Σε Πτώχευση: Οικονομίδης Θεοχάρης, Ειδ. Πτώχευσης αρ.: 245/2012, 14/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A149 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Ειδ. Πτώχευσης αρ.: 245/2012 Σε Πτώχευση: Οικονομίδης Θεοχάρης εκ Λεμεσού Δ.Τ.712246, οδός Κουμανδαρίας & Χρ. Χ΄΄Παύλου, 6ος όροφος, Λεμεσός. Αναφορικά με την αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία .......... Αίτηση ημερομηνίας 6.4.2012 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14.12.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητή - χρεώστη: κ. Α. Χαραλάμπους (για να ακούσει απόφαση κα Χριστοδουλίδου) Για καθ' ων η αίτηση - πιστωτές: κ. Α. Γεωργίου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αιτητές - πιστωτές, με αίτησή τους ημερομηνίας 16.3.2012, την οποία υπογράφει ο δικηγόρος τους ζήτησαν την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον του καθ' ου η αίτηση - χρεώστη. Το περιεχόμενο της αίτησης παρατίθεται αυτούσιο: «1. Οι ως άνω αιτητές αιτούνται όπως εκδοθεί ειδοποίηση πτώχευσις εναντίον του ως άνω οφειλέτου Οικονομίδη Θεοχάρη, εκ Λεμεσού. 2. Ο ως άνω οφειλέτης έχει κατά το μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων έξι
(6)μηνών την διαμονή του στη πόλη και Επαρχία Λεμεσού.
- Παρουσιάζω αντίγραφο τελεσίδικης απόφασις εναντίον του εναγομένου ληφθείσα υπό των αιτητών την 10.12.2004 στην αγωγή αρ. 19/04 του Επ. Δικ. Λεμεσού.
- Οιαδήποτε πληρωμή υπό του Οικονομίδη Θεοχάρη, δέον να γίνει προς τον δικηγόρο των αιτητών κ. Ανδρέα Γεωργίου, Γρίβα Διγενή, Μέγαρο Παναγίδη, 2ος όροφος γρ. 1 Λεμεσός.» Η σχετική ειδοποίηση εκδόθηκε αυθημερόν και καθ' ομολογία του καθ' ου η αίτηση - χρεώστη του επιδόθηκε στις 27.3.
- Το περιεχόμενο κι αυτής, επειδή έχει σημασία, επίσης παρατίθεται αυτούσιο: «Προς τον ανωτέρω αναφερόμενον οφειλέτη Οικονομίδη Θεοχάρη εκ Λεμεσού, οδός Κουμανδαρίας & Χρ. Χ΄΄Παύλου, 6ος όροφος. Ειδοποιείσθε ότι εντός επτά
(7)ημερών από της επιδόσεως εις εσάς της παρούσης ειδοποιήσεως οφείλετε να πληρώσετε εις τους ενάγοντες εκ Λεμεσού ή στο δικηγόρο των κ. Ανδρέα Γεωργίου, Γρίβα Διγενή, Μέγαρο Παναγίδη, 2ος όροφος γρ. 1 Λεμεσός, εξουσιοδοτημένον αντιπρόσωπο των αιτητών το ποσόν των 17141.95 σεντ Ευρώ πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί του ποσού 10102.05 σεντ Ευρώ από 22.7.03 και 8% ετησίως επί του ποσού των 6094.84 σεντ Ευρώ από 7.1.04 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον 805.61 σεντ έξοδα της αγωγής συμπ., των εξόδων εκδόσεως της αποφάσεως με τόκο επ΄ αυτού προς 8% ετησίως από 7.1.04 μέχρι εξοφλήσεως πλέον 14.52 σεντ Ευρώ έξοδα επίδοσις, δυνάμει τελεσίδικης αποφάσεως που λήφθηκε εναντίον σας εις το Επ. Δικ. Λεμεσού την 10.12.04 στην αγωγή 19/04 της οποίας η εκτέλεση ανεστάλη μέχρι τες 28.2.05 ως κετενέστερον αναφέρεται πιο κάτω .ή διευθετήσετε τα ρηθέντα ποσά προς ικανοποίηση των Αιτητών ή του Δικαστηρίου τούτου ή οφείλετε να ικανοποιήσετε το Δικαστήριο ότι έχετε ανταπαίτηση συμψηφισμό ή ανταξίωσιν εναντίον των Αιτητών ήτις ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το απαιτούμενον ποσόν και την οποίαν ανταπαίτηση δεν ηδύνασθο να απαιτήσετε στην αγωγή ή άλλως πως ότε εξεδόθη η απόφασις. Εις την απόφαση υπήρχε αναστολή εκτελέσεως της μέχρι 28.2.05 που θα συνεχίζεται εφ΄ όσον ο εναγόμενος αρ. 2 θα κατέβαλλεν στους ενάγοντες το ποσό των 854.30 σεντ μηνιαίως από την πιο πάνω ημερομηνία και ακολούθως την πρώτη ημέραν εκάστου επομένου μηνός μέχρι εξοφλήσεως. Παράλειψις πληρωμής οποιασδήποτε δόσης πέραν των 7 ημερών χάρη θα καθιστά ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό πληρωτέον. Ο εναγόμενος αρ. 2 παρέλειψε να συμμορφωθεί με την ως άνω παράγραφο της αποφάσεως. Το σημερινό οφειλόμενο ποσόν ανέρχεται εις Ε 20.479.61 σεντ πλέον τόκους, πλέον έξοδα.» Ο καθ' ου η αίτηση - χρεώστης, στις 6.4.2012 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά την ακύρωση της παραπάνω ειδοποίησης, για 11 συνολικά λόγους. Ακολουθεί παράθεση εκείνων μόνο των λόγων που προωθήθηκαν κατά την ακρόαση της αίτησης, αφού με ρητή δήλωση του δικηγόρου του αιτητή - χρεώστη, η οποία έγινε στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, οι υπόλοιποι λόγοι εγκαταλείφθηκαν: «1. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση αξιώνουν ποσά τα οποία δεν υποστηρίζονται από την απόφαση στην αγωγή 19/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, την εκτέλεση της οποίας επιδιώκουν να εισπράξουν. 2. Στην απόφαση 19/2004 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, υπήρχε παράλληλη προφορική συμφωνία μεταξύ των τότε Εναγομένων, περιλαμβανομένου και του Αιτητή την παρούσα και των τότε Εναγόντων / Καθ΄ ων η Αίτηση, ότι το ποσό της απόφασης στην εν λόγω αγωγή, θα αποπληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.500 εκάστη και γι΄ αυτό αναστέλλετο η εκτέλεση της απόφασης, πράγμα που εμποδίζει του Αιτητές / Καθ΄ ων η Αίτηση από του να αξιώνουν ολόκληρο το ποσό της απόφασης μαζί με τους τόκους. 3. Από την ειδοποίηση πτώχευσης δεν προκύπτει το πώς υπολογίζεται το ποσό των €20.478,61, ούτε προκύπτουν οι τόκοι και τα έξοδα που αξιώνονται και ο Αιτητής την παρούσα και αν ακόμα θ΄ άπρεπε να καταβάλει τα ποσά της απόφασης στην αγωγή 19/2004, δεν γνωρίζει, με τον τρόπο που είναι συνταγμένη η ειδοποίηση πτώχευσης το ακριβές ποσό που θα πρέπει να καταβάλει, παρά το γεγονός ότι απέστειλε επιστολή στους Αιτητές με βάση το άρθρο 3
(3)(β) του Περί Πτωχεύσεων Νόμου χωρίς ανταπόκριση.
- Οι Αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές με καταχώρηση μέμο της δικαστικής απόφασης που εξεδόθη στην αγωγή 19/09 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού σε συνιδιόκτητο διαμέρισμα του Αιτητή και της Εναγομένης 1, Πρωτοφειλέτιδας στην εν λόγω αγωγή 19/
- Τα επίδικα θέματα της παρούσας ειδοποίησης καλύπτονται από το Δεδικασμένο που δημιούργησε η απόφαση στου έντιμου Δικαστή κου. Κίτσιου ημερομηνίας 16/10/2009 η οποία εξεδόθη σε ειδοποίηση Πτώχευσης των Αιτητών εναντίον του Καθ΄ ου η Αίτηση - Αιτητή την παρούσα με αριθμό 1945/2009 και οι Αιτητές εμποδίζονται να επανακαταχωρούν την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Ειδοποίηση Πτώχευσης βασισμένη στην δικαστική απόφαση στην αγωγή 19/2009 ημερομηνίας 10/12/
- Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και ασκείται σαν μοχλός πίεσης με σκοπό οι Αιτητές να επιτύχουν την είσπραξη του ποσού της απόφασης στην αγωγή 19/2009 χρησιμοποιώντας την διαδικασία της Πτώχευσης σαν εκτελεστικό μέτρο.» Η αίτηση, μεταξύ άλλων, στηρίζεται στο άρθρο 3
(3)(β) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39 και Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 4, στις συμφυείς εξουσίες καθώς και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση - χρεώστη, ημερομηνίας 6.4.2012. Οι καθ' ων η αίτηση - πιστωτές, στις 25.6.2012 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση, επικαλούμενοι τους εξής λόγους - παρότι στο σώμα της ένστασης γίνεται αναφορά σε γεγονότα -: «(α) Με την ειδοποίηση πτωχεύσεως που έχει καταχωρηθεί κι΄ επιδοθεί εναντίον του Θεοχάρη Οικονομίδη, αιτητή - χρεώστη έχει θεμελιωθεί πράξη Πτώχευσις. (β) Η ειδοποίηση πτώχευσις εναντίον του Θεοχάρη Οικονομίδη πληρεί όλες τες προϋποθέσεις δια να θεμελιωθεί πράξη Πτώχευσις όπως προνοείται από το άρθρο 3 (g) του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 και των Κ.40 και 41 των Περί Πτωχευτικών Κανονισμών. (γ) Η πράξη πτώχευσις συντελείται όταν το χρέος αφορά δικαστικήν απόφαση ή διαταγή γι΄ οποιοδήποτε ποσόν. Η παρούσα περίπτωση αφορά απόφαση την υπ΄ αρ. 19/04 Επ. Δικ. Λεμεσού. Επίσης ίδετε παρα. 9 στην Ένορκο Δήλωση του κ. Χρίστου Τσίγκη. (δ) Ο μόνος τρόπος που μπορεί να αμφισβητηθεί η πράξη Πτώχευσις είναι η ύπαρξις ανταξίωσις όπως προνοείται από τον Νόμο και τους Κανονισμούς. Ο οφειλέτης Θεοχάρης Οικονομίδης δεν έχει προβάλει οτιδήποτε σε σχέση με ανταξίωση κι΄ ούτε έχει προβάλει οποιαδήποτε γεγονότα προς αυτήν την κατεύθυνση. (ε) Η καταχωρηθείσα αίτηση και η συνοδεύουσα αυτή ένορκος δήλωσις του Θεοχάρη Οικονομίδη είναι παράτυπη και/η παράνομη, νόμω κι΄ ουσία αβάσιμη και ότι έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα. (στ) Η νομική βάση της αίτησις του Θεοχάρη Οικονομίδη είναι λανθασμένη και/η αόριστη και/η γίνεται γενική αναφορά στο Νόμο Περί Πτωχεύσεως Κεφ. 5 και στους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς χωρίς να περιλαμβάνεται συγκεκριμένα ο Κανονισμός 16 των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών αλλά ούτε και οποιαδήποτε συγκεκριμένη πρόνοια του Κεφ. 5 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου. (ζ) Η αναστολή εκτέλεσις της απόφασης εναντίον του Αιτητή στην αγωγή 19/04 του Επ. Δικ. Λεμεσού ήτο μέχρι τες 28.2.05, η οποία θα συνεχιζόταν εφ΄ όσον ο αιτητής θα κατέβαλεν στους Καθ΄ ων η Αίτησις συγκεκριμένο ποσόν ήτοι ΛΚ 500.00 και/η σε Ευρώ 854.30 σεντ τες 28.2.05 και μετά ταύτα την πρώτη ημέραν εκάστου επομένου μηνός. Ο αιτητής παρέλειψε να πληρώσει κι ούτω έχει καταστεί ολόκληρο το υπόλοιπο ποσόν πληρωτέον. (η) Δεν υπάρχει θέμα δεδικασμένου με την απόφαση ημερ. 16.10.09 που εξεδόθη σε ειδοποίηση πτωχεύσεως με αρ. 1945/09.» Η ένσταση βασίζεται στον περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5, άρθρο 3
(1)(g)(η)
(3), στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς, κανονισμοί 38, 39, 40, 41 και 43 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι
- Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Χρίστου Τσίγγη - υπεύθυνου υπαλλήλου των καθ' ων η αίτηση - πιστωτών, ημερομηνίας 25.6.
- Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Προτού υπεισέλθω στους διάφορους λόγους για τους οποίους ο αιτητής - χρεώστης ζητά την ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης πτώχευσης θεωρώ ορθό να εξετάσω όσους από τους λόγους ένστασης στρέφονται κατά της αίτησης ως δικονομικού μέσου και/ή διαβήματος και γενικά στρέφονται κατά του κύρους της αίτησης, για ό,τι επιδιώκεται με αυτή. Οι λόγοι ένστασης στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, με αναφορά στους λόγους ακύρωσης της επίδικης ειδοποίησης πτώχευσης θα συνεξεταστούν. Ειδικότερα: Σε σχέση με τους (ε) και (στ) λόγους ένστασης παρατηρώ τα εξής: Είναι γεγονός ότι η αίτηση είναι παράτυπη, αφού δεν περιλαμβάνεται στη νομική της βάση ο κανονισμός 16 των πτωχευτικών κανονισμών επί του οποίου αυτή εδράζεται. Τίθεται το ερώτημα, εάν συνεπεία της εν λόγω παρατυπίας θα πρέπει να απορρίψω την αίτηση. Η απάντηση είναι αρνητική. Σύμφωνα με το άρθρο 102
(1)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 105: «Καμία πτωχευτική διαδικασία δεν ακυρώνεται εξαιτίας τυπικού ελαττώματος ή αντικανονικότητας, εκτός αν το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου υποβλήθηκε ένσταση εναντίον της διαδικασίας είναι της γνώμης ότι προκλήθηκε από το ελάττωμα ή την αντικανονικότητα ουσιαστική αδικία και ότι η αδικία δεν δύναται να θεραπευτεί από οποιοδήποτε διάταγμα του Δικαστηρίου εκείνου.» Κάτι ανάλογο διαλαμβάνει και ο κανονισμός 2 των πτωχευτικών κανονισμών. Σύμφωνα με αυτό: «Η μη συμμόρφωση προς οποιοδήποτε από τους κανονισμούς αυτούς ή προς οποιοδήποτε κανόνα πρακτικής που ισχύει επί του παρόντος δε καθιστά άκυρη διαδικασία εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει έτσι, αλλά τέτοια διαδικασία μπορεί να ακυρωθεί, είτε εξ ολοκλήρου είτε μερικώς, ως αντικανονική ή να τροποποιηθεί ή διαφορετικά να αντιμετωπιστεί κατά τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους ως το Δικαστήριο δυνατό να θεωρήσει σκόπιμο.» Επί του προκειμένου, οι καθ' ων η αίτηση - πιστωτές που προβάλλουν το συγκεκριμένο λόγο ένστασης, όχι μόνο δεν αναφέρουν οτιδήποτε που να καταδεικνύει έστω ότι υπέστησαν οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό, εξαιτίας της υπό αναφοράς παρατυπίας, αλλά, ούτε και ισχυρίζονται ότι θα ήταν άδικο γι αυτούς εάν εξέδιδα διάταγμα απαλλαγής της (βλ. μεταξύ άλλων, Μερκής v. Intertopacco (Cyprus) Ltd
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 788, Σιατής ν. Λοϊζου (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 226 και Τρύφωνος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 706). Αντίθετα, το γεγονός ότι σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο, σε συνδυασμό με τη φύση των υπόλοιπων λόγων ένστασης στην αίτηση που προβάλλουν και τέλος, η παραπομπή από αυτούς στον κανονισμό 16 των πτωχευτικών κανονισμών, ως του ορθού κανονισμού που θα έπρεπε να περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης, αποδεικνύουν δύο πράγματα: πρώτο, ότι αντιλήφθηκαν πλήρως τη φύση της υπό κρίση αίτησης και δεύτερο, ότι δε συντρέχει κανένας λόγος ακύρωσης ή απόρριψης της αίτησης, εξαιτίας της παρατυπίας. Κατά συνέπεια εκδίδω διάταγμα απαλλαγής από αυτή. Με αναφορά στους ίδιους λόγους ένστασης δεν είναι ορθό ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα. Πρόκειται για αίτηση ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης η υπό εξέταση, δυνάμει του κανονισμού 16 των πτωχευτικών κανονισμών και όχι για ένορκη δήλωση - η οποία υπέχει θέση αίτησης παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης -, δυνάμει των κανονισμών 40 και 41 των ίδιων κανονισμών και καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. μεταξύ άλλων, Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν. Δημητρίου
(2008)(1 Α) Α.Α.Δ. 425) όταν επιδιώκεται η ακύρωση ειδοποίησης πτώχευσης με αίτηση, για λόγους άλλους από αυτούς που αναφέρονται στον κανονισμό 40.2 των πτωχευτικών κανονισμών, η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση, δεν ισχύει. Βλέπε και το σύγγραμμα Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38 και In Re Costas Luca
(1986)2 J.S.C. 365. Τα παραπάνω απαντούν και στον 4ο λόγο ένστασης (υπό (δ) στο σώμα της) σύμφωνα με τον οποίο, ο μόνος τρόπος που μπορεί να αμφισβητηθεί η πράξη πτώχευσης είναι η ύπαρξη ανταξίωσης, όπως προνοείται από το νόμο και τους κανονισμούς. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, η ειδοποίηση πτώχευσης ακυρώνεται και σε περίπτωση που ο χρεώστης ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει, εκτός από ανταξίωση και δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή, η οποία ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχθηκε να πληρωθεί (βλ. και τον κανονισμό
- 2., ανωτέρω). Οι 1ος, 2ος και 3ος λόγοι ένστασης στην αίτηση είναι συναφείς. Επομένως θα συνεξεταστούν. Είναι γεγονός, ότι, αφ' ης στιγμής ο αιτητής - χρεώστης παρέλειψε να καταχωρήσει την προβλεπόμενη στον κανονισμό
- ένορκη δήλωση, εντός της αποκλειστικής προθεσμίας των τριών ημερών που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του ίδιου κανονισμού, από τις 27.3.2012 που του επιδόθηκε η επίδικη ειδοποίηση πτώχευσης, ενώ η σχετική ειδοποίηση που έδωσε στους πιστωτές - καθ' ων η αίτηση δυνάμει του άρθρου 3
(3)(β) του νόμου, Κεφ. 105 (βλ. το τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του χρεώστη) δόθηκε εκπρόθεσμα (συγκεκριμένα, στις 4.4.2012, ενώ το αργότερο που θα μπορούσε να δοθεί ήταν στις 3.4.2012 - συμπλήρωση της προθεσμίας των επτά ημερών που του είχε δοθεί με την ειδοποίηση πτώχευσης για πληρωμή -) συντελέστηκε πράξη πτώχευσης εναντίον του, κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 3
(1)(ζ) του νόμου, Κεφ.
- Ωστόσο, με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η ακύρωση της επίδικης ειδοποίησης πτώχευσης, για διαφορετικούς λόγους από αυτούς που αναφέρονται στον κανονισμό 40.
- των πτωχευτικών κανονισμών, οπότε, η σχετική προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την καταχώρηση ένορκης δήλωσης δυνάμει της παραγράφου 2 του ίδιου κανονισμού, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, δεν ισχύει. Επομένως, έστω κι αν έχει συντελεστεί η πράξη πτώχευσης, σε περίπτωση που ήθελε πετύχει η αίτηση, η επίδικη ειδοποίηση πτώχευσης θα ακυρωθεί, με διαταγή, ως επακόλουθο αυτής της εξέλιξης, όπως θεωρηθεί ως εάν να μην έχει συντελεστεί οποιαδήποτε πράξη πτώχευσης. Σε συνέχεια όσων αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, ο 2ος λόγος ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης απορρίπτεται ως νόμω και ουσία αβάσιμος. Ακολουθεί το σκεπτικό: Καταρχήν, η έννοια της αναστολής εκτελέσεως της απόφασης κατά το άρθρο 3
(1)(ζ) του νόμου, Κεφ.105, ως κώλυμα για να θεωρηθεί ότι συντελείται πράξη πτώχευσης, δεν μπορεί να εξυπακούει οτιδήποτε άλλο, εκτός από αναστολή εκτελέσεως που διατάσσεται με απόφαση Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση είναι γεγονός ότι διατάχθηκε αναστολή εκτελέσεως της επίδικης απόφασης, η οποία ωστόσο τελούσε υπό τον όρο ότι οι τρεις εναγόμενοι (ανάμεσά τους και ο καθ' ου η αίτηση - χρεώστης) θα κατέβαλλαν στους ενάγοντες (καθ' ου η αίτηση - πιστωτές στην παρούσα διαδικασία) αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, το ποσό των £500,00 κάθε μήνα, από τις 28.2.2005 και ακολούθως, την 1η μέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξοφλήσεως. Η σχετική παράγραφος της εν λόγω απόφασης συμπληρώνεται με την ακόλουθη φράση: «Παράλειψη πληρωμής οποιασδήποτε δόσης πέραν των 7 ημερών χάρη, θα καθιστά ολόκληρο το υπόλοιπο ποσό πληρωτέο.» Και ενώ δεν αντιλαμβάνομαι τι νόημα θα είχε η σύναψη οποιασδήποτε παράλληλης συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, όπως ισχυρίζεται ο αιτητής γενικά και αόριστα, για ένα θέμα που ρυθμίστηκε μεταξύ τους εξ συμφώνου με την ίδια τη δικαστική απόφαση, είναι και το γεγονός ότι ο ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση - πιστωτών ότι ο αιτητής παρέλειψε να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, παρέμεινε αναντίλεκτος. Επομένως, η απόφαση ημερομηνίας 10.12.2004, σε σχέση με τον ίδιο, στις 8.3.2005 κατέστη εκτελεστή. Και ο 4ος λόγος ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης είναι αβάσιμος. «ασφαλισμένος πιστωτής» σύμφωνα με το άρθρο 2 του νόμου, Κεφ. 105: «σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη, ενέχυρο, επιβάρυνση ή δικαίωμα επίσχεσης επί της περιουσίας του χρεώστη ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής, ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σε αυτόν από χρεώστη.» Οι καθ' ων η αίτηση - πιστωτές δεν μπορεί να θεωρηθούν εξασφαλισμένοι πιστωτές έναντι του αιτητή - χρεώστη, γιατί πολύ απλά, το βεβαρημένο με memo ακίνητο δεν προκύπτει από πουθενά ότι ανήκει και στον ίδιο, όπως αναληθώς αναφέρεται στο σχετικό λόγο ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης. Ό,τι προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 5, το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή - χρεώστη είναι ότι επί του εν λόγω ακινήτου που είναι εγγεγραμμένο κατ' εν δεύτερο μερίδιο επ' ονόματι της εναγόμενης 1 στην αγωγή 19/2004, στις 25.9.2009, ναι μεν καταχωρήθηκε memo, πλην όμως, αυτό ισχύει έναντι της εναγόμενης 1 και όχι του αιτητή, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι καταχωρήθηκε σε σχέση με το ίδιο εξ αποφάσεως χρέος, για το οποίο υπέχει ευθύνης και ο αιτητής. Οι καθ' ων η αίτηση - πιστωτές είναι σίγουρα εξασφαλισμένοι πιστωτές έναντι της εναγόμενης 1 στην αγωγή 19/2004 μα όχι του και/ή του αιτητή (βλ. Αντωνίου ν. Αlpha Bank Ltd
(2007)(1A) A.A.Δ.558). Οι 1ος και 3ος λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης, λόγω της συνάφειάς τους, επίσης θα συνεξεταστούν. Στην υπόθεση Ανδρέα Λεωνίδα ν. Γεώργιου Μέσσιου, Ειδοποίηση Πτώχευσης με αριθμό 2062/2008, ημερομηνίας 2.12.2008, ο Δικαστής Μαλαχτός υιοθέτησε το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με τον Κύπρο Καραβιώτη, Ειδοποίηση Πτώχευσης με αριθμό 1805/2006, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας: «Είναι γνωστό νομολογιακά ότι η διαδικασία πτώχευσης δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης, αλλά είναι μία sui generis διαδικασία, η οποία μάλιστα χαρακτηρίζεται ως οιωνεί ποινικού χαρακτήρα (δέστε Williams & Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 1). Είναι γι΄ αυτό το λόγο, αλλά και λόγω της καταλυτικής επίπτωσης που έχει η κήρυξη ενός χρεώστη σε πτώχευση πάνω στην περιουσία του αλλά και τις εμπορικές συναλλαγές του, που η απόδειξη της ισχυριζόμενης πράξης πτώχευσης, πρέπει να είναι καθαρή και πειστική. Όπως αναφέρεται στο πιο πάνω σύγγραμμα: «no person should be made bankrupt on an ambiguity». Κατά συνέπεια μια ειδοποίηση πτώχευσης, πρέπει να είναι σαφής στην τοποθέτηση της και να μην υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό το οποίο λογίζεται ως οφειλόμενο ποσό κατά την ημέρα της έκδοσης της ειδοποίησης πτώχευσης, αντικατοπτρίζει το ακριβές και αληθές ποσό». Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές παρατηρώ τα εξής: Οι υπό αναφορά λόγοι ένστασης είναι βάσιμοι. Ακολουθεί το σκεπτικό: Η επίδικη ειδοποίηση πτώχευσης εδράζεται σε τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία (σύμφωνα με την ίδια την ειδοποίηση) εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στο πλαίσιο της αγωγής 19/2004, στις 10.12.2004, εναντίον, τόσο του αιτητή - χρεώστη όσο και άλλων δύο προσώπων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό (κατόπιν μετατροπής σε ευρώ) των €17.141,95, πλέον τόκους προς 9% ετησίως, επί του ποσού των €10.102,05, από 22.7.2003 και 8% ετησίως, επί του ποσού των €6.094,84, από 7.1.2004 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €805,61 έξοδα της αγωγής, περιλαμβανομένων και των εξόδων της απόφασης, με τόκο 8%, από 7.1.2004 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον Φ.Π.Α. και €14,52 έξοδα επίδοσης. Με ένα πρόχειρο μαθηματικό υπολογισμό, το ποσό της απόφασης, περιλαμβανομένων τόκων και εξόδων μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης της επίδικης ειδοποίησης πτώχευσης ανέρχεται περίπου σε €30.000,00. Παρόλα αυτά, όπως αναφέρεται στην τελευταία παράγραφο της ειδοποίησης πτώχευσης «το σημερινό οφειλόμενον ποσόν ανέρχεται εις Ε 20.479.61 σεντ πλέον τόκους, πλέον έξοδα» Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Πώς κατέληξαν οι καθ' ων η αίτηση - πιστωτές στο παραπάνω ποσό που είναι μεγαλύτερο από το ποσό της απόφασης, χωρίς υπολογισμό των τόκων και σαφώς μικρότερο, μαζί με τους τόκους; Ακολούθως, αν υποτεθεί ότι ο αιτητής - χρεώστης επιθυμούσε να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, ποιο ποσό θα έπρεπε να καταβάλει στους καθ' ων η αίτηση - πιστωτές για το σκοπό αυτό, όταν, εκτός από το ποσό των €20.479,61 κλήθηκε να τους καταβάλει γενικά και αόριστα τόκους και έξοδα; Από τα παραπάνω είναι φανερό ότι η επίδικη ειδοποίηση πτώχευσης, κάθε άλλο παρά σαφής στην τοποθέτησή της είναι, αφού, εξ αντικειμένου, υπάρχει δικαιολογημένη αμφιβολία ως προς το ποσό που πραγματικά οφείλεται κατά την ημέρα έκδοσής της. Τέλος, το περιεχόμενό της, πόρρω απέχει από του να μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι αντικατοπτρίζει το ακριβές και αληθές οφειλόμενο ποσό. Επί των ίδιων λόγων ακύρωσης, ο ισχυρισμός του αιτητή - χρεώστη ότι στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν δύο δικαστικές αποφάσεις που προβλέπουν διαφορετικά ποσά, κάθε μία, είναι αβάσιμος. Επί του προκειμένου δέχομαι τη θέση των καθ' ων η αίτηση - πιστωτών, η οποία τεκμηριώνεται με πειστικό τρόπο και με επαρκή μαρτυρία, σύμφωνα με την οποία, μία είναι η απόφαση που εκδόθηκε, στην οποία, κατά τη δαχτυλογράφηση, εκ λάθους και η αβλεψίας αναγράφηκε το ποσό των €962,15 (£563,12) αντί το ποσό των €17.141,95 (£10.032,74) που είναι το ορθό. Όσο οξύμωρο κι αν ακουστεί αυτό που θα πω, εντούτοις είναι γεγονός, ότι, αποδεχόμενος τη θέση των καθ' ων η αίτηση - πιστωτών, ότι μία είναι η απόφαση επί της οποίας εδράζεται η έκδοση της επίδικης ειδοποίησης πτώχευσης, την ίδια ώρα είμαι υποχρεωμένος να δεχτώ και τον 5ο λόγο ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης που αφορά στο δεδικασμένο. Ακολουθεί το σκεπτικό: Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη « Το Δίκαιο της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)» σελ. 94, οι αναγκαίοι όροι του δεδικασμένου έιναι οι εξής: «(α) Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη (β) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων (γ) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων, και, (δ) Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων.» Όπως έχει θέσει το θέμα, προστίθεται, ο δικαστής Αρτεμίδης, στην υπόθεση Γεωργίου ν. Βωνιάτης
(1978)2 JSC 239: «Το αντικείμενο της διένεξης πρέπει να είναι το ίδιο και στις δύο δίκες, και πρέπει να ήταν επίδικο μπροστά σε ένα Δικαστήριο που είχε αρμοδιότητα να το κρίνει και το αποτέλεσμα ήταν τελεσίδικο ώστε να δεσμεύει όλα τα Δικαστήρια.» Στο ίδιο σύγγραμμα δίδεται απάντηση και στο ερώτημα κατά πόσο ένας διάδικος μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή του κανόνα του δεδικασμένου, όταν στη δεύτερη διαδικασία επικαλείται θέματα που δεν είχαν εξεταστεί στην πρώτη. Όπως αναφέρεται συναφώς, το ερώτημα εξετάστηκε στην υπόθεση Θεωρή ν. Τζιωνή
(1984)1 CLR 296, «όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την Αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson - (1843-1860) All ER (Rep.) 378 - αποφάνθηκε ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που έχουν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει.» Προκύπτει από τη μαρτυρία ότι σε σχέση με την ίδια δικαστική απόφαση και το ίδιο εξ αποφάσεως χρέος, οι καθ' ων η αίτηση - πιστωτές, στις 28.9.2009 καταχώρησαν την αίτηση με αριθμό 1945/2009, στο πλαίσιο της οποίας, την ίδια μέρα εκδόθηκε σχεδόν πανομοιότυπη με την υπό κρίση ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον του αιτητή. Αφού επιδόθηκε στο αιτητή η εν λόγω ειδοποίηση καταχώρησε πανομοιότυπη, επίσης, αίτηση ακύρωσής της, επικαλούμενος σειρά λόγων, ανάμεσά τους και όλοι οι λόγοι που προωθήθηκαν μέχρι τέλους και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Με τη σειρά τους, οι καθ' ων η αίτηση - πιστωτές καταχώρησαν ένσταση στη αίτηση, η οποία βασίστηκε σε πέντε λόγους που είναι ακριβώς οι ίδιοι με τους πρώτους πέντε λόγους στους οποίους βασίζεται η ένστασή τους και στην υπό κρίση αίτηση. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης, μετά από ακροαματική διαδικασία, στις 10.2.2010 εξέδωσε απόφαση με την οποία ακύρωσε την ειδοποίηση πτώχευσης. Μάλιστα και για λόγους που έγιναν αποδεχτοί και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας (βλ. τους 1ο και 3ο λόγους ακύρωσης καθώς και την απόφαση του Δικαστή Κίτσιου - τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του αιτητή -).Το γεγονός ότι η προηγούμενη ειδοποίηση πτώχευσης είχε βάθρο την απόφαση επί της οποίας εκ λάθους αναγραφόταν διαφορετικό ποσό δεν αναιρεί το ουσιαστικό γεγονός ότι πρόκειται για την ίδια απόφαση επί της οποίας εδράζεται και η υπό κρίση ειδοποίηση πτώχευσης. Εν πάση περιπτώσει, αν ληφθεί υπόψη, ότι οι καθ' ων η αίτηση - πιστωτές, στις 10.12.2004 που εκδόθηκε η απόφαση στην αγωγή 19/2004, στο Δικαστήριο εκπροσωπήθηκαν από τον κ. Γεωργίου, δηλαδή από το δικηγόρο που στη συνέχεια καταχώρησε εκ μέρους τους τις δύο αιτήσεις, στο πλαίσιο των οποίων εκδόθηκαν οι σχετικές ειδοποιήσεις πτώχευσης εναντίον του αιτητή, είναι σαφές, ότι δε δικαιολογούνται για το γεγονός ότι στην πρώτη διαδικασία βασίστηκαν στην απόφαση που περιείχε λανθασμένη αναφορά σε σχέση με το ποσό. Με ελάχιστη προσοχή θα μπορούσαν να εντοπίσουν το λάθος και να το διορθώσουν. Για να καταλήξω, η ουσία, επί του προκειμένου, είναι ότι ικανοποιούνται όλοι οι αναγκαίοι όροι του δεδικασμένου (τελεσίδικη απόφαση - η απόφαση ημερομηνίας 10.2.2010 που εκδόθηκε στο πλαίσιο της ειδοποίησης πτώχευσης με αριθμό 1945/2009 -, ταυτότητα διαδίκων, ταυτότητα διαφοράς και ταυτότητα επίδικων θεμάτων) οπότε οι καθ' ων η αίτηση - πιστωτές κωλύονταν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση. Ο 6ος λόγος ακύρωσης είναι πρόδηλα αβάσιμος. Ακολουθεί το σκεπτικό: Σύμφωνα με αυτό «Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και ασκείται σαν μοχλός πίεσης με σκοπό οι Αιτητές να επιτύχουν την είσπραξη του ποσού της απόφασης στην αγωγή 19/2009 - 19/2004 είναι το ορθό - χρησιμοποιώντας την διαδικασία της Πτώχευσης σαν εκτελεστικό μέτρο». Παρόλα αυτά, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή - χρεώστη, με τη γραπτή του αγόρευση, προς υποστήριξη του συγκεκριμένου λόγου, ισχυρίστηκε ότι σκοπός των καθ' ων η αίτηση «δεν είναι η είσπραξη του λαβείν τους, αλλά η πτώχευση του Καθ' ου η Αίτηση.» Το μέγεθος της αντίφασης είναι ολοφάνερο. Και αυτό επιτείνεται αν ληφθεί υπόψη ότι στη συνέχεια, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του αιτητή - χρεώστη, με παραπομπή σε συγκεκριμένο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση London Clubs Ltd. κ.ά. ν. Παπαδοπούλου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1699 εισηγείται ότι, με το σκεπτικό ότι ο σκοπός της πτώχευσης δεν η είσπραξη του λαβείν των πιστωτών, μιας και δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης μιας απόφασης η πτωχευτική διαδικασία, θα πρέπει να ακυρωθεί η παρούσα διαδικασία. Δεν νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου η αίτηση επιτυγχάνει. Συνεπώς, η επίδικη ειδοποίηση πτώχευσης, ημερομηνίας 16.3.2012 ακυρώνεται, με διαταγή όπως η πράξη πτώχευσης θεωρηθεί ως εάν να μην έχει συντελεστεί ποτέ. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του αιτητή - χρεώστη και σε βάρος των καθ' ων η αίτηση - πιστωτών. (Υπ.) ............. Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Bankruptcy/Interim Αναφορά: Πολιτική - Αίτηση ακύρωσης ειδοποίησης πτώχευσης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο