Zuhair Mansour ν. Δήμητρας Κωνσταντίνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2718/2006, 10/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2718/2006 Μεταξύ: Zuhair Mansour Ενάγοντα και 1. Δήμητρας Κωνσταντίνου 2. Νίκου Μορφίτη Εναγομένων Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Σ. Σωφρονίου Για τους Εναγομένους 1 και 2: κ. Σπ. Μιχαηλίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει από τους Εναγομένους 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα το ποσό των £20,000 πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του που περιέχονται στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, δυνάμει έγγραφων συμφωνιών ημερομηνίας 15.1.2005 και 1.8.2005 ο Ενάγοντας υπενοικίασε στους Εναγομένους 1 και 2 αντίστοιχα την επιχείρηση εστιατορίου/ψησταριάς που διατηρούσε στα καταστήματα με αριθμούς 31Β και 31Γ στην οδό Αγίας Ζώνης στη Λεμεσό, ιδιοκτησίας της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του ιερού ναού Αγίας Ζώνης Λεμεσού (στο εξής η «Εκκλησιαστική Επιτροπή»). Οι εν λόγω συμφωνίες περιείχαν επίσης πρόνοια ότι σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι αποφάσιζαν να αγοράσουν την επιχείρηση θα έπρεπε να καταβάλουν στον Ενάγοντα το ποσό των £20,000 ως η αξία των μηχανημάτων που υπήρχαν στα καταστήματα και παραχωρήθηκαν σε αυτούς για χρήση, συμπεριλαμβανομένης της φήμης και πελατείας (goodwill). Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι έχουν πλουτήσει αδικαιολόγητα σε βάρος του με το ποσό αυτό αφού κατακράτησαν, χρησιμοποίησαν και καρπώθηκαν τα μηχανήματα και τον εξοπλισμό του και μέχρι σήμερα δεν του τα έχουν επιστρέψει. Η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.11.2011, που εκδόθηκε στα πλαίσια αίτησης του Ενάγοντα ημερομηνίας 25.10.2011 και ενώ η ακροαματική διαδικασία βρισκόταν σε εξέλιξη. Να σημειωθεί μάλιστα ότι με το αρχικό του δικόγραφο ο Ενάγοντας αξίωνε από τους Εναγόμενους το ποσό των £20,000 επί το ότι οι ίδιοι συμφώνησαν με αυτόν να αγοράσουν την επιχείρησή του για το ποσό αυτό αντί να την ενοικιάζουν, πλην όμως αρνήθηκαν να του πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής τους. Στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι εγείρουν καταρχήν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής καθότι είναι αλλοδαπός και/ή έμενε στην Κύπρο υπό το καθεστώς του πολιτικού πρόσφυγα και δεν είχε άδεια και/ή δεν νομιμοποιείτο στην άσκηση επιχείρησης και/ή εργασίας στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και για το λόγο αυτό οι ισχυριζόμενες συμφωνίες είναι άκυρες και χωρίς έννομα αποτελέσματα. Άνευ βλάβης της προδικαστικής τους ένστασης, οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι κατά το έτος 2005 ο Ενάγοντας λειτουργούσε οποιαδήποτε επιχείρηση στα επίδικα καταστήματα και ότι υπήρξε από μέρους τους πρόθεση υπενοικίασης οποιασδήποτε επιχείρησής του. Ισχυρίζονται δε ότι το μεν κατάστημα 31Γ χρησιμοποιείτο από τον Ενάγοντα και κάποιο άλλο πρόσωπο ως αποθήκη, ενώ στο κατάστημα με αριθμό 31Β υπήρχε μικρός αριθμός πεπαλαιωμένων και σε αχρησία μηχανημάτων τα οποία ανήκαν σε κάποιο Γεώργιο Συμιλλίδη. Είναι περαιτέρω η θέση της υπεράσπισης ότι τα επίδικα καταστήματα παρουσίαζαν εικόνα εγκατάλειψης και συνεπώς οι ίδιοι δεν παρέλαβαν οποιαδήποτε επιχείρηση, ούτε και υπήρχε φήμη και πελατεία, ενώ περί την 5.10.2005 ο Εναγόμενος 2 αγόρασε από τον Γεώργιο Συμιλλίδη έναντι του ποσού των £1,000 τα μηχανήματα που βρίσκονταν στα καταστήματα και περιγράφονται στην παράγραφο 8 της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης. Επιπρόσθετα και άνευ βλάβης των πιο πάνω θέσεων τους, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι συμφωνίες που υπογράφθηκαν μεταξύ των διαδίκων είναι άκυρες και εικονικές αφού έγιναν με σκοπό την εξαπάτηση της Εκκλησιαστικής Επιτροπής ενόψει του ότι με βάση τη συμφωνία ενοικίασης που είχε ο Ενάγοντας μαζί τους, αυτός δεν είχε δικαίωμα υπενοικίασης των καταστημάτων. Όταν δε η Εκκλησιαστική Επιτροπή αντελήφθηκε τις εις βάρος της ενέργειες ζήτησε από τον Ενάγοντα και τον συνενοικιαστή του την κατοχή των καταστημάτων. Η κατοχή των καταστημάτων παραδόθηκε από τον Ενάγοντα στην Εκκλησιαστική Επιτροπή με την πληρωμή εκ μέρους των ιδιοκτητών ποσού £3,000 στον Ενάγοντα για πλήρη και τελεία εξόφληση κάθε απαίτησής του, οπότε στη συνέχεια οι Εναγόμενοι ήρθαν σε απευθείας συμφωνία με τους ιδιοκτήτες των καταστημάτων τα οποία και τους ενοικίασαν. Στη βάση, λοιπόν, των πιο πάνω αναφερομένων, είναι η θέση των Εναγομένων ότι ουδέν ποσό οφείλουν στον Ενάγοντα αφού ουδέποτε αποφάσισαν και/ή συμφώνησαν να αγοράσουν την επιχείρησή του για το ποσό των £20,000 ή για οποιοδήποτε άλλο ποσό και ουδέποτε συνήψαν με αυτόν οποιαδήποτε συμφωνία για αγορά της ισχυριζόμενης επιχείρησης και/ή ουδέποτε ωφελήθηκαν και/ή καρπώθηκαν οποιαδήποτε μηχανήματα σε οποιαδήποτε αξία και/ή φήμη και πελατεία επιχείρησης. Για σκοπούς εύκολης αναφοράς και καλύτερης κατανόησης των επιδίκων θεμάτων κρίνω σκόπιμο όπως στο σημείο αυτό παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών ημερομηνίας 15.1.2005 και 1.8.2005 οι οποίες στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. - Συμφωνία ημερομηνίας 15.1.2005 μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγομένης 1 (Τεκμήριο 1): « SPECIAL LEASE BUSINESS CONTRACT AGREEMENT MR. ZUHAIR MANSOUR KNOWN HERE AS FIRST PARTY MRS CONSTANTINOU Demetra KNOWN HERE AS SECOND PARTY I ZUHAIR MANSOUR KNOWN IN CYPRUS AS ZACHARIA HEREBY DECLARE THAT I HAVE AGREED WITH MRS CON/NOU Demetra KNOWN HERE AS SECOND PARTY TO LEASE TO HER MY BUSINESS WHICH MEANS HER WILL HAVE THE FULL RIGHT TO RUN AND MANAGE THE TAKEAWAY COMPLETELY AND FREELY FROM EVERY POINT OF VIEW AND THAT I HAVE NO WORD WHATSOEVER IN RUNNING THE BUSINESS. THE MENTIONED SHOP IS LOCATED AT AYIA ZONI ST. SHOP 31B A) THIS AGREEMENT IS MADE OPTIONAL FOR ONE OR TWO YEARS PERIOD STARTING ON 15-1-05 RENEWABLE AUTOMATICALLY IF SECOND PARTY WISHES TO DO SO ACCORDING TO BELOW CONDITIONS: 1) SECOND PARTY WILL HAVE NO RIGHT WHATSOEVER TO SUBRENT THE TAKEAWAY. 2) FIRST AND SECOND PARTY HAVE AGREED THAT THE SUM OF CYP375.00 WILL BE PAID MONTHLY BY SECOND PARTY, SHOULD SECOND PARTY WISHES TO RENEW THIS AGREEMENT FOR A FURTHER TWO YEARS , IN THIS CASE THE AGREED ABOVE MENTIONED SUM WHICH IS CYP375.00 WILL INCREASE BY 10% FOR THE NEXT TWO YEARS AND THIS INCREASE WILL CARRY ON EVERY OTHER TWO YEARS. 3) SECOND PARTY WILL HAVE TO PAY THE SUM OF CYP375.00 AS RENT FOR FIRST MONTH AS WELL AS THE SUM OF CYP375.00 AS DEPOSIT AS WELL AS ANOTHER CYP375.00 WHICH WILL BE CONSIDERED AS GARANTY WHICH IS REFUNDUBLE BY THE END OF THIS AGREEMENT, THIS MEANS THAT SECOND PARTY WILL HAVE TO PAY ON SIGHNING OF THIS AGREEMENT THE SUM OF CYP1125.00. 4) IF SECOND PARTY WICHES TO TERMINATE THIS AGREEMENT FOR ANY REASON WHATSOEVER BEFORE THE END OF THE AGREED TIME, IN THIS CASE HE WILL HAVE TO PAY A PINALTY OF CYP500.00 FOR TERMINATING THIS AGREEMENT BEFORE THE AGREED TIME, ALSO SECOND PARTY WILL LOSE HIS/HER RIGHT TO CLAIM THE GARANTY AND THE DEPOSIT DEPOSIT. 5) FIRST PARTY HAS THE RIGHT TO TERMINATE THIS AGREEMENT ONLY IF SECOND PARTY FAIL TO PAY THE RENT ON TIME TAKING INTO CONSIDERATION THAT THE MAXIMUM TIME ALLOWED FOR ANY DELAY IS 10 DAYS. ALSO IF GOVERNMENTS BILLS ARE NOT PAID UPON THEIR ARRIVAL B) ALL MACHINARIES, EQUIPEMENT, UTILITIES, AT THE SHOP BELONGS TO FIRST PARY, IN CASE SECOND PARTY PURCHASE ANY OTHER EQUIPEMENT OR MACHINARIES NOT LISTED IN THE INVENTORY SIGNED BY THE TWO PARTIES IN THIS AGREEMENT BELONG TO SECOND PARTY. C) SECOND PARTY HAS RECEIVED ALL EQUIPMENT IN WORKING CONDITION, SECOND PARTY WILL HAVE TO HAND OVER ALL MACHINES IN WORKING CONDITION AS RECEIVED, IN CASE OF ANY DAMAGE SECOND PARTY SHOULD EITHER REPAIR OR REPLACE THE DAMAGED MACHINE ON HIS OWN RESPONSEBILITY BEFORE LEAVING THE TAKEAWAY. D) SECOND PARTY IS RESOPONSIBLE FOR PAYING ALL BILLS AND EXPENCES MENTIONED BELOW: 1) ELECTRICITY BILLS, 2) WATER BILLS. 3) PHONE BILLS. 4) GAZ BILLS. 5) MUNICIPALITY AND RUBISH BILLS. 6) RENEWING OF YEARLY WORKING LICENSE .7) VAT. AND ALL OTHER GOVERNMENT BILLS NOT MENTIONED ABOVE. E) SECOND PARTY MUST INSURE THE TAKE AWAY SHOP TO THE BENEFIT OF FIRST PARTY FOR A TOTAL SUM OF CYP20.000 MOSTLY AGAINST FIRE AND THEFT, SECOND PARTY MUST MAKE SURE THAT ALL WHO WORK IN THE TAKE AWAY SHOP MUST HAVE A HEALT CERTIFICATE FOR LICENCE RENEWAL PURPOSES. F) IF SECOND PARTY WISHES TO BUY THE TAKEAWAY BUSINESS COMPLETELY WITH THE MACHINARIES AND LICENCE BOTH PARTIES HAS AGREED THAT A TOTAL AMOUNT OF CYP15000.00 SHOULD BE PAID TO FIRST PARTY IN CASH. SHOULD SECOND PARTY WISH TO BUY THE NEXT DOOR SHOP TO THE TAKEAWAY (31C) IN THIS CASE, AN EXTRA AMOUNT OF CYP4000.00 SHOULD BE PAID TO FIRST PARTY IN CASH. THIS PARAGRAPH HAS A LIMITED TIME OF 9 MONTHS TO CONCLUDE THE TAKE OVER OF THE TAKEAWAY AND ONE YEAR REGARDING THE TAKEOVER OF THE SHOP NEXT DOOR (31C) IF NOT, THE THIS PARAGRAPH OF THE AGREEMENT WILL BE CONSIDERED VOID. G) ANY OUTSTANDING PAYMENT MENTIONED IN PARAGRAPH (D) PRIOR TO SIGHING OF THE AGREEMENT IS THE RESPONSEBILITY OF FIRST PARTY. H) SHOULD SECOND PARTY DECIDE TO MAKE ANY ALTERATION OF ADDITION IN THE SHOP MUST HAVE THE APPROVAL OF FIRST PARTY. ALSO ALL ADDITIONAL ALTERATION WILL BELONG TO THE FIRST PARTY WITHOUT ANY KIND OF COMPANSATION WHATSOEVER. I) IF SECOND PARTY WIHES TO HAVE THIS AGREEMENT OFFICIALLY NOTIRISED THEN HE MUST DO IT AT HIS OWN EXPENSES.« - Συμφωνία ημερομηνίας 1.8.2005 μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου 2 (Τεκμήριο 2): «SPECIAL BUSINESS LEASE CONTRACT AGREEMENT By this agreement Mr. Zuhair Mansour known here as first party Mr. ΝΙΚΟΣ ΜΟΡΦΙΤΗΣ known here as second party Izuhair Mansour known in Cyprus as Zacharia and in this agreement known as first pary hereby declare that I have agreed with Mr. NIKOΣ ΜΟΡΦΙΤΗΣ known here as second party to lease to him my business (and not the lease with the landlord) the shop which is next door to my take away shop second party will have the full right to run and manage the shop completely and freely from every point of view and that first party has no word what to ever in the running of the business the mentioned shop is located at Ayia Zoni Street shop No. 31C. A) This agreement is made for one year period starting on 1st August renewable automatically yearly if second party wishes to do so according to the following conditions. 1. Second party will have no right what so ever to subrent the shop to any other person. 2. First and second party have agreed that the sum of CYP280 will be paid by second party as rent for the shop should second party wish to renew this agreement for a further year then in this case the rent will be increased by 8% and this increase will carry on every year. 3. Second party will have to pay the sum of CYP280 as deposit, plus CYP280 as first month rent in cash on signing of this agreement. 4. If second party wishes to terminate this agreement for any reason before the agreed time, in this case he will have to pay apenarty of CYP500 for terminating this agreement before the agreed time (this sum will be deducted from the deposit, 5. First party has the right to terminate this agreement only if second party fails to pay the rent on time taking into consideration that the maximum time allowed for any delay is ten days also in any of the government bills are not paid on time. 6. Since second party intends to completely take out the existing interior decoration and make his own such as lining all the walls, making a new chimney (that should go all the way up to the roof) it is made very clear in this paragraph that should second party decide to leave the shop or break decoration and signs intact without any claim for compensation. 7. Second party is responsible for paying all bills and expenses mentioned below.
- a)Electricity bills,
- b)Water bills,
- c)phone bills,
- d)Gas bills,
- e)Municipality and rubbish bills,
- f)renewing of yearly working license,
- g)Vat,
- h)all other government bills not mentioned above. 8. Second party must make sure that all workers must have health certificated for licence renewal purposes. 9. Second party must insure the shop to the benefit of first party to the amount estimated by the insurance company in the event of fire for ten thousand pounds, in case that the insurance company covers the second party. 10. Should second party decide to buy the business it will be done in conjunction with the next door take away business as one package for the sum CYP20.000 (Twenty Thousand Cyprus Pounds) this option is to be concluded within nine months. If not than this paragraph of the agreement will be considered void and a new price will be negotiated between the two parties. 11. Any outstanding payments mentioned in paragraph 7 prior to signing of this agreement is the responsibility of first party. 12. If second party wishes to have this agreement officially natarised than he must do it at his own expense.» Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ο Ενάγοντας κατέθεσε προς απόδειξη της απαίτησης του, ενώ για σκοπούς της υπεράσπισης κατέθεσε ο κ. Λεωνίδας Καΐτης (ΜΥ1), ο Εναγόμενος 2 κ. Νίκος Μορφίτης (ΜΥ2), ο σύζυγος της Εναγόμενης 1 κ. Μιχάλης Μορφίτης (ΜΥ3) και η υπάλληλος του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης κα Χριστίνα Σταύρου (ΜΥ4). Κατά τη μαρτυρία του ο Ενάγοντας αναφέρθηκε αρχικά στο ιστορικό της ενοικίασης των επίδικων καταστημάτων από την Εκκλησιαστική Επιτροπή. Όπως ισχυρίστηκε, η συμφωνία ενοικίασης υπογράφθηκε από αυτόν και τον συνέταιρό του Γιάγκο Πιπερίδη με την Εκκλησιαστική Επιτροπή στις 19.10.2001 (η συμφωνία ενοικίασης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7) αφού ο ίδιος είχε συμφωνήσει με την τότε ενοικιάστρια των καταστημάτων κα. Μεταξά να της καταβάλει το ποσό των £6,000 για φήμη και πελατεία όπως και έπραξε. Για τους δε σκοπούς της ανακαίνισης των καταστημάτων και αγοράς του αναγκαίου εξοπλισμού δαπάνησε το ποσό των £16,000. Όταν το 2004 ο ίδιος αρρώστησε, έψαχνε συνέταιρο στην επιχείρηση ο οποίος και θα του κατέβαλλε συγκεκριμένο ποσό μηνιαίως. Τον Ιανουάριο του 2005 τον προσέγγισε η Εναγόμενη 1 και τελικά υπέγραψαν ένα Ειδικό Επιχειρηματικό Συμφωνητικό Έγγραφο/Special Lease Business Agreement (φωτοαντίγραφο του οποίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1), το οποίο δεν αφορούσε την ενοικίαση του καταστήματος, αφού κάτι τέτοιο δεν επιτρεπόταν από τη συμφωνία ενοικίασης που είχε υπογράψει με την Εκκλησιαστική Επιτροπή. Με βάση δε το Ειδικό Επιχειρηματικό Συμφωνητικό Έγγραφο, η Εναγόμενη 1 θα ενοικίαζε την επιχείρηση take-away και όχι το κατάστημα με αριθμό 31Β όπου διεξαγόταν η εν λόγω επιχείρηση και θα κατέβαλλε στον Ενάγοντα συγκεκριμένο ποσό μηνιαίως. Παρόμοια συμφωνία υπέγραψε και με τον Εναγόμενο 2 την 1.8.2005 αναφορικά με την επιχείρηση που διεξαγόταν στο κατάστημα 31Γ στην οδό Αγίας Ζώνης (φωτοαντίγραφο του εν λόγω συμφωνητικού εγγράφου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 και η μετάφραση αυτού στα ελληνικά ως Τεκμήριο 2(α)). Ακολούθως, οι Εναγόμενοι έκαναν ανακαινίσεις και για τρεις μήνες λειτουργούσαν την επιχείρηση και κατέβαλλαν σε αυτόν ένα ποσό της τάξης των £500 - £600 μηνιαίως και για τα δύο καταστήματα, ενώ παράλληλα ο ίδιος πλήρωνε κανονικά ενοίκιο στην Εκκλησιαστική Επιτροπή. Αργότερα και αφού έλαβε επιστολή από την Εκκλησιαστική Επιτροπή όπου υπήρχε ισχυρισμός ότι είχε παραβιάσει τη συμφωνία ενοικίασης λόγω υπενοικίασης των καταστημάτων στους Εναγομένους, ήρθε σε επαφή με την Εκκλησιαστική Επιτροπή και συμφώνησε όπως εγκαταλείψει τα επίδικα καταστήματα αφού του καταβληθεί το ποσό των £3,000 (£1,000 για επιστροφή του ντεπόζιτου και £2,000 ως μέρος της φήμης και πελατείας και του ποσού των £6,000 που είχε πληρώσει στην κα Μεταξά). Όταν, όμως, συναντήθηκε με τους Εναγομένους για διευθέτηση των μεταξύ τους εκκρεμοτήτων, αυτοί τον έδιωξαν χωρίς να του πληρώσουν οποιοδήποτε ποσό. Μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι δεν του κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό για τα μηχανήματα και τον εξοπλισμό που πήραν από αυτόν και συνέχισαν να χρησιμοποιούν για κάποιους μήνες, ενώ τελικά και αυτοί με τη σειρά τους πώλησαν την επιχείρηση και τα μηχανήματα σε τρίτο πρόσωπο. Ως αποτέλεσμα αυτού, αξιώνει από τους Εναγόμενους το ποσό των £20,000 με το οποίο οι Εναγόμενοι επλούτισαν αδικαιολόγητα σε βάρος του. Ως ΜΥ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο ο Επίτροπος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής κ. Λεωνίδας Καΐτης, ο οποίος είναι και ο ταμίας της Επιτροπής από το 1997 μέχρι σήμερα αδιαλείπτως. Ο κ. Καΐτης αναγνώρισε τη συμφωνία ενοικίασης (Τεκμήριο 7) η οποία φέρει την υπογραφή του ως μέλος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής και ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο επισκεπτόταν τα επίδικα καταστήματα 2 - 3 φορές την εβδομάδα και συνήθως εισέπραττε ο ίδιος τα ενοίκια. Όταν ο Ενάγοντας παρέλαβε τα καταστήματα από την Εκκλησιαστική Επιτροπή άρχισε να προβαίνει σε διάφορες επεμβάσεις σε αυτά και να χειροτερεύει την εικόνα τους. Κατά διαστήματα, στο χώρο των καταστημάτων εργάζονταν διάφορα πρόσωπα που ο Ενάγοντας ισχυριζόταν ότι ήταν υπάλληλοί του. Το 2005, όμως, η Εκκλησιαστική Επιτροπή αντελήφθηκε ότι αυτός είχε υπενοικιάσει τα καταστήματα στους Εναγόμενους κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας ενοικίασης και για το λόγο αυτό με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 14.9.2005 (η εν λόγω επιστολή των κ.κ. Μάριος Α. Χαρτσιώτης και Συνεργάτες κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8) οι ιδιοκτήτες τερμάτισαν την εν λόγω συμφωνία ενοικίασης. Μετά την αποστολή της εν λόγω επιστολής και σε συνεννόηση με τον κ. Χαρτσιώτη, οι ιδιοκτήτες συμφώνησαν να καταβάλουν στον Ενάγοντα το ποσό των £3,000 ώστε να τους παραδώσει τα καταστήματα, όπως και έγινε (η σχετική απόδειξη πληρωμής κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4) και ακολούθως τα καταστήματα ενοικιάστηκαν στους Εναγόμενους. Κατά την αντεξέταση του ο κ. Καΐτης αρνήθηκε ότι ο ίδιος προσωπικά ήταν ενήμερος σε σχέση με τυχόν συμφωνία του Ενάγοντα με τους Εναγομένους για την αγορά του εξοπλισμού των καταστημάτων, αφού, όπως εξήγησε, το θέμα αυτό δεν αφορούσε την Εκκλησιαστική Επιτροπή, της οποίας κύριο μέλημα ήταν η ανάκτηση της κατοχής των καταστημάτων. Ο κ. Νίκος Μορφίτης (ΜΥ2) αρχικά αναφέρθηκε στη συμφωνία Τεκμήριο 2 και υποστήριξε ότι το εν λόγω έγγραφο υπογράφθηκε προκειμένου οι δύο πλευρές να είναι καλυμμένες και να εξαπατηθεί η Εκκλησιαστική Επιτροπή ενόψει του ότι ο Ενάγοντας δεν είχε δικαίωμα υπενοικίασης των καταστημάτων. Ο δε όρος 10 του Τεκμηρίου 2 που προέβλεπε την πληρωμή συγκεκριμένου ποσού σε περίπτωση αγοράς της επιχείρησης σύμφωνα με τον μάρτυρα εισήχθηκε στη συμφωνία προκειμένου αυτή να είναι πιο πειστική στην Εκκλησιαστική Επιτροπή. Ο ίδιος ενοικίασε το βόρειο κατάστημα, το οποίο ήταν σε κακή κατάσταση όταν το παρέλαβε. Εντός του καταστήματος δεν υπήρχε εξοπλισμός εστιατορίου παρά μόνο ένα ψυγείο ιδιοκτησίας της ΚΕΑΝ το οποίο και επέστρεψε στην εν λόγω εταιρεία. Όταν σε μεταγενέστερο χρόνο αποχώρησε η Εναγόμενη 1 (με την οποία είχαν σκοπό να ενώσουν τα καταστήματα και να λειτουργούν τον χώρο ενιαία ως take-away, βρήκε στο δεύτερο κατάστημα παλιό εξοπλισμό, ο οποίος του ήταν αχρείαστος. Από τον εξοπλισμό αυτό κράτησε δύο κομμάτια ενώ ο υπόλοιπος εξοπλισμός αγοράστηκε από τον κ. Συμιλλίδη με την έγκριση του Ενάγοντα για το ποσό των £1,000 (η σχετική απόδειξη κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13). Μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 και αφού ο ίδιος ξεκίνησε να προβαίνει σε αλλαγές και μετατροπές στο κατάστημα, τον επισκέφθηκαν μέλη της Εκκλησιαστικής Επιτροπής που, αφού ενημερώθηκαν περί της ενοικίασης των καταστημάτων, πρότειναν στον ίδιο και την Εναγόμενη 1 να σταματήσουν να πληρώνουν ενοίκια στον Ενάγοντα και να υπογράψουν συμφωνία ενοικίασης απευθείας με την Εκκλησιαστική Επιτροπή, όπως και έγινε. Ο κ. Μιχάλης Μορφίτης (ΜΥ3) είναι ο σύζυγος της Εναγομένης 1 και αδελφός του Εναγόμενου 2. Όπως ανέφερε, τον Ιανουάριο του 2005 ενοικίασαν από τον Ενάγοντα την επιχείρηση του καταστήματος take-away στην οδό Αγίας Ζώνης, το οποίο ανήκε στην Εκκλησιαστική Επιτροπή. Κατά τον χρόνο της ενοικίασης το