόντων οι Εναγόμενοι αναγκάστηκαν να καταβάλουν για τις ηλεκτρολογικές εργασίες το συνολικό ποσό των €36.905,79 (Λ.Κ. 20.000 πλέον 8% Φ.Π.Α.) κατά την Α' φάση των εργασιών αποκατάστασης, ποσό το οποίο θα κατέβαλε καθ' ολοκληρία η Υ.Α.Ζ. νοουμένου ότι οι Ενάγοντες εγκαίρως και/ή εν πάση περιπτώσει εντός εύλογου χρόνου, λαμβάνοντας υπόψη και/ή μελετώντας με κάθε δυνατή επιμέλεια και προσοχή όλα τα δεδομένα και συνεκτιμώντας ορθά όλους τους παράγοντες, θα κατέληγαν στην ορθή εκτίμηση του κόστους αποκατάστασης των ζημιών.
- Εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς των Εναγόντων οι Εναγόμενοι αναγκάστηκαν να καταβάλουν για τις μηχανολογικές εργασίες το συνολικό ποσό των €9.816,94 (Λ.Κ. 5.320 πλέον Φ.Π.Α.) κατά την Α' φάση των εργασιών αποκατάστασης, ποσό το οποίο θα κατέβαλε καθ' ολοκληρία η Υ.Α.Ζ. νοουμένου ότι οι Ενάγοντες εγκαίρως και/ή εν πάση περιπτώσει εντός εύλογου χρόνου, λαμβάνοντας υπόψη και/ή μελετώντας με κάθε δυνατή επιμέλεια και προσοχή όλα τα δεδομένα και συνεκτιμώντας ορθά όλους τους παράγοντες, θα κατέληγαν στην ορθή εκτίμηση του κόστους αποκατάστασης των ζημιών.
- Εξαιτίας της αμελούς συμπεριφοράς των Εναγόντων οι Εναγόμενοι αναγκάστηκαν να καλέσουν ομάδα καθηγητών εξ Ελλάδος για να ελέγξουν τις εκτελεσθείσες εργασίες υπό των Εναγόντων (εργασίες αποκατάστασης των ζημιών συνεπεία της σεισμικής δόνησης του Οκτωβρίου του έτους 1996) η οποία κόστισε στους Εναγόμενους €7.688,70 (Λ.Κ. 4.500).
- Συνολικά η προαναφερόμενη Α' φάση κόστισε στους Εναγόμενους ποσό της τάξεως των €703.771,76 (Λ.Κ. 411.899,31), ποσό το οποίο εάν οι Ενάγοντες, στα πλαίσια των προαναφερόμενων υπηρεσιών τους, εξ αρχής ανέφεραν στους Εναγόμενους ότι αυτό ήταν το κόστος της Α' φάσης του έργου οι Εναγόμενοι θα εξασφάλιζαν και/ή διατηρούσαν την οικονομική βοήθεια της Υ.Α.Ζ. και κανένα ποσό δεν θα κατέβαλλαν οι ίδιοι, αφού το ποσό αυτό θα καταβαλλόταν καθ' ολοκληρία από την Υ.Α.Ζ.
- Με την αποπεράτωση της Α' φάσης των εργασιών αποκατάστασης των ζημιών συνεπεία της σεισμικής δόνησης του Οκτωβρίου του έτους 1996 παρέμενε σε εκκρεμότητα, η επιδιόρθωση στα καμπαναριά, εργασία που αποτέλεσε την Β' φάση των εργασιών αποκατάστασης των ζημιών, τα οποία είχαν υποστεί μεγάλη ζημιά η οποία κόστισε στους Εναγόμενους συνολικά το ποσό των €330.092,40 (Λ.Κ. 193,194,50). Το ποσό αυτό συμπεριελάμβανε την αμοιβή των εργολάβων, κ.κ. Γ. Βιολάρης & Υιοί Λτδ, η οποία ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €324.325,87 (Λ.Κ. 189.819,50 συμπ. Φ.Π.Α.) την αμοιβή συμβούλων ήτοι Μηχανικού η οποία ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €2.819,23 (Λ.Κ.1.650 συμπ. Φ.Π.Α.) και του επιμετρητή η οποία ανερχόταν στο συνολικό ποσό των €2.947,33 (Λ.Κ.1.725 συμπ. Φ.Π.Α.)
- Κατά τη διάρκεια και των δύο φάσεων των εργασιών αποκατάστασης οι Ενάγοντες πληρώθηκαν διάφορα ποσά αναφορικά με το έργο τα οποία συνολικά συμποσούνται στο ποσό των €28.873,95 (Λ.Κ 16.899,17), ποσά τα οποία θα έπαιρναν από την Υ.Α.Ζ. νοουμένου ότι οι ίδιοι θα προέβαιναν σε ορθή εκτίμηση του κόστους αποκατάστασης των ζημιών και οι Εναγόμενοι θα διατηρούσαν την οικονομική της βοήθεια.
- Οι Εναγόμενοι, εξαιτίας της προαναφερόμενης αμελούς συμπεριφοράς των Εναγόντων αναγκάστηκαν να ζητήσουν τη βοήθεια συγκεκριμένου επιθεωρητή για να παρακολουθεί και/ή ελέγχει την εξέλιξη όλων των εργασιών ο οποίος κόστισε στους Εναγόμενους το συνολικό ποσό των €3.075.49 (Λ.Κ.1800). Οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να προσκομίσουν όλα τα απαραίτητα τιμολόγια και τις αποδείξεις και/ή λοιπά σχετικά έγγραφα, και/ή να παρουσιάσουν κατάλληλη μαρτυρία, για όλα τα προαναφερόμενα ποσά, κατά τη δικάσιμο, προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
- Γενικώς ήταν αμελείς και/ή ενήργησαν αντιδεοντολογικά και/ή όχι ως επαγγελματίες. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΞΟΔΩΝ ΚΑΙ/Η ΠΡΟΣΘΕΤΩΝ ΕΞΟΔΩΝ ΚΑΙ/Η ΖΗΜΙΩΝ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Ανάλυση Συνολικού Κόστους Α' φάσης: -Κόστος εργασιών που πληρώθηκαν στους εργολάβους του έργου, κ.κ. Γεώργιος Σ. Βιολάρης & Υιοι Λτδ => €649.360,33 -Κόστος μηχανολογικών εργασιών => €36.905,79 -Κόστος μηχανολογικών εργασιών => €9.816,94 -Κόστος ομάδας καθηγητών από Ελλάδα => €7.688,70 Συνολικό Κόστος Α' φάσης: €703.771,76 Ανάλυση Συνολικού Κόστους Β' φάσης: -Επιδιόρθωση στα καμπαναριά => €330.092,40 Συνολικό Κόστος Β' φάσης: €330.092,40 Συνολικό κόστος Α' και Β' φάσης: €1.033.864,10 Ποσά που πληρώθηκαν οι Ενάγοντες καθ' όλη τη διάρκεια και των δύο φάσεων => €28.873,95 Αποζημίωση και/ή κάλυψη που έλαβαν οι Εναγόμενοι από την Υ.Α.Ζ. (ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αμέλειας υπό
(1)) => €191.910,11 Συνολικό κόστος Α' και Β' φάσης και ποσών που έλαβαν οι Ενάγοντες πλην αποζημίωση, που αντιπροσωπεύει το καταβληθέν ποσό υπό των Εναγομένων για την αποκατάσταση των ζημιών στον αναφερόμενο ναό ως αποτέλεσμα της αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του Νόμου και/ή κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων των Εναγόντων ως ανωτέρω αναφέρεται, ποσό το οποίο οι Ενάγοντες ανταπαιτούν=> €870.827,90 (γ) δια της επαναρίθμησης της παλαιάς παραγράφου 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης η οποία να φέρει πλέον τον αριθμό
- (β) δια της προσθέσεως μετά την παράγραφο 11 (η οποία προ της παρούσας αίτησης έφερε τον αριθμό 10) της Έκθεσης Υπεράσπισης των ακόλουθων: ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ
- Οι Εναγόμενοι επαναλαμβάνουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς και με βάση της παράγραφο 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης ανταπαιτούν υπό των Εναγόντων: (Α) Απόφαση για το ποσό των €870.827,90, ως ανωτέρω αυτό αναλύεται. (Β) Αποζημιώσεις για την ταλαιπωρία και τα έξοδα τα οποία υπέστησαν οι Εναγόμενοι συνεπεία των λανθασμένων υπολογισμών της χρονικής περιόδου και του κόστους αποκατάστασης των ζημιών στον Ιερό Ναό Αγίας Νάπας στη Λεμεσό συνεπεία της σεισμικής δόνησης του Οκτωβρίου του έτους 1996 εκ μέρους των Εναγόντων. (Γ) Έξοδα και Φ.Π.Α.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25, Θ.Θ. 1 μέχρι 4, Δ.48 Θ.Θ. 1 μέχρι 4 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Πάρη Αχιλλέως, μέλους της εκκλησιαστικής επιτροπής των εναγόμενων, ημερομηνίας, 28.6.
- Οι ενάγοντες, στις 18.10.2012 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, επικαλούμενοι τους εξής λόγους: «
- Με την επιδιωκόμενη Αίτηση επιχειρείται η ριζική μετατροπή της φύσης της Υπεράσπισης παράλληλα με την καταχώρηση ανταπαίτησης.
- Οι Εναγόμενοι προέβηκαν στην παρούσα Αίτηση με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος που να δικαιολογεί αυτή την υπέρμετρη καθυστέρηση, αφού μεταξύ άλλων το αίτημα υποβάλλεται 5 χρόνια μετά την καταχώρηση της Αγωγής.
- Οι Αιτούμενες τροποποιήσεις θα προκαλέσουν μεγάλη αδικία και ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με έκδοση διαταγής για έξοδα υπέρ των Εναγόντων/Καθ' ων η αίτηση, αφού τυχόν έγκριση του αιτήματος θα επιτρέψει στους Εναγόμενους/Αιτητές να ισχυριστούν και/ή να προβάλουν νέα υπεράσπιση και ανταπαίτηση.
- Τυχόν έγκριση του αιτήματος τροποποίησης δεν θα επιφέρει την εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων, ούτε τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς αλλά αντίθετα θα περιπλέξει τη διαδικασία και θα δράσει αντίθετα προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.
- Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και γίνεται κακόπιστα (mala fide), κατά παράβαση και καθ' υπέρβαση των λόγων για τους οποίους ο Νομοθέτης τάσσει στην παρούσα διαδικασία και/ή αποσκοπεί στον αιφνιδιασμό των Εναγόντων/ Καθ' ων η αίτηση.
- Η παρούσα αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ανεπαρκή νομική και πραγματική βάση και το αίτημα για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι ουσιαστικά αβάσιμο και νομικά αστήρικτο.
- Με την παρούσα Αίτηση δεν αποκαλύπτονται οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και δεν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Οι Εναγόμενοι/Αιτητές υποβάλλουν την παρούσα αίτηση με πλήρη περιφρόνηση των δικαιωμάτων των Εναγόντων/Καθ' ων η αίτηση για ταχεία εκδίκαση της υπόθεσής του.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19, Δ.25, Θ.Θ.1 μέχρι 5, Δ.48, Θ.Θ.1 μέχρι 4 και 8, στο Άρθρο 30
(3)του Συντάγματος, στην πρακτική, διακριτική ευχέρεια και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου και τέλος στη νομολογία. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του ενάγοντα 3 - Μάριου Μιχαηλίδη, ημερομηνίας 18.10.2012. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Οι αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων εκτίθενται σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Clive Preece κ.ά. και Νάσως Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση Αρ.271/2008, ημερομηνίας 16.12.2011 επισημαίνονται τα εξής: «Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, Διαταγή 25 καν. 1, παρέχουν δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων. Η επί τούτου απόφαση, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση καθιερωμένων κριτηρίων. Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλων ν. A.G. Levendis και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής, «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Ομοίως και στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4.5.2012, από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις που έχουν ως νομικό υπόβαθρο τις πρόνοιες του κ. 1 της Δ.25[1], όπως είναι η παρούσα περίπτωση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων[2]. Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Και λίγο παρακάτω: «Δεν έχει διαφύγει της προσοχής μας ότι ο λόγος καθυστέρησης από μόνος του δεν συνιστά κατ' ανάγκη αιτία για απόρριψη αίτησης για τροποποίηση, ούτε και ότι το γεγονός της καθυστέρησης δεν εξισούται κατ' ανάγκη με κακοπιστία. Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός και συνιστά έναν από τους πολλούς παράγοντες που το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, συνεκτιμάται δε σαν λογική απόρροια του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (Astor Manufacturing (πιο πάνω) και Clive Preece (πιο πάνω))». Παραπέμπω τέλος και στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χρίστου Χαρίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 50/2010, ημερομηνίας 11.5.2011, σύμφωνα με την οποία: «Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, επιβεβαιώθηκε κατ΄αρχάς η λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση εκείνη, η αγωγή είχε καταχωρηθεί κατά το 1986 ενώ το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης υποβλήθηκε κοντά το 1998, δηλαδή περί τα 12 χρόνια αργότερα και ενώ η ακρόαση είχε προηγουμένως αρχίσει και διεξαχθεί μερικώς δύο φορές αλλά διατάχθηκε η εξ υπαρχής ακρόαση λόγω διορισμού των εκδικαζόντων Προέδρων ως δικαστών του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές υπεισέρχομαι στην ουσία της αίτησης, υπό το φως και των προβαλλόμενων λόγων ένστασης. Ο 1ος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις που κατά μία βάση είναι άμεσα σχετικές με την υφιστάμενη υπεράσπιση των εναγόμενων επιδιώκεται από αυτούς διεύρυνση της υπεράσπισης, με την προσθήκη ανταπαίτησης εναντίον των εναγόντων, η οποία επίσης σχετίζεται άμεσα, τόσο με την έκθεση απαίτησης όσο και με την υφιστάμενη υπεράσπιση. Ειδικότερα: Ενώ είναι γεγονός, ότι οι εναγόμενοι, με τις παραγράφους 2 μέχρι 8 της υπεράσπισης αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης που θεμελιώνουν τη σχετική - εναντίον τους αξίωση, με την παράγραφο 9 της υπεράσπισης προβάλλουν το διαζευκτικό ισχυρισμό ότι τα ποσά που αξιώνουν οι ενάγοντες από αυτούς είναι υπέρογκα και/ή υπερβολικά και σε καμιά περίπτωση δε δικαιολογούνται ούτε σε πραγματικό μα ούτε και σε νομικό επίπεδο. Είναι σαφές, ότι σε περίπτωση που οι εναγόμενοι ακολουθήσουν - ως έχουν το δικαίωμα - αυτή τη γραμμή υπεράσπισης κατά τη δίκη, ουσιαστικά αποδέχονται το βασικό ισχυρισμό των εναγόντων, ότι τους προσέφεραν τις διάφορες υπηρεσίες που αναφέρονται από αυτούς στην έκθεση απαίτησης, με τη διαφορά ότι αποτελεί θέση τους ότι τις εκτέλεσαν αμελώς και/ή κατά παράβαση των νομικών καθηκόντων τους, με αποτέλεσμα να υποστούν διάφορες ζημιές, οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €870.827,90, το οποίο, σε περίπτωση που εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση, θα αξιώσουν από τους ενάγοντες ανταπαιτητικώς. Θα έλεγα ότι η φύση των αιτούμενων τροποποιήσεων καθώς και η συνάρτησή τους με την ουσία της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, όπως αυτή οριοθετείται με τα υφιστάμενα δικόγραφα είναι τέτοια, σε βαθμό που οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι επιβεβλημένες και για σκοπούς αποτροπής της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών (βλ. την Παπαχρυσοστόμου, ανωτέρω). Ο 2ος λόγος ένστασης, θα πρέπει να ιδωθεί σε συνάρτηση με διάφορους παράγοντες και όχι έτσι απλά όπως τίθεται από τους ενάγοντες, δηλαδή, με απλό υπολογισμό του χρόνου που μεσολάβησε, από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Μια πρώτη παρατήρηση είναι η εξής: Εάν επιβάλλεται να απορρίψω την αίτηση, με μόνο λόγω ότι καταχωρήθηκε 5 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής, τότε ποια θα πρέπει να είναι η τύχη της αγωγής, η οποία καταχωρήθηκε 8 και πλέον χρόνια μετά τη συμπλήρωση του ουσιώδους χρόνου, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των ίδιων των εναγόντων; Έπειτα, οι ενάγοντες που ζητούν την απόρριψη της αίτησης για το συγκεκριμένο λόγο, γιατί ενώ η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και ζητήθηκε αναβολή από τους εναγόμενους για να καταχωρήσουν αίτηση τροποποίησης, συγκατάνευσαν στο σχετικό αίτημα και δεν έφεραν ένσταση, ζητώντας την άμεση έναρξη της δίκης; Tα όσα ακολουθούν, όχι μόνο επιβεβαιώνουν το παραπάνω γεγονός, αλλά, αποκαλύπτουν κιόλας, ότι, οι ενάγοντες, με τη συμπεριφορά τους δεν είναι άμοιροι ευθυνών, για το γεγονός ότι η παρούσα αγωγή ακόμη να εκδικαστεί. Ειδικότερα: Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 31.5.
- Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 14.11.2007, ενώ την ίδια μέρα, οι ενάγοντες, εκτός από απάντηση στην υπεράσπιση καταχώρησαν και αίτηση ορισμού. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της σχετικής αίτησης όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 17.12.2007, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε για ακρόαση στις 5.6.
- Την ημέρα αυτή, μετά από αίτημα της δικηγόρου των εναγόντων - η οποία ανάφερε ότι η υπόθεση συνδέεται με άλλες 16 υποθέσεις -, το Δικαστήριο, συναινούσης και της δικηγόρου που εμφανίστηκε για τους εναγόμενους ανέβαλε την υπόθεση, ορίζοντάς την για οδηγίες στις 11.6.2008, ημερομηνία κατά την οποία, μετά από νέο αίτημα των εναγόντων την όρισε ξανά για οδηγίες στις 17.9.2008, για τον ίδιο λόγο. Την ημέρα αυτή, η υπόθεση ορίστηκε ξανά για οδηγίες στις 27.11.2008, για τον ίδιο πάντοτε λόγο, ημερομηνία κατά την οποία, μετά από δήλωση των δικηγόρων και των δυο πλευρών ότι κατέληξαν σε προκαταρκτικό συμβιβασμό, ορίστηκε διαδοχικά για προγραμματισμό, στις 28.1., 19.2., 10.3., 8.
- και 19.6.
- Στις 19.6.2009 η δικηγόρος που εμφανίστηκε για τους ενάγοντες, αφού πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση βρισκόταν σε συνεχιζόμενη ακρόαση στη Λευκωσία, ακολούθως παρακάλεσε όπως οριστεί για οδηγίες η αγωγή το Σεπτέμβρη. Το Δικαστήριο θεωρώντας ότι είχε εξαντλήσει όλα τα περιθώρια για σκοπούς διευθέτησης της υπόθεσης, την όρισε για ακρόαση στις 27.1.2010, ημερομηνία κατά την οποία, για λόγους που αφορούσαν το Δικαστήριο αναβλήθηκε και επαναορίστηκε για ακρόαση στις 15.9.
- Τόσο την ημέρα αυτή όσο και στις 31.1.2011, η ακρόαση αναβλήθηκε λόγω προβλήματος υγείας του δικηγόρου των εναγόντων. Στις 13.5.2011 υποβλήθηκε από κοινού, νέο αίτημα αναβολής της ακρόασης, με το αιτιολογικό ότι η παρούσα υπόθεση συνδέεται με αριθμό άλλων υποθέσεων που αφορούσαν τους ίδιους διαδίκους, οι οποίοι προγραμμάτισαν σχετική συνάντηση για τα μέσα του μηνός. Το Δικαστήριο έγκρινε το σχετικό αίτημα, οπότε ανέβαλε την υπόθεση, την οποία όρισε ξανά για ακρόαση στις 21.6.2011, ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε και πάλι, λόγω προβλήματος υγείας του δικηγόρου των εναγόντων οπότε και ορίστηκε ξανά για ακρόαση στις 18.10.
- Την ημέρα αυτή υποβλήθηκε από κοινού αίτημα αναβολής για σκοπούς διευθέτησης της παρούσας υπόθεσης και άλλων 16 υποθέσεων. Το αίτημα για μια φορά ακόμη έγινε αποδεκτό, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε και επαναορίστηκε για ακρόαση την 1η
- 2011, ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε για τέταρτη φορά, λόγω προβλήματος υγείας του δικηγόρου των εναγόντων. Στις 9.1.2012 που ορίστηκε ξανά για ακρόαση, αναβλήθηκε για την 1η.2.2012 για τον ίδιο λόγο. Ούτε και την ημέρα αυτή έμελλε να αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης, αφού, υποβλήθηκε από κοινού νέο αίτημα αναβολής, λόγω επίτευξης προκαταρκτικού συμβιβασμού, όπως αναφέρθηκε στο Δικαστήριο, το οποίο αποδέχτηκε το σχετικό αίτημα και όρισε την υπόθεση για οδηγίες διαδοχικά, στις 28.
- και στις 12.3.2012, ημερομηνία κατά την οποία και οι δύο δικηγόροι που εμφανίστηκαν περιορίστηκαν να ζητήσουν ημερομηνία για ακρόαση. Το αίτημα έγινε αποδεκτό και η υπόθεση, για μια φορά ακόμη ορίστηκε για ακρόαση. Αυτή τη φορά, για τις 27.3.
- Την ημέρα αυτή ζητήθηκε αναβολή από τη δικηγόρο των εναγόμενων, επειδή, όπως λέχθηκε, «.θα προχωρήσουν σε τροποποίηση.» Η δικηγόρος που εμφανίστηκε για τους ενάγοντες δεν έφερε ένσταση στο αίτημα, παρά μόνο ζήτησε - και πήρε - τα έξοδα της ημέρας. Το Δικαστήριο αποδέχτηκε το αίτημα οπότε και όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 7.5.
- Παραδόξως, στις 7.5.2012 ζητήθηκε από κοινού αυτή τη φορά, νέα ημερομηνία για οδηγίες, για τον ίδιο λόγο. Συγκεκριμένα, για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης. Το αίτημα έγινε αποδεκτό και η αγωγή ορίστηκε ξανά για οδηγίες στις 31.5.
- Αίτηση τροποποίησης δεν καταχωρήθηκε μέχρι τότε, παρά μόνο ζητήθηκε από κοινού και πάλι, νέα ημερομηνία για οδηγίες, για διαφορετικό - πλην όμως, όχι πρωτάκουστο - λόγο. Για σκοπούς διευθέτησης! Το αίτημα έγινε αποδεκτό, ωστόσο, η αγωγή επαναορίστηκε για ακρόαση στις 12.9.
- Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 28.6.
- Το ιστορικό της υπόθεσης, ως ανωτέρω, θεωρώ πως αιτιολογεί πλήρως το συμπέρασμά μου ότι οι ενάγοντες, δε νομιμοποιούνται να επικαλούνται τον παράγοντα καθυστέρηση - που σίγουρα υπάρχει - ως αυτοτελή λόγο απόρριψης της αίτησης. Aπ' εκεί και πέρα ούτε και είναι ορθό ότι οι εναγόμενοι δεν έδωσαν οποιοδήποτε βάσιμο λόγο που να δικαιολογεί τη σημειωθείσα καθυστέρηση. Τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλών γι' αυτούς στις παραγράφους 3, 4 και 5 της ένορκής του δήλωσης, μπορεί να μη συνιστούν επαρκή δικαιολογία, ωστόσο, σε καμιά περίπτωση μπορεί βάσιμα να γίνεται λόγος για καθόλου δικαιολογία. Ούτε και μπορεί να παραγνωρίζεται από τους ενάγοντες, πόσες φορές αναβλήθηκε η εκδίκαση της υπόθεσης, κατόπιν κοινού αιτήματος αναβολής για σκοπούς διευθέτησης. Ακόμη και στις 31.5.2012 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες, προκειμένου να καταχωρείτο μέχρι τότε η αίτηση τροποποίησης των εναγόμενων, αντ' αυτού υποβλήθηκε από κοινού, νέο αίτημα αναβολής, για σκοπούς διευθέτησης. Εν πάση περιπτώσει, όση αμέλεια και/ή καθυστέρηση και να επέδειξαν οι εναγόμενοι, συναφώς με το χρόνο που επέλεξαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση, καθώς ήδη έχει αναφερθεί με αναφορά σε νομολογία (βλ. τις Χριστοδούλου, Federal Bank of Lebanon, Χαρίδη, Ρωσσίδου, Παπαχρυσοστόμου και Clive Preece, ανωτέρω) η σύγχρονη τάση της νομολογίας είναι να επιτρέπονται οι τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη κι αν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δε θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα και ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Και ενώ οι λόγοι για τους οποίους θεωρώ την παρούσα υπόθεση κατάλληλη για τροποποίηση έχουν ήδη αναφερθεί, δεν έχω αντιληφθεί κατά ποία έννοια ή λογική οι ενάγοντες θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά, βλάβη ή αδικία σε περίπτωση που επιτρέψω τις αιτούμενες τροποποιήσεις, που να μην μπορεί μάλιστα να αποζημιωθεί με χρήμα. Αυτή μου η διαπίστωση απαντά και στον 3ο λόγο ένστασης, τον οποίο επίσης θεωρώ εντελώς αβάσιμο και ατεκμηρίωτο. Ως εντελώς αβάσιμος και ατεκμηρίωτος απορρίπτεται και ο 4ος λόγος ένστασης. Σε αντίθεση με ό,τι επικαλούνται οι ενάγοντες με το συγκεκριμένο λόγο ένστασης, για λόγους που βασικά έχω αναφέρει κατά την εξέταση του 1ου λόγου ένστασης αποτελεί θέση μου, ότι με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις, θα καταστεί δυνατή η εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων, προσδιορίζεται πλήρως και με απόλυτη σαφήνεια και καθαρότητα η ουσία των μεταξύ τους διαφορών και τέλος, κάθε άλλο παρά περιπλέκεται η διαδικασία. Επομένως, το καλώς νοούμενο συμφέρον της δικαιοσύνης επιτάσσει την έγκριση της αίτησης, αφού σε τέτοια περίπτωση αποτρέπεται και η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών. Ούτε και μου διαφεύγει ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει. Ως εντελώς αβάσιμος και ατεκμηρίωτος απορρίπτεται και ο 5ος λόγος ένστασης. Το ίδιο ισχύει και για τον 6ο λόγο καθώς και για τους 7ο και 8ο λόγους ένστασης, οι οποίοι εν μέρει περικλείονται σε άλλους λόγους ένστασης που εν πάση περιπτώσει έχουν ήδη απαντηθεί. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης, ως η αίτηση. Η τροποποιημένη υπεράσπιση καθώς και η ανταπαίτηση να καταχωρηθούν εντός 15 ημερών από σήμερα. Τυχόν απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, να καταχωρηθούν εντός περαιτέρω 25 ημερών. Αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης παρατηρώ τα εξής: Δεδομένης της απόφασής μου να δεχτώ την αίτηση, απορρίπτοντας όλους τους λόγους ένστασης των εναγόντων σ' αυτή, αρκετοί των οποίων μάλιστα κρίθηκαν ως εντελώς αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι, θεωρώ πως δε θα ήταν ορθό οι εναγόμενοι να επωμιστούν πλήρως τα έξοδα ακρόασης της αίτησης, τα οποία προκάλεσαν αχρείαστα οι ενάγοντες. Επομένως, αυτά, σε εφαρμογή όσων αναφέρονται συναφώς με το θέμα στην υπόθεση Χατζηγέρου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Αρ.1 )
(2003)3 Α.Α.Δ.31 επιδικάζονται κατά το ήμισι υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων, ενώ αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων· στο σύνολό τους θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. Επειδή, συνεπεία της τροποποίησης και συγκεκριμένα με την προσθήκη της ανταπαίτησης στερούμαι δικαιοδοσίας να εκδικάσω την υπόθεση, αυτή ορίζεται για οδηγίες στις 26.11.2012 και ώρα 09:00, με οδηγίες προς τον Πρωτοκολλητή να τη θέση ενώπιον καθ' ύλη αρμόδιου Δικαστή. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο