ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΕΤΑΞΑ ν. ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ Α. ΜΕΤΑΞΑ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1456/08, 28/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1456/08 Μεταξύ: ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΕΤΑΞΑ Ενάγοντα - και -
- ΔΕΣΠΟΙΝΑΣ Α. ΜΕΤΑΞΑ
- ΒΡΥΩΝΗ ΣΤΑΥΡΙΝΙΔΗ Εναγομένων ------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου 2012 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Παπαδόπουλος και κ. Π"Χριστοδούλου. Για την Εναγόμενη 1: κ. Α. Γιωρκάτζιης. Για την Εναγόμενη 2: κ. Α. Γεωργίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ενάγων και εναγομένη 1 είναι ετεροθαλή αδέλφια έχοντας κοινό πατέρα, τον Ανδρέα Μεταξά. Ο ρηθείς απεβίωσε στις 2.2.2007, ήτοι πριν την καταχώρηση της αγωγής. Ο ενάγων διαμένει με την οικογένεια του στην Αθήνα τα τελευταία 34 χρόνια. Ήταν δε εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης, μεταξύ άλλων ακινήτων, του ½ μεριδίου του οικοπέδου με στοιχεία αρ. εγγραφής Β-268, Φ/Σχέδιο 54/50.2.1, Τμήμα Β, τεμάχιο 371 στην περιοχή Κοντοβάθια στη Λεμεσό και του ½ μεριδίου ενός οικοπέδου που εφάπτεται του πιο πάνω ακινήτου με στοιχεία αρ. τεμ. 598 (Φ/Σχέδιο LIV/50.2.Ι, Τμήμα Β). Ο εναγόμενος 2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο εγγεγραμμένος πιστοποιών υπάλληλος, ιδιότητα την οποία εξακολουθεί να κατέχει. Επίδικο θέμα το οποίο δημιούργησε έριδες και διαφωνίες μεταξύ των αδελφών υπήρξε η δια δωρεάς μεταβίβαση των ανωτέρω τεμαχίων του ενάγοντα επ' ονόματι της εναγομένης 1, στην οποία προέβηκε ο πατέρας τους, με τη χρήση πληρεξουσίου εγγράφου. Το ρηθέν πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμήριο 4), ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είναι πλαστό καθ' ότι η φερόμενη ως υπογραφή του, την οποία πιστοποίησε ο εναγόμενος 2, δεν είναι δική του και ουδέποτε υπέγραψε τέτοιο έγγραφο ή εξουσιοδότησε τις επίδικες πράξεις. Οι επίδικες πράξεις μεταβίβασης για τα τεμάχια 598 και 371 φέρονται να πραγματοποιήθηκαν στις 3.4.2003 με τη πράξη μεταβίβασης Δ.1134/03 (τεκμήριο 3). Πριν τις επίδικες μεταβιβάσεις ιδιοκτήτες των τεμαχίων με ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου ήταν ο ενάγων και η εναγομένη 1, οι οποίοι κατέστησαν ιδιοκτήτες στις 30.9.1998, μετά την επ' ονόματι τους, διά δωρεάς, μεταβίβαση στην οποία ο πατέρας τους προέβη. Για την επίδικη πράξη εμφανίστηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού ο πατέρας τους, Αντρέας Μεταξά, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος αμφοτέρων. Για μεν τον ενάγοντα, δικαιοπάροχο, έγινε χρήση του γενικού πληρεξουσίου εγγράφου αρ. 685/2000 (τεκμήριο 4), δια δε την εναγομένη 1, δικαιοδόχο, χρησιμοποιήθηκε το γενικό πληρεξούσιο αρ. 578/98 (τεκμήριο 5). (Τα ανωτέρω γεγονότα αποτελούν ουσιαστικά την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 Ειρήνης Ιωακείμ και Ρένας Μενελάου, αμφοτέρων Κτηματολογικών Λειτουργών). Αποτελεί κοινά παραδεκτό έδαφος πως τα δύο ακίνητα είναι όμορα και επί του τεμαχίου αρ. 371 υπήρχε ημιτελής πολυκατοικία με διαμερίσματα και δύο καταστήματα, τα έσοδα από την εκμετάλλευση των οποίων εκαρπούτο ο πατέρας τους. Το δικαίωμα κάρπωσης των εισοδημάτων μετά το θάνατο του αμφισβητείται, για τούτο αποτελεί διεκδίκηση του ενάγοντα η απόδοση λογαριασμών από την εναγομένη 1, ενώ η τελευταία δηλώνει δικαιωματική κάρπωση και είσπραξη των εισοδημάτων, αφού κατέστη και εξακολουθεί να είναι ιδιοκτήτρια. Αμφισβητείται έντονα τόσον από την εναγομένη 1 όσο και εναγόμενο 2 ο ισχυρισμός περί πλαστότητας του πληρεξουσίου εγγράφου. Ισχυρίζεται περαιτέρω η εναγομένη 1 πως ακόμα και αν αποδειχθεί ότι το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 9/11/00 δεν φέρει την υπογραφή του ενάγοντα, γεγονός που η εναγομένη αρνείται, ο ενάγοντας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο γνώριζε την ύπαρξη του πληρεξουσίου εγγράφου και/ή αποδέχθηκε την ύπαρξη του και/ή εν γνώσει του και/ή με τη συγκατάθεση του και/ή με την ανοχή του πραγματοποιήθηκαν στη βάση του συγκεκριμένου πληρεξουσίου εγγράφου σειρά πράξεων και/ή μεταβιβάσεων και/ή ενεργειών δια του αποβιώσαντα Αντρέα Μεταξά και/ή ο ενάγοντας εν όψει των ρητών ή δια της συμπεριφοράς παραστάσεων του εμποδίζεται να ισχυρίζεται τα όσα ισχυρίζεται σε σχέση με το πληρεξούσιο έγγραφο και/ή να αξιώνει τις θεραπείες που αξιώνει. Υπόθεση Ενάγοντα Η εκδοχή και υπόθεση του ενάγοντα προσφέρθηκε διά τεσσάρων μαρτύρων, μεταξύ των οποίων οι δύο κτηματολογικοί λειτουργοί, αναφορά στις οποίες έγινε στην αρχή της απόφασης. Η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων - γραφολόγων αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών καταγράφεται και εξετάζεται ξεχωριστά. Θα πρέπει να σημειωθεί πως οι ΜΕ1 και ΜΕ2 ήσαν υπάλληλοι του Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και η μαρτυρία τους περιορίστηκε στην εξήγηση του τρόπου μεταβίβασης των επίδικων τεμαχίων και την κατάθεση ως τεκμηρίων σχετικών εγγράφων. Μεταξύ αυτών, του τεκμηρίου 4 το οποίο είναι το πληρεξούσιο έγγραφο, δυνάμει του οποίου επιτεύχθηκαν οι επίδικες δωρεές. Η θέση του ενάγοντα όπως δόθηκε μέσα από τη γραπτή του δήλωση και την προφορική του μαρτυρία συνοψίζεται στα πιο κάτω. Εδώ και 38 χρόνια ζει και εργάζεται στην Ελλάδα. Είναι διαζευγμένος και έχει δύο ανήλικα παιδιά των οποίων έχει την αποκλειστική επιμέλεια μετά από οριστική και τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου και του Αρείου Πάγου στην Ελλάδα. Αναφερόμενος στον πατέρα του τον χαρακτήρισε καλό οικογενειάρχη ο οποίος πάντοτε είχε την έγνοια των παιδιών του, προσπαθώντας να τα αποκαταστήσει δωρίζοντας τους περιουσία την οποία είχε ο ίδιος αποκτήσει με την εργασία του. Τον χαρακτήρισε πολύ καλό επιχειρηματία ο οποίος όμως ήταν ιδιαίτερα μυστικοπαθής και οι συναλλαγές του χαρακτηρίζονταν από αταξία και πολυπλοκότητα. Λειτουργούσε πάντοτε στη βάση αυτού που ο ίδιος θεωρούσε σωστό χωρίς να συμβουλεύεται και χωρίς να ενημερώνει κανένα για τις ενέργειες του. Το επίδικο ακίνητο τεμάχιο 371 είχε αγοραστεί από τον πατέρα του στις 5.7.1973 και ακολούθησε μια συνεχής εναλλαγή των ιδιοκτητών. Συγκεκριμένα ενεγράφη κατ' αρχή στο όνομα της γιαγιάς του ενάγοντα, αργότερα στις 29.4.1975 το ακίνητο μεταβιβάστηκε ανά ½ μερίδιο στο όνομα του ενάγοντα και του πατέρα του ενώ στις 8.1.1976 ο πατέρας του μεταβίβασε το δικό του μερίδιο στον ενάγοντα και έτσι, ο τελευταίος, κατέστη ιδιοκτήτης ολόκληρου του ακινήτου. Στις 23.5.1978 μετά από έγκριση του Οικογενειακού Δικαστηρίου καθότι ο ενάγων ήταν ανήλικος, το ακίνητο μεταβιβάστηκε και πάλι στο όνομα του πατέρα του. Στις 30.9.1998 ο πατέρας του μεταβίβασε το ακίνητο στο όνομα του ενάγοντα και της εναγομένης 1 ανά ½ μερίδιο. (Τεκμήριο 1, πιστοποιητικό έρευνας). Όπως τον πληροφόρησε ο πατέρας του παρόλο ότι η πρόθεση του ήταν να του μεταβιβάσει ολόκληρο το ακίνητο επ' ονόματι του, όμως θεώρησε ορθό να μεταβιβάσει και το ½ στην αδελφή του, εναγομένη 1 δεδομένου ότι ήταν καλύτερα γι' αυτή ως γυναίκα να έχει μερίδιο επί ακινήτου το οποίο αποτελείτο από ημιτελή πολυκατοικία με 15 διαμερίσματα και 2 καταστήματα. Ως αντιστάθμισμα μεταβίβασε επ' ονόματι του ενάγοντα ένα αγροτεμάχιο στο βουνό. Είχε προηγηθεί επίσης η επ' ονόματι του ενάγοντα μεταβίβαση ενός ½ του ακινήτου με αρ. εγγραφής 598 που εφάπτεται του ανωτέρω οικοπέδου. Τον Σεπτέμβριο του 2000 επήλθε διάσταση μεταξύ του ενάγοντα και της συζύγου του η οποία επέφερε μεγάλη και οξύτατη αντιδικία μεταξύ τους, τόσο για θέματα περιουσιακών διαφορών όσο και για θέματα της επιμέλειας των παιδιών. Ο πατέρας του ήταν ιδιαίτερα θορυβημένος συνεπεία αυτών των καταστάσεων και φρόντιζε να έχει και είχε συνεχή επικοινωνία με τους δικηγόρους του στην Αθήνα τους οποίους ενημέρωνε και στους οποίους μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις έδιδε και οδηγίες για τον τρόπο χειρισμού των υποθέσεων. Όπως ο ίδιος ο πατέρας του του ανέφερε λίγο πριν τον θάνατο του, κατήρτισε στις 9.11.2000 ένα πλαστό πληρεξούσιο σε συνεργασία με τον εναγόμενο 2 ο οποίος ήταν φίλος του πατέρα του και ο οποίος πιστοποίησε την δήθεν «υπογραφή» του ενάγοντα με την οποία έδινε στον πατέρα του πλήρη πληρεξουσιότητα να διαχειρίζεται την περιουσία του. Σκοπός του πατέρα του όπως ο ίδιος του εξήγησε λίγο πριν πεθάνει ήταν να τον προστατεύσει από τις ενδεχόμενες απαιτήσεις της πρώην συζύγου του επί της περιουσίας του, στην Κύπρο. Στις 3.4.2003 ο πατέρας του χρησιμοποιώντας το εν λόγω πλαστό πληρεξούσιο μεταβίβασε το μερίδιο του επί των δύο ακινήτων επ' ονόματι της εναγομένης 1 με αποτέλεσμα η τελευταία να καταστεί ιδιοκτήτρια ολόκληρου του μεριδίου των ακινήτων αυτών. Παρά το ότι ο ενάγων πληροφορήθηκε αυτά από τον πατέρα του και τα οποία θεώρησε απαράδεκτα, εντούτοις λόγω της πολύ καλής σχέσης με τον πατέρα του αλλά και του γεγονότος ότι ήδη ο πατέρας του βρισκόταν σε πολύ προχωρημένο στάδιο καρκίνου, αποφάσισε να μην αντιδράσει τη συγκεκριμένη περίοδο διότι το θεώρησε απάνθρωπο να ζητά διευκρινίσεις από τον πατέρα του. Είχε καταλάβει ότι ο πατέρας του λειτουργούσε ακατάληπτα λόγω του ότι ήταν ευάλωτος και πλήρως εξαντλημένος από την ανίατη ασθένεια του. Θεώρησε επίσης δεδομένο όπως τον είχε επιβεβαιώσει ο πατέρας του, ότι μόλις ζητούσε από την αδελφή του, εναγομένη 1, να του επιστρέψει τα μερίδια που της είχε μεταβιβάσει ο πατέρας τους, αυτή θα το έπραττε χωρίς δεύτερη σκέψη. Αυτή την πρόθεση του την επιβεβαίωσε και η αδελφή του, εναγομένη 1, με την οποία είχε συζητήσει το θέμα κατά την επίσκεψη του στην Κύπρο τον Δεκέμβριο του
- Ο πατέρας τους απεβίωσε στις 2.2.2007 και ο ενάγων ανέμενε να περάσει το τρίμηνο μνημόσυνο του πατέρα του και τότε αποφάσισε να συζητήσει και συζήτησε με την αδελφή του το θέμα των μεταβιβάσεων. Η αρχική της αντίδραση ήταν να ζητήσει χρόνο να το σκεφθεί, γεγονός το οποίο εξέπληξε και προβλημάτισε τον ενάγοντα, ο οποίος μετά διαπίστωσε ότι η εναγομένη 1 δεν είχε καμία πρόθεση να του τα μεταβιβάσει. Γι' αυτό της απέστειλε στις 21.6.2007 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία μέσω της δικηγόρου του στην Αθήνα. (Τεκμήριο 10). Η εναγομένη 1 όχι μόνο δεν αντέδρασε θετικά σε αυτή την πρόσκληση αλλά στις αρχές του 2008 άρχισε να χρησιμοποιά μαζί με τον σύζυγο της το ακίνητο ιδρύοντας φροντιστήριο στον πρώτο όροφο. Από του θανάτου δε του πατέρα τους η εναγόμενη 1 εισπράττει τα ενοίκια που αποφέρει το ακίνητο τα οποία θεωρεί ότι είναι σημαντικού ύψους εισόδημα ανά μήνα. Περί τον Μάιο του 2008 η εναγόμενη 1 τον πληροφόρησε ότι δεν προτίθετο να του μεταβιβάσει το ½ μερίδιο των επίδικων ακινήτων, για τούτο ο ενάγων αφού προέβη μετά από παρότρυνση δικηγόρου φίλου του πατέρα του σε σχετική έρευνα στο Κτηματολόγιο, καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Ο ενάγων δηλώνει ότι ο ίδιος ποτέ δεν υπέγραψε στις 9.11.2000 το πληρεξούσιο, τεκμήριο 4, και ούτε καν βρισκόταν στην Κύπρο εκείνη την ημερομηνία. Κατέθεσε δε ως τεκμήριο απόδειξη λογαριασμού της πιστωτικής του κάρτας, η οποία δείχνει ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία ψώνισε από την υπεραγορά Βασιλόπουλος στη Φιλοθέη. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι και στο παρελθόν του ζητήθηκε από τον πατέρα του να του υπογράψει και του υπέγραψε πληρεξούσια έγγραφα αλλά αυτά ήταν πάντοτε ειδικά και αναφέρονταν ρητά σε συγκεκριμένα ακίνητα. Δεν έχει προβεί σε καταγγελία της υπόθεσης στην αστυνομία δεδομένου πως ο κύριος υπαίτιος για την πλαστογράφηση είναι ουσιαστικά ο πατέρας του ο οποίος έχει αποβιώσει. Πιστεύει ότι ο εναγόμενος 2 που πιστοποίησε τη δήθεν υπογραφή του το έκανε όχι με πρόθεση δόλου αλλά λόγω της μακρόχρονης φιλικής σχέσης που τον συνέδεε με τον πατέρα του και ενδεχομένως να το θεώρησε δεδομένο ότι ο ενάγων δεν θα είχε ένσταση. Θεωρεί ότι ο πατέρας του ήταν τόσο στενά συνδεδεμένος με τον εναγόμενο 2 γι' αυτό συχνά ζητούσε πιστοποιήσεις υπογραφών του ακόμη και σε επιστολές που του απέστελλε όπως, μεταξύ άλλων, επιστολή που τον ενημέρωνε για την κατάσταση της υγείας του και του ζητούσε να τον επισκεφθεί (τεκμήριο 11) και επιστολές που τον ενημέρωνε για την περιουσία του (τεκμήρια 9α και 9β). Απαντώντας σε ισχυρισμούς της εναγομένης 1 που περιλαμβάνονται στην έκθεση υπεράσπισης της (παράγραφος 14) ότι δηλαδή ο ίδιος ο ενάγων δήλωσε ενώπιον Ελληνικού Δικαστηρίου επικαλούμενος σχετικό πιστοποιητικό έρευνας του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού ότι δεν διέθετε οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία, εξήγησε ότι ο ίδιος ποτέ δεν παρουσίασε τέτοιο έγγραφο στο Δικαστήριο αλλά δεν αποκλείει το ενδεχόμενο ο πατέρας του να εξασφάλισε ένα τέτοιο πλαστό πιστοποιητικό με σκοπό να τον «σώσει» από τις απαιτήσεις της συζύγου του και να το απέστειλε στους δικηγόρους του στην Αθήνα. Είναι η θέση του ότι η εναγομένη 1 δεν σέβεται τις επιθυμίες του πατέρα τους αλλά εκμεταλλεύεται μια παράνομη και άκυρη πράξη η οποία έγινε από τον πατέρα τους και για την οποία ήταν ενήμερη. Δέχθηκε ότι με τη χρήση του επίδικου, χαρακτηριζόμενου ως πλαστό πληρεξούσιο, τεκμήριο 4, έγιναν πράξεις επωφελείς για τον ίδιο, με την επ' ονόματι του απόκτηση ακίνητης περιουσίας, αλλά τόνισε ότι ο πατέρας του ήταν αυτός που ουσιαστικά χειριζόταν τα πάντα και τις περισσότερες φορές κατά το δοκούν, χωρίς ο ίδιος να λαμβάνει γνώση έγκαιρα. Υπόθεση Εναγομένης 1 Η εναγομένη 1 περιέγραψε και αυτή τον πατέρα της ως ένα δραστήριο επιχειρηματία, αυτοδημιούργητο εργολάβο οικοδομών. Για λόγους που ο ίδιος γνώριζε, διατηρούσε σημαντικό μέρος της περιουσίας του στο όνομα του ενάγοντα, της εναγομένης 1 και της αδελφής τους Χριστιάνας και τη διαχειριζόταν με τρόπο ή κατά τρόπο που ο ίδιος θεωρούσε ορθό μέχρι και τον θάνατο του. Ο χειρισμός της περιουσίας αυτής τουλάχιστον εξ' ονόματι της, γινόταν με γενικά πληρεξούσια έγγραφα που του είχε παραχωρήσει και η εν λόγω διαχείριση γινόταν χωρίς να ενημερώνονται τα παιδιά του αφού δεν ετίθετο θέμα εμπιστοσύνης εκ μέρους των ως προς τον τρόπο που ενεργούσε. Εξάλλου όπως δηλώνει η εναγόμενη 1, ο πατέρας τους αγαπούσε όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά του και φρόντιζε για κάθε τους ανάγκη στο μέτρο των δυνατοτήτων του και με τη δική του εργασία κατάφερε να τους σπουδάσει και να τους αποκαταστήσει επαγγελματικά. Τα εν λόγω πληρεξούσια έγγραφα χρησιμοποιούνταν από τον πατέρα τους ο οποίος λειτουργούσε εξ ονόματος τους είτε για να αποκτήσει είτε για να διαθέσει περιουσία πωλώντας ή χαρίζοντας την ή επιβαρύνοντας την με υποθήκες. Η εναγόμενη 1 θεωρεί αδιανόητο τον ισχυρισμό του αδελφού της, ενάγοντα ο οποίος προβάλλεται για πρώτη φορά μετά τον θάνατο του πατέρα τους και συνιστά ύβρη και ασέβεια στην μνήμη του ότι πλαστογράφησε το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 9.11.2000 τεκμήριο 4, και θεωρεί ότι ο ενάγων γνώριζε την ύπαρξη του και επίσης γνώριζε και πολλές από τις πράξεις που έγιναν στη βάση του πληρεξουσίου αυτού και που έγιναν προς όφελος του. Θεωρεί τους ισχυρισμούς αυτούς ως εκ των υστέρων σκέψεις και αναλήθειες και ότι επίσης συνιστούν ενέργειες αγνωμοσύνης. Θέλοντας να καταδείξει ότι ο ενάγων γνώριζε για το πληρεξούσιο, τεκμήριο 4, αναφέρει ότι το τεκμήριο αυτό χρησιμοποιήθηκε στις 27.1.2001 για την αποδοχή από τον ενάγοντα δύο δωρεών που έγιναν εκ μέρους της ιδίας και της αδελφής τους Χριστιάνας προς τον ενάγοντα. Συγκεκριμένα, οι δωρεές αυτές αφορούσαν τα 2/3 μερίδια του ακινήτου με αρ. τεμαχίου 28 στον Άγιο Νικόλαο της Πάφου, και τα 2/3 μερίδια του ακινήτου με αρ. τεμαχίου 264 επίσης στον Άγιο Νικόλαο της Πάφου τα οποία ήσαν εγγεγραμμένα επ' ονόματι της εναγομένης 1 και της αδελφής τους Χριστιάνας και τα οποία μεταβιβάστηκαν δυνάμει του τεκμηρίου 4, το οποίο χρησιμοποίησε ο πατέρας τους επ' ονόματι του ενάγοντα. Στις 17.12.2002 τα 5/6 μερίδια του ανωτέρω ακινήτου τεμάχιο 264 με χρήση και πάλι του τεκμηρίου 4 μεταβιβάστηκαν από τον ενάγοντα στα υπόλοιπα πέντε αδέλφια του, με αποτέλεσμα και τα έξι αδέλφια να κατέχουν από 1/6 μερίδιο του εν λόγω ακινήτου. Στις 10.5.2001 ο πατέρας τους με χρήση και πάλιν του τεκμηρίου 4 πώλησε και μεταβίβασε το οικόπεδο με αρ. τεμαχίου 600 το οποίο βρισκόταν στον Κάψαλο Λεμεσού και το οποίο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι της εναγομένης 1 και του ενάγοντα κατά ½ μερίδιο. Το ποσό των ΛΚ35.000 που αποτελούσε το τίμημα πώλησης, κατατέθηκε, σύμφωνα με την εναγομένη 1, σε λογαριασμό δανείου που διατηρούσε ο ενάγων με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού. Στις 16.5.2001 ο πατέρας τους χρησιμοποιώντας και πάλι το τεκμήριο 4 μεταβίβασε επ' ονόματι της εναγομένης 1 διά δωρεάς το οικόπεδο αρ. τεμαχίου 601 στον Κάψαλο Λεμεσού το οποίο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του ενάγοντα. Το συγκεκριμένο ακίνητο ήταν εγγεγραμμένο πριν τις 22.12.2000 επ' ονόματι της εναγομένης 1 και της αδελφής τους Χριστιάνας και μεταβιβάστηκε δια δωρεάς επ' ονόματι του ενάγοντα δυνάμει πληρεξουσίων εγγράφων που κατείχε ο πατέρας τους. Χρήση του τεκμηρίου 4 έγινε και πάλι για την πώληση του ακινήτου με αρ. τεμαχίου 596 στον Κάψαλο Λεμεσού το οποίο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του ενάγοντα και βεβαρυμένο με υποθήκη στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για εξασφάλιση δανείου του ενάγοντα. Για την πραγματοποίηση της συγκεκριμένης πώλησης ήταν απαίτηση των αγοραστών όπως ταυτόχρονα πωληθεί και το ½ του εφαπτόμενου με αυτό οικοπέδου, δηλαδή του ακινήτου με αρ. τεμαχίου 597 το οποίο ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα της εναγομένης 1 και της Χριστιάνας το οποίο είχαν κληρονομήσει από τη μητέρα τους. (Τεκμήριο 13, συμφωνία πώλησης). Στις 13.3.2003 με χρήση και πάλι του τεκμηρίου 4 ο πατέρας τους πώλησε το ½ μερίδιο του ακινήτου αρ. τεμαχίου 599 για το οποίο μερίδιο ήσαν εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ανά ¼ μερίδιο ο ενάγων και η εναγομένη 1 και το συνολικό ποσό που εισπράχθηκε καταβλήθηκε από τον πατέρα τους προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για το δάνειο του ενάγοντα. (Τεκμήριο 24). Στις 3.4.2003 με τη χρησιμοποίηση του τεκμηρίου 4 ο πατέρας τους μεταβίβασε διά δωρεάς επ' ονόματι της εναγομένης 1 το ¼ μερίδιο του ακινήτου με αρ. τεμαχίου
- Είναι η θέση της εναγομένης 1 ότι για καμία από τις ανωτέρω πράξεις δεν γίνεται αναφορά από τον ενάγοντα, ούτε άγνοια της ύπαρξης του τεκμηρίου 4 αλλά αντίθετα αποδέχεται τα οφέλη από τη χρησιμοποίηση του πληρεξουσίου όπως αποδέχεται και τις αποξενώσεις που έγιναν στη βάση του. Δέχθηκε η εναγομένη 1 πως ένα διαμέρισμα της οικοδομής επί του τεμαχίου 371 έχει όντως μετατραπεί σε φροντιστήριο στο οποίο διδάσκει το μάθημα της φυσικής, τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της. Αναφορικά με τα τεκμήρια 9α, 9β τα οποία επικαλείται ο ενάγων, η εναγομένη 1 αναφέρει ότι είναι σε θέση να γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συντάχθηκαν. Αναφέρει επί λέξει τα εξής: «Ο πατέρας μας λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε δυσκολευόταν να γράψει και έτσι η αλληλογραφία του γινόταν μετά από υπαγόρευση του προς μένα ή στην Χριστιάνα. Την περίοδο που φαίνεται να συντάχθηκαν τα Τεκμήρια 9(α) και 9(β) δηλαδή τον Φεβρουάριο του 2006 ο πατέρας μου δέχθηκε τηλεφώνημα από τον Σταύρο ο οποίος όπως ο πατέρας μου ανέφερε ήθελε για σκοπούς εξασφάλισης δανείου στην Ελλάδα να παρουσιάσει κατάσταση με τα περιουσιακά του στοιχεία στην Κύπρο και για τον σκοπό αυτό ζήτησε από τον πατέρα μου να ετοιμάσει τέτοια κατάσταση που περιλαμβάνει 17 ακίνητα, οι τίτλοι ιδιοκτησίας των οποίων παρουσίαζαν ως ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη τον Σταύρο. Πράγματι αφού ο πατέρας μου επέλεξε από τους τίτλους ιδιοκτησίας που είχε στην κατοχή του τους τίτλους που παρουσίαζαν ως ιδιοκτήτη ή συνιδιοκτήτη τον Σταύρο και μου υπαγόρευσε το έγγραφο που είναι Τεκμήριο 9(α). Ο πατέρας μου όπως η συνεννόηση του με τον Σταύρο προσπάθησε να παρουσιάσει μια διαφορετική, προς το καλύτερο εικόνα, από την πραγματικότητα εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι κάποια από τα ακίνητα πριν τον Φεβρουάριο του 2006 βρίσκονταν εγγεγραμμένα στο όνομα του Σταύρου. Απέκρυψαν δηλαδή το γεγονός ότι κάποια από τα ακίνητα δεν ήταν εγγεγραμμένα στο όνομα του Σταύρου τον Φεβρουάριο του
- Το Τεκμήριο 9(α) χωρίς να υπογραφεί από τον πατέρα μου στάληκε με φαξ μαζί με τους τίτλους ιδιοκτησίας στην Ελλάδα όπου ο Σταύρος διέμενε. Τις αμέσως επόμενες μέρες λήφθηκε από τον Σταύρο το κείμενο που παρουσιάστηκε ως Τεκμήριο 9(β) χωρίς να φέρει την υπογραφή του πατέρα μου και πιστοποίηση από πιστοποιούντα υπάλληλο. Είναι προφανές ότι ο Σταύρος αφού έλεγξε το κείμενο προέβη σε διορθώσεις και ζήτησε από τον πατέρα μου να το υπογράψει ενώπιον πιστοποιούντα υπαλλήλου και να του το αποστείλει για να το χρησιμοποιήσει για τους σκοπούς δανειοδότησης του. Επισημαίνω ότι στο Τεκμήριο 9(α) από λάθος υπαγόρευσης του πατέρα μου ή δικό μου λάθος αναγράφεται αγαπητό μου παιδί Αντρέα Σταύρο Μεταξά που αποτελεί μια από τις διορθώσεις που έγιναν από τον Σταύρο στο κείμενο που στάληκε στον πατέρα μου Τεκμήριο 9(β)». Δηλώνει περαιτέρω η εναγόμενη 1 ότι δεν είναι αληθής ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι έμαθε την ύπαρξη του επίδικου πληρεξουσίου και τις μεταβιβάσεις λίγους μήνες πριν τον θάνατο του πατέρα τους και ότι δήθεν η ίδια θα ετοίμαζε έγγραφο μαζί με τον πατέρα τους το οποίο θα απέστελλε στον ίδιο. Χαρακτηρίζει επίσης αναληθή τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι συζήτησε μαζί του τον Δεκέμβριο του 2006 για το τεκμήριο 4 ή την απαίτηση του να λάβει πίσω το ½ μερίδιο των τεμαχίων 371 και
- Ο ενάγων σύμφωνα με την εναγόμενη 1 ήρθε στην Κύπρο τον Οκτώβριο του 2006 για να παραστεί στον γάμο της και έκτοτε δεν επανήλθε στην Κύπρο παρά μόνο μερικές ημέρες πριν τον θάνατο του πατέρα τους στις 2.2.2007 μετά από τηλεφώνημα της που τον ενημέρωνε για την κρίσιμη κατάσταση της υγείας του. Η ίδια έχει συνάψει δάνειο στις 26.10.2004 για ποσό ΛΚ40.000 από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού για να εξοφλήσει το δάνειο του ενάγοντα, υποθηκεύοντας το ακίνητο της με αρ. τεμαχίου
- (Το υπόλοιπο του δανείου ήταν την ανωτέρω ημερομηνία ΛΚ39.478,50 και κατέβαλε και ποσό ΛΚ521,50 για τέλη υποθήκευσης και χαρτοσήμου). Ποσά τα οποία εξακολουθούν να της οφείλονται από τον ενάγοντα. (Τεκμήριο 25). Υπόθεση Εναγομένου 2 Ο εναγόμενος 2 δηλώνει ότι είναι πιστοποιών υπάλληλος από το έτος 1995 και διατηρεί γραφείο στην οδό Γεωργίου Φασουλιώτη 30 στην οποία και διαμένει. Γνώρισε τον ενάγοντα μέσω του πατέρα του πριν αρκετά χρόνια. Σε πολλές περιπτώσεις ο ενάγοντας συνοδευόμενος από τον πατέρα του και πάντοτε στην παρουσία του τελευταίου ερχόταν στο γραφείο του για να πιστοποιήσει διάφορα έγγραφα, γενικά και ειδικά πληρεξούσια. Την επίδικη ημερομηνία στις 9.11.2000 ο ενάγοντας συνοδευόμενος και πάλι από τον πατέρα του τον επισκέφθηκε στο γραφείο του μεταφέροντας ένα γενικό πληρεξούσιο έγγραφο για πιστοποίηση. Το εν λόγω έγγραφο περιείχε όλα τα στοιχεία γραμμένα, συμπεριλαμβανομένης και της ημερομηνίας που έγινε και το μόνο που παρέμενε ήταν η υπογραφή του ενάγοντα και η σχετική πιστοποίηση. Ο ενάγων υπέγραψε στην παρουσία του εναγομένου 2 το πληρεξούσιο έγγραφο, τεκμήριο 4, και μετά την υπογραφή του ο εναγόμενος 2 έθεσε την σφραγίδα του με βάση την οποία πιστοποιούσε ότι ο ενάγοντας υπέγραψε στην παρουσία του και ότι είναι προσωπικά γνωστός του. Απορρίπτει ο εναγόμενος 2 τους ισχυρισμούς του ενάγοντα περί πλαστότητας της υπογραφής και ότι αυτή δεν ετέθη στην παρουσία του και χαρακτηρίζει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ως φανταστικούς και στερούμενους σοβαρότητας. Μαρτυρία Εμπειρογνωμόνων - Γραφολόγων Εκ μέρους του ενάγοντα κατέθεσε ο γραφολόγος Α. Παναγιώτου Μ.Ε.
- Ο ρηθείς ανέφερε ότι είναι εμπειρογνώμονας για την εξέταση και αναγνώριση εγγράφων, χειρογράφων - δακτυλογραφημένων κειμένων, πλαστών εντύπων και πλαστών χαρτονομισμάτων. Εκπαιδεύτηκε και ειδικεύθηκε στα εργαστήρια Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας Κύπρου από το 1974 έως το 1987 στην εξέταση και ανάλυση γραφής και υπογραφών. Μετεκπαιδεύτηκε στα επιστημονικά εργαστήρια της Ελληνικής Αστυνομίας σε θέματα εξέτασης εγγράφων μεθόδων αναγνώρισης πλαστών εντύπων και εξακρίβωσης παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων και κίβδηλων νομισμάτων. Παρακολούθησε επίσης προχωρημένη σειρά μαθημάτων ανωτάτου επιπέδου σε θέματα εξέτασης εγγράφων και νέων τεχνικών μεθόδων στα επιστημονικά εργαστήρια της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας στην Αθήνα και έτυχε μετεκπαίδευσης στα επιστημονικά εργαστήρια του Ισραήλ σε θέματα αμφισβητούμενων υπογραφών - γραφής και εφαρμογής νέων μεθόδων και τεχνικών και στα επιστημονικά εργαστήρια της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας της Ζυρίχης σε θέματα αναγνώρισης πλαστών εγγράφων και στη χρήση τεχνολογικού εξοπλισμού. Είναι απόφοιτος του American Institute of Applied Science (Forensic Science) της Νέας Υόρκης σε θέματα αποτυπωμάτων, φωτογραφίας και εξέτασης εγγράφων. Διετέλεσε υπεύθυνος του εργαστηρίου γραφολογίας της Αστυνομίας Κύπρου από το 1`988 μέχρι το 2003 και διευθυντής της υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2004 οπόταν και αφυπηρέτησε. Συμμετείχε σε αρκετά διεθνή συνέδρια και επιστημονικά σεμινάρια αναφορικά με την εξέταση εγγράφων και έχει κηρυχθεί εμπειρογνώμονας με την Κανονιστική Διοικητική Πράξη 195/88 ημερ. 22.7.88 σε θέματα εξέτασης εγγράφων, αναγνώρισης πλαστών εντύπων και αναγνώριση παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων. Καθ' όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας του έχει εξετάσει μεγάλο αριθμό υποθέσεων πλαστογραφίας και κατέθεσε αρκετές φορές ως δικαστικός γραφολόγος ενώπιον των Δικαστηρίων τόσο σε ποινικές όσο και σε αστικές υποθέσεις. Αναφορικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση έχει εξετάσει στις 3.4.2012 και φωτογραφήσει στην πρωτότυπη της μορφή την αμφισβητούμενη υπογραφή στο τεκμήριο
- Την ίδια ημερομηνία του δόθηκαν από τον ενάγοντα τέσσερις σελίδες χάρτου με 15 δείγματα γραφής και υπογραφής του. Στις 25.4.2012 του παραδόθηκαν από τον συνήγορο του ενάγοντα 13 έγγραφα τα οποία φέρουν ημερομηνία πριν και μετά την ημερομηνία υπογραφής του επίδικου πληρεξουσίου, με δείγμα υπογραφής που αποδίδεται στον Σταύρο Μεταξά. Τα έγγραφα αυτά είναι, μεταξύ άλλων, έντυπα της Κεντρικής Τράπεζας, δηλώσεις εισαγωγής μετρητών και αξιών, αποδείξεις εισπράξεως, καταθέσεων και ληξιαρχική πράξη γέννησης-βάφτισης. Σκοπός της λήψης των δειγμάτων ήταν να γίνει εξέταση και σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής στο τεκμήριο 4 με τις γνήσιες υπογραφές του ενάγοντα που συμπεριλαμβάνονται στο συγκριτικό υλικό που αναφέρθηκε ανωτέρω. Ο μάρτυρας έχει ετοιμάσει σχετική έκθεση, τεκμήριο 18 στην οποία περιγράφει την τεχνική την οποία ακολούθησε, τις εξετάσεις στις οποίες προέβηκε και τη γενικότερη επιστημονική θεώρηση του θέματος της εξέτασης υπογραφής. Εξήγησε ο μάρτυρας ότι μια υπογραφή μπορεί να αποτελείται από το όνομα και το επίθετο, μπορεί να είναι γραφή μικρής έκτασης ή γραφική παράσταση ή μπορεί να είναι συνδυασμός γραφής και γραφικής παράστασης. Με τη συνεχή επανάληψη αποκτάται μια έντονη ατομικότητα που επιβεβαιώνεται με μεγάλο αυτοματισμό. Ανέφερε περαιτέρω πως οποιαδήποτε χαρακτηριστικά και αν έχουν δύο γραφές - υπογραφές, όμοια μεταξύ τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν γίνει από το ίδιο πρόσωπο αν περιέχουν έστω και μια βασική διαφορά η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Από τις εξετάσεις στις οποίες προέβη διαπίστωσε σε σχέση με την αμφισβητούμενη υπογραφή πως αυτή είναι γραφική παράσταση γραμμένη ελεύθερα με ταχύτητα και ρυθμό χωρίς να παρουσιάζει οποιαδήποτε σημεία - ίχνη βραδύτητας, διστακτικότητας ή αβεβαιότητας που να φανερώνουν ελεγχόμενη και μη φυσιολογική χάραξη. Παρατήρησε ειδικά ότι αποτελείται από πέντε γραφικές κινήσεις και η κατάληξη της υπογραφής εξελίσσεται σε γραμμικό μόρφωμα, γραφική πίεση αισθητή στο πίσω μέρος, αυξομείωση της γραφικής πίεσης ανάλογα με το εύρος των γραμμάτων και γραφικών σχημάτων, ίδιο ύψος του πρώτου γράμματος που πιθανότατα πρόκειται για το κεφαλαίο γράμμα «Μ» το οποίο σχηματίζεται με δύο ανεξάρτητες γραφικές κινήσεις και του καταληκτικού γραμμικού μορφώματος και εμφανές γράμμα «ε». Ο εν λόγω μάρτυρας προέβη σε σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής με τη γνήσια υπογραφή του ενάγοντα χρησιμοποιώντας την αναλυτική συγκριτική μέθοδο η οποία βασίζεται στη μελέτη των ιδιαιτέρων γραφικών γνωρισμάτων των λεγομένων χαρακτήρων τομής. Οι γνήσιες υπογραφές και ιδίως οι υπογραφές που είχαν δοθεί σε ανύποπτο χρόνο έχουν χαραχθεί σε διαφορετικούς χρόνους και σε διαφορετικά έγγραφα και εκτιμάται ότι παρέχουν επαρκή εικόνα των γραφολογικών τους γνωρισμάτων που προσφέρονται για γραφολογική εξέταση, ανάλυση και σύγκριση. Εξετάζοντας και αντιπαραβάλλοντας τις γνήσιες υπογραφές μεταξύ τους διαπίστωσε ότι χαράσσονται με τις ίδιες διαστάσεις των επί μέρους στοιχείων, με την ίδια κλίση, με την ίδια ταυτότητα δομής σχηματισμού, με το ίδιο σημείο έναρξης και κατάληξης, με την ίδια ποιότητα γραμμής χάραξης, είναι γραμμένες ελεύθερα με ταχύτητα και αυτοματισμό και φανερώνουν φυσιολογική και μη ελεγχόμενη χάραξη. Συγκρίνοντας την αμφισβητούμενη υπογραφή με τις γνήσιες υπογραφές του Σταύρου Μεταξά διαπίστωσε τα εξής: Διαφορά στην εμφάνιση και στη σύνθεση όλων των τμημάτων της με τις γνήσιες υπογραφές του Σταύρου Μεταξά, διαφορά στη δομή σχηματισμού, διαφορά στον ρυθμό χάραξης, διαφορά στην κλίση, ύψος, σχέση και αναλογία. Υπάρχει επίσης διαφορά στον αριθμό των χαρακτικών κινήσεων. Η αμφισβητούμενη υπογραφή αποτελείται από πέντε γραφικές κινήσεις. Οι γνήσιες υπογραφές χαράσσονται είτε με δύο είτε με τρεις γραφικές κινήσεις. Με βάση όλες τις πιο πάνω διαφορές τις οποίες έχει επισημάνει και επεξηγήσει σε πίνακες τους οποίους επεσύναψε και παρουσίασε, κατέληξε ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή παρουσιάζει σημαντικές διαφορές από τις γνήσιες υπογραφές του Σταύρου Ανδρέα Μεταξά στην εμφάνιση στη δομή και σε όλα τα χαρακτηριστικά. Συμπεραίνεται ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή του Σταύρου Μεταξά, αλλά αυτή έχει χαραχθεί, με προσπάθεια ελεύθερης απομίμησης από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσιο υπόδειγμα της υπογραφής του. Καταλήγει συνεπώς πως η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν είναι γνήσια υπογραφή του Σταύρου Μεταξά. Για την υπόθεση της εναγομένης 1 κατέθεσε ο γραφολόγος Μ.Υ.2 Μάριος Γιώτας Νικολαϊδης. Ανέφερε ότι είναι δικαστικός γραφολόγος-δικηγόρος παρ' Εφέταις, απόφοιτος Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κάτοχος τίτλου σπουδών MSc in Document Analysis του Πανεπιστημίου του Central Lancashire της Μεγάλης Βρετανίας. Το εν λόγω μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών περιελάμβανε εντατική πρακτική και θεωρητική εκπαίδευση διάρκειας τριών εξαμήνων στην αναγνώριση της γνησιότητας ή πλαστότητας εγγράφων, γραφής και υπογραφών, αναγνώριση προέλευσης τυπογραφημένων και φωτοτυπημένων εγγράφων, καθώς και εκπαίδευση σε τεχνικές ανάλυσης μελάνης. Από το 2009 ασκεί το επάγγελμα του δικαστικού γραφολόγου εξεταστή εγγράφων και είναι διορισμένος στους πίνακες πραγματογνωμόνων των Πρωτοδικείων και Εισαγγελιών της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Του έχει ανατεθεί εντολή να προβεί στην συγκριτική γραφολογική εξέταση της υπογραφής η οποία αποδίδεται στον Σταύρο Ανδρέα Μεταξά και η οποία βρίσκεται στο τεκμήριο
- Για σκοπούς εξέτασης του γνήσιου της υπογραφής αυτός ζήτησε και έλαβε διάφορα έγγραφα τα οποία περιλαμβάνουν γνήσιες υπογραφές του ανωτέρω προσώπου και τα οποία φέρονται να είναι τα ίδια με εκείνα τα οποία εξέτασε ο Μ.Ε.
- Περαιτέρω στον μάρτυρα αυτόν δόθηκε και το έγγραφο το οποίο αναφέρεται ως εξώδικη δήλωση (τεκμήριο 10). Σύμφωνα με τον μάρτυρα τα συγκριτικά δείγματα των υπογραφών που έλαβε από τον ενάγοντα κρίνονται επαρκέστατα για τον σκοπό της γραφολογικής εξέτασης τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά καθώς 8 από τα 16 δείγματα εξετάστηκαν στο πρωτότυπο και καλύπτουν ένα ευρύ χρονικό φάσμα προγενέστερων σύγχρονων και μεταγενέστερων των υπό εξέταση εγγράφων και είναι ανύποπτου χρόνου δηλαδή έχουν τεθεί σε χρόνο προγενέστερο της δικαστικής διαμάχης. Μέρος επίσης του συγκριτικού υλικού είναι αποτυπωμένο σε δημόσια έγγραφα και συνεπώς η γνησιότητα των υπογραφών αυτών δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Ο ρηθείς μάρτυρας ετοίμασε και αυτός έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης (τεκμήριο 26), την οποία υιοθέτησε και εξήγησε και γι' αυτό δεν θα γίνει αναφορά με λεπτομέρεια στο περιεχόμενο αυτής. Εξετάζοντας την αμφισβητούμενη υπογραφή διαπίστωσε ότι αυτή δεν φέρει αντικειμενικά ίχνη νόθευσης του εγγράφου, ότι είναι μικτού τύπου υπογραφή δηλαδή σχηματοποιημένη ως γραφικό μόρφωμα αλλά από τη χάραξη της σχηματίζεται το μικρό γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου «ε» και έχει σχηματιστεί σε πέντε γραφικούς χρόνους (κοντυλιές). Αναφέρθηκε επίσης στα εσωτερικά γνωρίσματα της αμφισβητούμενης υπογραφής και ακολούθως αναφέρθηκε στην εξέταση των 16 γνήσιων υπογραφών του ενάγοντα και κατέγραψε τις παρατηρήσεις του σε σχέση με τον ρυθμό χάραξης, τη ροή την πίεση και την κλίση των υπογραφών. Κατέληξε συμπερασματικά πως υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ της αμφισβητούμενης υπογραφής και του γραφολογικού υλικού των γνήσιων υπογραφών και οι οποίες συνίστανται στα εξής: Στην τοποθέτηση των υπογραφών σε συνάρτηση με τον προκαθορισμένο χώρο, το μέγεθος τους. Η αμφισβητούμενη υπογραφή ομοιάζει με 5 από τις 16 γνήσιες υπογραφές ως προς το ότι είναι μικτού τύπου δηλαδή ενώ είναι χαραγμένες ως γραφικά μορφώματα, εμφανίζεται από την χάραξη τους το μικρό γράμμα «ε». Η αμφισβητούμενη υπογραφή και η συντριπτική πλειοψηφία των υπογραφών του συγκριτικού υλικού έχουν τεθεί με οριζόντιο προσανατολισμό και επίσης παρουσιάζουν κοινά εσωτερικά γνωρίσματα όπως την ύπαρξη παράλληλων καμπύλων με ομαλές κορυφές και την εμφάνιση του μικρού γράμματος «ε» τόσο στην αμφισβητούμενη υπογραφή όσο και σε μέρος των υπογραφών του συγκριτικού υλικού. Κατέληξε επίσης στη διαπίστωση ότι το σύνολο των υπογραφών έχει χαραχθεί με υψηλή ταχύτητα, έχει σχηματιστεί αβίαστα χωρίς ενδοιασμό και κομπιάσματα κατά τη δημιουργία τους και ως προς την ασκηθείσα πίεση από το γραφικό μέσο στο χαρτί. Ο εν λόγω μάρτυρας εντόπισε και διαφορές μεταξύ της αμφισβητούμενης υπογραφής και του συγκριτικού υλικού όπως:
- Στις 9 από τις 16 υπογραφές του συγκριτικού υλικού δεν σχηματίζονται γράμματα όπως το μικρό γράμμα «ε».
- Διαφέρουν ως προς τον αριθμό των γραφικών χρόνων (κοντυλιών) που χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία τους. Συγκεκριμένα η αμφισβητούμενη υπογραφή έχει χαραχθεί σε πέντε γραφικούς τόνους ενώ οι υπογραφές του συγκριτικού υλικού έχουν χαραχθεί σε δύο ή τρεις γραφικούς χρόνους.
- Στην πλειοψηφία των υπογραφών του συγκριτικού υλικού δεν εμφανίζονται τα δύο γραφικά μορφώματα στο δεξί άκρο της υπογραφής τα οποία υπάρχουν στην αμφισβητούμενη υπογραφή. Ενόψει των εν λόγω διαπιστώσεων ο μάρτυρας κατέληξε πως το πλήθος και η ποιότητα των ομοιοτήτων και των διαφορών που παρατηρήθηκαν, οδηγούν στην διατύπωση της άποψης ότι υπάρχουν πολύ ισχυρές ενδείξεις που καταδεικνύουν ότι η υπό κρίση υπογραφή έχει τεθεί από τον Σταύρο Μεταξά, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο - αν και εντελώς απίθανο - να είναι κάποιος τρίτος ο δημιουργός των υπογραφών αυτών. Αξιολόγηση μαρτυρίας - Ευρήματα Για το επίμαχο θέμα της γνησιότητας της υπογραφής του ενάγοντα επί του τεκμηρίου 4, γνώστες των γεγονότων είναι ο ενάγοντας και ο εναγόμενος
- Δυστυχώς το πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η πράξη αυτή και το οποίο θα μπορούσε να διαφωτίσει έτι περαιτέρω τα γεγονότα, έχει αποβιώσει. Η εναγόμενη 1 όπως φαίνεται από τα δικόγραφα και από την όλη μαρτυρία δεν γνώριζε τις συνθήκες υπογραφής του τεκμηρίου 4 αφού τη συγκεκριμένη περίοδο δηλαδή τον Νοέμβριο του 2000 βρισκόταν στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στα Ιωάννινα όπου και σπούδαζε. Βέβαια η ίδια μετά από σχετική υποβολή κατά την αντεξέταση, ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν ο ενάγων υπέγραψε το πληρεξούσιο, απάντησε θετικά, προσθέτοντας την άποψη της ότι δεν θα ήταν παράλογο να το είχε κάμει. Ο συνήγορος της εναγομένης 1 χαρακτήρισε ανειλικρινή και αναξιόπιστο τον ενάγοντα παραπέμποντας κυρίως στο γεγονός της δήλωσης σε δικόγραφα που είχαν καταχωρηθεί στην Ελλάδα το 2003 και που αναφέρουν ότι δεν διαθέτει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία. Χαρακτηριστικό όπως αναφέρει επίσης της ανειλικρίνειας του ενάγοντα είναι και το γεγονός πως ο τελευταίος αποδέχεται πράξεις και ενέργειες που έγιναν με το τεκμήριο 4 και των οποίων δεν επιδιώκει την ακύρωση. Θα πρέπει σε αυτό το στάδιο να σημειωθεί ότι το γεγονός των διενεργηθέντων μεταβιβάσεων οι οποίες έγιναν με βάση το τεκμήριο 4 και τις οποίες ανέφερε η εναγομένη 1 στη μαρτυρία της αλλά και επιβεβαιώθηκαν με την κατάθεση της Μ.Υ.3 κας Κουρσάρου, κτηματολογικής λειτουργού, δεν αμφισβητήθηκαν. Όπως και ο ίδιος ο συνήγορος του ενάγοντα καταγράφει στη γραπτή του αγόρευση, αυτές οι πράξεις είναι αποδεκτές. Ο ενάγων δικαιολογώντας τη στάση του αυτή παρέπεμψε στις δικαστικές διαμάχες που υπήρχαν μεταξύ αυτού και της συζύγου του στα Ελληνικά Δικαστήρια, δηλώνοντας ότι δεν τον ενδιέφερε κατ' εκείνο το στάδιο το τι γινόταν με την περιουσία του στην Κύπρο και με δεδομένο ότι έτρεφε σεβασμό και απόλυτη εμπιστοσύνη προς τον αποβιώσαντα πατέρα του, δεν είχε λόγο να ελέγχει ή «να τον ανακρίνει» όπως ανέφερε για τις πράξεις πώλησης στις οποίες προέβαινε, ή για την ανάκτηση χρημάτων από αυτές και την είσπραξη εκ μέρους του. Εξήγησε περαιτέρω ότι η αναφορά στο τεκμήριο 15 (δικόγραφο που καταχωρήθηκε στο Ελληνικό Δικαστήριο) περί ανυπαρξίας οιασδήποτε ακίνητης περιουσίας επ' ονόματι του, έγινε από τον δικηγόρο του με απευθείας συνεννόηση με τον πατέρα του χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει οτιδήποτε. Αναφορικά με όλες τις ανωτέρω μεταβιβάσεις και πωλήσεις που έγιναν, ανέφερε ότι τις πληροφορήθηκε για πρώτη φορά μετά την έρευνα στην οποία προέβη δικηγόρος, εκ μέρους του στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο, δηλαδή τις πληροφορήθηκε το 2007 και καμία γνώση είχε γι' αυτές ενωρίτερα. Επιλέγει δε την ακύρωση των επίδικων μεταβιβάσεων διότι αυτές αφορούν ακίνητα τα οποία ο πατέρας του, του υποσχέθηκε ότι θα ήταν πάντοτε επ' ονόματι του. «Του τα είχε τάξει» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Η εναγόμενη 1 χαρακτηρίζεται από τον συνήγορο του ενάγοντα ως αναξιόπιστη της οποίας προσπάθεια ήταν να επωφεληθεί την επ' ονόματι της δωρεάν μεταβίβαση των επίδικων ακινήτων. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή και να μελετήσω τη δοθείσα μαρτυρία την οποία σύγκρινα και με τα δικόγραφα και τα τεκμήρια τα οποία έχουν καταχωρηθεί. Έχω πάντοτε κατά νου, πως η αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δύο επάλληλα επίπεδα. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας, το οποίο υποβάλλεται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και συγκρίνεται με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Το δεύτερο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, αν λέγει την αλήθεια. (Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α,
(2002)1Α Α.Α.Δ. σελ. 661). Μια άλλη σημαντική αρχή είναι πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη ή επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, (Χ. Χρίστου ν. Ευγενίας Khoreva
(2002)1Α Α.Α.Δ 454) νοουμένου βέβαια ότι αυτή η επιλογή εξηγείται και δεν εκφεύγει ούτε επηρεάζει τη δικαστική κρίση (Χ. Τσιντίδης Λτδ ν. Α. Χαριδήμου, Πολ. Έφεση 224/07 ημερ. 18.10.2012). Εκείνο που δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο, είναι να αποδεχθεί μαρτυρία ως αξιόπιστη μόνον και μόνον διότι οι πιθανότητες προς εκεί κατατείνουν. Και το απίθανο μπορεί να είναι αληθινό. (Mossa Mohammed Mustafa v. Α. Κακούρη κ.α.
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165). Είμαι πεπεισμένη ότι τόσο ο ενάγων όσο και η εναγόμενη 1 δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Σε εκείνο το οποίο αμφότεροι συμφώνησαν και υπήρξε σύγκλιση της μαρτυρίας τους ήταν η περιγραφή του χαρακτήρα του πατέρα τους, ο οποίος περιγράφεται και παρουσιάζεται ως ένα δραστήριο, έξυπνο και ικανό άτομο, το οποίο αγαπούσε και φρόντιζε τα παιδιά του. Άτομο το οποίο χειριζόταν την ακίνητη περιουσία είτε ήταν εγγεγραμμένη επ' ονόματι του, είτε επ' ονόματι των παιδιών του, κατά το δοκούν, κατά την κρίση του, όπως πίστευε ότι ήταν το καλύτερο, και ενεργώντας πάντοτε μέσω γενικών ή ειδικών πληρεξουσίων, όπως η μαρτυρία και τα τεκμήρια ανέδειξαν. Η εναγόμενη 1 όπως ανωτέρω αναφέρθηκε δεν μπορούσε να γνωρίζει τις συνθήκες υπογραφής του τεκμηρίου
- Η όλη της μαρτυρία στηρίχθηκε επί των γεγονότων των μεταβιβάσεων που έγιναν με βάση το τεκμήριο 4 και οι οποίες αποδείχθηκαν και με τη μαρτυρία των κτηματολογικών λειτουργών και από συνομιλίες που είχε με τον αποβιώσαντα πατέρα της. Η αλήθεια αυτή των συνομιλιών δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί. Θεωρώ πως η εναγόμενη 1 περιέγραψε ορθά όσα γεγονότα εξάλλου επιβεβαιώνονται από τα τεκμήρια, αλλά προσπάθησε και να ερμηνεύσει κάποια άλλα γεγονότα σύμφωνα με τη δική της γνώμη και άποψη. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της προσπάθειας της εναγομένης 1 να κηρύξει αναληθή τον ενάγοντα ήταν και η ερμηνεία των τεκμηρίων 9α και 9β. Είναι προφανές και έγινε αποδεκτό κατά την αντεξέταση της μαρτυρίας των διαδίκων ότι τα τεκμήρια αυτά κυρίως το 9β φαίνεται και να γράφτηκε και να πιστοποιήθηκε στις 16.2.
- Εκείνη την ημερομηνία είναι επίσης αποδεκτό ότι τα επίδικα ακίνητα δεν ήσαν εγγεγραμμένα επ' ονόματι του ενάγοντα, είχαν ήδη μεταβιβαστεί διά δωρεάς επ' ονόματι της εναγομένης
- Στα τεκμήρια αυτά ο πατέρας τους ο οποίος είναι ο γράψας τις επιστολές, τις οποίες υπαγόρευε στην εναγομένη 1, τα παρουσιάζει να ανήκουν και να είναι ιδιοκτησίας του ενάγοντα. Η εναγόμενη 1 επίσης δέχεται πως γνώριζε ότι τούτο δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια. Πως το εξηγεί αυτό; Παρά το γεγονός ότι η εντύπωση που έδωσε στο Δικαστήριο από την όλη παρουσία της, απαντήσεις και διευκρινίσεις είναι ότι πρόκειται για ένα έξυπνο άτομο όμως για τούτο το θέμα απαντούσε με υπεκφυγές στις ερωτήσεις που της ετίθεντο κατά την αντεξέταση. Όταν τέλος της ετέθη ξεκάθαρα η ερώτηση αν ήταν αλήθεια ή ψέμα το περιεχόμενο του τεκμηρίου 9α και 9β, απάντησε ότι επρόκειτο για παλιές αλήθειες και ότι οι τίτλοι που είχε ενώπιον της και οι οποίοι ήταν παλαιοί, δηλαδή τίτλοι που είχαν εκδοθεί πριν το 2003 παρουσίαζαν ως ιδιοκτήτη τον ενάγοντα. Προσπάθησε δε και πάλι να παρουσιάσει τον ενάγοντα ότι ήθελε τα έγγραφα αυτά για να ξεγελάσει κάποιες αρχές στην Ελλάδα. Εκείνο βέβαια που προκύπτει από τη σύνταξη των τεκμηρίων αυτών είναι πως η εναγομένη 1 και ο πατέρας τους σύνταξαν και απέστειλαν στον ενάγοντα τα έγγραφα αυτά με σκοπό τη χρήση τους από τον ενάγοντα. Από την αντίπερα όχθη θεωρώ ειλικρινή την εκδοχή του ενάγοντα και τη θέση του περί μη υπογραφής του επίδικου τεκμηρίου. Ήταν σταθερός, ξεκάθαρος και σαφής για τούτη την εκδοχή του. Οι εξηγήσεις του περί ύπαρξης δικαστικής διαμάχης και αντιδικιών στην Ελλάδα με την σύζυγο του οι οποίες ξεκίνησαν με τη διάσταση του που επήλθε τον Σεπτέμβριο του 2000, κορυφώθηκε το 2003 και τερματίστηκαν περί το 2005, επιβεβαιώνονται και από τα τεκμήρια 15 και 16 αλλά και από τη μαρτυρία της εναγόμενης
- Το γεγονός ότι ο πατέρας τους ενεργούσε κατά το δοκούν και φρόντιζε να αποξενώνει και να αφαιρεί περιουσία ή να μην μεταβιβάζει περιουσία επ' ονόματι των παιδιών του, διαπιστώνεται και από την τακτική που ακολούθησε και στο θέμα της αδελφής τους Χριστιάνας. Όπως επιβεβαίωσε η εναγόμενη 1 κατά την αντεξέταση της, ο πατέρας τους δεν μεταβίβασε επ' ονόματι της αδελφής τους Χριστιάνας οποιοδήποτε ακίνητο με τη δικαιολογία ότι είχε προβλήματα στον γάμο της. Και έδωσε οδηγίες, όπως είπε η εναγομένη 1 σε εκείνη, να μεταβιβάσει μέρος της πολυκατοικίας του τεμαχίου 371 επ' ονόματι της μετά τον θάνατο του. Βέβαια παρατηρείται ότι το 2001 δηλαδή μετά την έναρξη των διαφορών και δικαστικών διαμαχών του ενάγοντα με τη σύζυγο του, ο πατέρας τους, μεταβίβασε επ' ονόματι του περιουσία. Δεν εξηγήθηκε πως συμβιβάζεται αυτή η ενέργεια του πατέρα τους με την προσπάθεια αποξένωσης περιουσίας πλην της δικαιολογίας που προήλθε πάλι από τον ενάγοντα, ότι η μεταβιβασθείσα επ' ονόματι του περιουσία αφορούσε τεμάχια στο βουνό στην Πάφο, ενώ οι αξιώσεις της συζύγου του περιορίζονταν και στρέφονταν επί της περιουσίας του στη Λεμεσό. Δεν είναι δυνατό όμως να γίνει πιστευτή και αποδεκτή η θέση του ενάγοντα για την άγνοια του για τις επίδικες μεταβιβάσεις. Στο τεκμήριο 15, δικογραφία η οποία κατατέθηκε στις 11.5.2003 σε Δικαστήριο στην Αθήνα για υποστήριξη αιτήσεως διατροφής και επιμέλειας των ανηλίκων παιδιών του, δηλώνει ότι διαθέτει μόνο μια κατοικία στη Λευκωσία (εξηγήθηκε ότι αφορούσε τη Λεμεσό) η οποία χρησιμοποιείται για την εταιρεία του, ενώ στην Πάφο διαθέτει μερίδια «εξ' αδιαιρέτου αμπέλων και χωραφιών, άνευ αξίας, χρησιμότητος και προσόδων ..». Προς επιβεβαίωση δε της ιδιοκτησιακής του μερίδος, παρουσίασε σχετικά πιστοποιητικά έρευνας αναφέροντας «δια την ακίνητο περιουσία μου εις Κύπρο προσάγω μετ' επικλήσεως τα από 21 Απριλίου 2003 και 16 Μαρτίου 2003 πιστοποιητικά ερεύνης ακινήτου ιδιοκτησίας των Κτηματολογικών Γραφείων Λεμεσού και Πάφου». Δεν είναι λογικά τεκμηριωμένη η δικαιολογία που έθεσε πως τα πιστοποιητικά ερεύνης τα απέστειλε ο πατέρας του σε συνεννόηση με το δικηγόρο του χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει οτιδήποτε. Όσον και να ήθελε να παρουσιασθεί ότι το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν η επιμέλεια των παιδιών του - γεγονός που αποδέχομαι ότι αντανακλά τα ειλικρινή του συναισθήματα και ανησυχίες - όμως παρουσιάστηκε να ανησυχεί και ότι όντως ανησυχούσε και ο ίδιος για την πορεία και εξέλιξη των υποθέσεων του. Δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής η θέση ότι άφησε τα γεγονότα και την εξέλιξη τους στα χέρια του πατέρα του, όταν μάλιστα αναφορικά με την πώληση του ακινήτου του στον Κάψαλο, διερωτήθηκε και ζήτησε να πληροφορηθεί από τον πατέρα του τον τρόπο με τον οποίον αυτή πραγματοποιήθηκε. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η αναφορά στο ίδιο δικόγραφο (τεκμήριο 15) ότι η ανυπαρξία περιουσίας και εσόδων από τα ακίνητα του στην Πάφο, επιβεβαιώθηκε και από τη μάρτυρα την οποία εκλήτευσε και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Εάν δεν διάβασε το δικόγραφο, δεν άκουσε ούτε τη μάρτυρα να καταθέτει; Ανακριβής ελέγχεται επίσης ο ενάγων και στις αναφορές του για τα ταξίδια του πατέρα του στην Αθήνα και στη δυνατότητα του να ταξιδεύσει. Δέχθηκε αντεξεταζόμενος πως ο πατέρας του πήγαινε συχνά στην Αθήνα και το 2005 και το
- Αμέσως μετά όταν ρωτήθηκε για την αναγκαιότητα σύνταξης του τεκμηρίου 11 (το οποίο είναι επιστολή του πατέρα του που τον πληροφορεί για προβλήματα υγείας και αδυναμία να ταξιδεύσει στην Αθήνα, την χρονική εκείνη περίοδο, δηλαδή στις 6.4.2005 όπως επιβεβαίωσε η πιστοποίηση του εναγομένου 2), ο ενάγων παλινδρομώντας απέφυγε να απαντήσει ευθέως, και αφού του υποδείχθηκε το τεκμήριο 11, απάντησε «Εκείνη την περίοδο, το 2005, πότε έγινε, 2006, εγώ σας είπα ότι ερχόταν ο πατέρας μου για το 2001, 2003, 2004 ερχόταν στην Αθήνα. Ο πατέρας μου πέθανε το 2007 τον Φεβρουάριο. Εδώ μιλάμε από εκείνη την περίοδο προφανώς πλέον, λέγω, να μην ερχόταν συχνά». Μη επαρκής χαρακτηρίζεται και η εξήγηση που έδωσε ο ενάγων για το τεκμήριο
- Είναι φυσικό ή λογικό ένας πατέρας όπως ο συγκεκριμένος για τον οποίο ο γιος του έτρεφε αγάπη και εμπιστοσύνη (όπως ο ενάγων κατέθεσε) να χρειάζεται επιβεβαίωση της ιατρικής κατάστασης της υγείας του πατέρα του με ιατρικά πιστοποιητικά και πιστοποίηση της υπογραφής του; Εκείνο που ξεκάθαρα αναδύεται είναι πως η χρήση του τεκμηρίου 11 ήταν άλλη από την απλή ενημέρωση του ενάγοντα, η οποία άνετα μπορούσε να επιτευχθεί και τηλεφωνικώς. Το τεκμήριο 11 στόχευε σε πληροφόρηση και ενημέρωση άλλων. Εξίσου σημαντικό δείγμα αποφυγής απαντήσεων και μη ειλικρινούς τοποθέτησης του ενάγοντα συνιστούν οι θέσεις και εκδοχή του για τα τεκμήρια 9α και 9β. Για τα τεκμήρια τούτα προτάθηκαν δύο διαφορετικές και αντίθετες θέσεις. Μια από τον ενάγοντα και η άλλη από το συνήγορο του. Ο ενάγων αρνείται ότι ζήτησε το τεκμήριο 9α και 9β για δικούς του σκοπούς και κυρίως για δανειοδότηση. Αρνείτο έντονα και διαφωνούσε ότι με δική του εντολή ετοιμάστηκε και αποστάληκε το τεκμήριο αυτό. Ο συνήγορος του ενάγοντα, ο οποίος υπέχει θέση αντιπροσώπου έναντι του πελάτη του και δεσμεύει αυτόν, (Γιουρούκη ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 402, 411), υπέβαλε μια διαφορετική θέση αντεξετάζοντας την εναγομένη 1. Υπέβαλε ουσιαστικά ότι το έγγραφο συντάχθηκε για δανειοδότηση του ενάγοντα. Οι συγκεκριμένες υποβολές και ερωτήσεις είναι ενδεικτικές. «Ε. Άρα δεν ξέρετε ότι το τεκμήριο συντάχθηκε για να χρησιμοποιηθεί για την τότε δανειοδότηση του αδελφού σας. Ε. Σας υποβάλω ότι γνωρίζατε ότι όπως σας είχε πει ο πατέρας σας θα χρησιμοποιείτο από τον Σταύρο αυτό το έγγραφο. Τι απαντάτε; Ε. Σας υποβάλω ότι αποστείλατε αυτό το έγγραφο, ότι βοηθήσατε τον πατέρα σας να συντάξει αυτό το έγγραφο για να το στείλει στον Σταύρο με στόχο να εξαπατηθούν κάποιοι». Η εκδοχή και μαρτυρία του εναγομένου 2 κρίνεται και ελέγχεται αναξιόπιστη. Διεφάνη ξεκάθαρα η προσπάθεια του να παρουσιάσει τον εαυτό του ως άτομο που έπραξε και ενήργησε εντός των πλαισίων του νόμου. Η προσπάθεια του δε αυτή δικαιολογείται από την ανησυχία του για μη αποκάλυψη ενέργειας του η οποία ενδεχομένως παρέβαινε τον νόμο και τα καθήκοντα που η θέση του, του επέβαλε. Παρά τη μη ύπαρξη αντιφάσεων ή διισταμένων απόψεων, όμως ήταν έντονη η ανησυχία του και η διστακτικότητα του να απαντά άμεσα επί των ερωτήσεων που του ετίθεντο. Αξιολόγηση εμπειρογνωμόνων Αποτελεί την εισήγηση του συνηγόρου της εναγομένης 1 ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχτεί τη μαρτυρία του γραφολόγου, Μάριου Γιωτα Νικολαϊδη, ο οποίος σε αντίθεση με τον Ανδρέα Παναγιώτου Μ.Ε.4 έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε το Δικαστήριο εφαρμόζοντας τα στα γεγονότα να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Συνεχίζει περαιτέρω η εισήγηση ότι από την αντεξέταση του Ανδρέα Παναγιώτου προκύπτει ότι δεν ενήργησε σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την γραφολογική επιστήμη και κατά συνέπεια το τελικό συμπέρασμα του πάσχει. Δεν έχει βέβαια επεξηγηθεί με την αγόρευση ποιες ενέργειες του κ. Παναγιώτου δεν συνάδουν με την γραφολογική επιστήμη και γιατί πάσχει το τελικό συμπέρασμα του. Η αντίθετη εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα υποδεικνύει αφού κάνει αναφορά στη μαρτυρία του κ. Νικολαϊδη ότι αυτή διέπεται από αναξιοπιστία και ασάφεια σε αρκετές από τις απαντήσεις του όπως και από έλλειψη βεβαιότητας. Υπογραμμίζει περαιτέρω πως προκύπτει από την όλη μαρτυρία, ότι, ενώ το συμπέρασμα του κ. Παναγιώτου διέπεται από απόλυτη βεβαιότητα, το συμπέρασμα του κ. Νικολαϊδη αναφέρεται σε ενδείξεις και παρουσία όμοιων στοιχείων και δεν μπορεί αυτή να εξισώνεται με γραφολογική ομοιότητα των υπογραφών. Συνεπώς καταλήγει η εισήγηση η κατάληξη της έκθεσης του κ. Νικολαϊδη είναι επισφαλής και λανθασμένη όπως προέκυψε στα πλαίσια της αντεξέτασης του. Με την αγόρευση υποδεικνύονται διάφορα σημεία απαντήσεων του κ. Νικολαϊδη σε σχέση με την εμφάνιση του γράμματος «ε» αλλά και άλλων σημείων της υπογραφής όπως το μήκος και το μέγεθος των γραφικών μορφωμάτων, τη θηλιά, τις δύο παράλληλες καμπύλες και την οριζόντια γραμμή από τα οποία αποτελούνται οι υπογραφές και τη μεταξύ τους απόσταση, τη θέση τής κάτω γωνίας που σχηματίζει την υπογραφή σε σχέση με την έναρξη της μιας εκ των δύο παράλληλων καμπύλων, όπως επίσης και το σημείο που σηματοδοτεί την έναρξη της υπογραφής επί του προδιαγεγραμμένου σημείου στο χαρτί. Κατά την αντεξέταση του κ. Παναγιώτου από τον συνήγορο της εναγομένης 1, έγινε προσπάθεια μείωσης και αμφισβήτησης τόσο της κατάρτισης όσο και της εμπειρίας του. Και τονίστηκε ιδιαίτερα από τον ίδιο συνήγορο ότι ο κ. Παναγιώτου δεν διδάχθηκε σε πανεπιστήμιο την επιστήμη της γραφολογίας. Έχουν ανωτέρω κατά την παράθεση της μαρτυρίας των γραφολόγων παρατεθεί οι γνώσεις, η κατάρτιση και η εμπειρία τους. Έχει νομολογηθεί επανειλημμένα (Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ 984) ότι η εμπειρία σε αρκετές περιπτώσεις είναι ικανή να καταστήσει κάποιον εμπειρογνώμονα στην απουσία επιστημονικών τίτλων. «Η εμπειρογνωμοσύνη σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα, αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά». Η σχεδόν 38χρονη εμπειρία του κ. Παναγιώτου στον τομέα της εξέτασης τέτοιων εγγράφων είναι αδιαμφισβήτητη. Πέραν τούτου εξ' όσων φαίνεται από τα προσόντα που παρέθεσε, έχει τύχει εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης σε επιστημονικά εργαστήρια, έχει παρακολουθήσει σειρά μαθημάτων ανωτάτου επιπέδου στα επιστημονικά εργαστήρια Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας και στο Ισραήλ και της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας της Ζυρίχης και επίσης είναι απόφοιτος του American Institute of Applied Science (Forensic Science) της Νέας Υόρκης σε θέματα αποτυπωμάτων, φωτογραφίας και εξέτασης εγγράφων (χειρόγραφα και δακτυλογραφημένα). Έχει συμμετάσχει επίσης σε διεθνή συνέδρια και επιστημονικά σεμινάρια αναφορικά με την εξέταση εγγράφων σε διάφορες χώρες σε χρονικές περιόδους που ξεκινούν από το 1995 μέχρι το
- Ο κ. Νικολαϊδης έχει ακαδημαϊκή μόρφωση στο θέμα της νομικής επιστήμης και το μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών του που αφορούσε την αναγνώριση της γνησιότητας ή πλαστότητας εγγράφων, γραφής και υπογραφών περιλάμβανε εντατική πρακτική και θεωρητική εκπαίδευση διάρκειας τριών εξαμήνων. Ασκεί από το 2009 το επάγγελμα του δικαστικού γραφολόγου, εξεταστή εγγράφων και παράλληλα και το επάγγελμα του δικηγόρου. Είναι συνεπώς πρόδηλο από τα ανωτέρω καταγραφέντα πως ουδόλως υστερεί η κατάρτιση του κ. Παναγιώτου από αυτή του κ. Νικολαϊδη, αντίθετα εκείνο που συνάγεται είναι μια τεράστια εμπειρία σε σχέση με την εξέταση εγγράφων. Αν και τούτο, δηλαδή η εμπειρία ή η κατάρτιση από μόνες τους δεν καθιστούν εκ προοιμίου αποδεκτή ή όχι μια μαρτυρία. Κατά την αντεξέταση του κ. Παναγιώτου, ο συνήγορος της εναγομένης 1 προσπάθησε να θίξει τη μεθοδολογία που χρησιμοποίησε ο κ. Παναγιώτου κατά την εξέταση της αμφισβητούμενης υπογραφής. Του έθεσε ως σημαντικά εργαλεία για την αποτελεσματικότερη εξέταση της υπογραφής τη χρησιμοποίηση μικροσκοπίου και τη χρησιμοποίηση πλάγιου φωτισμού και δεδομένης της μη χρήσης αυτών από τον κ. Παναγιώτου, χαρακτήρισε ως ελλιπή τη μεθοδολογία του. Παρατηρείται όμως, πως ούτε ο γραφολόγος που κλήθηκε εκ μέρους της εναγομένης 1 χρησιμοποίησε πλάγιο φωτισμό ή μικροσκόπιο κατά την εξέταση της αμφισβητούμενης υπογραφής. Ο ίδιος ο κ. Νικολαϊδης δέχθηκε αντεξεταζόμενος ότι ήταν αδύνατο να μεταφέρει μαζί του από το γραφείο του στη Θεσσαλονίκη μικροσκόπιο, το οποίο θα ήταν ιδανικό να χρησιμοποιείτο, όμως η μη χρήση τους δεν αφαιρεί ούτε προσδίδει αδυναμία στην έρευνα. Υποδείχθηκε περαιτέρω ως λανθασμένη η μέθοδος του κ. Παναγιώτου στη λήψη των δειγμάτων της υπογραφής από τον ενάγοντα και συγκεκριμένα των λεγομένων request samples (τεκμήριο 20). Όπως εξήγησε ο κ. ΝικολαΪδης η αδυναμία αυτή εντοπίζεται στη δυνατότητα που έχει αυτός ο οποίος δίδει την υπογραφή του να αντιγράφει τη μια υπογραφή του από την άλλη. Εξήγησε δε πως δεν γνωρίζει με ποια μέθοδο ο κ. Παναγιώτου έλαβε τα δείγματα αυτά. Όπως ο κ. Παναγιώτου εξήγησε, έλαβε τα δείγματα σε πέντε κόλλες χαρτιού και αφαιρούσε τη μια κόλλα όταν έδιδε την επόμενη ούτως ώστε να μην γίνεται ακριβώς αντιγραφή των υπογραφών. Μπορούσε όμως ο Μεταξάς να έβλεπε τις υπογραφές που εδίδοντο επί της ιδίας κόλλας. Εξήγησε όμως ο κ. Παναγιώτου ότι εξέτασε όλα τα δείγματα των υπογραφών που έλαβε και ότι η σύγκριση της αμφισβητούμενης υπογραφής έγινε κυρίως με τις υπογραφές που δόθησαν και που υπήρχαν στα έγγραφα που του είχαν σταλεί και που είχαν τεθεί σε ανύποπτο χρόνο, όπως φαίνεται και στο τεκμήριο
- Παρά το ότι κατά την αντεξέταση του κ. Παναγιώτου αμφισβητήθηκαν και δεν θεωρήθηκαν ικανά τα έγγραφα που του δόθηκαν και επί των οποίων υπήρχαν οι υπογραφές του Μεταξά, παρατηρείται όμως πως τα ίδια έγγραφα χρησιμοποιήθηκαν και από τον κ. Νικολαϊδη. Εξετάζοντας τη μαρτυρία των δυο εμπειρογνωμόνων προτιμώ ως πιο τεκμηριωμένη και αιτιολογημένη σε κάθε της σημείο αυτή του κ. Ανδρέα Παναγιώτου Μ.Ε.
- Θεωρώ ότι σε κάποια σημεία η μαρτυρία του κ. Νικολαϊδη δεν έπεισε το Δικαστήριο. Σημειώνω χαρακτηριστικά την εμφάνιση του γράμματος «ε» στην αμφισβητούμενη υπογραφή και τη σύγκριση του στις υπογραφές που παρουσιάζονται στις εικόνες 27 μέχρι 29 της σελίδας 16 της έκθεσης του, τεκμήριο
- Ενώ στην αμφισβητούμενη υπογραφή φαίνεται ένα ξεκάθαρα τυπωμένο με κάθετη κλίση γράμμα «ε», στις υπόλοιπες υπογραφές που εμφανίζεται, έχει μια ξεκάθαρη κλίση χωρίς αυτόν τον ιδιαίτερο σχηματισμό. Σε σχετική ερώτηση του συνηγόρου του ενάγοντα για τη διαφορά του γράμματος αυτού, ο κ. Νικολαϊδης απαντούσε ότι γι' αυτόν είναι το ίδιο. Αντίθετα, ο κ. Παναγιώτου σε σχετική ερώτηση του συνηγόρου της εναγομένης 1 σε σχέση με το γράμμα «ε» και την ύπαρξη του στην αμφισβητούμενη υπογραφή, απάντησε ότι δεν έχει δώσει ιδιαίτερη σημασία στο γράμμα «ε» αλλά ότι έχει προσδώσει την ίδια σημασία που έδωσε και στα υπόλοιπα μέρη της αμφισβητούμενης υπογραφής. Συνέχισε δε αναφέροντας το εξής: «Και εκείνο το οποίο υποδεικνύει ο συνήγορος ότι φαίνεται σαν «ε» στο παράρτημα Β δεν είναι το ίδιο με το «ε» της αμφισβητούμενης υπογραφής και εξάλλου στο πόρισμα μου δικαιολογώ τον λόγο γιατί αυτή η υπογραφή παρουσιάζει αυτά τα στοιχεία, ότι πρόκειται για ελεύθερη απομίμηση από κάποιο πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσιο υπόδειγμα του Σταύρου Μεταξά. Ο σχηματισμός του «ε» στην αμφισβητούμενη υπογραφή έγινε με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι χρησιμοποιείται και από τις υπογραφές του Σταύρου Μεταξά». Ας σημειωθεί ότι ο κ. Παναγιώτου έχει υποβάλει σε εξέταση την αμφισβητούμενη υπογραφή και τις γνήσιες υπογραφές στο εργαστήριο κάτω από το μικροσκόπιο, κάτω από το οποίο έχει εντοπίσει διαφορές. Όπως ανέφερε, «Κάτω από το μικροσκόπιο έχω δει τον τρόπο έναρξης, τον τρόπο κατάληξης, τον τρόπο που σχηματίζεται η υπογραφή. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε διστακτικότητα, αβεβαιότητα ή τρέμουλο. Πρόκειται σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της δικαστικής γραφεολογίας για γνήσιες υπογραφές». Παρατηρείται περαιτέρω ότι ο κ. Νικολαϊδης προσπάθησε να μειώσει την αξία της έκθεσης και της έρευνας του κ. Παναγιώτου με δεδομένου το γεγονός της λήψης των λεγόμενων request samples. Θεώρησε ότι ο κ. Παναγιώτου χρησιμοποίησε ως ενιαίο υλικό τα request samples και τις υπογραφές οι οποίες είχαν δοθεί σε ανύποπτο χρόνο. Και παρέπεμψε προς τούτο στη σελίδα 7 του τεκμηρίου
- Όμως από τη μελέτη του συγκεκριμένου κειμένου υπό τον τίτλο Υπογραφές Βεβαίας Γνησιότητας του Σταύρου Ανδρέα Μεταξά, προκύπτει ότι αυτό το οποίο έχει κάμει ο κ. Παναγιώτου είναι ότι σύγκρινε τις υπογραφές που δόθηκαν σε ανύποπτο χρόνο με τις υπογραφές που δόθηκαν και φαίνονται στο τεκμήριο 20, (request samples). Με δεδομένο ότι ο κ. Νικολαϊδης όπως ο ίδιος δέχθηκε αντεξεταζόμενος, η διατύπωση του συμπεράσματος του αφήνει κάποιο περιθώριο αμφισβήτησης και ότι ο λόγος που κατέληξε στο συμπέρασμα του περί ισχυρών ενδείξεων η υπογραφή να ετέθη από τον ενάγοντα είναι ότι οι υπογραφές εφαρμόζουν όμοια χαρακτηριστικά και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει εντοπίσει και διαφορές μεταξύ των γνήσιων δειγμάτων και της αμφισβητούμενης υπογραφής, οι οποίες τον έχουν οδηγήσει στο ενδεχόμενο να είναι κάποιος τρίτος αυτός που έθεσε την υπογραφή. Με δεδομένο επίσης ότι στην καριέρα του έτυχε σε προηγούμενες γραφολογικές έρευνες να έχει δώσει απόλυτη άποψη για την αναγνώριση και αυθεντικότητα μιας υπογραφής, και αυτό έγινε «όταν η εξέταση γίνεται σε πρωτότυπα έγγραφα και η υπογραφή δεν παρουσιάζει παρά ελάχιστες ή η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν παρουσιάζει παρά ελάχιστες διαφοροποιήσεις με τα συγκριτικά δείγματα, τότε πράγματι έχει συμβεί να δοθεί και γνωμοδότηση με απόλυτη βεβαιότητα», εξάγεται το αναπόφευκτο συμπέρασμα πως οι διαφορές που εντόπισε δεν θεωρούνται ελάχιστες. Με δεδομένο το συμπέρασμα του κ. Παναγιώτου το οποίο εκφράζεται με απόλυτη βεβαιότητα, την οποία βεβαίως έχει δικαιολογήσει, αποδέχομαι τη μαρτυρία του και καταλήγω σε εύρημα ότι η υπογραφή επί του τεκμηρίου 4 δεν είναι η γνήσια υπογραφή του ενάγοντα και δεν ετέθη από τον ίδιο. Προκύπτουν επομένως ως ευρήματα του Δικαστηρίου τα κάτωθι. Η υπογραφή του ενάγοντα επί του τεκμηρίου 4 δεν είναι γνήσια δική του και ούτε ετέθη από τον ίδιο. Ο εναγόμενος 2 πιστοποίησε γνησιότητα υπογραφής η οποία δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα και στην απουσία του ενάγοντα. Το επίμαχο πληρεξούσιο έγγραφο, τεκμήριο 4 χρησιμοποιήθηκε από τον πατέρα του ενάγοντα από το 2001 και δυνάμει αυτού προέβη σε διάφορες πράξεις, πωλήσεις και μεταβιβάσεις τόσο επωφελείς για τον ενάγοντα όσο και επαχθείς γι' αυτόν. Με χρήση του τεκμηρίου 4, ο Αντρέας Μεταξά με την πράξη μεταβίβασης Δ.1134/03 (τεκμήριο 3) μεταβίβασε δια δωρεάς επ' ονόματι της εναγομένης 1 τα μερίδια του ενάγοντα επί των επίδικων ακινήτων τεμάχια 371 και
- Εύρημα επίσης αποτελεί με βάση την αναντίλεκτη και αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της ΜΥ3 κας Κουρσάρου, υπαλλήλου στο Κτηματολόγιο Λεμεσού πως με βάση το τεκμήριο 4, το επίδικο πληρεξούσιο, πραγματοποιήθηκαν, πέραν των επίδικων, και οι πιο κάτω δηλώσεις και πράξεις μεταβιβάσεων ακινήτων. (Παρατίθενται με χρονολογική σειρά).
- Με τη δήλωση μεταβίβασης Δ.105/2001 ημερ. 19.12.2000 (τεκμήριο 31) μεταβιβάστηκαν στις 27.1.2001 τα ακίνητα υπ' αρ. εγγραφής 9077 τεμάχιο 264, χωράφι και 9148 αρ. τεμαχίου 28, αμπέλι, αμφότερα εβρισκόμενα στον Άγιο Νικόλα Πάφου από τις ιδιοκτήτριες Δέσποινα και Χριστιάνα Α. Μεταξά προς τον Σταύρο Αντρέα Μεταξά.
- Με τη δήλωση μεταβίβασης Π1418/2001 ημερ. 10.5.2001 (τεκμήριο 30) μεταβιβάστηκε το ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής Β502 αρ. τεμαχίου 600, οικόπεδο στον Κάψαλο, ιδιοκτήσιας των Σταύρου και Δέσποινας Αντρέα Μεταξά προς τους Αντρέα Α. Σολωμού και Παντελίτσα Ιωάννου.
- Με τη δήλωση μεταβίβασης Δ.1425/2001 ημερ. 16.5.2001 (τεκμήριο 29) μεταβιβάστηκε το ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής Β503 αρ. τεμαχίου 601 δυνάμει δωρεάς από τον Σταύρο Μεταξά προς τη Δέσποινα Μεταξά.
- Με τη δήλωση μεταβίβασης Δ.2449/2002 ημερ. 17.12.2002 (τεκμήριο 32) μεταβιβάστηκε το ακίνητο με αρ. εγγραφής 9077 αρ. τεμαχίου 264 χωράφι εβρισκόμενο στον Άγιο Νικόλαο Πάφου από τον Σταύρο Αντρέα Μεταξά προς τις Μαρία, Ιφιγένεια, Βασιλεία, Δέσποινα, Χριστιάνα Αντρέα Μεταξά σε ποσοστό 1/5 μεριδίου εκάστη. Το εν λόγω ακίνητο είναι εκείνο επί του οποίου ο Αντρέας Μεταξάς επιθυμούσε να ανεγείρει μοναστήρι.
- Με τη δήλωση μεταβίβασης Π760/2003 ημερ. 26.2.2003 (τεκμήριο 28) μεταβιβάστηκε το ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής Β498 αρ. τεμαχίου 596 από τον Σταύρο Μεταξά, ενάγοντα προς τον Λίνο Ζεβεδαίο. Προηγήθηκε η σύναψη αγοραπωλητηρίου εγγράφου (τεκμήριο 13) ημερ. 25.1.
- Το ποσό των ΛΚ30.000, το τίμημα πώλησης, στάληκε στον ενάγοντα.
- Με τη δήλωση μεταβίβασης 996/2003 ημερ. 13.3.2003 (τεκμήριο 27) μεταβιβάστηκε το ½ μερίδιο του υπ' αρ. εγγραφής Β501 αρ. τεμαχίου 599, οικοπέδου το οποίο βρίσκεται στον Κάψαλο, ιδιοκτησίας των Σταύρου Μεταξά και Δέσποινας Μεταξά προς τους Άρτεμη Γ. Κασάπη και Προκόπη Χρ. Τσαγγάρη στους οποίους είχε πωληθεί με αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερ. 29.1.
- Σε όλες τις μεταβιβάσεις μεταξύ των παιδιών του αποβιώσαντα Αντρέα Μεταξά πληρεξούσιος αντιπρόσωπος τόσο των δικαιοπαρόχων όσο και δικαιοδόχων εμφανιζόταν ο ίδιος. Ο ενάγων γνώριζε τουλάχιστον κατά το 2003 όταν καταχωρούσε το δικόγραφο στο Ελληνικό Δικαστήριο, τεκμήριο 15, ότι η επίδικη περιουσία δεν ήταν εγγεγραμμένη επ' ονόματι του. Όπως ανωτέρω έχω αποδεχθεί, το τεκμήριο 4, το επίδικο πληρεξούσιο δεν φέρει την υπογραφή του ενάγοντα και η τεθείσα υπογραφή δεν είναι γνήσια. Από τον συνήγορο του, χαρακτηρίζεται πλαστό. Η έννοια της πλαστογραφίας καλύπτεται από το άρθρο 331 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και σύμφωνα με αυτό είναι «ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης» όπως επιβεβαιώθηκε και στην απόφαση Δ. Ευσταθίου ν. Alpha Bank, Πολ. Έφεση 241/08 ημερ. 19.7.
- Είναι η θέση του συνηγόρου του ενάγοντα όπως εκφράζεται μέσα από την αγόρευση του, πως το τεκμήριο 4 είναι άκυρο αφού αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας αλλά ακόμη και να κριθεί ότι είναι έγκυρο, οι επίδικες πράξεις έγιναν παρά τη θέληση του ενάγοντα και χωρίς τη συγκατάθεση του. Θεωρεί δε το τεκμήριο 4 άκυρο αφού αυτό αποτελεί προϊόν πλαστογραφίας και παραπέμπει σχετικά στο Σύγγραμμα Bowstead on Agency, 13th Edition. Στη σελ. 314 του ανωτέρω συγγράμματος καταγράφεται: «
(3). Forgery. No right can be acquired directly through a forgery. A person whose signature is forged makes no representation thereby, and in general owes no duty to prevent forgery. But there may be cases where such a duty exists: and a person may be estopped from setting up forgery by his conduct on learning of it». (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου). Από μαρτυρία που προήλθε από τον ίδιο τον ενάγοντα, αναδεικνύεται η ανυπαρξία οποιασδήποτε πρόθεσης δόλου εκ μέρους του πατέρα του, στον οποίο αποδίδεται η πλαστογραφία. Ρητά και απερίφραστα ο ενάγων δήλωσε πως ο πατέρας τους δεν ήθελε να τον βλάψει ή να τον ζημιώσει. Εκείνο στο οποίο αποσκοπούσε ήταν ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή η προστασία του από τις απαιτήσεις της συζύγου του και η περίσωση της οικογενειακής περιουσίας. Χαρακτηριστική είναι και η παράγραφος 8 της εκθέσεως απαιτήσεως: «Κατά ή περί την 09.11.2000 και εν αγνοία του Ενάγοντα ο αποβιώσαντας πατέρας του και προφανώς σε μια αφελή προσπάθεια του να προστατέψει την περιουσία του υιού του από τις απαιτήσεις της συζύγου του στην Ελλάδα κατάρτισε ένα ψεύτικο πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο ο Ενάγοντας έδιδε την εξουσία να διαχειρίζεται όλη την περιουσία του στην Κύπρο στον αποβιώσαντα. Το εν λόγω πληρεξούσιο έγγραφο πιστοποίησε ο Εναγόμενος υπ. αρ.2». Απουσία ισχυρισμών δόλιας συμπεριφοράς παρατηρείται και για την εναγομένη
- Δεν δικογραφείται καν τέτοιος ισχυρισμός. Οι λεπτομέρειες δόλου στρέφονταν εναντίον του αποβιώσαντα Αντρέα Μεταξά και του εναγομένου 2, οι οποίες όμως δεν υποστηρίχτηκαν με μαρτυρία ούτε και για τον τελευταίο. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση του ενάγοντα μετά από σχετική ερώτηση του συνηγόρου του εναγομένου
- Ρωτήθηκε εάν πιστεύει πως ο εναγόμενος 2 ήθελε να τον βλάψει. Απάντησε αρνητικά ο ενάγων και πρόσθεσε πως ενδεχομένως ο εναγόμενος 2, πίστευε ότι ο ενάγων είχε θέσει ο ίδιος την υπογραφή του επί του επίδικου πληρεξουσίου και γι' αυτό την πιστοποίησε. Το στοιχείο της εξαπάτησης κάποιου, πρέπει να ενυπάρχει ως συστατικό στοιχείο και του αστικού αδικήματος της απάτης, όπως αυτό στοιχειοθετείται από το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ.
- Είναι γνωστό ότι κάθε πράξη ή έγγραφο το οποίο είναι αποτέλεσμα ή προϊόν δόλου ακυρώνεται σε περίπτωση που θα αποδειχθεί η ύπαρξη δόλου (Phipson on Evidence, 12η έκδοση, παρ. 1911). Σχετικό είναι επίσης το απόσπασμα από το σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 14th edition, παρ. 1640 «In order to give a cause of action in deceit not only must the statement complained of be untrue to the defendant's knowledge, it must be made with intent to deceive the plaintiff, with intent, that is to say, that it shall be acted upon by him». Όπως έχει διακηρυχθεί από τον Λόρδο Herchell στην υπόθεση Derry v. Peek (1886-1890) All E.R. Rep. 1 p. 497 όπου εξέταζε το σχετικό αστικό αδίκημα «I think the authorities establish the following propositions: First, in order to sustain an action of deceit, there must be proof of fraud and nothing short of that will suffice». Το αναπόφευκτο ερώτημα που αναφύεται είναι εάν το μη γνήσιο της υπογραφής του ενάγοντα επί του τεκμηρίου 4, καθιστά, ακόμη και χωρίς την πρόθεση ή ύπαρξη δόλου, άκυρες τις επίδικες μεταβιβάσεις. Αποτέλεσε εισήγηση εκ μέρους του συνηγόρου του ενάγοντα πως ακόμη και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι το τεκμήριο 4 δεν είναι πλαστογραφημένο ή ακόμα και αν κριθεί ότι ήταν έγκυρο λόγω της επικύρωσης του από τον ενάγοντα, παραταύτα οι επίδικες πράξεις είναι άκυρες και αυτό διότι όπως προκύπτει από το σύγγραμμα Bowstead & Reynolds on Agency, nineteenth edition, η πληρεξουσιότητα που δίδεται στον αντιπρόσωπο έπρεπε να εξασκηθεί για τους σκοπούς που δόθηκε αυτό και ο ενάγοντας δεν δεσμευόταν από τις πράξεις του πατέρα του αφού ως αντιπροσωπευόμενος διατηρεί το δικαίωμα να αποκηρύξει κάθε πράξη που τελέστηκε χωρίς τη γνώση ή πληρεξουσιότητα του. Επικαλέστηκε προς τούτο την απόφαση Ιακώβου κ.α. ν. Ζαπρή
(2008)1Β Α.Α.Δ η οποία επεκύρωσε και την προηγούμενη απόφαση Kakoullou v. Kakoullou
(1987)1 CLR 547. Στην πρώτη απόφαση λέχθηκαν τα πιο κάτω τα οποία ουσιαστικά θέτουν τις αρχές λειτουργίας ενός αντιπροσώπου: «Όπως ρητά τονίζεται στα Άρθρα 171, 172 και 174 του ίδιου Νόμου, ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να διεξάγει τις εργασίες του αντιπροσωπευόμενου σύμφωνα με τις οδηγίες του δεύτερου με δεξιότητα και επιμέλεια. ...». Τα ανωτέρω λεχθέντα είναι βεβαίως κοινώς αποδεκτά. Προϋποθέτουν εντούτοις εύρημα περί άγνοιας, μη συναίνεσης και μη αποδοχής συγκεκριμένης πράξης. Δυνάμει του άρθρου 10
(1)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου αρ. 9/65, διενέργεια δήλωσης μεταβίβασης μπορεί να γίνει μέσω αντιπροσώπου οπότε και ο αντιπρόσωπος οφείλει να αποδείξει ότι το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου διενεργείται η δήλωση παρέσχε σ' αυτόν έγγραφη εξουσιοδότηση. Τα περί Αντιπροσωπείας και σχέσεως αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου διέπονται από το Μέρος ΧΙΙΙ του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 (Άρθρα 142-171). Σύμφωνα με το Άρθρο 142: «Αντιπρόσωπος» είναι το πρόσωπο το οποίο προσλαμβάνεται για την τέλεση πράξης για λογαριασμό άλλου ή για αντιπροσώπευση άλλου σε συναλλαγές με τρίτους. Το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου τελείται η πράξη αυτή, ή το οποίο αντιπροσωπεύεται με τον τρόπο αυτό, καλείται «αντιπροσωπευόμενος». Σύμφωνα δε με το Άρθρο 146 του ιδίου Νόμου η πληρεξουσιότητα του αντιπροσώπου δύναται να είναι ρητή ή σιωπηρή. Για τους λόγους που κατωτέρω καταγράφονται κρίνεται πως ο ενάγων ενέκρινε τις πράξεις του πατέρα του τις οποίες αποδέχτηκε και ενήργησε βάσει αυτών. Εν πρώτοις ας σημειωθεί πως ο πατέρας των διαδίκων Αντρέας Μεταξάς, ενεργούσε ασκώντας εξουσίες ιδιοκτήτη, επί της περιουσίας που παρουσιαζόταν εγγεγραμμένη επ' ονόματι των παιδιών του. Παράδειγμα αποτελεί το ακίνητο 371 το ιδιοκτησιακό καθεστώς του οποίου άλλαζε συνεχώς και κατά καιρούς, πάντοτε με την παρουσία του Αντρέα Μεταξά ως πληρεξούσιου αντιπροσώπου δικαιοπαρόχου και δικαιοδόχου (τεκμήριο 2). Η ίδια τακτική παρουσιάζεται να ακολουθείται και για το ακίνητο 598 (τεκμήριο 1) αλλά και για τα ακίνητα τεμάχιο 264 στην Πάφο. Ο ίδιος ο ενάγων είχε επίσης παραχωρήσει σε προγενέστερο χρόνο, όπως διεφάνη από τη μαρτυρία, γενικό πληρεξούσιο στον πατέρα του (τεκμήρια 7 και 33). Ο ενάγων όπως ο ίδιος δέχτηκε αντεξεταζόμενος αποδέκτηκε την πώληση ακίνητης περιουσίας του προς τρίτα πρόσωπα και εισέπραξε το προϊόν πώλησης, το οποίο αποστάληκε σε αυτόν από τον πατέρα του. Προϊόν πώλησης επίσης κατατέθηκε για πληρωμή χρέους που εμφανιζόταν ότι επιβάρυνε αυτόν (τεκμήριο 24). Χρησιμοποίησε το γεγονός της αποξένωσης περιουσίας του, ενώπιον Ελληνικού Δικαστηρίου, για να καταδείξει έλλειψη εισοδηματικής ικανότητας, σε αίτηση διατροφής που έχει καταχωρηθεί εναντίον του από την πρώην σύζυγο του. Η συμπεριφορά του αυτή όχι μόνο αποδεικνύει γνώση και έγκριση διενεργηθέντων από τον πατέρα του πράξεων αλλά δημιουργεί περαιτέρω κώλυμα στη διεκδίκηση των αξιώσεων όπως αυτές προβάλλονται. (Phipson on Evidence, 12η έκδοση, σελ. 912). Ο συνήγορος της εναγομένης 1 επεσήμανε πως «όταν ένας διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως μια δέσμευση δεν μπορεί αργότερα να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στα έγγραφα δεν είναι σωστά. Είναι νομολογημένο ότι η ανάθεση της υπόθεσης στο δικηγόρο και η άφεση του δικηγόρου να χειριστεί αυτή εν λευκώ, ταυτίζει τον διάδικο με οποιαδήποτε συνήθη σφάλματα ή παραλείψεις του δικηγόρου (Μιαρής κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Έφεση 46/2006)». Η ανωτέρω απόφαση η οποία δημοσιεύθηκε στους τόμους του
(2009)1 Α.Α.Δ. 435, αφορούσε αίτηση επαναφοράς έφεσης για την απόρριψη της οποίας ο εφεσείων επικαλείτο σφάλμα του δικηγόρου του και επανατονίστηκε πως οι παραλείψεις και τα σφάλματα του δικηγόρου δεν μπορούν ποτέ να δικαιολογήσουν επαναφορά. Ουσιαστικά ταύτιζε τη συμπεριφορά δικηγόρου με τη συμπεριφορά του διαδίκου. Εύρημα αναπόφευκτο, αλλά και με παραδοχή του ενάγοντα, αποτελεί ότι τουλάχιστον από τις 25.1.2003 που συνήφθηκε το τεκμήριο 13, γνώριζε την ύπαρξη του τεκμηρίου 4. Αυτό συνάγεται από τη θέση του ενάγοντα πως διερωτήθηκε πως κατέστη δυνατή η πώληση αυτή και ζήτησε να πάρει πληροφορίες από τον πατέρα του. Στο σύγγραμμα Bowstead & Reynolds on Agency (ανωτέρω) και στο παρατεθέν απόσπασμα αναφέρεται η απόφαση Greenwood v. Martin's Bank Ltd
(1932)H.L.
- Σε εκείνη την υπόθεση, ο ενάγων πελάτης της εναγομένης τράπεζας, αξίωσε ανάκτηση ποσού το οποίο καταβλήθηκε στη σύζυγο του, η οποία πλαστογράφησε την υπογραφή του, σε επιταγές που αφαίρεσε από το βιβλιάριο επιταγών. Εκρίθη πως, δεδομένου ότι πληροφορήθηκε και έμαθε για την πλαστογραφία αυτή και δεν καταχώρησε αγωγή παρά μόνο αρκετό καιρό μετά τον θάνατο της γυναίκας του, αυτό αποτελούσε κώλυμα για τις όποιες διεκδικήσεις του. Κρίνεται συνεπώς, ενόψει όλων των ανωτέρω πως ο ενάγων δεν δικαιούται στην ικανοποίηση των αιτουμένων θεραπειών. Απαίτηση ενάγοντα εναντίον εναγόμενου 2 Οι διεκδικήσεις του ενάγοντα εναντίον του εναγομένου 2 τον οποίο θεωρεί υπαίτιο απάτης και ή παράβασης νομίμου καθήκοντος του, περιγράφονται στις σχετικές λεπτομέρειες της παραγράφου 8 της έκθεσης απαίτησης και έχουν ως εξής:
- Εν άγνοια του ενάγοντα, ο αποβιώσαντας κατάρτισε πλαστό πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο καταρτίστηκε από τον ίδιον και πιστοποιήθηκε από τον εναγόμενο υπ' αρ.
- Το πληρεξούσιο έγγραφο δεν έφερε την υπογραφή του ενάγοντα.
- Ο εναγόμενος υπ' αρ. 2 πιστοποίησε την υπογραφή του ενάγοντα χωρίς αυτός να υπογράψει τέτοιο πληρεξούσιο ή/και να ήταν παρών κατά την κατάρτιση του.
- Ο εναγόμενος υπ' αρ. 2 παρέβηκε τις υποχρεώσεις του δυνάμει της σχετικής Νομοθεσίας Νόμου Περί Πιστοποιών Υπαλλήλων εφόσον δεν τήρησε τις προϋποθέσεις πιστοποίησης. Τα γεγονότα που συνθέτουν την εικόνα της πιστοποίησης από τον εναγόμενο 2 της υπογραφής του ενάγοντα έχουν ανωτέρω αναφερθεί και αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 2 πιστοποίησε έγγραφο το οποίο έφερε υπογραφή που αποδιδόταν στον ενάγοντα, στην απουσία του τελευταίου. Η βασική νομοθετική πρόνοια σχετικά με το εξεταζόμενο θέμα παρέχεται από τον Περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμο Κεφ. 39 όπως έχει τροποποιηθεί και μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα. Τα επίμαχα άρθρα 6 και 7 αναδεικνύουν το εξής καθήκον. Σύμφωνα με το άρθρο 6 «αποτελεί καθήκον κάθε πιστοποιούντος υπαλλήλου . να πιστοποιεί ότι η υπογραφή ή η σφραγίδα που τέθηκε σε οποιοδήποτε έγγραφο είναι η υπογραφή ή η σφραγίδα του προσώπου του οποίου θεωρείται ότι είναι η υπογραφή ή σφραγίδα». Το άρθρο 7 προνοεί πως «κανένας πιστοποιών υπάλληλος δεν πιστοποιεί οποιαδήποτε υπογραφή ή σφραγίδα εκτός αν: α) η υπογραφή ή η σφραγίδα τίθεται στο έγγραφο στην παρουσία του». Έχει αποτελέσει εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος 2 δεν είχε οποιαδήποτε πρόθεση εξαπάτησης του ενάγοντα. Το ερώτημα αν παρέχεται δικαίωμα έγερσης αγωγής για αποζημιώσεις ως αποτέλεσμα παράβασης θέσμιου καθήκοντος έχει απαντηθεί καταφατικά στην απόφαση Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Γεωργίου Εφραίμ Δημητρίου κ.α
(1997)1 ΑΑΔ 336 η οποία υιοθετήθηκε στην Γεώργιος Αντωνίου ν. Δήμητρας Χριστοδούλου
(2003)1 ΑΑΔ
- Το Εφετείο συμφώνησε ότι η επιβολή του καθήκοντος των πιστοποιούντων υπαλλήλων όπως διατυπώνεται στο άρθρο 7 του Νόμου είχε σκοπό την προστασία των συναλλαττομένων γενικά, την αποφυγή καταδολιεύσεως και την πρόκληση χρηματικής ή περιουσιακής απώλειας. Το δικαίωμα που επιβάλλεται στους πιστοποιούντες υπαλλήλους όπως αυτό τους ανατέθηκε από τον νόμο και όπως το αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο, τους εναποθέτει και υψηλό καθήκον επιμέλειας και φροντίδας κατά την πιστοποίηση υπογραφών όπως η παρούσα υπόθεση καθόσον από τη δική τους ενέργεια επηρεάζονται ουσιαστικά οι γενικότερες συναλλαγές. Θεωρώ ότι ανεξάρτητα πως στην κρινόμενη περίπτωση εύρημα του Δικαστηρίου αποτελεί ότι ο ενάγων δεν δικαιούται για τους λόγους που έχουν αναφερθεί ανωτέρω, στην ακύρωση των επίδικων διαταγμάτων, όμως θα αποφεύγετο όλη αυτή η προστριβή, η δικαστική διαμάχη και διαδικασία εάν ο εναγόμενος 2 τηρούσε το ανατεθειμένο και θεσμοθετημένο σε αυτόν καθήκον. Ανταπαίτηση Εναγόμενης 1 Έχει γίνει αποδεκτό με την αγόρευση του συνηγόρου του ενάγοντα το γεγονός της σύναψης δανείου από την εναγόμενη
- Ο συνήγορος της τελευταίας επικαλείται με την αγόρευση του το τεκμήριο 25 το οποίο αποκαλύπτει όπως ισχυρίζεται την ύπαρξη του δανείου και αποδεικνύει την ανταπαίτηση της πελάτιδας του. Από την αντίπερα όχθη η εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα είναι πως η απόδειξη της ανταπαίτησης της εναγόμενης 1 η οποία περιορίζεται στο τεκμήριο 25 δεν συνιστά επαρκή απόδειξη της ανταπαίτησης. Εισηγείται περαιτέρω ότι και από τη μαρτυρία όπως εδόθη κατά την αντεξέταση της εναγόμενης 1 κατέστη σαφές ότι το δάνειο δεν συνάφθηκε κατά παράκληση του ενάγοντα και ούτε ο ίδιος επωφελήθηκε απ' αυτό. Το τεκμήριο 25 αποτελείται από δύο αποδείξεις. Μια πληρωμής, και μια είσπραξης από τις οποίες προκύπτει πως την ίδια ημερομηνία έγινε ανάληψη ποσού από τον λογαριασμό της εναγομένης 1 και πληρωμή του ισάξιου ποσού στον λογαριασμό του ενάγοντα. Είναι ορθή η παρατήρηση και εισήγηση του συνηγόρου του ενάγοντα ότι αυτό από μόνο του το γεγονός δεν αποδεικνύει την ανταπαίτηση της εναγόμενης. Η ίδια η εναγόμενη 1 αντεξεταζόμενη παραδέχθηκε ότι η ίδια δεν είχε εγγυηθεί προσωπικά οποιοδήποτε δάνειο του ενάγοντα, ότι δεν κλήθηκε από τον ενάγοντα να της καλύψει ή να εγγυηθεί οποιοδήποτε δάνειο, ούτε είχε οποιαδήποτε συζήτηση με τον ενάγοντα για τη σύναψη ή εγγύηση του δανείου. Η οποιαδήποτε ενημέρωση προήλθε από τον πατέρα της με οδηγίες και με ενέργειες του οποίου πληρώθηκε το ποσό αυτό. Είναι χαρακτηριστικές οι πιο κάτω απαντήσεις της μάρτυρος κατά την αντεξέταση της: «Ε. Και απ' ότι αντιλαμβάνομαι στις 26.10.2004 μετά από παράκληση του Σταύρου συνήψατε δάνειο για να μπορέσει να εξοφλήσει το δάνειο του. Αυτή είναι η θέση σας, σωστά; Α. Εγώ δεν έχω μιλήσει με τον αδελφό μου για το δάνειο. Εγώ μίλησα με τον πατέρα μου που με πήρε τηλέφωνο στα Ιωάννινα και με ενημέρωσε ότι ήταν σωστό να βγει το όνομα του αδελφού μας από το δάνειο και έτσι ζήτησε και ο ίδιος ο αδελφός μου, αφού το κτίριο δεν βρισκόταν ποια στο όνομα του και επίσης μου εξήγησε ότι ο αδελφός μου ήθελε καθαρό το όνομα του από δάνεια για δικούς του προσωπικούς λόγους και συμφέροντα. .................. Α. Δεν είναι καθόλου διαφορετική η θέση μου. Ο αδελφός μου με παρακάλεσε μέσω του πατέρα μου. Γι' αυτό το σκοπό και γι' αυτό το δάνειο. Όπως εξήγησα δεν ήθελε στο όνομα του το δάνειο και δεν θεωρώ καθόλου παράλογη αυτή την απάντηση του. Αφού το κτίριο ανήκε σε μένα». Δεδομένου πως η πληρωμή αυτού του ποσού φαίνεται να έγινε τον Οκτώβριο του 2004 και ότι αφορούσε όπως είπε η εναγόμενη 1 την πολυκατοικία επί του τεμαχίου 371 το οποίο τη συγκεκριμένη περίοδο είχε ήδη μεταβιβαστεί επ' ονόματι της εναγόμενης 1 και η οποία είχε καταστεί εξ ολοκλήρου ιδιοκτήτρια του τεμαχίου αυτού, τότε προκύπτει ξεκάθαρα ότι κανένα όφελος είχε ο ενάγων από την πληρωμή αυτή. Συνεπώς κρίνεται ότι η ανταπαίτηση της εναγόμενης 1 δεν μπορεί να επιτύχει. Συνακόλουθα, ενόψει όλων όσων ανωτέρω έχουν παρατεθεί: - η αγωγή απορρίπτεται τόσο εναντίον της εναγόμενης 1 όσο και εναντίον του εναγόμενου
- - η ανταπαίτηση της εναγόμενης 1 εναντίον του ενάγοντα απορρίπτεται. Ο εναγόμενος 2 δεδομένων των λόγων οι οποίοι έχουν εκτεθεί ανωτέρω και οι οποίοι συνιστούν κυρίως παράβαση του θέσμιου καθήκοντος του η οποία έδωσε έρεισμα για τις δικαστικές αυτές διαμάχες και η οποία θεωρείται όχι απομακρυσμένη ζημιά, καταδικάζεται στα έξοδα του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Δεδομένης της ιδιαίτερης σχέσης μεταξύ ενάγοντα και εναγομένης 1 και σε μια προσπάθεια μη όξυνσης περαιτέρω των σχέσεων τους, θεωρώ πιο ορθό να επιβαρυνθεί ο καθείς τα έξοδα του. (Υπ.) ................ Δ. Σωκράτους, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Final Αναφορά: Πλαστογραφία - Γενικό Πληρεξούσιο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο