← Κύπρος

ΣΤΕΛΛΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4416/2011, 3/10/2012

ΣΤΕΛΛΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4416/2011, 3/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4416/2011 Μεταξύ: ΣΤΕΛΛΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγουσα και ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, εκ Λεμεσού Εναγόμενος Αίτηση ημερομηνίας 20.09.11 για Ενδιάμεσο Απαγορευτικό Διάταγμα Ημερομηνία: 03.10.12 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Μ. Ιακώβου Για Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κα Ε. Κονναρή ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Ενάγουσα (στο εξής η 'Αιτήτρια') ζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος που να: (α) εμποδίζει και/ή απαγορεύει στον Εναγόμενο (στο εξής καλείται ο 'Καθ' ου η αίτηση') και/ή στους υπηρέτες του και/ή στους αντιπροσώπους του και/ή στους υπαλλήλους του να σταθμεύουν και/ή να χρησιμοποιούν με οποιοδήποτε τρόπο και/ή άλλως πως τον χώρο στάθμευσης με αριθμό 3 στο τεμάχιο υπ' αριθμό 331, φύλλο/σχέδιο 54/500501, τμήμα 4 στην οδό Κωστή Παλαμά, ενορία Κάψαλος, Δήμος Λεμεσού μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου και (β) εμποδίζει και/ή απαγορεύει στον Εναγόμενο και/ή στους υπηρέτες του και/ή στους αντιπροσώπους του και/ή στους υπαλλήλους του να προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενέργεια και/ή πράξη και/ή παράλειψη δια της οποίας να εμποδίζεται και/ή παρενοχλείται η Αιτήτρια και/ή οι υπάλληλοι και/ή οι αντιπρόσωποι αυτής από το να χρησιμοποιούν το χώρο στάθμευσης με αριθμό 3 στο τεμάχιο υπ' αριθμό 331, αριθμός εγγραφής 4/277, φύλλο/σχέδιο 54/500501, τμήμα 4 στην οδό Κωστή Παλαμά, ενορία Κάψαλος, Δήμος Λεμεσού και/ή από του να λειτουργούν απρόσκοπτα την επιχείρηση βαφείου αυτοκινήτων (γκαράζ) που διατηρεί επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4/273, φύλλο/σχέδιο 54/500501, τμήμα 4, τεμάχιο 330 στην οδό Κωστή Παλαμά, ενορία Κάψαλος, Δήμος Λεμεσού μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση, η οποία έγινε μονομερώς αλλά μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στις 19.02.10 επιδόθηκε στον Καθ' ου η αίτηση, εδράζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στα άρθρα 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1, 2, 3, 4 και 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με την Αιτήτρια δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων, περιέχονται σε ένορκο δήλωση της ιδίας ημερομηνίας 20.09.11, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω καθότι δεν θα εξυπηρετήσει οποιοδήποτε λόγο. Στις 07.11.11 ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση επί των ακόλουθων λόγων:

  1. Η αίτηση εδράζεται σε λανθασμένο, ελλιπές και/ή ανύπαρκτο νομικό υπόβαθρο.
  2. Η αίτηση δεν είναι συναρτημένη με οποιαδήποτε βάση αγωγής ούτε και είναι συνακόλουθη με οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα.
  3. Η αίτηση και τα γεγονότα που την υποστηρίζουν δεν ικανοποιούν τις αρχές και προϋποθέσεις που διέπουν την έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων διαταγμάτων. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής, ορατή πιθανότητα επιτυχίας, ότι η μη έκδοση των διαταγμάτων θα της προξενούσε ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν θα μπορούσε μεταγενέστερα να αποκατασταθεί και ότι είναι πρόσφορο και δίκαιο να εκδοθούν τα εν λόγω διατάγματα.
  4. Η Αιτήτρια αποκρύπτει και/ή παραλείπει να αποκαλύψει και/ή στρεβλώνει ουσιώδη γεγονότα κατά τρόπο που θα μπορούσε να παραπλανήσει το Δικαστήριο.
  5. Η Αιτήτρια δεν αποτείνεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
  6. Η αίτηση είναι κακόπιστη, κακόβουλη και εμφορείται από αλλότρια ελατήρια στοχεύοντας στην εξασφάλιση χώρου στάθμευσης που η Αιτήτρια δεν δικαιούται εις γνώση της.
  7. Με την αίτηση επιδιώκονται ταυτόσημες θεραπείες με τις αιτούμενες θεραπείες της αγωγής. Η ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στα άρθρα 2, 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στη Διάταξη 39 Κανονισμοί 1-21, στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 4, 5, 6, 7, 10 και 13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις γενικές αρχές επιείκειας, το κοινοδίκαιο, στις γενικές και σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από τις ενόρκους δηλώσεις του Καθ' ου η αίτηση και των αδελφών της Αιτήτριας, Ελένης Νεοκλέους και Ειρήνης Νεοκλέους, η οποία τελευταία είναι ταυτόχρονα και πεθερά του Καθ' ου η αίτηση. Ούτε εδώ κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τα γεγονότα που περιέχονται στις εν λόγω ένορκες δηλώσεις καθότι κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί οποιαδήποτε χρησιμότητα. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων και ισχυρισμών τους, χωρίς έτσι να ασκήσουν το δικαίωμα που τους παρέχεται δυνάμει της Διάταξης 39 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα. Στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας αφού αντίκρουσε όλους τους λόγους ένστασης προτάσσοντας τις νομικές θέσεις της σε σχέση με αυτούς ζήτησε την απόρριψη τους ως αβάσιμους. Σύμφωνα με την κυρία Ιακώβου στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν όλα τα απαιτούμενα κριτήρια και ως εκ τούτου κάλεσε το Δικαστήριο στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση, η οποία υποστήριξε το βάσιμο των λόγων ένστασης. Είναι η θέση της κυρίας Κονναρής ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων και συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση της Αιτήτριας. Η έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν και να πληρούνται σωρευτικά. Αυτές είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας.
(3)Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το θέμα όμως δεν ολοκληρώνεται με την εκπλήρωση των πιο πάνω κριτηρίων. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι διάφοροι. Το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32 ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση της καταχωρημένης δικογραφίας. Η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης έχει σχέση με τη νομική αξίωση της απαίτησης και καθιστά μια πρωταρχική ανάλυση της νομικής θέσης, επιβεβλημένη ώστε να τοποθετηθεί η υπόθεση στο ορθό νομικό πλαίσιο και να επισημανθεί το νομικό της υπόβαθρο. Δηλαδή να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις. Η πρώτη προϋπόθεση είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετη και συνήθως εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο κριτήριο, το οποίο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα και συνίσταται στην παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση / δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο απαιτούμενος βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλέπε Κυτάλα κ.α. v Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 τονίστηκε ότι δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αυτή συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλέπε Παναγίδης v. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Το κριτήριο αυτό ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο ενάγοντας δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Προς ενίσχυση των πιο πάνω χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η έκδοση, σελίδα 44, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "The first question is whether if the claimant were correct at trial, an award of damages would be an adequate remedy. If damages in the measure awarded at common law would be an adequate remedy, and the defendant would be in a financial position to pay them, then, however strong the claimant's case appeared to be, no injunction should 'normally' be granted." Επίσης, στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412, 1422, τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Στη δε υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791 αναφέρονται τα εξής: "Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 240 το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία." Η προστασία όμως δικαιωμάτων εξυπακούει μέσα από διαδικασία εξέτασης αιτήματος για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος τεκμηρίωση ως προς την ύπαρξη τέτοιων δικαιωμάτων από το πρόσωπο που τα επικαλείται και την ανάγκη θωράκισης τους από παράνομες ενέργειες άλλων προσώπων στο βαθμό και την έκταση βέβαια που οι διατάξεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 σε συνάρτηση με την νομολογία έχουν διαχρονικά καθορίσει. Στην υπόθεση Δημητρίου κ.α. v. Royal Ris Ltd
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1164 το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα που εκδόθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο επειδή οι αιτητές δεν τεκμηρίωσαν το αντικείμενο που έχρηζε προστασίας και επειδή παράλληλα με την έκδοση του εν λόγω διατάγματος οι καθ' ων η αίτηση αποστερούνταν συμβατικά δικαιώματα τους. Στην προσπάθεια του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλέπε Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802) τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων αλλά περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλέπε Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Μέσα σ' αυτό το δικονομικό περίγραμμα αλλά και νομικό πλαίσιο που η κυπριακή νομολογία δημιούργησε διαχρονικά εντάσσεται η αξιολόγηση της ουσίας της παρούσας αίτησης. Θα εξετάσω ευθύς κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων. Κατ' αρχήν η αίτηση της Αιτήτριας στηρίζεται, όπως φαίνεται από το σώμα της, εκτός από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 και στο άρθρο 4 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το άρθρο αυτό έχει εφαρμογή όπου η περιουσία σχετικά με την οποίαν ζητείται το διάταγμα είναι αντικείμενο της αγωγής. Σύμφωνα δε με την υπάρχουσα νομολογία το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα που αφορά ακίνητη ιδιοκτησία που είναι το αντικείμενο της αγωγής ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 (βλέπε Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231). Όμως όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Άκης Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 η ειδική ρύθμιση που γίνεται στο άρθρο 4 δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας αναφορικά με την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων (βλέπε ABP Holdings Ltd v Ανδρέα Κιταλίδη κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Συνεπώς και σε αυτή την περίπτωση το Δικαστήριο θα καθοδηγηθεί από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/
  1. Μελετώντας εξ' 'όψεως το μοναδικό δικόγραφο που είναι καταχωρημένο στο φάκελο της υπόθεσης και είναι η έκθεση απαίτησης παρατηρώ ότι ο χώρος στάθμευσης υπ' αριθμό 33 που βρίσκεται εντός του τεμαχίου υπ' αριθμό 331, φύλλο/σχέδιο 54/500501, τμήμα 4, οδός Κωστή Παλαμά, ενορία Κάψαλος, Δήμος Λεμεσού, για το οποίο ζητείται η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος με σκοπό την διαφύλαξη του από τη χρήση του από τον Καθ' ου η αίτηση, υπηρέτες, υπαλλήλους ή αντιπροσώπους του αποτελεί ένα από τα αντικείμενα της παρούσας αγωγής. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι ορθώς το άρθρο 4 του Κεφ.6 συμπεριλήφθηκε στη νομική βάση της αίτησης. Αντίθετα, θεωρώ ότι το άρθρο 5 του Κεφ.6, επί του οποίου επίσης εδράζεται νομικά η υπό κρίση αίτηση, δεν τυγχάνει εφαρμογής καθότι μέσα από το αιτούμενη έκδοση των διαταγμάτων δεν επιδιώκεται δέσμευση ακίνητης περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση με σκοπό να ικανοποιηθεί επαρκώς η απαίτηση της Αιτήτριας σε περίπτωση που κριθεί επιτυχής, ως είναι η ουσία του εν λόγω άρθρου. Εφόσον μέσα από την έκθεση απαίτησης αποτελεί βασική θέση της Αιτήτριας ότι ο εν λόγω χώρος στάθμευσης είναι δική της ιδιοκτησία και τα αιτούμενα διατάγματα αφορούν αυτό το μέρος του ακινήτου τότε το άρθρο 5 του Κεφ.6 δεν έχει οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό έρεισμα. Προχωρώ αμέσως στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Πρώτη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Μέσα από την έκθεση απαίτησης της παρατηρώ ότι η Αιτήτρια επικαλείται παράβαση προφορικής συμφωνίας από μέρους του Καθ' ου η αίτηση η οποία σύμφωνα με την ίδια προνοούσε ότι ο χώρος στάθμευσης υπ' αριθμό 3 στο τεμάχιο υπ' αριθμό 331, φύλλο/σχέδιο 54/500501, τμήμα 4, οδός Κωστή Παλαμά, ενορία Κάψαλος, Δήμος Λεμεσού της ανήκει, η οποία και θα έχει αποκλειστική χρήση του έτσι ώστε να επιτυγχάνεται πρόσβαση και είσοδος σε βαφείο αυτοκινήτων (γκαράζ) που η Αιτήτρια διατηρεί στο γειτονικό τεμάχιο υπ' αριθμό
  2. Επιπλέον, η Αιτήτρια επικαλείται παράνομη επέμβαση σε ακίνητη περιουσία της από μέρους του Καθ' ου η αίτηση αφού είναι ισχυρισμός της ότι η συμπεριφορά του τελευταίου να σταθμεύει στον προαναφερόμενο χώρο στάθμευσης όχι μόνο της στερεί το δικαίωμα από του να το χρησιμοποιεί αλλά την εμποδίζει από του να λειτουργεί απρόσκοπτα την επιχείρηση του βαφείου αυτοκινήτων περιορίζοντας έτσι το δικαίωμα εκμετάλλευσης της ακίνητης περιουσίας της. Επ' αυτού γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο περιστατικό όπου επηρεάστηκε το δικαίωμα ενοικίασης ακίνητης περιουσίας αφού σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας προτιθέμενος ενοικιαστής υπαναχώρησε από προκαταρκτική συμφωνία που είχε μαζί της για ενοικίαση του βαφείου έναντι μηνιαίου ενοικίου ύψους €500,00 εξαιτίας της κατ' ισχυρισμό αντισυμβατικής συμπεριφοράς του Καθ' ου η αίτηση. Ως αποτέλεσμα των βάσεων αγωγής που προβάλλονται, η Αιτήτρια αξιώνει ως θεραπείες, εκτός από τα αιτούμενα διατάγματα, διαφυγόντα κέρδη ύψους €500,00 μηνιαίως από 01.06.11 μέχρι την άρση της κατ' ισχυρισμό παράνομης επέμβασης καθώς και την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Συνεπώς, με βάση το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης και με γνώμονα ότι μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρηθεί υπεράσπιση, κρίνω ότι έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπόθεση και ως εκ τούτου η πρώτη προϋπόθεση πληρείται. Υπάρχουν συνεπώς σοβαρά ζητήματα που θα πρέπει να εξεταστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεύτερη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου και δεν έχουν αμφισβητηθεί, πάντοτε για σκοπούς και μόνο της παρούσας αίτησης, φαίνεται ότι τα επίδικα τεμάχια υπ' αριθμό 330 και 331, τα οποία συνορεύουν μεταξύ τους, μεταβιβάστηκαν στην Αιτήτρια και τις δύο αδελφές της από τους γονείς της δυνάμει κληρονομιάς, μία εκ των οποίων είναι η πεθερά του Καθ' ου η αίτηση. Εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του όλου μεριδίου του τεμαχίου υπ' αριθμό 330, εντός του οποίου υπάρχει μία κατοικία και ένα γκαράζ, είναι η Αιτήτρια. Εντός του τεμαχίου υπ' αριθμό 331 υπάρχει μία κοινόκτητη οικοδομή τριών ορόφων που αποτελείται από τρία καταστήματα και 6 διαμερίσματα. Από αυτά η Αιτήτρια φαίνεται να είναι ιδιοκτήτρια του καταστήματος αρ.2 ενώ ο Καθ' ου η αίτηση και η σύζυγος του διαθέτουν από ½ μερίδιο στο κατάστημα αρ.3 και σ' ένα από τα διαμερίσματα. Ιδιοκτήτες του άλλου καταστήματος και των υπολοίπων διαμερισμάτων είναι οι δύο αδελφές της Αιτήτριας. Όλοι μαζί είναι συνιδιοκτήτες στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής καθώς και στους έξι χώρους στάθμευσης που αυτή διαθέτει. Στα πλαίσια εξέτασης του κριτηρίου αυτού έχω από τη μια τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, οι οποίοι επικαλούνται την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας μεταξύ της ιδίας και των υπολοίπων συνιδιοκτητών του τεμαχίου υπ' αριθμό 331 δια της οποίας συμφωνήθηκε ότι ο χώρος στάθμευσης με αριθμό 3, όπως αυτοί οι χώροι στάθμευσης είναι αριθμημένοι στα εγκεκριμένα από τις τεχνικές υπηρεσίες του Δήμου Λεμεσού σχέδια για εξασφάλιση άδειας οικοδομής, θα ανήκει στην Αιτήτρια η οποία και θα έχει την αποκλειστική χρήση του. Χωρίς το Δικαστήριο να αξιολογεί καθ' οιονδήποτε τρόπο μαρτυρία και δίχως να προδικάζει ή να προαποφασίζει οτιδήποτε ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε ευρήματα αναφορικά με την ουσία της αγωγής, η κατ' ισχυρισμό προφορική συμφωνία εκ πρώτης όψεως παρουσιάζει εμφανείς ουσιώδεις αδυναμίες. Συγκεκριμένα, ουδεμία αναφορά γίνεται ως προς το πότε ακριβώς επιτεύχθηκε αυτή η προφορική συμφωνία. Ούτε κατά πόσο επιτεύχθηκε μέσα από μια κοινή και ενιαία συνάντηση στην οποία παρόντες ήταν η Αιτήτρια και όλοι οι υπόλοιποι συνιδιοκτήτες ή αν είναι αθροιστικό αποτέλεσμα διαφόρων ξεχωριστών συναντήσεων της Αιτήτριας με έκαστο συνιδιοκτήτη. Ένα ακόμη ουσιώδη στοιχείο που απουσιάζει από την προφορική συμφωνία είναι το αντάλλαγμα από μέρους της Αιτήτριας στην παραχώρηση της αποκλειστικής χρήσης του χώρου στάθμευσης υπ' αριθμό 3 από τους υπόλοιπους συνιδιοκτήτες του τεμαχίου υπ' αριθμό
  3. Σύμφωνα με τις στοιχειώδεις αρχές συνομολόγησης σύμβασης, για να είναι μία συμφωνία έγκυρη, δεσμευτική και νομικά εκτελεστή, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για προφορική, θα πρέπει να στηρίζεται σε νόμιμη αντιπαροχή διαφορετικά καθίσταται άκυρη και υποβαθμίζεται σε επίπεδο απλής συνεννόησης, όπως εξάλλου διαζευκτικά προτάσσει η Αιτήτρια, χωρίς έτσι να υπάρχει το στοιχείο δέσμευσης και νομικής υποχρέωσης για συμμόρφωση. Αυτό δύναται, ελλείψει άλλων στοιχείων και πληροφοριών, να συμπαρασύρει τον ισχυρισμό για παράνομη επέμβαση του Καθ' ου η αίτηση, συνιδιοκτήτη των χώρων στάθμευσης, σε ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει στην Αιτήτρια, συνεπεία της οποίας υπάρχει ισχυρισμός για ζημιά που επωμίζεται η Αιτήτρια με αποτέλεσμα να διεκδικούνται οι θεραπείες που φαίνονται στην έκθεση απαίτησης. Από την άλλη, τέθηκε εις γνώση του Δικαστηρίου, ως τεκμήριο 1 επισυνημμένο στην ένορκο δήλωση του Καθ' ου η αίτηση, γραπτή ενυπόγραφη συμφωνία με την οποία φαίνεται να διευθετήθηκε εξωδίκως η αγωγή υπ' αριθμό 3042/87 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην οποία ένας από τους διαδίκους ήταν η Αιτήτρια. Μέσα από τη συμφωνία, την οποία υπογράφουν όλοι οι συνιδιοκτήτες του τεμαχίου υπ' αριθμό 331, συμφωνήθηκε η κατεδάφιση μέρους του διαχωριστικού τοίχου (τρία μέτρα) μπροστά από το γκαράζ του τεμαχίου υπ' αριθμό 330 και δίπλα από την κατοικία της Αιτήτριας αρχίζοντας από εκεί που τελειώνουν τα υποστατικά του συνορεύοντος τεμαχίου υπ' αριθμό 331 έτσι ώστε να χρησιμοποιείται σαν πέρασμα από την Αιτήτρια και την οικογένεια της για να εισέρχεται στο γκαράζ. Σημειώνεται ακόμη ρητά στην παράγραφο 5 της συμφωνίας ότι το δικαίωμα αυτό παρέχεται στην Αιτήτρια από τους συνιδιοκτήτες του τεμαχίου υπ' αριθμό 331 για πέρασμα από το διαχωριστικό τοίχο ως αντιπαροχή για το δικαίωμα που αυτή άμεσα ή έμμεσα μέσω του συζύγου της είχε για ένα χώρο στάθμευσης στον κοινόχρηστο χώρο του τεμαχίου υπ' αριθμό
  4. Δεν λησμονώ ότι ένας από τους συνιδιοκτήτες του τεμαχίου υπ' αριθμό 331 και κατ' επέκταση των κοινόχρηστων χώρων και χώρων στάθμευσης είναι ο Καθ' ου η αίτηση. Με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα, η προφορική συμφωνία ή διαζευκτικά η συνεννόηση που η Αιτήτρια επικαλείται στηρίζεται στην απόκτηση ενός δικαιώματος το οποίο φαίνεται να απεμπόλησε δυνάμει γραπτής συμφωνίας έναντι ανταλλάγματος από το οποίο επωφελήθηκε και για το οποίο δικαίωμα δεν φαίνεται να έδωσε μεταγενέστερα οποιοδήποτε αντάλλαγμα για να το επανακτήσει. Το επιχείρημα της Αιτήτριας ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν αποτελούσε συμβαλλόμενο μέρος στην γραπτή συμφωνία που ο τελευταίος παρουσίασε στερείται πειστικότητας. Αυτό που είναι ουσιαστικό είναι το ότι η Αιτήτρια φαίνεται εκ πρώτης όψεως να δεσμεύεται προσωπικά με αυτή τη συμφωνία έναντι των υπολοίπων συνιδιοκτητών του τεμαχίου υπ' αριθμό 331, μερικοί από τους οποίους εξακολουθούν να είναι οι ίδιοι από τη συνομολόγηση της. Δεν διαφεύγει ακόμη της προσοχής του Δικαστηρίου ότι δυνάμει της παραγράφου 12 της γραπτής συμφωνίας τονίζεται ρητά ότι τυχόν τροποποίηση της συμφωνίας γίνεται μόνο με τη συναίνεση όλων των συμβαλλομένων μερών. Από τις ενόρκους δηλώσεις των δύο αδελφών της Αιτήτριας, μία εκ των οποίων ήταν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη στη γραπτή συμφωνία, δεν φαίνεται να προκύπτει εκ πρώτης όψεως ότι εξασφαλίστηκε τέτοια συγκατάθεση ή συναίνεση. Περαιτέρω, είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η ενέργεια του Καθ' ου η αίτηση να σταθμεύει το όχημα του στο χώρο στάθμευσης υπ' αριθμό 3 οδηγεί σε παράνομη επέμβαση στην ακίνητη ιδιοκτησία της. Ο ισχυρισμός όμως αυτός έρχεται σε σύγκρουση με τα ενώπιον μου στοιχεία. Πως μπορεί να υπάρξει παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία της Αιτήτριας τη στιγμή που όχι μόνο ο Καθ' ου η αίτηση είναι συνιδιοκτήτης όλων των χώρων στάθμευσης του ακινήτου υπ' αριθμό 331 περιλαμβανομένου του χώρου στάθμευσης υπ' αριθμό 3 αλλά επιπλέον η Αιτήτρια φαίνεται δυνάμει γραπτής συμφωνίας και ελλείψει στοιχείων για τροποποίηση της να απεμπόλησε οποιοδήποτε δικό της ιδιοκτησιακό δικαίωμα είχε από τους χώρους στάθμευσης του τεμαχίου υπ' αριθμό 331 έναντι νόμιμου ανταλλάγματος από το οποίο η ίδια και η οικογένεια της επωφελήθηκε. Δεν μπορεί να προβάλλεται ισχυρισμός για στέρηση δικαιώματος χρήσης ακίνητης περιουσίας στην περίπτωση που τέτοιο δικαίωμα έχει μεταβιβαστεί έναντι οφέλους και στην ουσία δεν φαίνεται να υπάρχει. Η Αιτήτρια επίσης αναζητεί προστασία στην απρόσκοπτη λειτουργία της επιχείρησης της ως αποτέλεσμα, όπως ισχυρίζεται, εμποδίων που ο Καθ' ου η αίτηση της δημιουργεί. Γι' αυτό αιτείται την έκδοση σχετικού ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. Μια προσεκτική μελέτη της θέση αυτής δείχνει πως αυτή εδράζεται στον ισχυρισμό της για χρήση από τον Καθ' ου η αίτηση του χώρου στάθμευσης υπ' αριθμό 3, τον οποίο η ίδια διεκδικεί. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, η χρήση του χώρου στάθμευσης υπ' αριθμό 3 από τον Καθ' ου η αίτηση αποφράζει τη διάβαση και την είσοδο προς το γκαράζ. Δεν εξηγήθηκε όμως στο Δικαστήριο από που πηγάζει το δικαίωμα δημιουργίας τέτοιας εισόδου ή διάβασης μέσω του χώρου στάθμευσης υπ' αριθμό
  5. Η υπόδειξη στις αρμόδιες υπηρεσίες για να εξασφαλιστούν οι άδειες λειτουργίας του γκαράζ δεν δημιουργούν τέτοιο δικαίωμα στην Αιτήτρια. Αντίθετα, η προαναφερόμενη γραπτή συμφωνία την οποία ο Καθ' ου η αίτηση παρουσίασε στο Δικαστήριο προνοεί την δημιουργία διάβασης στο γκαράζ από άλλο σημείο και συγκεκριμένα δια της κατεδάφισης μέρους του διαχωριστικού τοίχου (τρία μέτρα) μπροστά από το γκαράζ του τεμαχίου υπ' αριθμό 330 και δίπλα από την κατοικία της Αιτήτριας αρχίζοντας από εκεί που τελειώνουν τα υποστατικά του συνορεύοντος τεμαχίου υπ' αριθμό 331, χωρίς ταυτόχρονα να επηρεάζονται τα δικαιώματα χρήσης των χώρων στάθμευσης των υπολοίπων συνιδιοκτητών του τεμαχίου υπ' αριθμό
  6. Με γνώμονα τα όσα ήδη ανάφερα σε σχέση με τους χώρους στάθμευσης μέσα από το ιστορικό που πλαισιώνει το εν λόγω θέμα και γενικότερα την υπόθεση αυτή και τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, ο ισχυρισμός αυτός της Αιτήτριας εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται να τεκμηριώνεται. Μπροστά σε αυτά τα δεδομένα και χωρίς να προαποφασίζεται ή προδικάζεται οτιδήποτε σε σχέση με την ουσία της αγωγής, κρίνω ότι η υπόθεση της Αιτήτριας δεν διακατέχεται από ορατή πιθανότητα επιτυχίας με αποτέλεσμα το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 32 του Ν.14/60 να μην πληρείται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, το Δικαστήριο κρίνει πως εφόσον με βάση τα πιο πάνω η Αιτήτρια δεν έχει τεκμηριώσει στο Δικαστήριο στο βαθμό και για το σκοπό που απαιτείται σε τέτοιου είδους διαδικασία, όπως στην παρούσα, το αντικείμενο ή δικαίωμα που χρήζει προστασίας μέσω της έκδοσης των αιτουμένων ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων, το κριτήριο αυτό δεν δικαιολογείται. Η απουσία συμβατικού ή ιδιοκτησιακού ή άλλως πως δικαιώματος της Αιτήτριας που να χρήζει προστασίας σε συνδυασμό με την στέρηση του δικαιώματος του Καθ' ου η αίτηση να χρησιμοποιεί το χώρο στάθμευσης υπ' αριθμό 3 που προκύπτει από την ιδιότητα του ως συνιδιοκτήτης στους χώρους στάθμευσης του τεμαχίου υπ' αριθμό 331 σε περίπτωση έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων αποδεικνύει την μη πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς στην Αιτήτρια. Ακολούθως, εξετάζοντας την παράμετρο κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα κρίνω πως, αφού από τη μια δεν έχει τεκμηριωθεί να υπάρχει δικαίωμα της Αιτήτριας που να χρήζει προστασίας με την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων, πάντοτε για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ενώ την ίδια στιγμή από την άλλη τυχόν έκδοση τέτοιων διαταγμάτων θα οδηγούσε σε στέρηση δικαιωμάτων του Καθ' ου η αίτηση στη χρήση των χώρων στάθμευσης του τεμαχίου υπ' αριθμό 331 ως συνιδιοκτήτης που είναι, δεν υφίσταται οποιοσδήποτε λόγος γιατί το ισοζύγιο της ευχέρειας να κλίνει με σκοπό την διαφοροποίηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων (status quo). Παρά την προδιαγραφόμενη τύχη της αίτησης, θα εξετάσω για σκοπούς ολοκλήρωσης τους λόγους ένστασης του Καθ' ου η αίτηση. Με τον πρώτο λόγο ένστασης, ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η υπό κρίση αίτηση εδράζεται σε λανθασμένο, ελλιπές και/ή ανύπαρκτο νομικό υπόβαθρο. Ωστόσο από τη στιγμή που δεν έχουν εξειδικευτεί και εξηγηθεί οι λόγοι για τους οποίους πιστεύεται ότι η νομική βάση της παρούσας αίτησης είναι λανθασμένη ή ελλιπής ή ανύπαρκτη, ως όφειλε να έπραττε ο Καθ' ου η αίτηση που το επικαλέστηκε, ο λόγος αυτός ένστασης παρέμεινε μετέωρος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Σε σχέση με τον δεύτερο και τρίτο λόγο ένστασης, το Δικαστήριο έχει ήδη ασχοληθεί με αυτούς πιο πάνω και συνεπώς δεν κρίνεται απαραίτητη οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά. Αναφορικά με τον τέταρτο και πέμπτο λόγο ένστασης θεωρώ ότι αυτά θα είχαν καταλυτική σημασία για την πορεία της αίτησης σε περίπτωση που τα διατάγματα εκδίδονταν μονομερώς. Σε μια τέτοια περίπτωση η ισχύς των διαταγμάτων θα ακυρωνόταν ευθύς. Εδώ παρόλο ότι η αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής εντούτοις το Δικαστήριο δεν προχώρησε στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων αλλά με οδηγίες του διέταξε την επίδοση της υπό εξέτασης αίτησης καθιστώντας την έτσι δια κλήσεως. Είναι πάνω σε αυτή τη βάση που το Δικαστήριο εξέτασε το βάσιμο της αίτησης αυτής. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, η υποχρέωση των μερών, δηλαδή τόσο της Αιτήτριας όσο και του Καθ' ου η αίτηση, να παρουσιάζουν όλα τα ουσιώδη γεγονότα που θα οδηγούσαν στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης χωρίς απόκρυψη ή διαστρέβλωση χωρίς δισταγμό παραμένει. Σχετικά με τον έκτο λόγο ένστασης, ο Καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση αλλά και η αγωγή καταχωρήθηκαν για αλλότριους σκοπούς με σημαντικότερο αυτό που αποσκοπεί στην προσπάθεια της Αιτήτριας να τροποποιήσει το περιεχόμενο της γραπτής συμφωνίας που ο καθ' ου η αίτηση παρουσίασε ως Τεκμήριο
  7. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να συμμεριστεί τη θέση αυτή καθότι δεν έχει ενώπιον του επαρκή στοιχεία που θα το οδηγούσαν με ασφάλεια στη απόδοση κακόπιστων ελατηρίων στην Αιτήτρια ως προς την καταχώρηση αυτής της αίτησης. Επομένως, ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται ως ανεδαφικός. Όσον αφορά τον έβδομο λόγο ένστασης, ήτοι ότι με την αίτηση επιδιώκονται ταυτόσημες θεραπείες με τις αιτούμενες θεραπείες της αγωγής, θεωρώ ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει αφού η Αιτήτρια αξιώνει θεραπείες, πέραν από τα αιτούμενα διατάγματα, διαφυγόντα κέρδη ως αποζημιώσεις καθώς και την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων. Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός έντασης απορρίπτεται ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά τη νομική επιχειρηματολογία της συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση προβλήθηκε σαν επιπρόσθετος λόγος απόρριψης της παρούσας αίτησης, η επίδειξη ολιγωρίας από μέρους της Αιτήτριας ως προς την προώθηση της. Η θέση αυτή του Καθ' ου η αίτηση δεν περιλαμβάνεται στους λόγους ένστασης αν και η ένσταση εδράζεται νομικά, ανάμεσα σ' άλλα, στις γενικές αρχές επιείκειας, από τις οποίες πηγάζει το θέμα της ολιγωρίας. Παρόλα αυτά, έχοντας εξετάσει το ιστορικό του φακέλου σε σχέση με την υπό κρίση αίτηση διαπιστώνω ότι το μεγάλο χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, η οποία έγινε ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, αναλώθηκε στην από κοινού επιθυμία των διαδίκων για εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης που οδήγησε σε μια σειρά κοινών αιτημάτων αναβολής προς το Δικαστήριο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Αctions/Interim Order Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος/Άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.