← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΘΕΟΔΟΤΟΥ, εκ Λεμεσού και τώρα στην Αγγλία, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Στέλιου Στυλιανού ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2681/08,

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΘΕΟΔΟΤΟΥ, εκ Λεμεσού και τώρα στην Αγγλία, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Στέλιου Στυλιανού ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2681/08, 5/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A139 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Δρουσιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2681/08 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΘΕΟΔΟΤΟΥ, εκ Λεμεσού και τώρα στην Αγγλία, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Στέλιου Στυλιανού από τη Λεμεσό. Ενάγοντα και ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, εκ Λεμεσού Εναγομένου -------------------------- Ημερομηνία: 05.12.2012 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κ. Π. Ευσταθίου Για εναγόμενο: κ. Μ. Μελίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή αξιώνει εναντίον του εναγομένου διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζεται και/ή να απαγορεύεται στον εναγόμενο, στους αντιπροσώπους, υπηρέτες ή οποιοδήποτε πρόσωπο ενεργεί για λογαριασμό του από το να εισέρχονται, επεμβαίνουν, κατέχουν, χρησιμοποιούν και/ή παραμένουν με οποιοδήποτε τρόπο μέσα στο κατάστημα που βρίσκεται στην οδό Βυζαντίου αρ. 2 στη Λεμεσό (στο εξής θα αναφέρεται ως το κατάστημα) και περαιτέρω αξιώνει αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στο πιο πάνω κατάστημα. Ο ενάγοντας στην έκθεση απαίτησης του αναφέρει ότι είναι συνιδιοκτήτης του καταστήματος και πληροφορήθηκε το 2006 ότι ο εναγόμενος κατέχει το κατάστημα χωρίς εκ μέρους του ή για λογαριασμό του οποιοδήποτε πρόσωπο να συνήψε συμφωνία ενοικίασης για αυτόν. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι με επιστολή του ημερομηνίας 15.10.2007 τον κάλεσε να διευκρινίσει με ποία ιδιότητα βρίσκεται στο κατάστημα χωρίς να λάβει οποιαδήποτε απάντηση. Είναι η θέση του ότι παράνομα, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα και χωρίς δικαίωμα ή άδεια ή συγκατάθεση από τον ενάγοντα επενέβη στο κατάστημα το οποίο κατέχει. Ο εναγόμενος στην υπεράσπιση του εγείρει ως πρώτη προδικαστική ένσταση ότι από τη στιγμή που δεν είναι ο ιδιοκτήτης ολοκλήρου του καταστήματος και η αγωγή δεν καταχωρήθηκε από όλους τους συνιδιοκτήτες θα πρέπει η αγωγή να απορριφθεί. Ως δεύτερη προδικαστική ένσταση ότι είναι συνιδιοκτήτης του καταστήματος κατά 9/18 και όχι 8/9 ως αναφέρει στην αγωγή του ο ενάγοντας. Όσον αφορά την ενοικίαση ισχυρίζεται ότι ενοικίασε το κατάστημα από τον πατέρα του ενάγοντα και το μηνιαίο ενοίκιο το κατέβαλε κανονικά στον πατέρα του. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, ένας μάρτυρας από τον ενάγοντα ο Στέλιος Στυλιανού, δικηγόρος και πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του και δύο από τον εναγόμενο, ο ίδιος ο εναγόμενος και ο αδελφός του ενάγοντα Κώστας Θεοδότου. Κατατέθηκαν συνολικά εννέα τεκμήρια εκ των οποίων το τεκμήριο Α1 και 8 αποτελούν της γραπτές καταθέσεις του πληρεξουσίου αντιπρόσωπου του ενάγοντα και του εναγομένου. Ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ενάγοντα δικηγόρος Στέλιος Στυλιανού κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο του πληρεξουσίου εγγράφου το οποίο τον εξουσιοδοτεί να ενεργεί εκ μέρους του ενάγοντα και επί της ουσίας ανέφερε ότι το 1999 ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου υπ' αριθμό εγγραφής D-33543, Φ/Σχ 54/57.6.1 Τεμάχιο 561 που ευρίσκεται στη Λεωφόρο Μακαρίου Γ' αρ. 43 στη Λεμεσό. Επί του ακινήτου ανεγέρθηκε πολυκατοικία όπου μεταξύ άλλων βρίσκεται και το κατάστημα και κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας με βάση τον οποίο ο ενάγοντας δικαιούται τα 8/9 του πιο πάνω αναφερομένου ακίνητου. Περαιτέρω αναφέρει ότι το 1988 ο ενάγοντας με πληρεξούσιο έγγραφο κατέστησε τον πατέρα του Θεόδοτο Θεοδότου από τη Λεμεσό ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του. Το πληρεξούσιο αυτό με επιστολή του ενάγοντα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού ημερομηνίας 15.05.1998 ανακλήθηκε. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 φωτοαντίγραφο της πιο πάνω επιστολής και ως Τεκμήρια 6 και 7 τις επιστολές που έστειλε στο κτηματολόγιο 16.09.1998 και 27.9.

  1. Είναι η θέση του ότι ο εναγόμενος πληροφορήθηκε τον Ιούνιο του 2006 ότι το κατάστημα κατέχεται από τον εναγόμενο χωρίς ο ίδιος ή οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο εκ μέρους του ή για λογαριασμό του να ενοικιάσει σε αυτό το κατάστημα. Με επιστολή του δικηγόρου του ενάγοντα ημερομηνίας 15.10.2007 ζήτησε από τον εναγόμενο να διευκρινίσει με ποία ιδιότητα ή καθεστώς κατέχει το υποστατικό χωρίς οποιαδήποτε απάντηση. Τέλος ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος από τον Ιούνιο του 2006 παράνομα, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα και χωρίς κανένα δικαίωμα, άδεια ή συγκατάθεση του ενάγοντα επενέβη, εισήλθε και εξακολουθεί να συνεχίζει να κατέχει και να εκμεταλλεύεται παράνομα και αδικαιολόγητα το κατάστημα. Έχει δε ως αποτέλεσμα ο ενάγοντας να αποστερηθεί την κατοχή, χρήσης, κάρπωση και εκμετάλλευση του υποστατικού, το κατάστημα έχει ζημιωθεί και αυτός έχει υποστεί ζημιά και απώλεια. Κατέθεσε ως τεκμήρια 3 και 4 επιστολές που έστειλε στον ενάγοντα. Ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο πελάτης του διαπίστωσε την επέμβαση το 2006 και σε ερώτηση ότι η ενοικίαση έγινε από τον πατέρα του ενάγοντα το 1997 ανέφερε ότι πουθενά στα δικόγραφα δεν γίνεται αναφορά στο χρόνο έναρξης της ενοικίασης. Γνωρίζει ότι ο ενάγοντας ειδοποίησε προσωπικά τον πατέρα του το 1998 για την ανάκληση του πληρεξουσίου εγγράφου. Συμφώνησε ότι μέχρι την ανάκληση ο πατέρα του ενάγοντα είχε εξουσιοδότηση να ενοικιάσει το κατάστημα αλλά δεν γνωρίζει πότε το ενοικίασε. Ο εναγόμενος κατέθεσε γραπτή κατάθεση στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ενοικίασε το κατάστημα τον Αύγουστο το 1997 από τον πατέρα του ενάγοντα και απορρίπτει όλες τις αιτούμενες θεραπείες που ζητά ο ενάγοντας. Αντεξεταζόμενος παραδέχτηκε την λήψη των επιστολών το 2006 και ανέφερε ότι τώρα που πέθανε ο πατέρας του ενάγοντα δεν πληρώνει το ενοίκιο σε κανένα. Σε ερώτηση αν έχει καθυστερημένα ενοίκια απάντησε ότι καθυστερούσα να τα πληρώσω αλλά τα εξοφλούσα όλα. Ο ΜΥ2 Κωστάκης Θεοδότου ανέφερε ότι είναι αδελφός του ενάγοντα, ότι είναι ιδιοκτήτης του ½ στο μερίδιο του καταστήματος, ότι το κατάστημα έχει ενοικιαστεί το 1997, ο ενάγοντας δεν τον ενημέρωσε για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής ούτε έδωσε τη συγκατάθεση του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος είχε πληρεξούσιο του πατέρα του μέχρι τον θάνατο του και έμαθε για την ανάκληση του πληρεξουσίου που είχε ο αδελφός του στον πατέρα του το
  2. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες την στιγμή που κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ίδια προσοχή προχωρώ να εξετάσω την μαρτυρία τους. Το έργο της αξιοπιστίας είναι ένα πολυσύνθετο και λεπτό έργο παρατήρησης κατατεθέντων μαρτύρων και ορθά έχει χαρακτηριστεί ως το σημαντικότερο καθήκον του Δικαστηρίου, (βλ. C & A Pelekanos Associates Ltd

(1991)1 Α.Α.Δ 1273). Ασκώντας συνεπώς το καθήκον μου σε σχέση με τα πρόσωπα που έχουν καταθέσει ενώπιον μου παρατηρώ τα εξής: Φαίνεται ότι ο εναγόμενος έχει βρεθεί στη μέση των μεγάλων διαφορών του ενάγοντα και του αδελφού του οι οποίες εν μέρει μπορεί να έχουν επιλυθεί από την έκδοση απόφασης στην αγωγή 7367/00 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, χωρίς όμως να είναι δυνατή η επούλωση των πληγών που έχει αφήσει η διαφορά μεταξύ των δύο αδελφών και ως αποτέλεσμα μια ελάχιστη διαφορά πολύ μικρής και ασήμαντης αξίας και για τους δύο που αφορά το επίδικο κατάστημα έδωσε έναυσμα για επανάληψη της διαμάχης των δύο αδελφών έχοντας στη μέση τον εναγόμενο χωρίς να γνωρίζει με ποίου το μέρος να ακολουθήσει. Πριν ολοκληρωθεί η ακροαματική διαδικασία της παρούσας υπόθεσης ο πατέρας των δύο αδελφιών απεβίωσε. Η μόνη μαρτυρία που τέθηκε εκ μέρους του ενάγοντα είναι η μαρτυρία του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του δικηγόρου Στέλιου Κ. Στυλιανού ο οποίος κατέθεσε στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως έχουν περιέλθει στη γνώση του. Είναι γεγονός ότι δεν γνώριζε πότε πέρασε στην κατοχή του εναγόμενου το κατάστημα, ήταν όμως σε θέση να επιβεβαιώσει γεγονότα για τα οποία είχε στην κατοχή του γραπτή μαρτυρία όπως η ανάκληση του πληρεξουσίου εγγράφου του ενάγοντα προς τον πατέρα του, ημερομηνίας 15.5.1998 τις επιστολές ανάκλησης που έστειλε στο Κτηματολόγιο ημερομηνίας 16.9.1998 και 27/9/1999 καθώς και τις επιστολές που έστειλε στον εναγόμενο, το τεκμήριο 3 η οποία είναι άνευ ημερομηνίας αλλά με βάση την απόδειξη του ταχυδρομείου ταχυδρομήθηκε στις 29.6.2006 και την επιστολή ημερομηνίας 15.10.2007 Tεκμήριο
  1. Η μαρτυρία του αν και τυπική κρίνεται καθόλα αξιόπιστη και αποδεκτή. Η εντύπωση που έχει αφήσει η όλη παρουσία του εναγόμενου στο Δικαστήριο είναι αυτή που έχω αναφέρει πιο πάνω, ότι βρέθηκε στο μέσο μιας διαμάχης δύο αδελφιών χωρίς ο ίδιος να είναι σε θέση τι να πρέπει να κάνει. Διαπιστώθηκε ξεκάθαρα ότι τα όσα αναφέρει στην γραπτή του δήλωση είναι γεγονότα τα οποία δεν έχει καμιά σχέση και ούτε ήταν σε θέση να αντιληφθεί τι αναφέρεται σε αυτήν. Αυτό όμως που διαπιστώνω με βάση τα όσα ο ίδιος κατάφερε να μεταφέρει στο Δικαστήριο χωρίς όμως να μπορεί να το επιβεβαιώσει και γραπτώς είναι ότι το συγκεκριμένο κατάστημα το ενοικίασε από τον πατέρα του ενάγοντα και ότι οποιαδήποτε σχέση είχε με το συγκεκριμένο κατάστημα αντλείτο μεταξύ του ιδίου και του πατέρα του ενάγοντα. Ενίσχυση σε αυτά που αναφέρει ο εναγόμενος αποτελούν η ύπαρξη του πληρεξουσίου εγγράφου του ενάγοντα προς τον πατέρα του με το οποίο έδιδε το δικαίωμα στο πατέρα του να διαχειρίζεται την περιουσία σε συνδυασμό με την συστημένη επιστολή που έχει σταλεί στον εναγόμενο περί τον Ιούνιο του 2006 από το δικηγόρο του ενάγοντα στην οποία ουσιαστικά τον αποδέχεται ως ενοικιαστή και ζητά να του καταβάλει το μερίδιο του ως συνιδιοκτήτης κατά 8/9 μερίδια. Ο ΜΥ2 Κωστάκης Θεοδότου αδελφός του ενάγοντα με δεδομένη την διαφορά που υπάρχει μεταξύ αυτού και του αδελφού του, το Δικαστήριο καθίσταται προσεκτικότερο στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του, διαπιστώνω ότι παρά την ύπαρξη της διαφοράς που έχει με τον αδελφό του η παρούσα υπόθεση δεν έχει να κάνει οτιδήποτε με τον ίδιο ή να του προσθέσει ή να του αφαιρέσει οτιδήποτε ώστε να διαπιστώνεται ότι ήρθε στο Δικαστήριο απλά για να ενισχύσει τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τα όσα έχει καταθέσει ο μάρτυρας αποτελούν την αλήθεια και δεν έχει υποπέσει σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή παραλείψεις. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, αυτό που διαπιστώνω είναι ότι ο εναγόμενος έχει ενοικιάσει το κατάστημα από τον πατέρα του ενάγοντα κατά την περίοδο που ο πατέρας του ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του ενάγοντα, κάτι που και ο ίδιος ο ενάγοντας δια μέσω της επιστολής που έχει στείλει στον εναγόμενο μέσω του δικηγόρου του στις 29.6.2006, αποδέχεται ότι κατέχει το κατάστημα ως ενοικιαστής και απλά τον πληροφορεί ότι ήταν ιδιοκτήτης ο ίδιος κατά 8/
  2. Φυσικά αργότερα επιβεβαιώθηκε από όλα τα μέρη της διαδικασίας ότι ο ενάγοντας είναι συνιδιοκτήτης του ακινήτου και κατ' επέκταση του καταστήματος κατά ½. Επίσης μέσα από τη μαρτυρία του ΜΥ2, διαπιστώνεται ότι ο ΜΥ2 και αδελφός του ενάγοντα δεν έδωσε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ή ενημερώθηκε από τον ενάγοντα για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής τη στιγμή που ο ίδιος είναι ιδιοκτήτης του καταστήματος κατά ½. Περαιτέρω διαπιστώνεται μέσα από τις επιστολές Τεκμήρια 3 και 4 ότι ο εναγόμενος έλαβε γνώση ότι το κατάστημα κατά ένα μέρος ανήκει στον ενάγοντα τον Ιούνιο του
  3. Η βάση της αγωγής είναι η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία, το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
  4. Αναφέρει σε τι συνίσταται η παράνομη επέμβαση: Το άρθρο 43
(1): «43
(1)Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοιδήποτε πρόσωπο». Το αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται απόδειξη ζημιάς. Η απουσία όμως συγκεκριμένης ζημιάς, περιορίζει τον ενάγοντα στην επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων μόνο. Στην υπόθεση Andrian Holdings Ltd v. Κ.Δ.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1836 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: «Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αγώγιμο per se, όπου όμως δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μην δοθούν έξοδα ή ακόμα να διαταχθεί ο ενάγων να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο.». (βλέπε επίσης Παπακόκκινου κ.ά. ν Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ.379, Kakoullou and Another v Kakoulli
(1985)1 CLR 355, Ttantis v Hadjimichael and Another
(1982)1 CLR 301 και Ευθύβουλου κ.ά. ν Συμβούλιο Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.ά.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1059). Ο ενάγοντας σε αγωγή για παράνομη επέμβαση έχει το βάρος της απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης. Με την απόδειξη αυτής, το βάρος μετατίθεται στους ώμους των εναγομένων να αποδείξουν ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη (βλ. Παπακοκκίνου ν. Αγγελική Σμυρλή κ.ά.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 813 και Γεώργιος Κώστα Μάρκου ν. Γεώργιου Π. Χρυσοστόμου κ.ά.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1653). Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, αυτό που διαπιστώνω είναι ότι ο εναγόμενος είναι πρόσωπο το οποίο δικαιούται να κατέχει το κατάστημα. Το ενοικίασε από πρόσωπο το οποίο κατά την στιγμή της ενοικίαση δικαιούτο να του το ενοικίαση, δεν έχω μαρτυρία περί του αντιθέτου, αντίθετος ο ενάγοντας τον Ιούνιο του 2006 τον ονομάζει ενοικιαστή και του ζητά να του καταβάλλει τα ενοίκια το αν ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε με τις οδηγίες του δεν αποτελεί επίδικο θέμα η μη καταβολή τον ενοικίων. Συνεπώς αυτό που παραμένει προς εξέταση είναι αν ο εναγόμενος κατά οποιαδήποτε χρονική διάρκεια έχει απολέσει αυτό το δικαίωμα. Φαίνεται ότι αμφότερες οι πλευρές, δεν ήταν σε θέση να παραθέσουν στοιχεία στο Δικαστήριο αν ο εναγόμενος οφείλει οποιαδήποτε ενοίκια στον ενάγοντα. Περαιτέρω ο ενάγοντας δεν παραθέτει στοιχεία ποια πράξη του εναγόμενου καθιστά την παραμονή του στο κατάστημα παράνομη από την στιγμή που ο ίδιος με επιστολή τον Ιούνιο του 2006 τον αποκαλεί ως ενοικιαστή του καταστήματος. Επίσης δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε μαρτυρία ότι έχει προκαλέσει οποιεσδήποτε ζημιές στο κατάστημα. Συνεπώς, καταλήγω ότι ο ενάγοντας ως όφειλε δεν έχει παραθέσει οποιαδήποτε μαρτυρία με την οποία το Δικαστήριο να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος εισήλθε νόμιμα αλλά έχει καταστήσει παράνομη την παραμονή του στο κατάστημα. Όσον αφορά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς, το αν ο ενάγοντας δικαιούται να εγείρει την αγωγή, βλέπε υπόθεση Λάμπρου κ.ά. ν. Κεφάλα κ.ά.
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1516. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο «Κεφ. 148, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις» των κ.κ. Αρτέμης και Ερωτοκρίτου «Το αδίκημα της επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι αδίκημα εναντίον κατοχής και ο ενάγων πρέπει να είναι κάτοχος, όπου όμως η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα τότε νομιμοποιείται ο κύριος να εγείρει αγωγή». Στην παρούσα υπόθεση, με βάση τα όσα έχουν λεχθεί ενώπιον μου, στην περίπτωση που η επέμβαση ήτο παράνομη έχει λάβει μόνιμο χαρακτήρα και ως εκ τούτου ο ενάγων δικαιούται να εγείρει την παρούσα αγωγή εφόσον είναι κοινά αποδεκτό από όλους ότι είναι συνιδιοκτήτης του καταστήματος κατά ½. Περαιτέρω, όπως γίνεται αναφορά στο ίδιο βιβλίο, στις περιπτώσεις που ορισμένοι συνιδιοκτήτες δεν επηρεάζονται, δεν απαιτείται να συνενώνονται όλοι ως διάδικοι. Συνεπώς, δεν ήταν αναγκαία η παρουσία ως διαδίκου και του αδελφού του ενάγοντα. Ενόψει του ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να δίδει το δικαίωμα στο Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επέμβαση του εναγόμενου στο κατάστημα ήταν παράνομη, το βάρος απόδειξης έχει παραμείνει στους ώμους του ενάγοντα και δεν το έχει αποσείσει η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Μ. Δρουσιώτης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other action/Final Αναφορά: Πολιτική - παράνομη επέμβαση, άρθρο 43
(1), Κεφ. 148. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.