Γεώργιου Γαβαλά ν. Δώρα Σολωμή Νεάρχου κ.α., Αρ. Αγωγής: 6412/10, 12/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A145 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 6412/10 Μεταξύ: Γεώργιου Γαβαλά, από το Τραχώνι Ενάγοντος και
- Δώρα Σολωμή Νεάρχου, απο το Τραχώνι
- Ειρηνούλα Νεάρχου-Δημητρίου, από το Τραχώνι Εναγόμενων Ημερομηνία: 12.12.12 Εμφανίσεις: Για τις Εναγόμενες / Αιτήτριες: κα Τ. Κωνσταντίνου για κκ Α. Ασσιώτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κα Βερεσιέ για κ. Μ. Χ΄΄Πιέρα -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υπεβλήθη εκ μέρους των Εναγόμενων / Αιτητριών στις 15.2.12 με την οποία ζητείται: «Όπως τα νομικά σημεία (Προδικαστικές ενστάσεις) που ηγέρθησαν στις παραγράφους 1 και 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 προδικαστούν και/ή αποφασισθούν υπό του Δικαστηρίου πρώτα και/ή προ της ακρόασης ολόκληρης της αγωγής». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.27, θθ1, 2, Δ.2, θ.6 και Δ.48, θθ1-3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από ένορκο δήλωση η οποία υπογράφεται και από τις δύο Αιτήτριες. Στην εν λόγω ένορκο δήλωση γίνεται αναφορά στις προδικαστικές ενστάσεις που εγείρονται με την Υπεράσπιση και δηλώνεται η πεποίθηση των Αιτητριών ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως αυτές ακουσθούν προδικαστικά, πεποίθηση την οποία οι Αιτήτριες στηρίζουν στα όσα οι δικηγόροι τους τις έχουν συμβουλεύσει. Σύμφωνα με τις Αιτήτριες σε περίπτωση που το Δικαστήριο προχωρήσει με την εκδίκαση της αγωγής η διαδικασία θα παραταθεί άσκοπα με την προσαγωγή ογκώδους μαρτυρίας, η οποία πιθανόν να αποδειχθεί αχρείαστη, με αποτέλεσμα την απώλεια πολύτιμου χρόνου του Δικαστηρίου και την επιφόρτωση των διαδίκων με περιττά έξοδα. Με την Υπεράσπιση εγείρονται δύο προδικαστικές ενστάσεις. Η πρώτη αφορά την πρώτη Εναγόμενη και η δεύτερη την δεύτερη. Σύμφωνα με την πρώτη προδικαστική ένσταση το Επαρχιακό Δικαστήριο «δεν είναι καθ' ύλην αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα αγωγή καθότι οι εν λόγω διαφορές αφορούν περιουσιακές σχέσεις και/ή περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων». Το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Σύμφωνα με την δεύτερη προδικαστική ένσταση ο Ενάγων / Καθ' ου η αίτηση δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 2 «καθότι οι υπό αναφορά περιουσιακές διαφορές αφορούν τον Ενάγοντα και την Εναγομένη 1 και/ή δεν υπάρχει καμία σχέση συμβατική μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 2». Ο Ενάγων / Καθ' ου η αίτηση αντέδρασε στην υπό κρίση αίτηση καταχωρώντας Ειδοποίηση Ένστασης σύμφωνα με τον θεσμό 4 της Διάταξης 48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Στο σώμα της Ειδοποίησης παρατίθενται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: για να αποφασίσει το Δικαστήριο τις προδικαστικές ενστάσεις θα πρέπει να ακούσει μαρτυρία καθότι υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τυχόν έγκριση του αιτήματος δεν θα έδιδε τέλος στην αγωγή αλλά θα περιέπλεκε τα επίδικα θέματα περισσότερο. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Άντρης Κωνσταντίνου η οποία είναι δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση. Γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη από τον Καθ' ου η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Σε αυτήν επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης οι οποίοι παρατίθενται στην Ειδοποίηση και διευκρινίζεται από την ομνύουσα ότι εξ' όσων οι δικηγόροι του Καθ' ου η αίτηση την έχουν συμβουλεύσει οι λόγοι ένστασης ευσταθούν και ως εκ τούτου η υπό κρίση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υποστηρίζοντας την θέση των διαδίκων που ο καθένας εκπροσωπεί. Στο στάδιο αυτό κρίνω σκόπιμο να κάνω αναφορά στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Σε αυτήν προβάλλονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγων ήταν νυμφευμένος με την Εναγόμενη 1, ο δε γάμος έλαβε χώρα στις 9.6.06 στον Ιερό Ναό Αγίου Μάμαντος στο Τραχώνι της επαρχίας Λεμεσού. Η Εναγόμενη 2, η οποία είναι η μητέρα της Εναγόμενης 1, περί τα τέλη του 2006 παραχώρησε στο ζεύγος μια ισόγειο κατοικία η οποία βρίσκεται στο Τραχώνι, από τώρα και στο εξής «η κατοικία», η οποία ήταν και εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματί της. Πρόθεση της Εναγόμενης 1 ήταν η ανακαίνηση της εν λόγω κατοικίας καθότι δεν ήταν κατάλληλη για κατοίκηση και όπως το ζεύγος κατοικήσει σε αυτήν. Με την ιδέα της ανακαίνησης συμφωνούσε και η Εναγόμενη
- Η κατοικία ανακαινίσθηκε πλήρως μετά από μελέτες που έγιναν από αρχιτέκτονα και πολιτικό μηχανικό. Η ανακαίνηση στοίχισε Λ.Κ.59.520,00 σεντ (Ευρώ 101.695,96 σεντ). Συγκεκριμένα γι' αυτήν δαπανήθηκαν τα ακόλουθα ποσά: Λ.Κ.10.000,00 σεντ τα οποία ο Ενάγων και η Εναγόμενη 1 έλαβαν από την δεξίωση των αρραβώνων τους Λ.Κ.28.000,00 σεντ τα οποία ο Ενάγων και η Εναγόμενη 1 έλαβαν από την δεξίωση του γάμου τους Λ.Κ.8.520,00 σεντ από επιχορήγηση που έλαβε ο Ενάγων από την Υπηρεσία Προσφύγων ως εκ πατρογονίας πρόσφυγας Λ.Κ.8.000,00 σεντ τα οποία δόθηκαν ως δώρο στον Ενάγοντα από τον πατέρα του και τα οποία ξοδεύτηκαν για αγορά και τοποθέτηση γυψοσανίδων στην κατοικία και, τέλος, Λ.Κ.5.000,00 σεντ από οικονομίες του Ενάγοντα. Κατά ή περί τις 25.11.07 ο Ενάγων και η Εναγόμενη 1 διέκοψαν την έγγαμη σχέση τους και ο Ενάγων εγκατέλειψε την κατοικία. Στις 17.3.10 εκδόθηκε και το διαζύγιο από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού. Η κατοικία συνεχίζει να είναι ιδιοκτησία της Εναγόμενης 2 και χρησιμοποιείται ως κατοικία από την Εναγόμενη
- Είναι ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι αυτός νομιμοποιείται τουλάχιστον στο ήμισυ των ποσών που το πρώην ζεύγος έλαβε από την δεξίωση των αρραβώνων τους καθώς και από την δεξίωση του γάμου τους. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό του ότι από 25.11.07 και/ή από 17.3.10 οι Εναγόμενες κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότερες και χωρίς αντάλλαγμα κατά Ευρώ 70.941,13 σεντ (Λ.Κ.41.520,00 σεντ). Γι' αυτό και αξιώνει από τις Εναγόμενες το πιο πάνω ποσό πλέον τόκους προς 5,5% από 25.11.07 πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Άνευ βλάβης των προδικαστικών ενστάσεων οι Αιτήτριες με την Υπεράσπιση τους ισχυρίζονται τα ακόλουθα: αρνούνται ότι η κατοικία δεν ήταν κατάλληλη για κατοίκηση και ότι είχε παραχωρηθεί στο πρώην ζεύγος με σκοπό να την ανακαινήσουν πρώτα για να κατοικήσουν μετέπειτα σε αυτήν. Θέση τους δε είναι ότι ήταν απαίτηση του Ενάγοντα να προβούν σε ανακαίνηση η Εναγόμενη 1 δεν επιθυμούσε ανακαίνηση και η Εναγόμενη 2 ουδέποτε ρωτήθηκε. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι έγινε ανακαίνηση ήταν γιατί ήταν επιθυμία του Ενάγοντα αρνούνται ότι έγινε πλήρης ανακαίνηση της κατοικίας και ισχυρίζονται ότι το μόνο που κατεδαφίσθηκε είναι ο τοίχος μεταξύ της κουζίνας και του καθιστικού. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι μόνο αρχιτέκτονας χρησιμοποιήθηκε αρνούνται ότι για την ανακαίνηση δαπανήθηκε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.59.520,00 σεντ (Ευρώ 101.695,96 σεντ) που ο Ενάγων αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησής του. Σε περίπτωση δε που ήθελε αποδειχθεί ότι δαπανήθηκε κάποιο ποσό αυτό είναι πολύ μικρότερο αρνούνται ότι το ποσό που το πρώην ζεύγος έλαβε από την δεξίωση του αρραβώνα τους ανερχόταν σε Λ.Κ.10.000,00 σεντ και ισχυρίζονται ότι αυτό ήταν μικρότερο. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι το ποσό αυτό σπαταλήθηκε (α) για έξοδα του αρραβώνα, (β) σε ταξίδια τα οποία έκανε το πρώην ζεύγος και (γ) για τις σπουδές του Ενάγοντα αφού κατά τα έτη 2003-2005 ο Ενάγων ήταν φοιτητής αρνούνται ότι το ποσό που το πρώην ζεύγος έλαβε από την δεξίωση του γάμου τους ήταν Λ.Κ.28.000,00 σεντ. Θέση τους είναι ότι αυτό ανήλθε σε Λ.Κ.21.280,00 σεντ (Ευρώ 36.359,00 σεντ) και ότι από το πιο πάνω ποσό οι Εναγόμενες ουδέν όφελος είχαν καθότι το ποσό αυτό ο Ενάγων το κατέθεσε επ' ονόματί του σε λογαριασμό όψεως στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μόρφου ως προϊόν γάμου. Τον λογαριασμό αυτό τον χειριζόταν και χρησιμοποιούσε μόνο ο Ενάγων αρνούνται ότι ο Ενάγων έλαβε οποιοδήποτε ποσό ως επιχορήγηση από την Υπηρεσία Προσφύγων. Ισχυρίζονται δε ότι και αν ακόμη αποδειχθεί ότι ο Ενάγων έλαβε οποιοδήποτε ποσό το ποσό αυτό προοριζόταν από τον Ενάγοντα για αγορά κατοικίας καθότι τότε δεν δίνονταν ποσά ως επιχορήγηση για σκοπούς ανακαίνησης κατοικίας. Εν πάση περιπτώσει οι Εναγόμενες ισχυρίζονται ότι από κανένα ποσό δεν επωφελήθηκαν αγνοούν ότι ο Ενάγων είχε λάβει από τον πατέρα του το ποσό των Λ.Κ.8.000,00 σεντ. Εν πάση περιπτώσει αρνούνται ότι ο Ενάγων συνεισέφερε το πιο πάνω ποσό αρνούνται ότι ο Ενάγων συνεισέφερε το ποσό των Λ.Κ.5.000,00 σεντ. Θέση τους είναι ότι ο Ενάγων δεν διέθετε οποιεσδήποτε οικονομίες αφού συν τοις άλλοις κατά τα έτη 2003-2005 ήταν φοιτητής και έχρηζε οικονομικής βοήθειας. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ποσό Λ.Κ.10.000,00 σεντ δόθηκε κατά διάφορες περιόδους ως δώρο από τους γονείς της Εναγόμενης 1 με πρόθεση χαριστική και/ή ως δωρεά η Εναγόμενη 1 και ο Ενάγων σύνηψαν δάνειο από την ΣΠΕ Μόρφου για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.20.000,00 σεντ (Ευρώ 34.172,02 σεντ). Μέρος του πιο πάνω δανείου ξοδεύθηκε για την ανακαίνηση της κατοικίας. Έναντι του πιο πάνω δανείου ο Ενάγων ουδέποτε πλήρωσε οτιδήποτε και εξακολουθεί να μην πληρώνει οτιδήποτε. Σε μεταγενέστερο στάδιο και για σκοπούς εξόφλησης του πιο πάνω δανείου η Εναγόμενη 1 σύνηψε προσωπικό δάνειο από την ΣΠΕ Μόρφου ύψους Ευρώ 34.500,00 σεντ το οποίο αποπληρώνει και εξακολουθεί να αποπληρώνει η ίδια χωρίς ο Ενάγων να συνεισφέρει σε οποιοδήποτε βαθμό αφού συν τοις άλλοις ο τελευταίος εγκατέλειψε την κατοικία στην οποία διέμενε με την Εναγόμενη 1 ο Ενάγων δεν δικαιούται στο ήμισυ των ποσών που το πρώην ζεύγος έλαβε από τις δεξιώσεις του αρραβώνα και του γάμου τους ως συνεισφορά και σε καμία συνεισφορά δεν δικαιούται αρνούνται ότι κατέστησαν πλουσιότερες ως ο Ενάγων ισχυρίζεται και είναι η θέση τους ότι αυτός που κατέστη πλουσιότερος είναι ο Ενάγων. Γι' αυτό και οι Εναγόμενες ζητούν απόρριψη της αγωγής εναντίον τους με έξοδα υπέρ τους καθώς και έκδοση απόφασης υπέρ τους και εναντίον του Ενάγοντα ως η κοινή ανταπαίτησή τους, ήτοι (α) για το ποσό των Ευρώ 18.179,51 σεντ που αντιστοιχεί στο ήμισυ του ποσού των Λ.Κ.21.280,00 σεντ, που το πρώην ζεύγος έλαβε από την δεξίωση του γάμου του, λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού του Ενάγοντα και (β) για το ποσό των Ευρώ 34.500,00 σεντ που η Εναγόμενη 1 δανείσθηκε από την ΣΠΕ Μόρφου. Επιπλέουν αξιώνουν τόκο προς 5,5% από 25.11.07 πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Όλοι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί που εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης είναι παραδεκτοί. Με την Απάντηση και την Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ο Ενάγων αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόμενων στο μέτρο που αυτοί είναι αντίθετοι με τους ισχυρισμούς που προβάλει στην Έκθεση Απαίτησής του. Επίσης, αρνείται την ανταπαίτηση και τις αξιώσεις των Εναγόμενων που προβάλλονται μέσω αυτής και εξαιτείται την απόρριψή της με έξοδα υπέρ του. Με την αγόρευσή της η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητριών υποστήριξε τα ακόλουθα: όσον αφορά τον πρώτο λόγο ένστασης είναι η θέση της ότι η νομική βάση της ένστασης, ήτοι η Διάταξη 25, θεσμός 1, Διάταξη 23, θεσμός 2 και Διάταξη 21, θεσμός 14
(2)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, δεν είναι ορθή και είναι άσχετη με την υπό κρίση αίτηση όσον αφορά τον δεύτερο λόγο ένστασης είναι η θέση της ότι δεν υπάρχει διάταγμα του Δικαστηρίου που να περιορίζει τον χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης όσον αφορά τον τρίτο λόγο ένστασης είναι η θέση της ότι τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης όχι μόνο δεν θα περιέπλεκε τα επίδικα θέματα, απεναντίας, θα συνέβαλλε στο να αποφευχθεί η παράθεση άσκοπης, αχρείαστης και ογκώδους μαρτυρίας, η απώλεια πολύτιμου δικαστικού χρόνου και η δημιουργία πολλών και περιττών εξόδων. Με αναφορά σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθώς και του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου υποστήριξε την θέση της ότι αναφορικά με την Εναγόμενη 1 το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αναρμόδιο και ότι το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο για να επιλύσει την διαφορά είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο. Και αυτό γιατί η αγωγή αφορά σε περιουσιακές σχέσεις συζύγων οι οποίες υπάγονται στην δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου ανεξαρτήτως του εφαρμοστέου δικαίου. Είναι δε εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Αιτητριών ότι η αγωγή αναφορικά με την Εναγόμενη 1 θα πρέπει να απορριφθεί και/ή παραπεμφθεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Αναφορικά με την Εναγόμενη 2 η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι ο Καθ' ου η αίτηση ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχει εναντίον της Εναγόμενης 2 ή συμβατική με αυτήν σχέση. Η Εναγόμενη 2 τυπικά περιελήφθηκε στην αγωγή ως ιδιοκτήτρια της κατοικίας που είναι. Τέλος, η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητριών κάλεσε το Δικαστήριο να αποφασίσει επί των προδικαστικών ενστάσεων. Με την δική της αγόρευση η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση υποστήριξε τα ακόλουθα: προς υποστήριξη του πρώτου λόγου ένστασης ανέφερε ότι αφ' ης στιγμής η κατοικία ανήκει στην Εναγόμενη 2, μέχρι την ημέρα του διαζυγίου δεν είχε μεταβιβασθεί στην Εναγόμενη 1 και η Εναγόμενη 2 δεν εξέφρασε την επιθυμία να την μεταβιβάσει στην Εναγόμενη 1, παρά μόνο επιθυμία της ήταν όπως το ζεύγος διαμένει σε αυτήν, αυτό από μόνο του υποδηλοί ότι δεν εμπίπτει στις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων, άρα ούτε και στην δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, και αυτόματα δημιουργεί το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα έναντι της Εναγόμενης 2 η οποία έχει πλουτίσει αδικαιολόγητα εις βάρος του Ενάγοντα. Για να αποφασίσει, όμως, το Δικαστήριο το ζήτημα περί αρμοδιότητας και περί ύπαρξης ή μη αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της Εναγόμενης 2 θα πρέπει να ακούσει γεγονότα τόσο από τον Ενάγοντα όσο και από τις Εναγόμενες προς υποστήριξη του δεύτερου λόγου ένστασης ανέφερε ότι εν' όψει του ότι τα δικόγραφα έκλεισαν από τις 5.9.11 η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε σε καθυστερημένο στάδιο. Αυτή δε θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί αμέσως μετά το κλείσιμο των δικογράφων, πράγμα που οι Αιτήτριες δεν έπραξαν προς υποστήριξη του τρίτου λόγου ένστασης ανέφερε ότι αν το Δικαστήριο εγκρίνει την πρώτη προδικαστική ένσταση αυτό θα έχει ως συνέπεια είτε να απορριφθεί η αγωγή, είτε να παραπεμφθεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο, ενώ η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2 θα εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου αφού γι' αυτήν δεν τίθεται θέμα αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Αυτό θα έχει ως συνέπεια να εκκρεμούν δύο υποθέσεις σε δύο διαφορετικά Δικαστήρια οι οποίες θα αφορούν ουσιαστικά την ίδια υπόθεση και επιπλέον θα παραμείνει η ανταπαίτηση των Εναγόμενων στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Τίθεται το ερώτημα πώς μπορεί να παραμείνει η ανταπαίτηση χωρίς απαίτηση. Στην βάση των πιο πάνω τα επίδικα θέματα θα περιπλεχθούν περισσότερο και θα γίνει κατάχρηση πολύτιμου χρόνου του Δικαστηρίου. Αν, από την άλλη, το Δικαστήριο εγκρίνει την δεύτερη προδικαστική ένσταση, τότε, η αγωγή της Εναγόμενης 2 θα απορριφθεί πλην όμως θα εκκρεμεί η ανταπαίτηση και η απαίτηση εναντίον της Εναγόμενης 1 διαταγή για εκδίκαση προδικαστικού σημείου εκδίδεται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στην περίπτωση που το εγειρόμενο θέμα λόγω της ασάφεις των γεγονότων ή του νόμου θα πρέπει να αποφασισθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης ή σε περιπτώσεις που υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα. Η υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι καθαρή περίπτωση. Υπό το φως των πιο πάνω είναι η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των Αιτητριών. Μετά την επιφύλαξη της απόφασης το Δικαστήριο έκρινε σκόπιμο να καλέσει τις ευπαίδευτες συνηγόρους των διαδίκων για να ακούσει τις απόψεις τους αναφορικά με άλλο ζήτημα το οποίο απασχόλησε το Δικαστήριο κατά την συγγραφή της απόφασης, το οποίο άπτεται της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου αναφορικά και με την Εναγόμενη 2, το οποίο δεν εγείρεται με την προδικαστική ένσταση της τελευταίας. Βάση για τον προβληματισμό του Δικαστηρίου αποτέλεσε η σχετικά πρόσφατη απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιωάννης Χαραλάμπους Περικλέους ν. Μαρίας Παναγιώτου Εγγλέζου κ.α., Έφεση 5/10, ημερομηνίας 9.6.11. Την ημέρα που οι ευπαίδευτες συνήγοροι των διαδίκων παρουσιάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου το Δικαστήριο έθεσε από μόνο του και αυτεπάγγελτα το πιο πάνω ζήτημα ως είχε εξουσία να πράξει (Βλ. Theofanous v. Georghiou
(1969)1 CLR 203, Παναγιώτου ν. Χ΄΄Κυριάκου
(1991)1 ΑΑΔ 362 και Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240). Περαιτέρω, ασπάσθηκε την παράκληση των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων για ολιγοήμερη αναβολή ώστε να τοποθετηθούν επί του πιο πάνω ζητήματος. Η κυρία Βερεσιέ απαντώντας στο ζήτημα που ήγειρε το Δικαστήριο υιοθέτησε εκ νέου την αρχική της αγόρευση προσθέτοντας ότι ο Ενάγων έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης
- Εν' όψει, όμως, της απόφασης του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιωάννης Χαραλάμπους Περικλέους ν. Μαρίας Παναγιώτου Εγγλέζου κ.α., που πιο πάνω μνημονεύεται, εισηγήθηκε ότι η υπόθεση θα πρέπει να παραπεμφθεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο αναφορικά και με τις δύο Αιτήτριες. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητριών υιοθέτησε το περιεχόμενο της αρχικής της αγόρευσης και επέμεινε στην δεύτερη προδικαστική ένσταση αναφορικά με την Εναγόμενη
- Ζήτησε δε σε περίπτωση έγκρισης της πρώτης προδικαστικής ένστασης την απόρριψη της αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 1 και σε περίπτωση έγκρισης της δεύτερης την απόρριψη της αγωγής εναντίον της Εναγόμενης
- Θέση της, επίσης, είναι ότι στην υπό εξέταση περίπτωση δεν τυγχάνει εφαρμογής η υπόθεση Ιωάννης Χαραλάμπους Περικλέους ν. Μαρίας Παναγιώτου Εγγλέζου κ.α., καθότι στην υπόθεση Ανδρέου ν. Ανδρέου Κυριάκου
(2002)1 ΑΑΔ 896 λέχθηκε ότι τα άρθρα 13-21 του Νόμου 232/91, όπως τροποποιήθηκε, δεν καλύπτουν διαφορές μεταξύ προσώπων που δεν είναι σύζυγοι μεταξύ τους. Προς περαιτέρω επίρρωση της πιο πάνω θέσης της η ευπαίδευτη συνήγορος επικαλέσθηκε την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση ΑΛΠΑΙ ΝΙΑΖΙ ΣΙΟΥΚΡΟΥ ν. MIRIAM ULRICH, Έφεση 27/09, ημερομηνίας 10.3.11 καθώς και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Γρηγορίου
(2001)1 ΑΑΔ
- Εισηγήθηκε, όμως, ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο προσανατολίζεται να παραπέμψει την υπόθεση στο Οικογενειακό Δικαστήριο και για τις δύο Εναγόμενες λόγω αναρμοδιότητας θα πρέπει να παραπέμψει στο Οικογενειακό Δικαστήριο και την ανταπαίτηση των Εναγόμενων, αφού με την ανταπαίτηση «ανταπαιτούνται ποσά που αφορούν όμοια περιουσιακά στοιχεία και/ή λογαριασμοί που σχετίζονται με την Απαίτηση και/ή αφορά ίδια ζητήματα και θέματα». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.27, θεσμούς 1 και 2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Οι εν λόγω θεσμοί προνοούν τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση):
- Οιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφά του οιονδήποτε νομικό σημείο και οιονδήποτε σημείο που εγείρεται με τον τρόπο αυτό θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο που ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό
- Αν κατά την γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση επί του νομικού αυτού σημείου ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οποιοδήποτε συγκεκριμένο αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης ή απάντησης σε αυτή το Δικαστήριο δύναται να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κριθεί δίκαιο. Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 225 το Επαρχιακό Δικαστήριο με την συγκατάθεση και των εναγόντων όρισε την επίλυση των ενστάσεων των εναγομένων στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ως προδικαστικό θέμα στην βάση της Διάταξης 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο ορισμός έγινε μετά την ανταλλαγή των εγγράφων προτάσεων και την προβολή στην υπεράσπιση της ένστασης των εναγομένων στην ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας προς επίλυση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων. Η αμφισβήτηση αφορούσε την καθ' ύλη αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιληφθεί αγωγής στην οποία η παραβίαση του δικαιώματος που θεμελίωνε την αγωγή πήγαζε ή προέκυπτε από την άσκηση διοικητικής λειτουργίας. Λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ο καθορισμός του θέματος προς επίλυση βάσει των προνοιών της Δ.27 εδικαιολογείτο ενόψει, αφενός, του νομικού χαρακτήρα του θέματος, αφετέρου, των επιπτώσεων από την επίλυσή του στην έκβαση την αγωγής. Η φύση του νομικού θέματος καθιστούσε την επίλυση του στην βάση της Δ.27 επιβεβλημένη, επειδή έθιγε την καθ' ύλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το Δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του Στην υπόθεση Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd. And others
(1989)1Ε AAΔ.729 το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ των εναγόντων / εφεσειόντων λόγω παράλειψης των εναγόμενων / εφεσίβλητων να εμφανισθούν. Αργότερα οι εφεσίβλητοι υπέβαλαν αίτηση παραμερισμού της απόφασης. Το Επαρχιακό Δικαστήριο αποδεχόμενο την αίτηση παραμερισμού ταυτόχρονα απέρριψε και την αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Κατ' έφεση απασχόλησε, μεταξύ άλλων, αν κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εξουσία να απορρίψει, στο στάδιο που απέρριψε, την αγωγή. Θέση των εφεσειόντων ήταν ότι ήταν ανεπίτρεπτο για το πρωτόδικο Δικαστήριο να επιληφθεί του θέματος της δικαιοδοσίας στο πλαίσιο αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης. Λέχθηκε από το Εφετείο ότι δεδομένου ότι όλα τα σχετικά στοιχεία βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υφίσταται κώλυμα στην διερεύνηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε χωρίς επιφύλαξη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kyriacos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1969)1 CLR 203. Τονίσθηκε, επίσης, ότι ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να προβληθεί από διάδικο το Δικαστήριο μπορεί και αυτεπάγγελτα να επιληφθεί θέματος που άπτεται της αρμοδιότητάς του να επιληφθεί αγωγής σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης σχετικά είναι τα όσα επί του προκειμένου λέχθηκαν στην υπόθεση Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd. And others
(1989)1Ε AAΔ.729 που πιο πάνω μνημονεύεται. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση. Με βάση τα πιο πάνω κρίνεται ότι ο πρώτος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης ο οποίος καταπιάνεται με τον χρόνο υποβολής της υπό κρίση αίτησης έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Μετά το κλείσιμο των δικογράφων και κατόπιν γραπτού αιτήματος εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση από τον δικηγόρο του το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 31.10.
- Εν τω μεταξύ πριν ακόμα τον ορισμό της υπόθεσης για οδηγίες και συγκεκριμένα στις 17.10.11 ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε ο ίδιος την εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων που οι Αιτήτριες ήγειραν με την Υπεράσπισή τους. Με την καταχώρησή της η πιο πάνω αίτηση ορίσθηκε για επίδοση από το Πρωτοκολλητείο στις 22.11.
- Εν τέλει η αίτηση αποσύρθηκε από τον Καθ' ου η αίτηση δύο μήνες αργότερα και συγκεκριμένα στις 27.1.
- Δεκαεννέα ημέρες αργότερα καταχωρήθηκε εκ μέρους των Αιτητριών η υπό κρίση αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω δεν θεωρώ ότι οι Αιτήτριες ολιγώρησαν στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Συνακόλουθα ούτε ο τρίτος λόγος ένστασης ευσταθεί. Αναφορικά με την ουσία της αίτησης αναφέρονται τα ακόλουθα. Σύμφωνα με το άρθρο 2
(2)του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990, Ν.23/90, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος 23/90», «περιουσιακές σχέσεις» σημαίνει: «τις σχέσεις που αφορούν κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από τον γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους σύμφωνα με τις διατάξεις των Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991 έως 1999». Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου 23/90: «Οι Δικαστές των Οικογενειακών Δικαστηρίων ασκούν τις εξουσίες και τα καθήκοντα που τους ανατίθενται από το Σύνταγμα, τον παρόντα ή οποιοδήποτε άλλο εκάστοτε σε ισχύ νόμο». Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 11 του Νόμου 23/90: «Τα Οικογενειακά δικαστήρια έχουν τη δικαιοδοσία και ασκούν τις εξουσίες που τους ανατίθενται δυνάμει του Άρθρου 111 του Συντάγματος, του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου νόμου». Σύμφωνα με την παράγραφο 2Α του άρθρου 111 του Συντάγματος: «Παν ζήτημα των ανηκόντων εις την ελληνικήν ορθόδοξον Εκκλησίαν, σχέσιν έχον προς το διαζύγιον, τον χωρισμόν από κοίτης και τραπέζης ή την συνοίκησιν των συζύγων ή τας οικογενειακές σχέσεις διαγιγνώσκεται υπό οικογενειακών δικαστηρίων ...........................................................................». Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 11 του Νόμου 23/90: «Χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα του εδαφίου
(1), τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν ειδικότερα την εξουσία να επιλαμβάνονται υποθέσεων που αφορούν- .......................................................................................................................... (ε) Θέματα γονικής μέριμνας, διατροφής, αναγνώρισης τέκνου, υιοθεσίας, περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και οποιαδήποτε άλλη γαμική ή οικογενειακή διαφορά, εφόσον οι διάδικοι ή ένας από αυτούς έχουν τη διαμονή τους στη Δημοκρατία: .......................................................................................................................». Σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 16 του Νόμου 23/90: «Τα Οικογενειακά Δικαστήρια ασκούν, τηρουμένων των αναλογιών, όλες τις εξουσίες που διαλαμβάνονται στο Τέταρτο Μέρος των Περί Δικαστηρίων Νόμων». Το Τέταρτο Μέρος του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 16 του Νόμου 23/90 περιέχει πρόνοιες για τις εξουσίες των Δικαστηρίων. Σχετικό είναι το άρθρο 31 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Κάθε δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιδοσίας οφείλει σε κάθε δίκη ή άλλη διαδικασία, να παρέχει είτε απόλυτα ή υπό τέτοιους όρους και προϋποθέσεις, όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο, όλες τις θεραπείες στις οποίες οποιοσδήποτε από τους διαδίκους θα εδικαιούτο σε σχέση με οποιαδήποτε αξίωση που εγέρθηκε από αυτόν η οποία στηρίζεται επί του νόμου ή των αρχών της επιείκειας (equity) κατά τέτοιο τρόπο, εφόσο αυτό είναι δυνατό, ώστε όλα τα αμφισβητούμενα θέματα μεταξύ των διαδίκων να διαγιγνώσκονται πλήρως και τελικώς και κάθε πολλαπλότης της διαδικασίας που αφορά σε οποιοδήποτε από τα θέματα αυτά να αποφεύγεται». Στην υπόθεση Re Μανώλης Γιάγκος
(1999)1 ΑΑΔ 703 στην οποία η αξίωση στηριζόταν σε εμπίστευμα λέχθηκε ότι: «...Τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα επίλυσης των περιουσιακών διαφορών μεταξύ των συζύγων. Η παρούσα υπόθεση, παρ' όλη την προσπάθεια να της δοθεί άλλη χροιά, δεν παύει να είναι αξίωση που αναφέρεται στη λύση περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων για περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου, καθώς και μετά τη σύναψη του γάμου και συνεπώς θα έπρεπε να εκδικαστεί από το αρμόδιο δικαστήριο που δεν είναι άλλο από το Οικογενειακό Δικαστήριο». Η πιο πάνω προσέγγιση υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Παναγιώτης Χαραλάμπους Λογγίνος ν. Θέκλας Λογγίνου
(2000)1 ΑΑΔ 1347. Σχετική είναι, επίσης, η υπόθεση Re Μιχαήλ Γιάγκος
(1999)1 ΑΑΔ 1348. Στην υπόθεση Παναγιώτης Χαραλάμπους Λογγίνος ν. Θέκλας Λογγίνου
(2000)1 ΑΑΔ 1347, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Με τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις ο νομοθέτης έχει εκδηλώσει με σαφή τρόπο την πρόθεση του να εντάξει όλες τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων, σε σχέση με περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου πριν ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 232/91. Επομένως από τη στιγμή που μια διαδικασία έχει ως επίδικο αντικείμενο περιουσιακή διαφορά με βάση το άρθρο 2 του Νόμου 23/90 (όπως έχει τροποποιηθεί από το άρθρο 2 του Νόμου 26(Ι)/98) αυτή εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου ...». Λέχθηκε, επίσης, ότι από την στιγμή που μια διαδικασία έχει ως επίδικο αντικείμενο περιουσιακή διαφορά με βάση το άρθρο 2 του Νόμου 23/90 αυτή εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής. Όπως είδαμε, για να ενταχθεί μια περιουσιακή σχέση εντός της έννοιας του σχετικού ορισμού η σχέση αυτή πρέπει να αφορά κινητή ή ακίνητη περιουσία που (α) αποκτήθηκε πριν από τον γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους και (β) σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου, Ν. 232/91, όπως τροποποιήθηκε. Οι σχετικές με την περιουσία πρόνοιες του Νόμου 232/91, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος 232/91», είναι εκείνες του άρθρου 2 οι οποίες περιέχουν ορισμό των όρων «περιουσία» και «συνεισφορά». Παρατίθενται πιο κάτω: «περιουσία σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους» και «συνεισφορά σημαίνει την οποιασδήποτε μορφής συνεισφορά των συζύγων στην απόκτηση ή τη δημιουργία περιουσίας και περιλαμβάνει την φροντίδα της οικογενειακής εστίας και των μελών της οικογένειας». Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 111 του Συντάγματος στην δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων υπάγονται όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με τις οικογενειακές σχέσεις. Στις υποθέσεις Βουνού ν. Βουνού
(1995)1 ΑΑΔ 168 και Δαδακαρίδης ν. Δαδακαρίδου
(1990)1 ΑΑΔ 566 λέχθηκε ότι ο όρος «οικογενειακές σχέσεις» καλύπτει οικογενειακές αστικές διαφορές που εμπίπτουν στον κλάδο του Οικογενειακού Δικαίου. Αυτές διακρίνονται σε αστικές και περιουσιακές. Στην τελευταία υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο στις σελίδες 573-574: «Εχουμε τη γνώμη πως στις λέξεις "οικογενειακές σχέσεις" πρέπει να δοθεί η συνήθης γραμματική ερμηνεία, προσθέτοντας ταυτόχρονα πως τέτοια ερμηνεία συνάδει και με το σκοπό του νομοθέτη, που χρησιμοποίησε νομίζουμε σκόπιμα τη φράση, όπως αυτή χρησιμοποιείται ευρύτατα στη νομική επιστήμη. Στη φράση "οικογενειακές σχέσεις" εμπεριέχονται, κατά τη γνώμη μας, όλα τα ζητήματα που εμπίπτουν στον κλάδο του δικαίου γνωστού ως "Οικογενειακό Δίκαιο", τμήμα του Αστικού Δικαίου στην Ελλάδα, που επιλαμβάνεται όλων των ζητημάτων που αφορούν στον προσωπικό θεσμό, όπως μνηστεία, γάμος, διαζύγιο, διατροφή, επιμέλεια του προσώπου και περιουσίας ανηλίκων κ.λ.π (δες Σύγγραμμα Σπυριδάκη, παράγρ.10 "Οικογενειακές Σχέσεις", που παραθέτουμε πιο κάτω: "Οικογενειακές Σχέσεις 10α. Οι Οικογενειακές σχέσεις. Οικογενειακές είναι οι σχέσεις που αναφέρονται στη δημιουργία της οικογένειας ή δημιουργούνται στο πλαίσιο μιας οικογένειας: Τέτοιες σχέσεις είναι: Ο γάμος, οι σχέσεις γονέων και τέκνων. Η μνηστεία δεν είναι οικογενειακή σχέση stricto sensu, επειδή όμως συνήθως προηγείται του γάμου (και έτσι αναφέρεται στη δημιουργία οικογένειας) μπορεί και αυτή να χαρακτηρισθεί οικογενειακή σχέση σε ευρεία έννοια. Από τις οικογενειακές σχέσεις πηγάζουν τα οικογενειακά δικαιώματα (και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις). Βλ. παρακάτω, αρ.
- Τις οικογενειακές σχέσεις μπορούμε να διακρίνουμε σε προσωπικές και περιουσιακές. Χαρακτηριστικό όμως είναι, πως και στις περιουσιακές σχέσεις έντονο είναι το προσωπικό στοιχείο". Το ίδιο ισχύει και στην Αγγλία όπου τα πιο πάνω ζητήματα ανάγονται στον κλάδο του δικαίου γνωστό ως "Family Law". Στο σύγγραμμα "Family Law" του P.M. Bromley - 6η έκδοση - σελ.1 και επόμενα γίνεται αναφορά στα θέματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων στην Αγγλία, που και εκεί παρεμπιπτόντως, ασκείτο προηγουμένως από Εκκλησιαστικά Δικαστήρια αλλά αφαιρέθηκε από αυτή με διάφορα νομοθετήματα». Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως τόσο η απαίτηση του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης 1 όσο και η ανταπαίτηση της Εναγόμενης 1 υπάγονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Αναφορικά με την απαίτηση του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης 2 διαφωτιστική είναι η υπόθεση Ιωάννης Χαραλάμπους Περικλέους ν. Μαρίας Παναγιώτου Εγγλέζου κ.α., Έφεση 5/10, ημερομηνίας 9.6.11, που πιο πάνω μνημονεύεται, στην οποία ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Έντιμος κύριος Ναθαναήλ, προέβη σε μια λεπτομερή ανάλυση της μέχρι τότε νομολογίας επισημαίνοντας διαφορές μεταξύ της πιο πάνω υπόθεσης και άλλων υποθέσεων που αποφασίσθηκαν κατά καιρούς από το Ανώτατο Δικαστήριο και το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο και που δικαιολογούσαν την αντιμετώπιση που έτυχαν από τα πιο πάνω Δικαστήρια. Στην πιο πάνω υπόθεση το ζήτημα που απασχόλησε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο ήταν κατά πόσο οι περιουσιακές οικογενειακές διαφορές αφορούν αποκλειστικά και μόνο άτομα που είναι ή που διετέλεσαν μεταξύ τους σύζυγοι, ώστε να αποκλείεται η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο στην περίπτωση εξυπακουόμενου εμπιστεύματος επί της περιουσίας τρίτου προσώπου και δη νομικής οντότητας, επί της οποίας εγείρεται αξίωση από τον ένα εκ των συζύγων ως συνεισφορά στην αύξηση της αξίας της. Ο εφεσείων ήταν σε διάσταση με την σύζυγο του, εφεσίβλητη 1, την οποία, σύμφωνα με τα παρουσιασθέντα στην πρωτόδικη διαδικασία δεδομένα, νυμφεύθηκε στις 10.6.
- Πριν τον γάμο και άσχετα προς αυτόν η εφεσίβλητη 2, από τώρα και στο εξής «η εταιρεία», είχε στην βάση αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 4.3.1986 αγοράσει οικόπεδο εγγεγραμμένο στην Ιερά Μονή Κύκκου. Μετά το γάμο οικοδομήθηκε οικία η οποία αποτέλεσε τον συζυγικό οίκο μέχρι την διάσταση το Σεπτέμβριο
- Η εταιρεία, η οποία είχε μετόχους τους γονείς της εφεσίβλητης 1, παρέμεινε η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, φέρεται δε μετά τη διάσταση να ενοικίασε την οικοδομή στην εφεσίβλητη
- Ο εφεσείων με την πρωτόδικη αίτηση του υποστήριξε ότι συνέβαλε στην αύξηση της περιουσίας των διαδίκων κατά την διάρκεια της έγγαμης σχέσης τους με διάφορους τρόπους, με αποτέλεσμα να επιδιώκει το ήμισυ της ως άνω ακίνητης περιουσίας ως συνεισφορά καθώς και όλη την κινητή περιουσία που βρισκόταν εντός της οικίας. Τόσο η εφεσίβλητη 1 όσο και η εταιρεία πέραν της γενικότερης άρνησης όλων των θέσεων του εφεσείοντα ήγειραν προδικαστική ένσταση σύμφωνα με την οποία το Οικογενειακό Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση αναφορικά με την εταιρεία καθότι οποιαδήποτε εναντίον της αξίωση δεν ενέπιπτε σε διαφορά εντός των προνοιών του Νόμου 232/
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο προβαίνοντας σε ανάλυση της μέχρι τότε υφιστάμενης νομολογίας ενέκρινε την ένσταση εκδίδοντας διάταγμα αναστολής της περαιτέρω ενώπιον του διαδικασίας και παραπέμποντας την διαφορά μεταξύ εφεσείοντος και εταιρείας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας προς περαιτέρω χειρισμό. Η αξίωση του εφεσείοντα αναφορικά με την εφεσίβλητη 1 παρέμεινε ενώπιον του. Η πιο πάνω κρίση εφεσιβλήθηκε ως λανθασμένη. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο: «Οι επίδικες διατάξεις στον περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμο αρ. 232/91, ως τροποποιήθηκε, βρίσκονται στο ερμηνευτικό άρθρο 2, όσον αφορά την έννοια ή τον ορισμό της «περιουσίας» και στο άρθρο 14, του ιδίου Νόμου, σε σχέση με την αύξηση της περιουσίας και τη συνεισφορά του ενός των συζύγων προς τον έτερο. Οι δύο διατάξεις παρατίθενται αυτούσιες: Άρθρο 2: «'περιουσία' σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους.» Άρθρο 14
(1): «Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.» Σχετικός είναι και ο ορισμός «περιουσιακές σχέσεις» στο άρθρο 2 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου αρ. 23/90, ως τροποποιήθηκε. Έχει ως εξής: «'περιουσιακές σχέσεις' σημαίνει τις σχέσεις που αφορούν κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991 έως 1999.» Κατά πρώτο λόγο, παρατηρείται, ως πρόδηλη απόρροια από τις πιο πάνω διατάξεις, ότι είναι ουσιαστικά παρόμοιες οι νομοθετικές ρυθμίσεις σε σχέση με την έννοια και το εύρος της «περιουσίας» και των «περιουσιακών σχέσεων». Καλύπτουν οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία που δυνατόν να αποκτήθηκε πριν, ή μετά το γάμο από οποιοδήποτε από τους συζύγους. Η κατά τη διάρκεια του γάμου απόκτηση περιουσίας τεκμαίρεται ότι είναι προς όφελος και των δύο συζύγων, με τεκμαιρόμενη συνεισφορά στην αύξηση το 1/3 από τον ένα σύζυγο προς τον άλλο, κατά τα προνοούμενα από το εδάφιο
(2)του άρθρου 14, εκτός βέβαια εάν δυνάμει επαρκούς μαρτυρίας, η περιουσία δυνατόν να κατανεμηθεί διαφορετικά. Αν η περιουσία αποκτάται πριν το γάμο, τότε πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτή κτήθηκε με την προοπτική γάμου. Κατά τα άλλα ισχύει και πάλι το τεκμήριο του 1/3, ως συνεισφορά του ενός των συζύγων προς τον άλλο. Κατά δεύτερο λόγο, εξάγεται το συμπέρασμα ότι στα περιουσιακά στοιχεία συγκαταλέγεται κάθε κινητή ή ακίνητη περιουσία εφόσον αποκτήθηκε από εκάτερο των συζύγων, ως λογική δε προέκταση αυτού θα πρέπει να εντάσσεται ως περιουσιακό στοιχείο και αυτό που αποκτάται εκ μέρους ή για λογαριασμό του ή της συζύγου. Η προέκταση αυτή είναι εννοιολογικά και νομικά επιτρεπτή διότι διαφορετικά θα καταστρατηγούντο οι πρόνοιες της νομοθεσίας. Αν, δηλαδή, όπως εδώ, υπάρχει περιουσιακό στοιχείο το οποίο ανήκει σε τρίτο, αλλά με τη συγκατάθεση του χρησιμοποιείται προς όφελος του ή της συζύγου για σκοπούς τέλεσης γάμου ή κατά τη διάρκεια αυτού, τότε η συνεισφορά του ετέρου στην επαύξηση της αξίας αυτού θα ήταν άνευ σημασίας, αν η παρεμβολή του τρίτου εξουδετέρωνε τη συνεισφορά. Η συνεισφορά και ο υπολογισμός της είτε κατά τεκμήριο, είτε κατά τη προσαγόμενη μαρτυρία, αφορά διαφορά που προκύπτει μεταξύ των συζύγων και εμπίπτει αξιωματικά στο οικογενειακό δίκαιο και εκδικάζεται βέβαια από το αρμόδιο κατά τόπο Οικογενειακό Δικαστήριο. Το πώς αποδεικνύεται όμως η συνεισφορά αυτή δυνατόν να διέρχεται μέσα από άλλους τομείς του δικαίου. Τέτοιοι τομείς όπως το δίκαιο των εμπιστευμάτων, ρητών, εξυπακουόμενων ή τεκμαιρόμενων («express, implied or constructive trusts»), αφορούν κατ΄ εξοχήν το δίκαιο της επιείκειας. Δίκαιο που έχει διαχρονική εφαρμογή, οι αρχές του οποίου διασώζουν, μακριά από τυπικούς και ανελαστικούς κανόνες, τις συναλλαγές και διεισδύουν στην ουσία των πραγμάτων, ώστε να αποδίδεται πραγματική δικαιοσύνη. Η φράση «The eye of equity», που χρησιμοποιήθηκε από τον Russell J. στην Jones v. Lipman
(1962)1 W.L.R. 832, 836, θα εισχωρήσει στην ουσία αποδίδοντας πλήρη και τελεία θεραπεία, έχει δε τη θέση του και στις οικογενειακές διαφορές. Το δίκαιο είναι ενιαίο και η άρνηση χρησιμοποίησης πτυχών του, θα οδηγούσε σε κατατεμαχισμό διαδικασιών, παράλογα αποτελέσματα και ενδεχομένως άρνηση δικαιοσύνης. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που ζητήματα εμπιστεύματος που καθορίζουν το συμφέρον των συζύγων («beneficial interest»), απαντώνται κατά μείζονα λόγο στις υποθέσεις οικογενειακών διαφορών, που σχετίζονται ιδιαιτέρως με την απόκτηση και την κατανομή της οικογενειακής στέγης στη βάση συνήθως εξυπακουόμενου, επαγόμενου ή τεκμαιρόμενου εμπιστεύματος. Αναδρομή στο σύγγραμμα των Cretney, Masson και Bailey-Harris: "Principles of Family Law" 7η έκδ.
(2003), αποκαλύπτει στο κεφ. 5 που τιτλοφορείται "Beneficial Entitlement at Law and in Equity", τον τρόπο με τον οποίο τα Αγγλικά Δικαστήρια αντιμετωπίζουν και επιλύουν οικογενειακές διαφορές σε ό,τι αφορά την απόκτηση της οικογενειακής κατοικίας χρησιμοποιώντας τη μεθοδολογία του καταπιστεύματος και τα νομικά τεκμήρια («presumptions»), τα οποία αναδύονται και εφαρμόζονται σε αυτά τα θέματα. Για παράδειγμα, δημιουργείται κατά τεκμήριο επαγόμενο καταπίστευμα («resulting trust»), όπου ένα πρόσωπο συνδράμει απευθείας στην αγορά ακίνητης περιουσίας η οποία όμως αναγράφεται στο όνομα ετέρου. Δημιουργείται επίσης τεκμαιρόμενο καταπίστευμα όταν από τη μαρτυρία, είτε άμεση, είτε διά συμπεριφοράς, φανερώνεται ότι οι διάδικοι είχαν κοινή πρόθεση να είναι συνιδιοκτήτες της οικογενειακής στέγης. Γι΄ αυτό και στην Λογγίνου ν. Λογγίνου - ανωτέρω - αποφασίστηκε ότι ανεξαρτήτως του τρόπου διατύπωσης της θεραπείας, το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία, εφόσον βεβαίως η διαφορά είναι οικογενειακής φύσεως. Ζητήματα συνεισφοράς από τον ένα σύζυγο στον άλλο, εμπίπτουν κατ΄ εξοχήν στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, στη δικαιοδοσία του οποίου, όπως έχει επιβεβαιώσει κατ΄ επανάληψη η νομολογία, ο νομοθέτης, με τις τροποποιήσεις που επέφερε στη νομοθεσία, θέλησε να εντάξει κάθε πιθανή διαφορά. Από την υπόθεση Δαδακαρίδης ν. Δαδακαρίδου
(1990)1 Α.Α.Δ. 566, μέχρι την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στη Χριστοδουλίδου ν. Toumaian
(2007)1 Α.Α.Δ. 1024, αναγνωρίστηκε ότι η ανάθεση όλων των υποθέσεων της φύσης των «οικογενειακών σχέσεων», εμπίπτουν φυσιολογικά στον κλάδο του δικαίου γνωστού στην Ελλάδα ως Οικογενειακού Δικαίου, τμήμα του Αστικού Δικαίου. Ακόμη και διαφορές, οικογενειακής φύσεως, πλην της έκδοσης διαζυγίου, για τις Θρησκευτικές Ομάδες, μεταφέρθησαν στο Οικογενειακό Δικαστήριο και τη δικαιοδοσία αυτού, όπως καθιδρύθηκε με το Νόμο αρ. 23/90. Σχετική είναι και η πιο πρόσφατη απόφαση στη Toumaian v. Χριστοδουλίδου
(2009)1 Α.Α.Δ. 881, η οποία κινήθηκε στις ίδιες γραμμές, ακολουθώντας τη Δάμτσα ν. Δάμτσα (αρ. 2)
(2006)1 Α.Α.Δ. 1389. Ακόμη πιο πρόσφατα, το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην Αλπάϊ Νιαζί Σιούκρου ν. Miriam Ulrich, Έφ. αρ. 27/09, ημερ. 10.3.11, είχε την ευκαιρία να ανασκοπήσει τη σχετική νομολογία, με αναφορά και στο τροποποιηθέν Άρθρο 111 του Συντάγματος με τον περί της Πρώτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο αρ. 95/89, και να επιβεβαιώσει τη ρητή πρόθεση του νομοθέτη να διευρύνει τη δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων επί όλων σχεδόν των θεμάτων με εξαίρεση, όπως αναφέρθηκε, τη λύση του γάμου μεταξύ μελών των θρησκευτικών ομάδων. Η έννοια της συνεισφοράς επομένως στην απόκτηση περιουσιακού στοιχείου αποτελεί καταλύτη στην ένταξη και επίλυση της διαφοράς αυτής στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Το γεγονός ότι το αιτούμενο περιουσιακό στοιχείο τυγχάνει να βρίσκεται εγγεγραμμένο σε τρίτο άτομο ή επ΄ αυτού να έχει αξίωση τρίτο πρόσωπο, δεν διαφοροποιεί την ταξινόμηση του θέματος ως ζήτημα δικαίου. Όχι μόνο η αξίωση επί του περιουσιακού στοιχείου διέρχεται μέσα από την τεκμηρίωση της συνεισφοράς του αιτητή στην αύξηση της περιουσίας, αλλά και ευχερώς συνενώνεται το πρόσωπο το οποίο έχει το περιουσιακό αυτό στοιχείο στην κατοχή του, είτε νόμιμα είτε όχι, ώστε να αποδοθεί ολοκληρωμένα μέσα στην ίδια την αίτηση περιουσιακής διαφοράς, η πρέπουσα συνεισφορά και η απόδοση, διά της έκδοσης του αναγκαίου διατάγματος ή διαταγμάτων, πίσω στον συνεισφέροντα, του περιουσιακού στοιχείου ή της αξίας του. Με άλλα λόγια, η νομολογία έχει αναγνωρίσει πως δεν παύει η διαφορά να εκδικάζεται κατ΄ αρμοδιότητα από το οικείο Οικογενειακό Δικαστήριο, έστω και αν η αξίωση διατυπώνεται με θεραπείες του δικαίου της επιείκειας. Όπου ο σύζυγος ή η σύζυγος θεωρούνται να κατέχουν περιουσιακό στοιχείο στη βάση εμπιστεύματος, η διαφορά εμπίπτει στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Αν το περιουσιακό αυτό στοιχείο κατέχεται από τρίτο πρόσωπο, τυχαίως ή με πρόθεση καταδολίευσης, θα ήταν παράλογο να θεωρείτο ότι η διαφορά εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Δεν είναι του παρόντος η ανάπτυξη της δυνατότητας εντοπισμού («tracing») του περιουσιακού στοιχείου στα χέρια τρίτου ή ακόμη και σε ταμείο («fund»), στο οποίο έγινε ανεπίτρεπτα ανάμειξη χρημάτων, αλλά η θεραπεία αυτή του δικαίου της επιείκειας δεν περιορίζεται στις περιπτώσεις ύπαρξης σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ καταπιστευματοδόχου («trustee») και δικαιούχου («beneficiary of trust»), αλλά επεκτείνεται σε κάθε σχέση που διέπεται από σχέση εμπιστοσύνης («fiduciary relationship») (δέστε F.H. Lawson: "Remedies of English Law" σελ. 190-194 και Hanbury and Martin: "Modern Equity", 16η έκδ.
(2001), σελ. 682 κ.ε.). Η υπόθεση Ανδρέου ν. Ανδρέου Κυριάκου- ανωτέρω - στην οποία κυρίως βασίστηκε η εφεσίβλητη εταιρεία, κρίθηκε επί διαφορετικών στην ουσία δεδομένων στη βάση της ερμηνείας και ή εφαρμογής των άρθρων 14(Γ) και 14(Δ) του Νόμου αρ. 232/91, που σχετίζονται με τις δόλιες μεταβιβάσεις ή μεταβιβάσεις περιουσίας με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων του άρθρου 14Α. Η αγωγή εκεί είχε καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο πριν την έναρξη σε εφαρμογή του Νόμου αρ. 232/91 και εν πάση περιπτώσει δεν έγινε πλήρης ανάλυση του λόγου στις υποθέσεις Λογγίνου ν. Λογγίνου και των μεταγενέστερων αυτής αποφάσεων, όπως έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Η δε απόφαση στη Γρηγορίου ν. Γρηγορίου, που χρησιμοποιήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν έθεσε απόλυτο κανόνα δικαίου διότι τα λεχθέντα υπό του Εφετείου σχετίζονταν με την αξίωση περιουσίας επί του αποβιώσαντος συζύγου και ήταν με αυτή την έννοια που λέχθηκε ότι οι διαχειριστές της περιουσίας ήσαν ξένοι προς την οικογενειακή διαφορά, ενώ αυτό το οποίο αξίωνε η σύζυγος αφορούσε όχι αύξηση στην περιουσία ως συμμετοχής της σ΄ αυτή, αλλά διεκδίκηση λόγω κυριότητας. Εδώ η εταιρεία είχε αγοράσει το οικόπεδο πριν από το γάμο, το οποίο με την ανοχή ή συγκατάθεση της χρησιμοποιήθηκε για να οικοδομηθεί οικία προς στέγαση των συζύγων. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις θεωρείται πως δεν μπορεί το Οικογενειακό Δικαστήριο να μην έχει δικαιοδοσία επειδή η ακίνητη αυτή περιουσία παραμένει εγγεγραμμένη επ΄ ονόματι της εταιρείας. Δεν είναι τόσο το ότι η αξίωση «διέρχεται μέσα από τις σχέσεις των συζύγων», όπως λέχθηκε στη Γρηγορίου ν. Γρηγορίου, όσο ότι η αξίωση αρχίζει και τελειώνει με τη σχέση των συζύγων και εξαιτίας αυτής. Διαφορετική αντιμετώπιση (όπως αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο), θα σήμαινε ότι πρέπει πρώτα να διαπιστωθεί η συνεισφορά του αιτητή στην οικογενειακή περιουσία και μετά να εγερθεί αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο στη βάση πλέον εμπιστεύματος ή άλλης αξίωσης για να του αποδοθεί το μερίδιο του, αλλά και εκεί θα μπορούσαν να εγερθούν ζητήματα αρμοδιότητας. Τέτοια εξέλιξη είναι ανεπιθύμητη διότι κατακερματίζει σε πέραν του ενός Δικαστηρίου τη διαφορά, ενώ ο πυρήνας της αξίωσης παραμένει ο ίδιος, εμπίπτουσα φυσιολογικά στην οικογενειακή διαφορά. Ταυτόχρονα παραγνωρίζεται και η δυνατότητα ενός αιτητή να χρησιμοποιήσει ως όχημα για τη διαπίστωση και τεκμηρίωση της συνεισφοράς του, εντός της αυτής αξίωσης, του μηχανισμού του καταπιστεύματος ή άλλου μηχανισμού που το δίκαιο προσφέρει προς επίλυση των διαφορών». Υπό το φως των πιο πάνω η πρωτόδικη απόφαση κρίθηκε εσφαλμένη και παραμερίσθηκε. Το Οικογενειακό Δικαστήριο κρίθηκε πως είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί των αξιώσεων του αιτητή και εναντίον της εταιρείας. Η υπόθεση παραπέμφθηκε, έτσι, πίσω στο Οικογενειακό Δικαστήριο για τα περαιτέρω. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Ενάγων αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης 2 στην βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ισχυρίζεται ότι ένεκα της συνεισφοράς του στην ανακαίνηση της κατοικίας η Εναγόμενη 2, η οποία τυγχάνει ιδιοκτήτριά της, και η Εναγόμενη 1 κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότερες. Στην βάση του αποσπάσματος που πιο πάνω παρατέθηκε θεωρώ ότι στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Οικογενειακού Δικαστηρίου υπάγεται και η απαίτηση του Ενάγοντα εναντίον της Εναγόμενης
- Εν' όψει τούτου κρίνω πως δεν έχω δικαιοδοσία να αποφασίσω την δεύτερη προδικαστική ένσταση, αν δηλαδή ο Ενάγων έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης
- Στρεφόμενος τώρα στην ανταπαίτηση της Εναγόμενης 2 κρίνω ότι αυτή δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Η αξίωση της Εναγόμενης 2 εναντίον του Ενάγοντα δεν είναι οικογενειακής φύσης και η απόφαση στην υπόθεση Ιωάννης Χαραλάμπους Περικλέους ν. Μαρίας Παναγιώτου Εγγλέζου κ.α., Έφεση 5/10, ημερομηνίας 9.6.11, που πιο πάνω μνημονεύεται, δεν θεωρώ ότι μπορεί να ερμηνευθεί με τρόπο ώστε να τυγχάνει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση. Η υπό κρίση είναι εντελώς διαφορετική περίπτωση. Εδώ δεν έχομε να κάνομε με περιουσία στην οποία ο ένας εκ των πρώην συζύγων αξιώνει συνεισφορά και η οποία είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι προσώπου άλλου από το πρόσωπο με το οποίο τελέσθη ο γάμος. Όπως είδαμε, στην πιο πάνω υπόθεση ό,τι αποτέλεσε τον «καταλύτη στην ένταξη και επίλυση της διαφοράς ... στο Οικογενειακό Δικαστήριο» ήταν η συνεισφορά στην απόκτηση περιουσιακού στοιχείου, το γεγονός δε ότι το αιτούμενο περιουσιακό στοιχείο βρισκόταν εγγεγραμμένο σε τρίτο άτομο κρίθηκε ότι δεν διαφοροποιούσε την ταξινόμηση του θέματος ως ζήτημα δικαίου. Εδώ έχομε να κάνομε με μια απαίτηση η οποία με αφορμή απλά και μόνο ένα γάμο που τελέσθηκε μεταξύ τρίτων αξιώνονται εναντίον του πρώην συζύγου κάποια ποσά. Η τέλεση, όμως, του γάμου μεταξύ του Εναγόντα και της Εναγόμενης 1 δεν ανάγει την διαφορά μεταξύ της Εναγόμενης 2 και του Ενάγοντα σε οικογενειακή διαφορά. Η Εναγόμενη 2 είναι ξένη προς την οικογενειακή διαφορά με αποτέλεσμα και η απαίτηση της εναντίον του Ενάγοντα αξιωματικά να μην εμπίπτει στο οικογενειακό δίκαιο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η αξίωση της Εναγόμενης 2 εναντίον του Ενάγοντα δεν εμπίπτει στον κλάδο του Οικογενειακού Δικαίου. Συνακόλουθα η επίλυσή του δεν υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων. Από την πιο πάνω κατάληξη αναπόφευκτα θα επέλθει κατακερματισμός της διαδικασίας. Αυτό, όμως, είναι η αναπόδραστη κατάληξη της εφαρμογής της Νομολογίας στα γεγονότα. Συνακόλουθα η απαίτηση του Ενάγοντα εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 καθώς και η ανταπαίτηση της Εναγόμενης 1 παραπέμπονται στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση της Εναγόμενης 2 παραμένει προς εκδίκαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Αναφορικά με τα έξοδα κρίνω πως το ορθό και δίκαιο θα ήταν εν' όψει του ότι η υπό κρίση αίτηση πέτυχε εν μέρει όπως αυτά επιδικασθούν υπέρ των Αιτητριών κατά το ήμισυ. Συνακόλουθα τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1 και 2 / Αιτητριών και εναντίον του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση κατά το ήμισυ όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος και των δύο διαδικασιών, τόσο ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. (Υπ.) ............... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Δικαιοδοσία - Παραπομπή στο Οικογενειακό Δικαστήριο Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο