Transcoat Cy Ltd κ.α. ν. Παναγιώτης Μαυρουδής κ.α., Αρ. Αγωγής 1086/08, 12/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A85 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1086/08 Mεταξύ:
- Transcoat Cy Ltd
- Mar Ship Spareparts & Services Cy Ltd Εναγόντων και
- Παναγιώτης Μαυρουδής
- Global Maritime Services ltd
- Interchrom Ltd
- Pseda Properties & Investments Ltd
- G.M.S Trading Ltd
- Paco Trading Ltd
- Έλενα Μαυρουδή Εναγομένων ------------------------------ 12 Οκτωβρίου 2012 Για τους ενάγοντες: κ. Μ. Ορφανίδης Για τους εναγόμενους: κα Γεωργίου για κ. Χαβιαρά Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγουσες εταιρείες δεόντως εγγεγραμμένες στην Κύπρο ασχολούνται μεταξύ άλλων με το εμπόριο και προμήθεια υλικών συντήρησης εξοπλισμού και τροφοδοσίας πλοίων στη Λεμεσό. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι ο εναγόμενος 1 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο διευθυντής στις εναγόμενες 2, 3 και 4 αλλά και μέτοχος στις εναγόμενες 2 και 3, εταιρείες οι οποίες δραστηριοποιούνται στο ίδιο πεδίο εμπορικής δραστηριότητας με τις ενάγουσες, ενώ η εναγομένη 7 είναι κόρη του εναγόμενου
- Είναι η θέση των εναγουσών εταιρειών, όπως αποκρυσταλλώθηκε στην Έκθεση Απαιτήσεως και επαναλήφθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία από το μοναδικό μάρτυρα στην υπόθεση Μάριο Παπαδημητρίου, διευθυντή και των δυο εναγουσών, ότι κατόπιν πρότασης του εναγομένου 1, το καλοκαίρι του 2007 προς τον ίδιο, ο οποίος ενεργούσε εξ ονόματος και για λογαριασμό των εναγομένων 2 - 6 εταιρειών ως εταιρειών ελεγχομένων αποκλειστικά από τον ίδιο ως διευθυντής και δικών του συμφερόντων, προσέγγισε τον Μ.Ε.1 με σκοπό τη συνεργασία μεταξύ των εταιρειών τους. Με λίγα λόγια ο εναγόμενος 1 παρουσίασε στον μάρτυρα την εικόνα, ότι ενώ οι εναγόμενες εταιρείες είχαν πελάτες και πλοία στους οποίους προμήθευαν διάφορα προϊόντα, όπως "deck stores", "engine parts", μπογιές κ.λ.π., δεν ήταν σε θέση, ακριβώς λόγω του προβλήματος ρευστότητας, να προχωρήσουν στην αγορά τους και να ανταπεξέλθουν στις παραγγελίες των πελατών τους. Έτσι ο εναγόμενος 1 πρότεινε στο Μ.Ε.1 όπως οι ενάγουσες εταιρείες αγοράζουν από τις εναγόμενες 5 και 6 τα προϊόντα και το τίμημα να πληρωνόταν από τις τελευταίες με τραπεζική επιταγή. Την ίδια στιγμή οι εναγόμενες εταιρείες 2, 3 και 4 θα έδιναν στις ενάγουσες επιταγές για την αγορά των προϊόντων που πωλούσαν οι εναγόμενοι 5 και 6 στις ενάγουσες, ώστε οι εναγόμενες 2 - 4 να τα πωλούσαν με τη σειρά τους στα πλοία-πελάτες τους. Με τον τρόπο αυτό, είναι η θέση των εναγουσών, οι εναγόμενοι 1 - 7 εξασφάλιζαν χρήματα για την αγορά των προϊόντων ώστε να αντιμετωπίσουν, με την εξασφάλιση τραπεζικών επιταγών επί καθημερινής βάσης, από την τράπεζα των εναγουσών, το πρόβλημα της ρευστότητας που αντιμετώπιζαν. Από την άλλη με τον τρόπο αυτό οι ενάγουσες θα λάμβαναν κέρδος: με την παράδοση των τραπεζικών επιταγών προς τους εναγομένους 1, 5 και 6 οι ίδιοι θα λάμβαναν ως αντάλλαγμα επιταγές στο ποσό των οποίων συμπεριλαμβανόταν και το προσυμφωνηθέν κέρδος, εφόσον συμφωνήθηκε να πωλούν τα προϊόντα προς τις εναγόμενες 2 - 4 πιο ακριβά απ' ότι τα αγόραζαν από τις εναγόμενες 5 -
- Στη βάση των πιο πάνω συμφωνηθέντων ξεκίνησε και συνεχίστηκε η συνεργασία των διαδίκων μερών επί καθημερινής βάσης, με την αγορά και μεταπώληση προϊόντων, τα οποία, όπως συμφωνήθηκε, δεν θα περιέρχονταν στην κατοχή των εναγουσών εταιρειών, αλλά θα παρέμειναν καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους στην κατοχή και τον έλεγχο των εναγομένων. Έτσι στα πλαίσια των πιο πάνω οι ενάγουσες, με οδηγίες τους προς την τράπεζα τους προχώρησαν και εξέδωσαν αριθμό τραπεζικών επιταγών προς την εναγόμενη 6, συνολικής αξίας €3.233.311,30 όπως με λεπτομέρεια δόθηκε από το Μ.Ε. 1 και καταγράφεται στις επίδικες επιταγές Τεκμ. 2 - 9 και 10 -
- Ενώ οι ενάγουσες συμμορφώθηκαν πλήρως με τις υποχρεώσεις τους και τίμησαν τους όρους της Συμφωνίας με την παράδοση των πιο πάνω επιταγών προς την εναγόμενη 6 εταιρεία, η οποία και τις εξαργύρωσε, δεν έγινε το ίδιο με τους εναγόμενους. Οι εναγόμενες 2 και 3 κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, εξέδωσαν επιταγές ημερομηνίας 14.3.2008, 17.3.2008 και 18.3.2008 για το συνολικό ποσό €1.624.122.60, Τεκμ. 18, 20, 21 και 22, οι οποίες δεν τιμήθηκαν και/ή δεν εξαργυρώθηκαν με την αιτιολογία για μη επαρκή υπόλοιπα και/ή ότι η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διέφερε από το δείγμα που η τράπεζα είχε στην κατοχή της. Το συνολικό κέρδος που θα απεκόμιζαν οι ενάγουσες, όπως φανερώνει η όλη συναλλαγή με την ουσιαστικά ανταλλαγή των πιο πάνω επιταγών θα ανερχόταν στο ποσό των €15511,
- Είναι τότε που οι ενάγουσες με τηλεομοιότυπα ημερομηνίας 21.3.08 Τεκμ.27 και 28 αντιστοίχως έδωσαν οδηγίες προς την τράπεζα τους να ανακαλέσει τις τραπεζικές επιταγές, που είχαν δοθεί προς την εναγομένη 6, για το συνολικό ποσό των €812.480,00, ώστε να μειωθεί η ζημιά τους. Παρά τις υποσχέσεις του εναγομένου 1 για επίλυση του ζητήματος και τη διευθέτηση πληρωμής των πιο πάνω επιταγών οι εναγόμενες 2 - 6 δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις τους και κατά παράβαση των όσων συμφωνήθηκαν, άφησαν τις ενάγουσες απλήρωτες για την αγορά των προϊόντων που διενεργήθηκαν μεταξύ 17.3.2008 - 19.3.
- Έτσι οι εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν στη βάση της μεταξύ τους προφορικής συμφωνίας και πρακτικής το συνολικό ποσό των €2.436.122,
- Ποσό το οποίο προκύπτει, όπως το ανέλυσε ο μάρτυρας, από τις επιταγές που είχαν εκδώσει οι εναγόμενες 2 και 3 και δεν εξαργυρώθηκαν. Είναι η θέση των εναγουσών ότι εάν αντιλαμβάνονταν από πριν το πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα, θα αποφάσιζαν να ανακαλέσουν όλες τις τραπεζικές επιταγές που είχαν εκδώσει προς τις εναγόμενες, ώστε να μειώσουν τη ζημιά τους ακόμη πιο πολύ. Οι ενάγουσες αποδίδουν στον εναγόμενο 1 ως διευθυντή όλων των εταιρειών εναγομένων 2, 3 και 6, όπως φανερώνει η Έκθεση Απαίτησης κεντρικό και καθοριστικό ρόλο τόσο στη σύναψη της προφορικής συμφωνίας όσο και στο σχεδιασμό ακύρωσης των επίδικων επιταγών προς ζημιά των εναγόντων: ήταν το πρόσωπο που ενορχήστρωσε τις υπόλοιπες εναγόμενες ώστε να εξαπατήσουν τις ενάγουσες. Ειδικότερα οι ενάγουσες αποδίδουν και στην εναγόμενη 7 ειδικό ρόλο στο σχέδιο καταδολίευσης. Είναι η θέση τους πως η τελευταία ήταν το πρόσωπο, που υπέγραψε οκτώ από τις εννιά επίδικες επιταγές που δεν τιμήθηκαν. Και αυτό ενώ τόσο ο εναγόμενος 1, όσο και η εναγόμενη 7 γνώριζαν ότι η τελευταία, δεν είχε δικαίωμα υπογραφής επιταγών της εναγομένης
- Οι εναγόμενοι δεν προσέφεραν οποιαδήποτε μαρτυρία, ούτε και κινήθηκε ο μηχανισμός του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 για αντεξέταση προσώπου που δεν κλητεύθηκε ως μάρτυρας στη διαδικασία. Έτσι το Δικαστήριο θα προχωρήσει στην απόφανση του στη βάση της μαρτυρίας των εναγουσών και μόνο. Η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγομένων με γραπτή της αγόρευση κάλεσε το Δικαστήριο να αντιπαραβάλει τη μαρτυρία με τις δικογραφημένες στην Υπεράσπιση θέσεις των πελατών της όπου και προβάλλεται η δική τους εκδοχή ως προς τα πραγματικά γεγονότα και να εξετάσει κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που φέρουν. Θέση βεβαίως νομολογιακά ορθή. Το γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία για να ανασκευάσουν την υπόθεση της ενάγουσας δεν σημαίνει πως η υπόθεση της ενάγουσας καθίσταται αυταπόδεικτη. Όπως λέχθηκε και στην Ζαβρού ν. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. "αυτό όμως δεν σημαίνει πως η υπόθεση του ενάγοντα καθίσταται αυταπόδεικτη. Εξακολουθεί να έχει ο ίδιος την υποχρέωση να την αποδείξει. Το επίπεδο απόδειξης είναι εκείνο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η μαρτυρία του δεν ικανοποίησε αυτό το επίπεδο. Η έντονη αντιφατικότητα του και η διαφοροποίηση από την έκθεση απαίτησης ήταν στοιχεία καταλυτικά για την αποδεικτική της αξία.» Στην υπόθεση Μαρσέλ, όπως υιοθετήθηκε στην Demil Imports Exports Ltd v. Zήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 299/2008, ημερ. 17.6.2011, λέχθηκε ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Phipson on Evidence, 14th Edn, par. 4-38 και Αθανασίου κ.α ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614». Συγκεκριμένα, η ευπαίδευτη συνήγορος εισηγείται ότι η υπόθεση των εναγόντων είναι «κατασκεύασμα εξαπάτησης». Η έλλειψη μαρτυρικού υλικού που να αποδεικνύει τη διακίνηση των εμπορευμάτων από τον πωλητή μέχρι την παράδοση τους σε οποιονδήποτε πλοίο και η απουσία και πάλι μαρτυρικού υλικού ότι οποιαδήποτε υλικά και μηχανήματα παραδόθηκαν σε οποιαδήποτε πλοία ενισχύει τη θέση των εναγομένων. Αποτυχία των εναγουσών να παραδώσουν τα εμπορευμάτων στις εναγόμενες εταιρείες ή σε τρίτους με εντολή των τελευταίων, που αντιστοιχούν στα επίδικα ποσά των επιταγών, θα πρέπει, είναι η εισήγηση της, να οδηγήσει σε απόρριψη της απαίτησης. Στρεφόμενη στη μαρτυρία του μοναδικού, όπως είπα, μάρτυρα των εναγόντων και στα έγγραφα που κατατέθηκαν και αποτελούν επίσης τη μοναδική εμπράγματη μαρτυρία, διαπιστώνω ότι ουσιαστικά αυτή δεν αμφισβητήθηκε και παρέμεινε αναντίλεκτη. Οι υποβολές που τέθηκαν κατά την αντεξέταση σε μια προσπάθεια αντιστροφής της εικόνας: ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι αυτοί που προπλήρωναν του ενάγοντες ώστε οι τελευταίοι να έχουν την απαραίτητη χρηματοδότηση για να πληρώσουν τους προμηθευτές τους μέσα στα πλαίσια της μεταξύ των διαδίκων μερών συμφωνίας, όπως τη θέλουν οι εναγόμενοι, δεν υποστηρίχθηκε με μαρτυρία εκ μέρους των εναγομένων. Υπό τας περιστάσεις εξετάζοντας το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου ικανοποιούμαι ότι οι ενάγουσες εταιρείες έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης. Ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και πάντοτε μέσα στα πλαίσια των δικογραφημένων θέσεων των εναγουσών ενώ η άλλη πλευρά δεν αντέταξε οποιοδήποτε στέρεο ισχυρισμό που πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο ώστε να στραφεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, πλην των αξιώσεων εναντίον της εναγομένης 7, ζήτημα το οποίο θα εξετάσω πιο κάτω. Από την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία όπως τέθηκε ενώπιον μου δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα γεγονότα έχουν ως οι θέσεις του μάρτυρα τις οποίες και υιοθετώ. Προς αποφυγή επανάληψης τα συνοψίζω κάνοντας τα ακόλουθα ευρήματα: Κατόπιν πρότασης του εναγομένου 1 που έγινε προς τον ίδιο ως διευθυντή των εναγουσών εταιρειών το καλοκαίρι του 2007 ξεκίνησε η συνεργασία των εναγουσών με τις εναγόμενες 2 - 6 και ακολουθήθηκε μια πρακτική όπως την περιγράφει ο μάρτυρας με λεπτομέρεια: οι ενάγουσες εταιρείες θα αγόραζαν από τις εναγόμενες 5 και 6 τα προϊόντα καταβάλλοντας το τίμημα με τραπεζική επιταγή. Ταυτοχρόνως οι εναγόμενες εταιρείες 2, 3 και 4 θα έδιναν στις ενάγουσες ανάλογες επιταγές για την αγορά των προϊόντων έτσι ώστε και πάλι οι εναγόμενες 2 - 4 να τα πουλούσαν με τη σειρά τους σε πλοία πελάτες τους. Με τον τρόπο αυτό οι εναγόμενοι εξασφάλιζαν χρήματα για την αγορά των προϊόντων που πουλούσαν οι εναγόμενες 5 - 6 ώστε να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα ρευστότητας που αντιμετώπιζαν και οι ενάγουσες θα απεκόμιζαν κέρδος όπως το προσυμφωνούσαν με το να πωλούν τα προϊόντα που αγόραζαν από τις εναγόμενες 5 - 6 πιο ακριβά. Το πότε και πώς διερρήχθη η σχέση μεταξύ των μερών καταγράφεται στη μαρτυρία του ΜΕ1 την οποία και υιοθετώ χωρίς να χρειάζεται να επαναλαμβάνω κάνοντας ανάλογα ευρήματα. Η εμπλοκή των εναγομένων, πλην των εναγομένων 5 και 6 εταιρειών, γίνεται ουσιαστικά αποδεκτή ακόμη και μέσα από το φακό των ιδίων των εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 7 με την ίδια την υπεράσπιση τους και μέσα από τη δική τους εκδοχή όπως την προβάλλουν στη § 12: «οι ενάγοντες πλήρωναν στον εναγόμενο 1 "από καιρού εις καιρό ενδιάμεση αμοιβή για την έμμεση χρηματοδότηση που δημιουργείτο με τη προπληρωμή των προϊόντων από τους εναγόμενους 2 και 3". Οι ίδιοι οι εναγόμενοι ουσιαστικά δέχονται την έκδοση και τη μη πληρωμή επιταγών, ισχυριζόμενοι, αντιστρέφοντας ουσιαστικά την εκδοχή των εναγόντων: οι επιταγές δεν τιμήθηκαν γιατί είναι οι ενάγοντες που παρέλειψαν να παραδώσουν τα εμπορεύματα για τα οποία αυτές είχαν εκδοθεί. Θέση βεβαίως που απορρίπτεται εφόσον με την μόνη ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία έγινε εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα εμπορεύματα, όπως είχε συμφωνηθεί, θα παρέμεναν στην κατοχή των εναγομένων. Με την § 4 της υπεράσπισής τους δέχονται ότι οι εναγόμενες 5 και 6 είχαν δοσοληψίες με τις ενάγουσες. Δέχονται έτσι και την δραστηριότητα της εναγομένης 5 και ότι αυτή λειτουργούσε ως εταιρεία η οποία μάλιστα εξέδωσε και τα τιμολόγια Τεκμ. 31 - 32 για τα επίδικα εμπορεύματα. Η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου σε σχέση με την εναγομένη είναι αρκετή βρίσκω για την έγερση μαχητού νομικού τεκμηρίου κανονικότητας: τεκμήριο που δεν αντικρούστηκε από τις εναγόμενες και αποβαίνει καθοριστικό. K.N.G. Autoparts Ltd v. Μιχάλη Ιωάννου,
(1996)1 Α.Α.Δ. 689, Lioufis and Co Ltd ν. Mιχαλάκη Ανδρονίκου,
(1996)1 (B) A.A.Δ. 773. Όχι βέβαια για την έκδοση απόφασης εναντίον της εναγομένης 5, πράγμα αδύνατο εφόσον η αγωγή δεν επιδόθηκε στην εν λόγω «εταιρεία», αλλά για την εμπλοκή της και το ρόλο της στο σχεδιασμό που έγινε πρωτοστατούντος του εναγομένου 1 για εξαπάτηση των εναγουσών, εφόσον οι ίδιες οι εναγόμενες δέχονται ότι η εναγόμενη 5 είχε δοσοληψίες με τις ενάγουσες: §4 της υπεράσπισης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγουσών περιόρισε με δήλωση του τις αξιώσεις των τελευταίων στο ποσό των €2.420.831.03 ως απώλεια που υπέστησαν από κοινού οι ενάγουσες και που αντιστοιχεί στο ποσό που οι εναγόμενοι έλαβαν από την εξαργύρωση των πιο πάνω επιταγών που είχαν εκδώσει οι ενάγουσες. Ποσό που προκύπτει μετά την αφαίρεση από τις €3.233.311,30 του ποσού των €812.480 που αντιστοιχεί στο ποσό των επιταγών που ανακλήθηκαν ή δεν εξαργυρώθηκαν. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3, 4 και 6 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €2.420.831,03 πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αγωγή εναντίον της εναγόμενης 7 απορρίπτεται: οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον της στη βάση των δικογραφημένων θέσεων τους. Η μαρτυρία δεν έχει συνδέσει την εναγόμενη 7 ως το πρόσωπο που είχε δικαίωμα υπογραφής στον τραπεζικό λογαριασμό της εναγόμενης 2 ή 3 ή άλλων εναγομένων πλην του τραπεζικού λογαριασμού της εναγόμενης 5 όπως γίνεται παραδεκτό στην υπεράσπιση. Ούτε έχει τεθεί τέτοια μαρτυρία που να τη συνδέει με την επίδικη προφορική συμφωνία ή με τον όλο τρόπο συνεργασίας που τα μέρη είχαν καθιερώσει στην πράξη. Τα όσα ανέφερε ο ΜΕ1, και η παραδεκτή σχέση της με τον εναγόμενο 1, πατέρα της, δεν ικανοποιούν στο ελάχιστο το αποδεικτικό βάρος που φέρουν οι ενάγοντες έστω και σ' αυτό το επίπεδο. Έξοδα σε βάρος των εναγουσών και υπέρ της εναγόμενης 7 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ/ΓΚ Αναφορά: παράβαση συμφωνίας/απάτη Subject: Civil / Other Actions /Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο