← Κύπρος

J ARISTODEMOU IDEAL HOMES LTD ν. ΓΙΑΓΚΟΥ ΓΛΥΚΥ, Αρ. Αγωγής: 156/2007, 12/10/2012

J ARISTODEMOU IDEAL HOMES LTD ν. ΓΙΑΓΚΟΥ ΓΛΥΚΥ, Αρ. Αγωγής: 156/2007, 12/10/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 156/2007 Μεταξύ: J. ARISTODEMOU IDEAL HOMES LTD, από την Πάφο Εναγόντων και ΓΙΑΓΚΟΥ ΓΛΥΚΥ, από τη Λεμεσό Εναγομένου Ημερομηνία: 12.10.12 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Α. Γεωργιάδης Για Εναγόμενο: κος Λουκαΐδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες διεκδικούν εναντίον του Εναγομένου την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.£7.250,00 (ισότιμο σε €12.387,36) ως αποζημιώσεις για παράβαση εμπιστεύματος, δυνάμει σχέσης που προσομοιάζει με συμβατική, αδικαιολόγητο πλουτισμό και δικαίου της αποκατάστασης. Επιπλέον, οι Ενάγοντες αξιώνουν την έκδοση δικαστικού διατάγματος που να διατάζει τον Εναγόμενο να δώσει στους Ενάγοντες λογαριασμό τι απέγινε το προϊόν εκποιήσεων των οχημάτων με αριθμούς εγγραφής SJ 595, RN 654 και VG

  1. Στην παράγραφο 1 της υπεράσπισης του ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες κωλύονται από του να προωθήσουν την παρούσα υπόθεση επειδή τα επίδικα θέματα που περιλαμβάνονται σ' αυτή έχουν κριθεί προγενέστερα στην αγωγή υπ' αριθμό 814/99 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, του οποίου η τελική απόφαση επικυρώθηκε κατ' έφεση. Κατά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης και συγκεκριμένα κατά την εμφάνιση του τρίτου μάρτυρα των Εναγόντων, επιχειρήθηκε η κατάθεση γραπτής δήλωσης ως κύρια εξέταση του δυνάμει του άρθρου 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Η προσπάθεια αυτή προσέκρουσε στην ένσταση του συνηγόρου του Εναγομένου, ο οποίος ζήτησε τη διαγραφή των παραγράφων 6, 9, 10 και 11 του εγγράφου επειδή όπως ευσεβάστως εισηγήθηκε το περιεχόμενο τους έρχεται σε αντίθεση με την αρχή του δεδικασμένου. Είναι η νομική θέση του κυρίου Λουκαΐδη ότι τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα που αναφέρονται στις εν λόγω παραγράφους αφορούν θέματα που συγκρούονται με τα ευρήματα που το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε στην απόφαση μέσα από την αγωγή υπ' αριθμό 814/09 αλλά και που θα μπορούσαν να είχαν τεθεί στην εν λόγω αγωγή, η δικαστική απόφαση της οποίας επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11661 ημερομηνίας 18.02.
  2. Όπως εξήγησε ο εν λόγω συνήγορος με παραπομπή στο αγγλικό νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 15, οι προαναφερόμενες παράγραφοι περιέχουν άσχετη μαρτυρία η οποία θα πρέπει να αποκλειστεί από το Δικαστήριο. Ας σημειωθεί ότι η απόφαση του πρωτοδίκου δικαστηρίου στην αγωγή υπ' αριθμό 814/99 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 στην ακρόαση της παρούσας υπόθεσης, τα δικόγραφα της αγωγής αυτής, δηλαδή ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, υπεράσπιση και απάντηση στην υπεράσπιση ως Τεκμήρια 2Α, 2Β και 2Γ αντίστοιχα ενώ η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Τεκμήριο
  3. Αντίθετη ήταν η νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγόντων. Σύμφωνα με τον κύριο Γεωργιάδη, στην παρούσα περίπτωση το θέμα του κωλύματος που προέρχεται από δεδικασμένο δικογραφείται στην υπεράσπιση με περιορισμένη έκταση. Είναι η νομική θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι δεν δικογραφείται ο κανόνας που υπαγορεύει ότι δεν θα πρέπει να αναφέρεται μαρτυρία που θα μπορούσε να είχε τεθεί ενώπιον Δικαστηρίου που επιλήφθηκε προγενέστερης αγωγής. Με αναφορά στη σελίδα 269 του Τεκμηρίου 1 ο κύριος Γεωργιάδης υποστήριξε ότι δεν υπάρχει εύρημα οφειλής και εν πάσει περιπτώσει το ύψος αυτής κατά το συγκεκριμένο χρόνο δεν αποτελεί επίδικο θέμα. Το δικαίωμα του διαδίκου για προβολή ένστασης επί του περιεχομένου γραπτής δήλωσης που ετοιμάστηκε στα πλαίσια της κυρίας εξέτασης ενός μάρτυρα δυνάμει του άρθρου 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 μετά των συναφών τροποποιήσεων και η δυνατότητα αξίωσης διαγραφής είτε μέρους είτε ολόκληρης της γραπτής δήλωσης που θα χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Ζερβού κ.α. v. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ

(2012), Πολιτική Έφεση 192/2009, ημερομηνίας 05.09.12. Στην εν λόγω υπόθεση τονίστηκε ότι η νέα πλέον διαδικασία εισαγωγής μαρτυρίας δια γραπτής δήλωσης δεν στερεί με οποιοδήποτε τρόπο τη δυνατότητα προβολής ενστάσεων, ιδιαιτέρως επί θεμάτων που άπτονται των δικογραφημένων θέσεων ή και ακόμη ενστάσεων επί θεμάτων που καλύπτονται από το δίκαιο της απόδειξης. Όπως ακόμη λέχθηκε στην υπόθεση αυτή, η γραπτή δήλωση δεν παρέχει απεριόριστο δικαίωμα σ' ένα μάρτυρα να καταθέσει ότι επιθυμεί, εάν αυτό έρχεται σε αντίθεση με τους πιο πάνω κανόνες. Είναι προφανές ότι στόχος και σκοπός αυτής της διαδικασίας είναι η οικονομία χρόνου και δαπάνης. Ένα τέτοιο δικαίωμα διαθέτει ο Εναγόμενος στην παρούσα υπόθεση, ιδιαίτερα όταν μέσα από το έγγραφο της υπεράσπισης του δικογραφεί θέμα δεδικασμένου έτσι ώστε κατά την άποψη του να του παρέχει δικαίωμα στο να προβάλει ύπαρξη κωλύματος ως προς την παρουσίαση συγκεκριμένης μαρτυρίας από μέρους του Ενάγοντα. Η δημιουργία κωλύματος (estoppel) πηγάζει από την αρχή του δεδικασμένου (res judicata) που αποκλείει την εκ δευτέρου δικαστική εξέταση ζητήματος αποφασισμένου με τελεσίδικο τρόπο σε προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου (Genzyme Corporation v. Kayat Trading Ltd
(2010)1A A.A.Δ. 639). Η επιτυχής επίκληση της αρχής του δεδικασμένου εδράζεται στη σωρευτική εκπλήρωση των εξής προϋποθέσεων (Το Δίκαιο της Απόδειξης, του Τάκη Ηλιάδη, σελίδα 94, Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους
(2008)1Β Α.Α.Δ. 1298, Borna Alikhani, ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα Hossein Alikhani και άλλου, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 22/2009 και 27/2009, ημερομηνίας 10.04.12, Κανάρης v. Λοΐζου κ.α.
(2006)1Α Α.Α.Δ. 599 και Τσιακλίδης v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1Α Α.Α.Δ. 768):
  1. Το Δικαστήριο πρέπει να έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει το θέμα.
  2. Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη.
  3. Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων.
  4. Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων.
  5. Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων. Η αρχή του δεδικασμένου καλύπτει όχι μόνο θέματα που συμπεριλήφθηκαν και αποφασίστηκαν στην προηγούμενη αγωγή αλλά επίσης και ζητήματα τα οποία οι διάδικοι ενεργούντες επιμελώς θα μπορούσαν να προβάλουν στην προηγούμενη μεταξύ τους δικαστική διαδικασία ως μέρος της διαφοράς και σημεία που κατάλληλα ανήκαν στα επίδικα θέματα, αλλά δεν τα έγειραν (Theori a.o. v. Djoni a.o.
(1984)1 C.L.R. 296, Παπαμιχαήλ v. Παμπόρης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ
(2009)1Α Α.Α.Δ. 563, Θεοδώρου v. Μάντη
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1036 και Τσιακλίδης v. Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2005)1Α Α.Α.Δ. 768). Επίσης, η αρχή αυτή επεκτείνεται και σε διαπιστώσεις επί των επιδίκων θεμάτων στα οποία το Δικαστήριο βάσισε την τελική του απόφαση (Δάμτσα v. Δάμτσα (Αρ.2)
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1389). Η επίκληση του κωλύματος κατά τη δίκη δεν είναι επιτρεπτή αν δεν εγείρεται ρητά στις έγγραφες προτάσεις (Λάμπρου και άλλης v. Κεφάλα κ.α.
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1516). Ωστόσο όταν από τα γεγονότα που παρατίθενται στα δικόγραφα προκύπτει αυτόματα και αναπόφευκτα η επίκληση κωλύματος η ρητή αναφορά του στις γραπτές προτάσεις δεν είναι απαραίτητη (Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Δημήτρη
(1999)1Α Α.Α.Δ. 551). Στρεφόμενος στην παρούσα υπόθεση, με γνώμονα ότι η κατ' ισχυρισμό αξίωση αφορά ποσό ύψους €12.387,36 και με τον Εναγόμενο να εμφανίζεται από τα δικόγραφα να διαμένει στην επαρχία Λεμεσού καταλήγω χωρίς δισταγμό ότι το παρόν Δικαστήριο έχει, δυνάμει των άρθρων 21 και 22 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων, αρμοδιότητα και δικαιοδοσία να εκδικάσει τα επίδικα θέματα. Εξάλλου ουδείς συνήγορος αμφισβήτησε κάτι τέτοιο. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος με την παράγραφο 1 της υπεράσπισης του στην οποία δικογραφεί ρητά ότι η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να προωθηθεί επειδή υπάρχει κώλυμα λόγω δεδικασμένου του επιδίκου θέματος στην αγωγή υπ' αριθμό 814/99 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Είναι παραδεχτό ότι η αγωγή υπ' αριθμό 814/99 εκδικάστηκε και αντίγραφο της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 στα πλαίσια της εκδίκασης της υπόθεσης αυτής. Παρατηρώντας την ημερομηνία έκδοσης της διαπιστώνω ότι αυτή είναι η 13.03.03. Επομένως πρόκειται για τελική απόφαση Δικαστηρίου κατόπιν ακρόασης σε προγενέστερη ημερομηνία από την παρούσα αγωγή. Η ορθότητα της ελέγχτηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11661 ημερομηνίας 18.02.05 και κρίθηκε νομικά ορθή τυγχάνοντας έτσι επικύρωση. Αντίγραφο της απόφασης του Εφετείου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στα πλαίσια της εκδίκασης της υπόθεσης αυτής. Με αυτά τα δεδομένα σαφώς πρόκειται για απόφαση η οποία είναι τελεσίδικη. Ούτε αυτό αμφισβητήθηκε από οποιοδήποτε συνήγορο. Οι διάδικοι της αγωγής υπ' αριθμό 814/99 και κατ' επέκταση της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 11661 είναι ουσιαστικά οι ίδιοι με αυτούς που εμφανίζονται στην παρούσα αγωγή. Απλά μία διαφορά που εντοπίζεται μεταξύ της επωνυμίας του Εναγομένου στην αγωγή υπ' αριθμό 814/99 και Εφεσείοντα στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11661 και της επωνυμίας των Εναγόντων στην παρούσα υπόθεση οφείλεται σε αλλαγή του ονόματος της εταιρείας από αυτό που εμφανιζόταν στην αγωγή υπ' αριθμό 814/99 και στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11661 σε αυτό που παρουσιάζεται στην παρούσα υπόθεση δυνάμει σχετικής τροποποίησης του ονόματος του. Επομένως, οι διάδικοι στην προγενέστερη αγωγή και έφεση ταυτίζονται με τους διαδίκους στην παρούσα υπόθεση. Παρεμπιπτόντως, οι συνήγοροι δεν αμφισβήτησαν το σημείο αυτό. Το ότι ο ρόλος των διαδίκων στην παρούσα υπόθεση έχει αντιστραφεί σε σχέση με την προγενέστερη αγωγή δεν έχει σημασία (Μιχαήλ v. Σκουτέλλας
(2008)1Β Α.Α.Δ. 1125). Αυτό που είναι ουσιαστικό είναι το γεγονός ότι στην παρούσα υπόθεση το καθεστώς εκπροσώπησης των διαδίκων στο Δικαστήριο παραμένει το ίδιο με αυτό στην προηγούμενη αγωγή. Επιπλέον, στην παρούσα υπόθεση όπως και στην προηγούμενη αγωγή, οι Ενάγοντες εξακολουθούν μέσα από τα δικόγραφα να εμφανίζονται ως ο αγοραστής τριών οχημάτων και ο νυν Εναγόμενος να είναι ο πωλητής των ιδίων οχημάτων. Η δε μεταξύ τους σχέση στην παρούσα υπόθεση, όπως και στην προηγούμενη αγωγή, προέρχεται από την ίδια συμφωνία. Συνεπώς, κρίνω ότι υπάρχει ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων. Διευκρινιστικά αναφέρω ότι ούτε αυτό αμφισβητήθηκε από οποιοδήποτε συνήγορο. Αυτό που ο συνήγορος υπεράσπισης αμφισβήτησε είναι ότι η συγκεκριμένη μαρτυρία που επιχειρείται να κατατεθεί μέσα από τις προαναφερόμενες επίμαχες παραγράφους της γραπτής δήλωσης του διευθυντή των Εναγόντων αποτελεί μέρος των σημείων που έχουν αποφασιστεί τελεσίδικα με την αγωγή υπ' αριθμό 814/99 και στη συνέχεια με την Πολιτική Έφεση Αρ.
  1. Κατά τον κύριο Λουκαΐδη οι Ενάγοντες κωλύονται λόγω δεδικασμένου από του να προσαγάγουν τη μαρτυρία αυτή στο Δικαστήριο, το οποίο και κάλεσε να μην την αποδεχτεί διαγράφοντας την. Ωστόσο είναι η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγόντων ότι το κώλυμα στο έγγραφο της υπεράσπισης δικογραφείται σε περιορισμένο εύρος και έκταση με αποτέλεσμα ο κανόνας Henderson v. Henderson [1843-1860] να μην εφαρμόζεται. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη θέση αυτή. Θεωρώ ότι στο έγγραφο της υπεράσπισης το ζήτημα του κωλύματος δικογραφείται σε ολόκληρο το βαθμό και την έκταση του καλύπτοντας έτσι όλες τις πτυχές του. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 1 προτάσσεται ο ισχυρισμός υπό τη μορφή προδικαστικής ένστασης ότι ολόκληρη η παρούσα υπόθεση δεν δύναται να προωθηθεί εξαιτίας κωλύματος. Ακολούθως, αφού παρατίθενται οι λεπτομέρειες των εγγράφων προτάσεων της προγενέστερης αγωγής για την οποία γίνεται από τον Εναγόμενο ο ισχυρισμός περί κωλύματος, στην παράγραφο 2 της υπεράσπισης του δικογραφείται κατά τρόπο ρητό ότι τα επίδικα θέματα της παρούσας υπόθεσης αποφασίστηκαν και/ή θα μπορούσαν να είχαν κριθεί στην προγενέστερη αγωγή. Στη δε παράγραφο 3 του ιδίου εγγράφου ο Εναγόμενος αφού αρνείται τα γεγονότα που οι Ενάγοντες επικαλούνται στην έκθεση απαίτησης του επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό του ότι τα γεγονότα της σχέσης των διαδίκων είναι αυτά που σημειώνονται στην προγενέστερη αγωγή. Το ερώτημα τώρα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η σκοπούμενη προς κατάθεση μαρτυρία καλύπτει θέματα που συμπεριλήφθηκαν και αποφασίστηκαν στην προηγούμενη αγωγή ή ζητήματα τα οποία οι διάδικοι θα μπορούσαν με εύλογη φροντίδα να εντοπίσουν και να συμπεριλάβουν στην προηγούμενη αγωγή ως μέρος της διαφοράς τους και των επιδίκων θεμάτων ή διαπιστώσεις επί των επιδίκων θεμάτων στα οποία το Δικαστήριο βάσισε την τελική του απόφαση. Η παράγραφος 6 της γραπτής δήλωσης αποτελείται από δύο προτάσεις. Η πρώτη πρόταση καλύπτεται από το κώλυμα ένεκα δεδικασμένου. Στη σελίδα 15 της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου στην αγωγή υπ' αριθμό 814/99 αναφέρονται, ανάμεσα σ' άλλα, ότι ενώπιον του δικαστηρίου υπάρχει η θέση ότι σε περίπτωση που παρέμενε οποιοδήποτε υπόλοιπο από το τίμημα πώλησης μετά την εξόφληση του οφειλόμενου χρέους προς τους χρηματοδοτικούς οργανισμούς αυτό θα επιστρεφόταν στον τότε ενάγοντα και νυν Εναγόμενο, γεγονός που το δικαστήριο έκρινε ότι το χρέος δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερο από το τίμημα πώλησης. Πρόκειται για διαπίστωση του δικαστηρίου σε επίδικο θέμα επί του οποίου βάσισε την τελική απόφαση του. Όμως και η δεύτερη πρόταση καλύπτεται από το κώλυμα λόγω δεδικασμένου αφού στη σελίδα 269 της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11661 αναφέρεται, ως μέρος των ευρημάτων του πρωτόδικου δικαστηρίου τα οποία επικυρώθηκαν στην έφεση, ότι τα επίδικα οχήματα ήταν δεσμευμένα λόγω χρέους σε τραπεζικούς οργανισμούς οι οποίοι ήταν συνιδιοκτήτες των αυτοκινήτων μαζί με τον νυν Εναγόμενο και τότε εφεσίβλητο, με τους διαδίκους να συμφωνούν ότι η εξόφληση του οφειλόμενου χρέους προς τους εμπλεκόμενους τραπεζικούς οργανισμούς θα γινόταν απευθείας από τους νυν Ενάγοντες και τότε εφεσείοντες και οποιοδήποτε υπόλοιπο του τιμήματος πωλήσεως παρέμενε θα το κατέβαλλαν στον νυν Εναγόμενο και τότε εφεσίβλητο. Προκύπτει σαφώς από τα πιο πάνω πως πρόκειται για θέματα με τα οποία ήδη ασχολήθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο στην αγωγή υπ' αριθμό 814/99 στη βάση των οποίων έκδωσε την τελική απόφαση του, η ορθότητα της οποίας επικυρώθηκε μεταγενέστερα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Πολιτική Έφεση Αρ.
  2. Συνακόλουθα, το αίτημα του συνηγόρου υπεράσπισης επιτυγχάνει και ως εκ τούτου παράγραφος 6 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και συνεπώς διαγράφεται. Σε σχέση με την παράγραφο 9 της γραπτής δήλωσης ολόκληρο το περιεχόμενο της αναφέρεται σε γεγονότα που περιήλθαν εις γνώση των νυν Εναγόντων μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση Αρ.
  3. Μάλιστα στη σελίδα 269 της σχετικής απόφασης γίνεται αναφορά σε αδυναμία του πρωτοδίκου δικαστηρίου να προβεί σε εύρημα ως προς το κατά πόσο τα επίδικα οχήματα μεταβιβάστηκαν καθ' οιονδήποτε χρόνο εις το όνομα των νυν Εναγόντων και τότε εφεσείοντες. Ούτε και μέσα από την αγωγή υπ' αριθμό 814/99 υπάρχει εύρημα ή συμπέρασμα ή διαπίστωση δικαστηρίου ότι τα εν λόγω οχήματα είχαν εκποιηθεί και μεταβιβαστεί σε οποιοδήποτε άλλο τρίτο πρόσωπο. Ωστόσο μέσα από το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης δεν εξηγείται για ποιο λόγο η έρευνα στην οποία οι νυν Ενάγοντες προέβηκαν μετά την έκδοση της απόφασης από το Εφετείο δεν θα μπορούσε να είχε με εύλογη φροντίδα πραγματοποιηθεί νωρίτερα έτσι ώστε το αποτέλεσμα της ανακάλυψης να είχε τεθεί στη διαδικασία της αγωγής υπ' αριθμό 814/
  4. Πρόκειται για μια ενέργεια που θεωρώ ότι με λογική προσοχή θα μπορούσε να είχε γίνει πριν από την εκδίκαση της προηγούμενης αγωγής, το δε αποτέλεσμα της ήταν στενά συνυφασμένο με την προγενέστερη αγωγή. Στην υπόθεση Κ.S.R. Commercio S.A. κ.α.v. Bluecoral Navigation Ltd.
(1995)1 A.A.Δ. 309, ανάμεσα σ' άλλα, λέχθηκαν τα εξής: "Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα." Με βάση το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης η εισαγωγή τέτοιας μαρτυρίας δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή επειδή καλύπτεται από κώλυμα. Έπεται ότι η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου στο θέμα αυτό επιτυγχάνει. Τα όσα ανάφερα πιο πάνω για την παράγραφο 9 της γραπτής δήλωσης ισχύουν και για την παράγραφο 10 αυτής, στα οποία και παραπέμπω. Μοιραία όμως είναι και η τύχη της παραγράφου 11 της γραπτής δήλωσης. Από μόνα τους τα στοιχεία που εκτίθενται στην εν λόγω παράγραφο και στις υποπαραγράφους αυτής κατατάσσουν το περιεχόμενο της στο πεδίο εφαρμογής του σκεπτικού της απόφασης στην υπόθεση Κ.S.R. Commercio S.A. κ.α.v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 309 καθώς επίσης και στο πλαίσιο όπου βρίσκει έρεισμα το απόσπασμα από το νομικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 15, παράγραφος 359, σελίδα 186 μέσα από το οποίο σημειώθηκε πως "The doctrine [res judicata] applies to all matters which existed at the time of the giving of the judgment, and which the party had an opportunity of bringing before the court." Κατά συνέπεια, το περιεχόμενο και αυτής της παραγράφου καλύπτεται από το κώλυμα δεδικασμένου με αποτέλεσμα η εισήγηση του κυρίου Λουκαΐδη να επιτυγχάνει. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η κατάθεση της μαρτυρίας που περιέχεται στις παραγράφους 6, 9, 10 και 11 και ως εκ τούτου οι εν λόγω παράγραφοι διαγράφονται από το σώμα της γραπτής δήλωσης. Τα έξοδα που προκύπτουν από την ενδιάμεση απόφαση αυτή αποτελούν έξοδα της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. (Υπ.) .............................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other/Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Κώλυμα λόγω δεδικασμένου/ Ενδιάμεση Απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.