κατάστημα αυτό ήταν κλειστό αφού προηγουμένως δεν το λειτουργούσε κάποιος άλλος, ενώ ήταν σε άθλια κατάσταση και είχε μέσα ορισμένα παλιά μηχανήματα. Πριν από αυτούς διαχειριζόταν το κατάστημα κάποιος με το όνομα Γιώργος Συμιλλίδης στον οποίο έδωσαν κάποιο ποσό και αγόρασαν τα μηχανήματα. Αρχικά ξεκίνησαν επιχείρηση πουλώντας φαγητά ενώ το διπλανό κατάστημα το οποίο ενοικίασε αργότερα ο Εναγόμενος 2, ήταν στην κατοχή του Ενάγοντα και ήταν μια αποθήκη γεμάτη τρωκτικά. Τον Αύγουστο του 2005 ο Ενάγοντας έκανε συμφωνία με τον Εναγόμενο 2 με τον οποίο ο ίδιος συνεργάστηκε για 2-3 μήνες, οπότε και αναγκάστηκαν να κλείσουν την επιχείρηση λόγω του ότι οι δουλειές δεν πήγαν καλά. Η ΜΥ4 κα Χριστίνα Σταύρου, εργάζεται στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης εδώ και πέντε χρόνια και ασχολείται με την παραλαβή αιτήσεων από αλλοδαπούς που έρχονται στην Κύπρο και την έκδοση βεβαιώσεων εγγραφής σε ευρωπαίους πολίτες. Η κα. Σταύρου διευκρίνισε ότι με βάση το μηχανογραφημένο σύστημα του Τμήματος, από την ημερομηνία μηχανογράφησης, ήτοι την 21.10.2005 μέχρι 15.11.2008 ο Ενάγοντας ήταν αιτητής ασύλου με άδεια εργασίας. Ακολούθως, όμως, κατέστη αναγνωρισμένος πρόσφυγας. Η μάρτυρας διευκρίνισε ότι με βάση τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της δεν μπορούσε να τοποθετηθεί αναφορικά με το καθεστώς παραμονής και εργασίας του Ενάγοντα στην Κύπρο τον Ιανουάριο του 2005. Αναφορικά με τις άδειες εργασίας που δίδονται σε αιτητές ασύλου κατέθεσε ότι αυτές είναι πάντοτε γραπτές και συνήθως δίδονται για τους τομείς της γεωργίας-κτηνοτροφίας. Πρόσθεσε δε, ότι οι αιτητές μπορούν να κάνουν κάποια άλλη εργασία με ειδική άδεια του Υπουργού Εσωτερικών, αλλά ενόψει του ότι ο φάκελος του Ενάγοντα δεν μπορούσε να ανευρεθεί η ίδια δεν ήταν σε θέση να καταθέσει κατά πόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγοντας είχε μια τέτοια άδεια ή όχι. Προτού προχωρήσω σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας θα πρέπει να σημειώσω τα ακόλουθα για σκοπούς περιορισμού των επιδίκων θεμάτων: Όπως αναφέρθηκε και στην εισαγωγή πιο πάνω, με την τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής καθότι είναι αλλοδαπός και κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε άδεια και/ή δεν νομιμοποιείτο στην άσκηση επιχείρησης και/ή εργασίας στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Να σημειωθεί ότι τέτοια προδικαστική ένσταση δεν είχε εγερθεί στο αρχικό δικόγραφο των Εναγομένων. Σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, το ποσό των £20,000 αξιώνεται στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και όχι επί το ότι οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν να πληρώσουν στον Ενάγοντα το ποσό αυτό στα πλαίσια μεταξύ τους συμφωνίας για αγορά των μηχανημάτων και του εξοπλισμού. Σχετική προς τούτο είναι και η παράγραφος 5 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης που έχει ως εξής: «Βάσει των πιο πάνω Συμφωνιών, εάν οι Εναγόμενοι αποφάσιζαν να αγοράσουν την επιχείρηση, τότε θα κατέβαλλαν προς τον Ενάγοντα το συνολικό ποσό των Λ.Κ.20.000,- ως η αξία όλων των μηχανημάτων συμπεριλαμβανομένων του Good Will. Γεγονός όμως που δεν έγινε, δηλαδή οι Εναγόμενοι δεν αγόρασαν τα μηχανήματα και τον εξοπλισμό του Ενάγοντα παρά το ότι τα κατακράτησαν, τα χρησιμοποιούσαν και τα καρπώνοντο. Μέχρι δε και σήμερα οι Εναγόμενοι δεν τα επέστρεψαν στον Ενάγοντα πλουτήσαντες κατ' αυτό τον τρόπο το ισόποσο αδικαιολόγητα. Δι' ό και ο Ενάγοντας αξιώνει με την παρούσα αγωγή του (μεταξύ άλλων) τη συμφωνηθείσα αξία τους Λ.Κ.20.000,- (€34.175,-) βάσει και ως αδικαιολόγητο πλουτισμό των Εναγομένων εις βάρος του Ενάγοντα.» (υπογραμμίσεις δικές μου) Αυτό, άλλωστε, προκύπτει και από τη μαρτυρία που προσκομίσθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη μαρτυρία του κατά την κυρίως εξέτασή του: «Ε: Είπες όμως ότι βρήκες τη Δήμητρα ή τον άνδρα της και τον κ. Νίκο, τι εκάμετε, συμφωνήσατε κάτι άλλο? Α: Ναι μάλιστα, το τί έγινε, συμφωνήσαμε ότι θα αγόραζαν την επιχείρηση από εμένα. Ε: Τελικά την αγόρασαν την επιχείρηση από εσένα? Α: Όχι, με κλώτσησαν στο δρόμο χωρίς δεκάρα. Ε: Δεν σας ρώτησα αν σας πλήρωσαν ή όχι για την επιχείρηση. Σας ρώτησα,αν την αγόρασαν από εσένα την επιχείρηση. Αν σας πλήρωσαν είναι άλλο θέμα. Α: Όχι.» Επομένως, στη βάση των πιο πάνω δηλώσεων του Ενάγοντα, όπως επίσης της θέσης του συνηγόρου του στο στάδιο των αγορεύσεων ότι η αξίωση του Ενάγοντα στηρίζεται σε ισχυριζόμενο αδικαιολόγητο πλουτισμό κρίνεται ότι η προδικαστική ένσταση των Εναγομένων δεν θα μπορούσε να έχει κάποιο έρεισμα αφού ο Ενάγοντας αξιώνει το ποσό των £20,000 ως ιδιοκτήτης των μηχανημάτων και του εξοπλισμού του επίδικων καταστημάτων (για το οποίο δεν χρειάζεται οποιαδήποτε άδεια), ισχυριζόμενος ότι οι Εναγόμενοι τα κατακράτησαν, τα χρησιμοποίησαν και τα εκαρπώθηκαν, πλουτίζοντας αδικαιολόγητα εις βάρος του. Ωστόσο, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης επισημαίνεται ότι η μαρτυρία της ΜΥ4 γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. Η κα. Σταύρου ήταν ειλικρινής και αντικειμενική, προσήλθε δε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να παρουσιάσει τα στοιχεία που είχε στη διάθεσή της αναφορικά με το καθεστώς παραμονής και εργασίας του Ενάγοντα στην Κύπρο κατά την επίδικη περίοδο. Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Ενάγοντα αλλά ούτε και διαπιστώθηκε οποιαδήποτε προσπάθεια της να βοηθήσει τους Εναγόμενους με τη μαρτυρία της. Για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω σχετικά με την προδικαστική ένσταση των Εναγομένων δεν θα μπορούσε να εξεταστεί ούτε η θέση τους που προβάλλεται στις παραγράφους 11 και 12 της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισής τους περί εικονικότητας και κατ' επέκταση ακυρότητας των επίδικων συμφωνιών/Τεκμήρια 1 και 2 αφού η αξίωση του Ενάγοντα δεν πηγάζει από αυτές ούτε βασίζεται σε αυτές. Η μόνη σχετικότητα των επίδικων συμφωνιών με την αξίωση του Ενάγοντα εντοπίζεται αναφορικά με το ύψος του ποσού που ζητείται με την αγωγή σε συνάρτηση με τον όρο 5(F) και 10 στα Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα, ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί στη συνέχεια. Αναφορικά με την αξίωση του Ενάγοντα εναντίον της Εναγομένης 1 παρατηρούνται τα εξής: Ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 15.1.2005 (Τεκμήριο 1) η οποία υπογράφθηκε με την Εναγομένη 1, ο ίδιος ενοικίασε σε αυτήν την επιχείρηση take away που διατηρούσε στο κατάστημα με αριθμό 31Β. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό, παρόλο που στην Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισής τους οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι συμφωνίες ημερομηνίας 15.1.2005 και 1.8.2005 είναι άκυρες ως εικονικές, εντούτοις ο κ. Μιχάλης Μορφίτης, σύζυγος της Εναγομένης 1, ο οποίος κατέθεσε ως ΜΥ3 και δήλωσε γνώστης των επαγγελματικών δραστηριοτήτων της συζύγου του, κατέθεσε ότι με βάση το Τεκμήριο 1 είχαν ενοικιάσει από τον Ενάγοντα την επιχείρηση που διεξαγόταν στο κατάστημα 31Β. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την αντεξέτασή του: «Ε: Μας είπες ότι τον Ιανουάριο του 2005 ενοικίασατε το ένα κατάστημα. Α: Ενοικιάσαμε την επιχείρηση είπα. Ε: Μπράβο. Την επιχείρηση που ήταν στεγασμένη στο ένα κατάστημα που ήταν ιδιοκτησίας της εκκλησίας της Αγίας Ζώνης, από τον Ζαχαρία Mansour. Έτσι δεν είναι? Έτσι μας είπες. Α:Ενοικιάσαμε την επιχείρηση». Επομένως, σε ότι αφορά τη σχέση του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 2 κρίνεται ως μη αμφισβητούμενο γεγονός και κατ' επέκταση εύρημα μου ότι με βάση το Τεκμήριο 1 η Εναγομένη 1 ενοικίασε από τον Ενάγοντα την επιχείρηση που διεξαγόταν στο κατάστημα 31Β. Επομένως, σε αυτή τη βάση δεν τίθεται θέμα εικονικότητας της συγκεκριμένης συμφωνίας. Σημειώνεται επί τούτου ότι το γεγονός ότι στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι τα όσα συνέβηκαν σε σχέση με τον ίδιο περί εικονικότητας της συμφωνίας/Τεκμήριο 2 ίσχυαν και για την Εναγομένη 1 δεν θα μπορούσε να επηρεάσει την πιο πάνω κατάληξή μου ενόψει του ότι ο Εναγόμενος 2 δεν ήταν σαφής ούτε κατατοπιστικός στη μαρτυρία του για το ζήτημα αυτό και σε κάθε περίπτωση δεν διαπιστώθηκε προσωπική και άμεση γνώση των γεγονότων που αφορούν την Εναγομένη 1. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την κυρίως εξέτασή του: «Ε: Γνωρίζεις και τη συμφωνία που έκανε η Δήμητρα? Α: Δε θυμάμαι ακριβώς τη συμφωνία, νομίζω ότι είχε συμφωνία. Ε: Ότι? Α: Περίπου πάνω - κάτω με τη δική μου την ίδια για να καλυφθεί ο κ. Ζαχαρίας απέναντι από την Εκκλησιαστική Επιτροπή. Ε: Όταν λές να καλυφθεί? Α: Διότι δεν μπορούσε να μετενοικιάσει τα καταστήματα. Ε: Γνωρίζεις εάν είχε τοποθετηθεί και στη συμφωνία της κας. Δήμητρας με τον κ. Mansour ο όρος ο ίδιος με αυτόν που τοποθετήθηκε στη δική σου συμφωνία, ότι δηλαδή μετά απο κάποιους μήνες όπως αναφέρεται θα είχε δικαίωμα εάν το επιθυμεί να αγοράσει την επιχείρηση? Α: Νομίζω ναι. Ε: Ότας λες νομίζω ναι τι εννοείς? Α; Νομίζω ξεκινήσαμε να παίζουμε με τις λέξεις. Ε: Γνωρίζεις ή όχι? Α: Ναι γνωρίζω.» Αποτελεί επίσης εύρημα μου ότι κατά τον χρόνο ενοικίασης της επιχείρησης του καταστήματος με αριθμό 31Β στην Εναγόμενη 1 λειτουργούσε επιχείρηση take-away και υπήρχε εξοπλισμός για τους σκοπούς αυτής. Το εύρημα μου αυτό προκύπτει τόσο από τους όρους 5 (Β) και (C) του Τεκμηρίου 1 (που παρατίθενται πιο πάνω) όπου γίνεται αναφορά σε ύπαρξη εξοπλισμού, όπως επίσης από τα ακόλουθα: Στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ο Ενάγοντας κατέθεσε ότι το συγκεκριμένο κατάστημα λειτουργούσε κατά καιρούς ως take away από διάφορα πρόσωπα, ενώ το διπλανό κατάστημα ήταν βιβλιοπωλείο και είχε μέσα κάποιες αντίκες. Η λειτουργία του συγκεκριμένου καταστήματος ως take away επιβεβαιώνεται και από τον κ. Λεωνίδα Καΐτη, η μαρτυρία του οποίου γίνεται αποδεκτή εξ' ολοκλήρου ως μαρτυρία ειλικρινούς και αντικειμενικού μάρτυρα. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο κ. Καΐτης δήλωσε ότι αρχικά τα δύο καταστήματα ενοικιαστήκαν στον Ενάγοντα ως εστιατόρια (take away), όμως από ένα σημείο και έπειτα μόνο το ένα κατάστημα με αριθμό 31Β λειτουργούσε ως τέτοιο, ενώ απέρριψε τη θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι το άλλο λειτουργούσε ως βιβλιοπωλείο υποστηρίζοντας ότι ήταν ένα αχούρι. Επιπρόσθετα, ο κ. Νίκος Μορφίτης ο οποίος κατέθεσε ως ΜΥ2 δέχθηκε κατά τη μαρτυρία του ότι όταν ανέλαβε το κατάστημα της Εναγομένης 1 υπήρχε μέσα εξοπλισμός take away αλλά ισχυρίστηκε αφενός ότι τα μηχανήματα αυτά ως επί το πλείστον δεν τα χρησιμοποίησε διότι είχε δικό του εξοπλισμό και αφετέρου ότι αυτά ανήκαν στον Γιώργο Σιμιλλίδη και τα αγόρασε από αυτόν. Ο δε ΜΥ3 κ. Μιχάλης Μορφίτης υποστήριξε στα πλαίσια της μαρτυρίας του ότι κατά τον χρόνο της ενοικίασης της επιχείρησης το κατάστημα ήταν κλειστό και βρισκόταν σε άθλια κατάσταση και είχε μέσα ορισμένα παλιά μηχανήματα τα οποία αγόρασαν από τον Γιώργο Σιμιλλίδη, δίδοντάς του κάποιο ποσό. Σε σχέση με την πληρωμή του ποσού των £1,000 στον κ. Γιώργο Σιμιλλίδη και την Απόδειξη Εξόφλησης (Τεκμήριο 13) ο κ. Μιχάλης Μορφίτης ισχυρίστηκε ότι ήταν μάρτυρας της υπογραφής του Συμιλλίδη και δήλωσε ότι ο Ενάγοντας, ο οποίος ήταν ενήμερος, για το ζήτημα ήταν επίσης παρών. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΥ3 επί του σημείου αυτού κρίνω ότι αυτή δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται για τους ακόλουθους λόγους: Καταρχήν, ενώ ο ΜΥ3 ισχυρίστηκε ότι υπέγραψε στο Τεκμήριο 13 ως μάρτυρας της υπογραφής του Γιώργου Σιμιλλίδη, εντούτοις δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει ούτε τη δική του υπογραφή ούτε αυτήν του Σιμιλλίδη. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη μαρτυρία του κατά την αντεξέταση: «E: Το Τεκμήριο 13 κ. μάρτυς, σου το ξαναπαρουσιάζω και να μου πεις στο πλευρό της δεύτερης σελίδας δεξιά έχει δύο μουντζούρες. Έτσι το λέω εγώ. Μπορείς να μου πεις τι ήταν; Αυτές οι δύο μουντζούρες τι είναι; Α: Μουντζούρες, όπως το είπατε. E: Μουντζούρες. Α: Είναι μονογραφές. Ε: Ποιους; Ποιους είναι οι μονογραφές; Αν δεν ξέρεις, πες μας δεν ξέρεις. Δεν είσαι υποχρεωμένος αν δεν ξέρεις. Αφού θα πεις την αλήθεια. Α: Είναι την αλήθεια που λέω πάντα. Είναι μονογραφές. Λογικά είναι τους κύριους που υπέγραψαν λογικά. E: Ποιοι υπέγραψαν; Α: Δεν βλέπετε; E: Οι κύριοι που υπέγραψαν είναι, υπέγραψαν ο κ. Συμιλλίδης και εσύ. Α: Μάλιστα. Εγώ ήμουν μάρτυρας. E: Οι δύο μονογραφές που φαίνονται δεξιά στο τέλος της δεύτερης γραμμής του Τεκμηρίου 13, είναι μία από τις δύο δική σου μονογραφή; Α: Δεν νομίζω. E: Δεν νομίζεις! Καλά, ξέρεις την υπογραφή της γυναίκας σου και τη μονογραφή σου δεν την ξέρεις; Δεν είσαι σίγουρος; A: Δεν είμαι 100% σίγουρος.» Επιπρόσθετα, η όλη μαρτυρία του αναφορικά με την πληρωμή του ποσού των £1,000 στον Γιώργο Συμιλλίδη ήταν συγχυσμένη και ασαφής αφού πέραν των όσων καταγράφονται πιο πάνω, ο ΜΥ3 δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί σε σχέση με το πρόσωπο που συνέταξε το Τεκμήριο 13. Παρατίθεται πιο κάτω το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία του: «E: Το Τεκμήριο 13, που είναι η απόδειξη του Συμιλλίδη, ήρθε ο Συμιλλίδης εκείνη την ημέρα, εσυντάξατε το, δώσατε του £1000 που συμφωνήσατε και υπογράψατε το; Α: Ήρθε ο Γιώργος με τον Ζαχαρία, έτοιμο συνταγμένο. E: Ποιος το έφερε; Α: Δεν θυμάμαι. E: Ο Γιώργος ή ο Ζαχαρίας; Α: Δεν θυμάμαι. E: Ένας από τους δύο; Α: Ένας από τους δύο. E: Δεν είσαι εσύ που το έφερες το έγγραφο τούτο; Α: Και πάλι θα σας γελάσω. Τι να σας πω; E: Είπες ότι ήρθε ο Συμιλλίδης μαζί με τον Ζαχαρία. Εφέρατε το έγγραφο και υπογράψατε το. Α: Δεν θυμάμαι. Εφέραν το και υπογράψαμε το, ναι. E: Εφέραν το τούτοι οι δύο; Έτσι είναι; Εφέραν τούτο, τούτοι οι δύο το έγγραφο; Έτοιμο; Α: Δεν θυμάμαι. E: Τώρα δεν θυμάσαι! Αφού δεν θυμάσαι, γιατί μας είπες ότι ένας από τους δύο το έφερε και υπογράψατε το; Α: Όπως είπα πριν, έβαλα το χέρι μου στο ιερό ευαγγέλιο και δεν μπορώ να πω ψέματα. E: Ναι κύριε! Α: Δεν θυμάμαι. Εγώ δεν θυμάμαι να έκαμα τέτοιο έγγραφο. E: Η γυναίκα σου; Α: Το ίδιο. Όχι. E: Δεν έκανε. Α: Μάλιστα. E: Ο αδελφός σου ο Νίκος; Α: Όχι. E: Ούτε αυτός το έκανε.» Παράλληλα, ο ΜΥ3 δεν έδωσε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε λογική ή πειστική εξήγηση αναφορικά με το ότι ο Ενάγοντας δεν υπέγραψε επί του Τεκμηρίου 13 (δοθέντων των προνοιών των επίδικων συμφωνιών) αφού όταν ερωτήθηκε σε σχέση με το ζήτημα αυτό αρχικά ανέφερε ότι ήταν επιλογή του Ενάγοντα να μην υπογράψει το συγκεκριμένο έγγραφο ενώ αμέσως μετά δεν ήταν σε θέση να απαντήσει κατά πόσον είχε ζητηθεί από τον Ενάγοντα να πράξει κατ' αυτό τον τρόπο. Παρομοίως, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η μαρτυρία του ΜΥ3 σε σχέση με την υπογραφή του Τεκμηρίου 13 στις 5.10.2005 κρίνεται αντιφατική και μετέωρη έχοντας υπόψη από τη μια τη θέση του ότι το Τεκμήριο 13 υπογράφθηκε 2-3 μήνες προτού κλείσει την επιχείρηση και από την άλλη τη δήλωσή του ότι η επιχείρηση έκλεισε περί τον Οκτώβριο - Νοέμβριο του 2005. Για παρόμοιους λόγους το Δικαστήριο απορρίπτει τη μαρτυρία του Εναγόμενου 2 σε σχέση με την ισχυριζόμενη πληρωμή του ποσού των £1,000 στον Γιώργο Συμιλλίδη για την αγορά του εξοπλισμού. Καταρχήν, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η ύπαρξη του Τεκμηρίου 13 προέκυψε με τρόπο που δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά αφού στην αρχική Έκθεση Υπεράσπισής τους οι Εναγόμενοι δεν ήγειραν ζήτημα αγοράς του εξοπλισμού από τον Σιμιλλίδη, ενώ ο ισχυρισμός αυτός ήταν απόλυτα σχετικός ισχυρισμός και με τις αρχικές θέσεις του Ενάγοντα περί μη πληρωμής του ποσού των £20,000 δυνάμει των επίδικων συμφωνιών. Ο δε Εναγόμενος 2 δεν έκανε αναφορά στο ζήτημα αυτό και/ή στην ύπαρξη του Τεκμηρίου 13 παρά μόνο μετά τη σχετική τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και ενώ η αρχική θέση του κατά την κυρίως εξέτασή του περιορίστηκε στο ότι όταν ενοικίασε το κατάστημα με αριθμό 31Γ αυτό ήταν γεμάτο με άχρηστα αντικείμενα και μαζί με την Εναγόμενη 1 ένωσαν τα δύο καταστήματα και έκαναν γενική ανακαίνιση του χώρου. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω οι θέσεις του Εναγόμενου 2 κρίνονται ως εκ δευτέρου σκέψεις με μοναδικό σκοπό την προώθηση της υπεράσπισης και μη ανταποκρινόμενες στην αλήθεια. Εν πάση περιπτώσει και ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η θέση του ότι πλήρωσε το ποσό αυτό για να «αγοράσει τον μπελά του» (όπως ισχυρίστηκε), χωρίς να τα χρειάζεται, ουδόλως ικανοποίησε το Δικαστήριο. Επομένως, σε ότι αφορά την αξίωση του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης 1 καταλήγω ότι δυνάμει του Τεκμηρίου 1 η Εναγόμενη 1 ενοικίασε την επιχείρηση εστιατορίου (take away) που λειτουργούσε ο Ενάγοντας στο κατάστημα 31Β έχοντας σε αυτό σχετικό εξοπλισμό. Η Εναγόμενη 1 κατέβαλλε στον Ενάγοντα το ποσό που προέβλεπε η μεταξύ τους συμφωνία. Επιχείρηση εστιατορίου/take away λειτουργούσε αρχικά μόνο από την Εναγομένη 1 μέχρι την 1.8.2005 και ακολούθως μαζί με τον Εναγόμενο 2. Περί την 16.11.2005 η οποιαδήποτε συμβατική σχέση της Εναγομένης 1 με τον Ενάγοντα τερματίστηκε με τη σύμφωνη γνώμη και των δύο μερών και η Εναγομένη 1 μαζί με τον Εναγόμενο 2 ενοικίασαν τα καταστήματα από την Εκκλησιαστική Επιτροπή. Σε σχέση με την αξίωση του Ενάγοντα εναντίον του Εναγομένου 2 παρατηρούνται τα ακόλουθα: Κατ΄ αρχήν, απλή ανάγνωση της συμφωνίας ημερομηνίας 1.8.2005 (Τεκμήριο 2) καταδεικνύει τις ακόλουθες σημαντικές διαφορές σε σχέση με τη συμφωνία ημερομηνίας 15.1.2005 (Τεκμήριο 1): - Πρώτον, ενώ με βάση το Τεκμήριο 1 συμφωνείται ενοικίαση επιχείρησης take away, στο Τεκμήριο 2 ενοικιάζεται γενικά και αόριστα «my business (and not the lease with the landlord) of the shop which is next door to my take away shop». Εύλογα, λοιπόν, προκύπτει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν λειτουργούσε επιχείρηση take away στο κατάστημα με αριθμό 31Γ αφού εάν ίσχυε αυτό θα γινόταν και σχετική μνεία στη συμφωνία, όπως έγινε και στη συμφωνία ημερομηνίας 15.1.2005. - Δεύτερον, ενώ στο Τεκμήριο 1 προβλέπεται ότι όλα τα μηχανήματα και ο εξοπλισμός στο κατάστημα 31Β ανήκουν στον Ενάγοντα (βλέπε τον όρο 5(Β)), στο Τεκμήριο 2 δεν υπάρχει τέτοια πρόνοια. - Τρίτον, ενώ με βάση το Τεκμήριο 1 εάν η Εναγομένη 1 θελήσει να αγοράσει την επιχείρηση του καταστήματος θα μπορούσε να το πράξει για τη συμφωνημένη τιμή των £15,000 πλέον £4,000 για την επιχείρηση του διπλανού καταστήματος, η αντίστοιχη πρόνοια επί του Τεκμηρίου 2 αφορά το ποσό των £20,000 ως ένα πακέτο και για τα δύο καταστήματα. Προκύπτει, λοιπόν, ότι τα όσα προβλέπονται στις συμφωνίες δεν συνάδουν απόλυτα με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα αφού τόσο στην αρχική Έκθεση Απαίτησης όσο και στην τροποποιημένη γίνεται αναφορά μόνο σε συμφωνημένο ποσό £20.000. Σε σχέση με την επιχείρηση που διεξαγόταν στο κατάστημα με αριθμό 31Γ επισημαίνεται ότι και ο ίδιος ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του ανέφερε ότι πριν από την υπογραφή της συμφωνίας/Τεκμήριο 2 το κατάστημα με αριθμό 31Γ λειτουργούσε ως βιβλιοπωλείο και διατηρούνταν εκεί κάποιες αντίκες, με τρόπο ώστε η θέση του αυτή να μην συνάδει αλλά ούτε και να υποστηρίζει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του για ύπαρξη εξοπλισμού εστιατορίου/take away στο εν λόγω κατάστημα. Η μη λειτουργία του καταστήματος με αριθμό 31Γ ως take away κατά τον ουσιώδη χρόνο επιβεβαιώνεται και από τον ΜΥ1 κ. Λεωνίδα Καΐτη, η μαρτυρία του οποίου έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο στην ολότητά της ως ειλικρινής, σταθερή και σαφής. Πιο συγκεκριμένα, ο ΜΥ1 κατέθεσε ότι αρχικά και τα δύο καταστήματα ενοικιάστηκαν ως εστιατόριο/take away όμως στην πορεία μόνο το κατάστημα με αριθμό 31Β λειτουργούσε ως τέτοιο. Σχετικό είναι επίσης το γεγονός ότι με βάση την παράγραφο 6 του Τεκμηρίου 2 γίνεται πρόνοια για πρόθεση του Εναγομένου 2 να αλλάξει την εσωτερική διακόσμηση και να κάνει την δική του νέα διαρρύθμιση του χώρου με τρόπο ώστε να ενισχύεται η θέση περί μη ύπαρξης οποιουδήποτε εξοπλισμού στο κατάστημα με αριθμό 31Γ κατά τον χρόνο υπογραφής της σχετικής συμφωνίας. Επομένως, στη βάση των πιο πάνω αποτελεί εύρημα μου ότι κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 2 το κατάστημα με αριθμό 31Γ δεν λειτουργούσε ως εστιατόριο take away ούτε υπήρχε σε αυτό σχετικός εξοπλισμός, με τρόπο ώστε να μην τίθεται θέμα αδικαιολόγητου πλουτισμού των Εναγομένων σε βάρος του Ενάγοντα σε σχέση με εξοπλισμό και μηχανήματα τα οποία να εβρίσκονταν στο εν λόγω κατάστημα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η αξίωση του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων βασίζεται σε ισχυριζόμενο αδικαιολόγητο πλουτισμό δυνάμει του άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 το οποίο προνοεί τα εξής:- "Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε.". Όπως προβάλλεται μέσα από τη νομολογία ο αδικαιολόγητος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής. Εντάσσεται όμως στις θεραπείες που δημιουργήθηκαν από το δίκαιο της επιείκειας ώστε να συμπληρώσουν τις ατέλειες και τις ελλείψεις του κοινοδικαίου. Παρέχεται κάτω από το γενικότερο πλαίσιο της αποκατάστασης ειδικής θεραπείας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι δίκαιο να διατάξει την επιστροφή χρημάτων ή άλλης περιουσίας (βλέπε Παναγιώτης Κιτση ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2001)1 ΑΑΔ 1077). Στην υπόθεση Minerva Fin. & Inv. Ltd. v. Γεωργιάδη
(1998)1 ΑΑΔ 2193, ο Κωνσταντινίδης, Δ., αναλύοντας το θέμα του αδικαιολόγητου πλουτισμού («unjust enrichment»), ανέφερε τα εξής στις σελίδες 2180-2182: «Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσιβλήτου επικαλέστηκε διαζευκτικά τις διατάξεις των άρθρων 70 - 72 του Κεφ. 149 και επίσης την υπόθεση Moses v. McFerlan [1558 - 1774] A.M.E.R. Rep 581 όπως τη συνοψίζει ο Chitty on Contracts 24η έκδοση § 1789. Εισηγείται πως στη βάση των διαπιστώσεων που έγιναν οι εφεσείοντες υποχρεούνται να επιστρέψουν το ποσό κατά τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της επιείκειας. Πλούτισαν (enriched) από όφελος (benefit) εξόδοις (at the expense) του εφεσίβλητου και η διατήρηση αυτού του πλουτισμού είναι άδικη (unjust). Ο άδικος πλουτισμός (unjust enrichment) δεν αποτέλεσε και δεν αποτελεί ακόμα στο Αγγλικό Δίκαιο, παρά τον προβληματισμό που εκδηλώνεται, αυτόνομη αιτία αγωγής. Αναγνωρίζεται όμως πλέον πως, ως έννοια βρίσκεται στον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση (restitution) ως συνιστώσα την αρχή που την υποστυλώνει. Το θέμα αναπτύσσεται στον Chitty On Contracts 27η ΄Εκδοση, ειδικά από την παράγραφο 29-007 κ.ε. Και το σύγγραμμα The Law Of Restitution των Goff & Jones, 2η ΄Εκδοση, αρχίζει ακριβώς με την επεξήγηση πως το δίκαιο της αποκατάστασης είναι το δίκαιο που αφορά σε όλες τις αξιώσεις, οιονεί συμβατικές ή άλλως, που θεμελιώνονται στην αρχή του άδικου πλουτισμού. (Βλ. επίσης σελ. 11 κ.ε.). Και είναι με την πιο πάνω έννοια που και τα δύο συγγράμματα αναφέρονται στα τρία στοιχεία του άδικου πλουτισμού στα οποία αναφέρθηκε ο εφεσίβλητος. (Βλ. παράγραφος 29-011 και σελ. 13 αντίστοιχα). Εκδίδοντας την πρώτη απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Orakpo v. Manson Investments [1977] 3 All E.R. σελ. 1, στη σελίδα 7, ο Lord Diplock τόνισε ακριβώς πως δεν υπάρχει γενικός θεσμός περί άδικου πλουτισμού αναγνωρισμένος στο Αγγλικό Δίκαιο. Παρέχονται, συνεχίζει, ειδικές θεραπείες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που θα μπορούσαν να ταξινομηθούν ως άδικος πλουτισμός σε νομικό σύστημα που βασίζεται στο αστικό δίκαιο. 'There is no general doctrine of unjust enrichment recognised in English law. What it does is to provide specific remedies in particular cases of what might be classified as unjust enrichment in a legal system that is based on the civil law.' Θεωρήσαμε αναγκαία αυτή τη σύντομη εισαγωγή γιατί, όπως είδαμε, έχει γίνει, πέραν από την αναφορά σε λάθος, και γενική αναφορά στον άδικο πλουτισμό και σε όρους υπό τους οποίους στοιχειοθετείται. Χωρίς εξειδίκευση του κανόνα, κατά το δίκαιο της αποκατάστασης ή την Κυπριακή Νομοθεσία στην έκταση που ενσωματώνει, που κάλυπτε την περίπτωση. Θα προσθέταμε εδώ πως αρκετά πρόσφατα, στην υπόθεση Woolwich Building Society v. I.R.C. (H.L.(E)) [1993] A.C. 167 αποφασίστηκε πως όπου έχει πληρωθεί ποσό χρημάτων αχρεωστήτως αλλά ο πληρώσας δεν μπορεί να θεμελιώσει κάποια βάση για επιστροφή του, το ποσό δεν μπορεί να επιστραφεί. Τέτοια βάση θα μπορούσε να είναι το λάθος, ως πτυχή της ευρύτερης έννοιας που συνοπτικά αποδίδεται με τον όρο 'money had and received'. (Χρήματα του ενάγοντα που λήφθηκαν από τον εναγόμενο). ΄Ορος που στην Κύπρο, στο πλαίσιο του Άρθρου 72 του Κεφ.149 καλύπτει και το νομικό λάθος (βλ. George William Portsmouth v. Cyprus Inland Telecommunications Authority
(1967)1 C.L.R, 87 και συναφώς C.T.C. Consultants v. Grindlays Bank
(1988)1 C.L.R. 294). ΄Οπως και η πληρωμή συνεπεία εξαναγκασμού (duress ή coercion) που επίσης συνιστά βασικό κεφάλαιο του δικαίου που διέπει την αποκατάσταση. Συνοψίζουν την αγγλική νομολογία πάνω στο θέμα τα δυο συγγράμματα στα οποία έχουμε αναφερθεί, ο Chitty on Contracts από την παράγραφο 29-056 και οι Goff & Jones από τη σελίδα
- Αναγνωρίζονται εν προκειμένω όσα περιγράφονται ως όρια στο δικαίωμα για αποκατάσταση. Αποκλείεται, μεταξύ άλλων, η αποκατάσταση όταν ο ενάγων ενεργεί εκουσίως προς δικό του όφελος. ΄Η κατ' αποδοχή ή συμβιβασμό έντιμης αξίωσης. (Βλ. Chitty ανωτέρω παράγραφος 29-011 κ.ε., Goff & Jones σελ. 24 κ.ε.). Στην Κύπρο, οι ρυθμίσεις του Κεφ.149 κάτω από τον τίτλο 'Σχέσεις που Προσομοιάζουν με τις Συμβατικές' έχουν στη ρίζα τους τις αρχές ως προς την αποκατάσταση και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επεκτείνοντας τις μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις. Είδαμε ότι ο εφεσίβλητος αναφέρθηκε στα ΄Αρθρα 70-
- Το Άρθρο 71 είναι εντελώς άσχετο. Αναφέρεται στα δικαιώματα που προκύπτουν από την ανεύρεση αγαθών. Οι προϋποθέσεις για την ένταξη ορισμένης περίπτωσης στο άρθρο 70, εξηγήθηκαν σε αριθμό υποθέσεων. (Βλ. Polyxeni Demou Kyriakou v. The Estate of The Late Katina Petrou
(1961)C.L.R. 300, Ismini Kyriakou Hji Loizi and Others v. Irini Iona
(1963)2 C.L.R. 11, Stelios P. Orphanides v. Vyron K. Michaelides
(1967)1 C.L.R. 309, Charalambous v. Kazanou & Another
(1982)1 C.L.R. 326, Theodoulou v. Theodoulou
(1987)1 C.L.R. 101, Sekavin S.A. v. Ship 'Platon Ch.'
(1987)1 C.L.R. 297). ΄Οπως έχει τονισθεί, δεν εφαρμόζεται το άρθρο στις περιπτώσεις στις οποίες η πράξη για την οποία επιδιώκεται αποκατάσταση, που περιλαμβάνει και την πληρωμή χρημάτων, τελείται μετά από ρητή απαίτηση (express request) του εναγομένου.» (βλέπε επίσης την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.3.2012 στην Πολιτική Έφεση αρ. 377/2008 Παναγιώτης Ιωάννου ν. Ανδρέα Χαραλάμπους) Στην δε υπόθεση Ismini Kyriacou HjiLoizi & Others v. Irini Iona
(1963)2 C.L.R. 11 τέθηκαν οι προϋποθέσεις θεμελίωσης του δικαιώματος. Στη σελίδα 13 αναφέρονται ως εξής:- «
(3)The whole case turns on the construction to be placed on section 70 of our Contract Law which has to be interpreted in accordance with the English Principles of interpretation (see section 2 of Cap. 149, supra).
(4)On a fair reading of section 70 it appears that four conditions are required to establish a right of action, namely, (
- a)the act must be done lawfully; (
- b)for another person; (
- c)it must be done by a person not intending to act gratuitously; and (
- d)the person for whom the act is done must enjoy the benefit of it. The fulfillment of the conditions is a question of fact in each case». Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων προκύπτει ότι η Εναγόμενη 1 για την περίοδο 15.1.2005 μέχρι την 16.11.2005 χρησιμοποιούσε τον εξοπλισμό που υπήρχε μέσα στο κατάστημα με αριθμό 31Β, ενώ για την περίοδο από 1.8.2005 μέχρι 16.11.2005 έπραττε τούτο μαζί με τον Εναγόμενο 2 αφού μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 2 αποφάσισαν όπως ενώσουν τα δύο καταστήματα και συνεργαστούν λειτουργώντας μία επιχείρηση ψησταριάς/take away. Μετά την ενοικίαση των καταστημάτων από την Εκκλησιαστική Επιτροπή, η επιχείρηση λειτούργησε από τον Εναγομένους για περαιτέρω περίοδο 2 - 3 μηνών. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι εάν αυτό ισοδυναμεί με αδικαιολόγητο πλουτισμό τους σε βάρος του Ενάγοντα. Σε ότι αφορά την περίοδο κατά την οποία ήταν σε ισχύ οι δύο συμφωνίες / Τεκμήρια 1 και 2, ήτοι μέχρι την 16.11.2005 οι Εναγόμενοι 1 και 2 κατέβαλλαν στον Ενάγοντα το ποσό που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων. Αυτή, άλλωστε, ήταν και η θέση του ίδιου του Ενάγοντα κατά τη μαρτυρία του, με τρόπο ώστε να μην τίθεται θέμα αδικαιολόγητου πλουτισμού για την εν λόγω περίοδο. Αυτό όμως δεν ισχύει για την περίοδο από 16.11.2005 μέχρι τους επόμενους 2-3 μήνες, περίοδο κατά την οποία οι Εναγόμενοι 1 και 2 χρησιμοποιούσαν τον εξοπλισμό που υπήρχε στο κατάστημα με αριθμό 31Β χωρίς να καταβάλλουν οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα, ο οποίος δεν τους παραχώρησε τον εξοπλισμό αυτό χαριστικά. Ποιο είναι, όμως, το ποσό στο οποίο δικαιούται ο Ενάγοντας υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης μου; Στα πλαίσια των αγορεύσεων, ο κ. Σωφρονίου υποστήριξε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδικάσει υπέρ του Ενάγοντα το ποσό των £20,000 ως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων με βάση τις συμφωνίες/Τεκμήρια 1 και 2. Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω με αυτή τη θέση αφού το ποσό αυτό καθορίστηκε ως το τίμημα πώλησης στην περίπτωση όπου οι Εναγόμενοι αγόραζαν από τον Ενάγοντα την επιχείρηση, κάτι, ωστόσο που δεν έγινε και για το οποίο υπάρχει σχετικός ισχυρισμός του Ενάγοντα στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης (σχετική είναι η παράγραφος 5 της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης). Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα και πάλι με την ίδια παράγραφο, στο ποσό αυτό συμπεριλαμβανόταν και φήμη και πελατεία (goodwill), η οποία αφενός δεν θα μπορούσε να αποτελέσει βάση για αξίωση για αδικαιολόγητο πλουτισμό και αφετέρου ουδεμία μαρτυρία προσκομίσθηκε από τον Ενάγοντα σε σχέση με το ζήτημα αυτό, αλλά ούτε και σχετική αξίωση. Τέλος κατά την 16.11.2005 η σχετική πρόνοια (όρος 5(F) του Τεκμηρίου 1) είχε παύσει να ισχύει εφόσον το δικαίωμα αγοράς δεν εξασκήθηκε εντός της προβλεπομένης περιόδου των εννέα μηνών. Ως προς το ζήτημα της αξίας του εξοπλισμού των επίδικων καταστημάτων ο Ενάγοντας προσκόμισε στο Δικαστήριο και έγγραφο με τίτλο «Συμφωνία Πωλήσεως Εξοπλισμού» ημερομηνίας 16.10.2001, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 6, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Συμφωνία γενομένη σήμερον την 16ην Οκτωβρίου, 2001 στη Λεμεσό ΜΕΤΑΞΥ της Μάρως Μεταξά, εκ Λεμεσού (εν τοις εφεξής καλουμένης ο «Ο Πωλητής») αφ΄ ενός και του κ. Mansour Zuhair, εκ Λεμεσού, (εν τοις εφεξής καλουμένου «Ο Αγοραστής») αφ΄ ετέρου. ΜΑΡΤΥΡΟΙ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ: 1) Ο Πωλητής πωλεί στον Αγοραστή και ο Αγοραστής αγοράζει από τον Πωλητή τον εξοπλισμό εστιατορίου που βρίσκεται σήμερα εντός του καταστήματος παρά την οδόν Αγίας Ζώνης αρ. 31Β και Γιώτα, στην Λεμεσό (εν της εφεξής καλουμένου «Ο ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ» όπως περιγράφονται στον επισυνημμένο κατάλογο «Α» έναντι του συμφωνημένου τιμήματος των Λ.Κ.6,000.- (Εξι Χιλιάδων Λιρών Κύπρου). 2) Το ως άνω ποσόν των Λιρών Κύπρου των Λ.Κ.6,000.- θα καταβληθεί από τον Αγοραστή προς τον Πωλητή άμα τη υπογραφή της παρούσης συμφωνίας. 3) Ο Πωλητής υποχρεούται με την υπογραφή της παρούσης συμφωνίας και την πληρωμή από τον Αγοραστή του ποσού των Λ.Κ.6,000.- να παραδώσει τον πωληθέντα εξοπλισμό στον Αγοραστή, ο οποίος θα καταστεί κύριος και/ή ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος αυτού από την ίδιαν ημέρα. 4) Ο Αγοραστής έχει επιθεωρήσει τον ως άνω αναφερόμενο εξοπλισμό και δηλώνει με την παρούσα ότι είναι της απόλυτης αρεσκείας του. 5) Ο Πωλητής δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη έναντι του Αγοραστή μετά από την πώληση και παράδοση του ανωτέρου εξοπλισμού σ΄ αυτόν για οποιονδήποτε συμβάν, και για πιθανά ελαττώματα στον εξοπλισμό ή σε περίπτωση κλοπής, πυρκαϊάς, ή απώλειας αυτού. 6) Ο Πωλητής αναλαμβάνει να πληρώσει μέχρι σήμερα όλα τα χρέη αναφορικά με ρεύμα, νερό, τηλέφωνο, φόρους περιλαμβανομένου φόρου προστιθέμενης αξίας, αναφορικά με την επιχείρηση που διεξήγετο μέχρι πρόσφατα εντός του πιο πάνω καταστήματος. 7) Ο Πωλητής δεν αναλαμβάνει οποιανδήποτε ευθύνη για συνέχιση της ενοικίασης του καταστήματος από τον Αγοραστή. 8) Όλοι οι όροι της παρούσης συμφωνίας είναι ουσιώδεις και ο παραβάτης αυτών υποχρεούται να καταβάλει τις το αναίτιο μέρος νομίμους αποζημιώσεις.» Το πρώτο που πρέπει να επισημάνω είναι ότι επί του κατατεθειμένου εγγράφου ως Τεκμήριο 6 δεν επισυνάπτεται ο αναφερόμενος στην παράγραφο 1 αυτού επισυνημμένος κατάλογος. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τον κατάλογο (inventory) για τον οποίο γίνεται λόγος στον όρο 5(Β) του Τεκμηρίου 1, αφού ούτε και αυτός προσκομίστηκε στο Δικαστήριο ως επισυναπτόμενος επί της συμφωνίας. Πέραν τούτου, το Τεκμήριο 6 αφορά εξοπλισμό και των δύο καταστημάτων ενώ όπως έχω καταλήξει πιο πάνω, στο κατάστημα με αριθμό 31Γ δεν υπήρχε οποιοσδήποτε εξοπλισμός. Σε κάθε περίπτωση, διαπιστώνεται ότι ενώ στο Τεκμήριο 6 γίνεται αναφορά σε αγορά του εξοπλισμού των δύο καταστημάτων για το ποσό των £6,000, στην επιστολή του Ενάγοντα προς την Εκκλησιαστική Επιτροπή (Τεκμήριο 3) ο ίδιος αναφέρει ότι το ποσό των £6,000 πληρώθηκε στην κα Μεταξά ως φήμη και πελατεία (goodwill) και όχι για αγορά εξοπλισμού και ότι ο ίδιος αργότερα δαπάνησε το ποσό των £13,000 για ανακαίνιση και αγορά εξοπλισμού όπως καταγράφεται στον κατάλογο. Αναφορικά δε με τον κατάλογο που παρατίθεται επί της επιστολής/Τεκμήριο 3 περιορίζομαι να αναφέρω ότι ούτε και αυτός θα μπορούσε να υποστηρίξει τον Ενάγοντα στην προώθηση και απόδειξη της ζημιάς του αφού στα πλαίσια της μαρτυρίας του αυτός δεν επεξήγησε στο Δικαστήριο οτιδήποτε σχετικό και περιορίστηκε να αναφέρει ότι «το κατάστημα ήταν στο δρόμο και είχε και κάποιο εξοπλισμό για take away-ένα μηχάνημα για γύρο και ένα καπάκι». Εν πάση δε περιπτώση ο κατάλογος αυτός περιλαμβάνει «expenses made to the shops» χωρίς να προσδιορίζεται ποιο έξοδο έγινε για ποιο κατάστημα, όπως επίσης δεν αφορά μόνο εξοπλισμό αλλά και άλλα έξοδα όπως εγκατάσταση τουαλέτας, νέα ηλεκτρολογική εγκατάσταση, δημιουργία νέας διακόσμησης και βάψιμο των καταστημάτων μέσα και έξω. Επιπρόσθετα, επισημαίνεται ότι στα πλαίσια της κατάθεσής του ο Ενάγοντας κάνοντας αναφορά στο Τεκμήριο 3 δήλωσε ότι «υπάρχει κατάλογος εξόδων που έγιναν στα καταστήματα και σε κάποια υπάρχουν Χ και αλλαγές - όλα όσα έχω εδώ είναι όσα άφησα στους Εναγόμενους και η Εναγομένη 1 υπέγραψε γι' αυτό όταν παρέλαβε το κατάστημα - υπάρχει η παράγραφος F της δεύτερης σελίδας του Τεκμηρίου 1». Παρομοίως, ούτε το περιεχόμενο του Τιμολογίου ημερομηνίας 15.12.2001 το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10 θα μπορούσε να έχει καθοριστική σημασία ενόψει του ότι στα πλαίσια της κατάθεσης του στο Δικαστήριο ο Ενάγοντας δεν επεξήγησε ποια από τα μηχανήματα αυτά υπήρχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο στο κατάστημα με αριθμό 31Β. Επιπρόσθετα δε, γεγονός που είναι ιδιαίτερα σημαντικό, επισημαίνεται ότι ακόμα και εάν ο Ενάγοντας ξεκαθάριζε τα ζητήματα αυτά, εντούτοις πάλι θα εξέλειπε οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία αναφορικά με την αξία των μηχανημάτων και/ή του εξοπλισμού κατά την επίδικη περίοδο, στοιχείο καθοριστικό για την απόδοση οποιασδήποτε θεραπείας σε αυτόν. Επομένως, στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνεται ότι αν και ο Ενάγοντας απέδειξε ότι για περίοδο 2-3 μηνών από 16.11.2005 επλούτισαν αδικαιολόγητα σε βάρος του χρησιμοποιώντας τον εξοπλισμό που υπήρχε στο κατάστημα με αριθμό 31Β, εντούτοις ενώπιον του Δικαστηρίου ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία στη βάση της οποίας να μπορεί να του επιδικαστεί οποιοδήποτε ποσό. Συνακόλουθα, η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Τελική/ Αγωγή για αδικαιολόγητο πλουτισμό cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο