Bank of Cyprus Public Company Limited ν. OMIROS ARAOUZOS TOURIST ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 98/09, 6/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A140 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 98/09 Μεταξύ: Bank of Cyprus Public Company Limited, από την Λευκωσία Εναγόντων και
- OMIROS & ARAOUZOS TOURIST ENTERPRISES LTD, από την Λεμεσό
- ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ, από την Λεμεσό
- ΟΜΗΡΟΣ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ, από την Λεμεσό
- ΟΛΓΑ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ, από την Λεμεσό
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΙΟΡΔΑΝΟΥΣ, από την Λεμεσό
- ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΙΜΩΝΟΣ, από την Λεμεσό
- OMIROS & SONS (ESTATES) LTD, από την Λεμεσό Εναγομένων Ημερομηνία: 6.12.12 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 4 και 5 / Αιτητές: κ. Ν. Χ΄΄Λοίζου Για τους Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση 1: κα Χρ. Χ΄΄Γιώρκη Για τον Εναγόμενο 2 / Καθ' ου η αίτηση 2: κα Μ. Ανδρονίκου για κ. Χ΄΄Κωστή (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Ν. Χ΄΄Λοίζου) -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από τους Εναγόμενους 4 και 5 / Αιτητές με την οποία ζητούνται (διατηρούνται η ορθογραφία και τα σημεία της στίξης): «(Α) Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η προσθήκη στην, υπό τον πιο πάνω Αριθμό και Τίτλο Αγωγή, ως Συνεναγομένων των, Λούης Αραούζου, Υβόνης Αραούζου, St Barbara Tourist Development Company Limited και Louis Araouzos (Estates) Ltd. (Β) Διάταγμα με το οποίο να τροποποιείται ο Τίτλος του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, της παρούσας Αγωγής, διά της προσθήκης των ονομάτων των, Λούης Αραούζου ως Εναγομένου 8, Υβόνης Αραούζου ως Εναγομένης 9, St Barbara Tourist Development Company Limited ως Εναγομένης 10 και Louis Araouzos (Estates) Ltd ως Εναγομένης
- (Γ) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε θεωρηθεί και/ή κριθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο ως δίκαιη και/ή δέουσα, υπό τας περιστάσεις. (Δ) Έξοδα». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.9, θθ 4, 9, 10, 11, Δ.25, Δ.48, θθ 1-4 και 7-9, Δ.63, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε, στο «Δίκαιο της Επιείκειας» και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Εναγόμενου 5, Άντρου Ομήρου (πρώην Ιορδάνους) / Αιτητή, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη 4 / Αιτήτρια να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Οι Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση 1, από τώρα και στο εξής «οι Καθ' ων η αίτηση», αντέδρασαν στην υπό κρίση αίτηση καταχωρώντας Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης σύμφωνα με τον θεσμό 4 της Διάταξης 48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Βάσου Βασιλείου, ο οποίος είναι υπάλληλος των Καθ' ων η αίτηση και δεόντως υπό αυτούς εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Σημειώνεται ότι στις 13.2.09 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 1, 6 και 7 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των Ευρώ 41.839,57 σεντ πλέον τόκο προς 12% ετησίως επί ποσού Ευρώ 40.859,78 σεντ από 11.9.08 μέχρι εξόφλησης πλέον εξαμηνιαίο ανατοκισμό μέχρι πλήρους εξόφλησης πλέον Ευρώ 761,00 σεντ έξοδα αγωγής περιλαμβανομένων των εξόδων έκδοσης της απόφασης πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως επ' αυτού από 12.1.09 μέχρι εξόφλησης πλέον Ευρώ 40,00 σεντ έξοδα επίδοσης πλέον ΦΠΑ. Ο δικηγόρος που αρχικά εκπροσωπούσε τους Αιτητές σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας αποχώρησε. Αυτός εκπροσωπούσε και τον Εναγόμενο
- Η αγωγή, όμως, αναφορικά με τον Εναγόμενο 3 απερρίφθη στις 11.10.11 κατόπιν σχετικού αιτήματος των Καθ' ων η αίτηση λόγω θανάτου του εν λόγω Εναγόμενου άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας αγωγής εναντίον του διαχειριστή της περιουσίας του. Στην πορεία της υπόθεσης οι Αιτητές άλλαξαν δικηγόρο και ο νέος δικηγόρος των Αιτητών καταχώρησε Ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου στις 9.2.
- Κατά την πρώτη δε εμφάνιση της υπό κρίση αίτησης η ευπαίδευτη δικηγόρος που παρουσιάσθηκε για τον Εναγόμενο 2 δήλωσε στο Δικαστήριο ότι δεν φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση η προσθήκη των προτεινόμενων συνεναγόμενων, από τώρα και στο εξής «οι προτεινόμενοι συνεναγόμενοι», είναι αναγκαία για τους ακόλουθους λόγους: σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης των Καθ' ων η αίτηση οι προτεινόμενοι συνεναγόμενοι ευθύνονται, όπως και οι υφιστάμενοι εναγόμενοι, ως εγγυητές βάσει του εγγυητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 1.7.96 οι Καθ' ων η αίτηση κακώς και/ή αντικανονικά και/ή καταχρηστικά και/ή κατά παράβαση των σχετικών νομικών αρχών επέλεξαν να προωθήσουν την αγωγή εναντίον ορισμένων και όχι όλων των εγγυητών που υπέγραψαν την συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 1.7.96, την οποία οι ίδιοι οι Καθ' ων η αίτηση επικαλούνται προς υποστήριξη και θεμελίωση της αξίωσής τους εναντίον των Εναγόμενων 2-7 η αιτούμενη προσθήκη και η συμπερίληψη στην αγωγή των προτεινόμενων συνεναγόμενων είναι απολύτως αναγκαία και απαραίτητη για την εξακρίβωση των πραγματικών γεγονότων και, κατ' επέκταση, για την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης με την αιτούμενη προσθήκη θα καταστεί δυνατόν να συνενωθούν όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι στην αγωγή και με τον τρόπο αυτό θα τεθούν υπόψη του Δικαστηρίου όλοι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί που αφορούν στην επίδικη διαφορά προκειμένου το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει αποτελεσματικά και πλήρως όλα τα ζητήματα που τίθενται στην υπόθεση με την αιτούμενη προσθήκη θα αποφευχθούν άλλες παράλληλες διαδικασίες και θα απονεμηθεί ουσιαστική δικαιοσύνη σε μια μόνο διαδικασία με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα εξοικονομηθούν έξοδα, δικαστικός χρόνος και θα αποφευχθεί η πολλαπλότητα δικαστικών διαβημάτων μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών για τα ίδια ακριβώς επίδικα θέματα η αιτούμενη προσθήκη ουδόλως θα επηρεάσει ή παραβλάψει τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση αφού από την προσθήκη οι τελευταίοι θα επωφεληθούν μιας και θα απαλλαγούν από την ανάγκη προώθησης ξεχωριστών αγωγών για την προώθηση των αξιώσεών τους εναντίον των προτεινόμενων συνεναγόμενων σε περίπτωση μη έγκρισης της αίτησης θα επηρεασθούν δυσμενώς τα δικαιώματα των Αιτητών αλλά και των λοιπών υφιστάμενων εναγόμενων αφού θα ήταν άδικο και μη εύλογο σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ευθύνονται δυνάμει της συμφωνίας εγγύησης να καταστούν μόνο αυτοί εξ' αποφάσεως χρεώστες, ενώ την ίδια στιγμή οι προτεινόμενοι συνεναγόμενοι, οι οποίοι επιλεκτικά και καταχρηστικά τέθησαν από τους Καθ' ων η αίτηση εκτός αγωγής, να μην υπόκεινται σε οποιαδήποτε δικαστική απόφαση ή δέσμευση για πληρωμή των ίδιων επίδικων χρεών. Περαιτέρω οι υφιστάμενοι εναγόμενοι / εγγυητές θα τίθεντο σε δυσμενή και μειονεκτική θέση έναντι των προτεινόμενων συνεναγόμενων οι οποίοι δεν συμμετέχουν στην παρούσα αγωγή. Αναφέρεται, επίσης, ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε αμέσως μόλις ο νέος δικηγόρος των Αιτητών διαπίστωσε την ανάγκη καταχώρησής της και, επομένως, χωρίς καθυστέρηση ή κωλυσιεργία. Υποβάλλεται δε καλόπιστα και χωρίς πρόθεση καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής. Επαναλαμβάνεται δε η θέση που προβάλλεται στην Υπεράσπιση των Αιτητών ότι είναι παραδεκτό από τους Αιτητές ότι αυτοί υπέγραψαν την συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 1.7.96 πλην όμως οι Αιτητές αρνούνται ότι αυτή τους δεσμεύει αναφορικά με την συμφωνία που οι Καθ' ων η αίτηση υπέγραψαν με την Εναγόμενη 1 εταιρεία στις 29.11.
- Φωτοαντίγραφο της συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 1.7.96 επισυνάπτεται ως τεκμήριο στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση (Τεκμήριο 1). Οι λόγοι ένστασης είναι επτά στον αριθμό και εκτίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης. Αυτοί έχουν ως ακολούθως: η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη και/ή δεν είναι σύμφωνη με τους σχετικούς νόμους και τους διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή άλλως πως οι Αιτητές και/ή οι δικηγόροι τους δεν νομιμοποιούνται υπό τις περιστάσεις σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους και/ή διαδικαστικούς κανονισμούς να καταχωρήσουν την υπο κρίση αίτηση δεν υφίσταται εκ πρώτης όψεως πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος είναι αντίθετη προς την ορθή απονομή της δικαιοσύνης η υπό κρίση αίτηση σκοπεί στην καταχρηστική απασχόληση του δικαστικού χρόνου οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι Αιτητές είναι εντελώς αδικαιολόγητοι και/ή μη επαρκείς και σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν την ανάγκη της αιτούμενης τροποποίησης και ως εκ τούτου δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ των Αιτητών αλλά θα πρέπει να απορρίψει την υπό κρίση αίτηση με έξοδα εναντίον τους και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 1, 2 και 5 η υπό κρίση αίτηση δεν γίνεται καλόπιστα και θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση καθώς θα επιφέρει ζημία και επιπλέον έξοδα δεν υπάρχει εκ πρώτης όψεως πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή οι ισχυρισμοί που προβάλλονται προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης είναι γενικοί, αόριστοι, ανεπαρκείς και εντελώς αδικαιολόγητοι και σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν την ανάγκη της αιτούμενης τροποποίησης οι Καθ' ων η αίτηση δεν επέλεξαν να προωθήσουν την παρούσα αγωγή εναντίον ορισμένων εγγυητών καταχρηστικά και/ή αντικανονικά αφού εναντίον των υπόλοιπων προσώπων που υπέγραψαν την συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 1.7.96 και δεν είναι εναγόμενοι στην αγωγή οι Καθ' ων η αίτηση επιφύλαξαν τα δικαιώματά τους να στραφούν εναντίον τους μιας και εκ μέρους και για λογαριασμό τους καταβλήθηκε στις 10.11.06 έναντι του οφειλόμενου ποσού το ποσό των Ευρώ 106.263,40 σεντ (Λ.Κ.62.193,21 σεντ), ποσό το οποίο κατά τον χρόνο καταβολής του ξεπερνούσε το ήμισυ του τότε ολόκληρου οφειλόμενου ποσού η επιλογή των εναγόμενων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει στους ενάγοντες με την αιτούμενη προσθήκη και την ως εξ' αυτής αναπόφευκτα προκύπτουσα καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, για την οποία ευθύνονται αποκλειστικά οι Αιτητές, θα παραβλαφθούν ουσιωδώς τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση για σύντομη και δίκαιη δίκη και η υπόθεση θα επιβαρύνεται συνεχώς με τόκους και έξοδα από την καταχώρηση της αγωγής έχουν παρέλθει πέραν των τριών ετών. Η πιο πάνω καθυστέρηση καθιστά την υπό κρίση αίτηση εκπρόθεσμη και παντελώς αδικαιολόγητη. Τέλος, η υπό κρίση αίτηση γίνεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και γι' αυτό δεν γίνεται καλόπιστα. Θα επηρεάσει δε τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση ανεπανόρθωτα. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στην βάση των ενόρκων δηλώσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν υποστηρίζοντας την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. H Δ.9, θ.10 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία όπως διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για να μπορέσει να αποφασίσει πλήρως και αποτελεσματικά αναφορικά με όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή. Κάτω από την πιο πάνω Διάταξη το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα για προσθήκη συνεναγόμενου και να επιλέξει να χειρισθεί την υπόθεση αναφορικά με τα δικαιώματα του διαδίκου που βρίσκεται ενώπιον του. Σημειώνεται ότι οι εξουσίες που παρέχονται στο Δικαστήριο με βάση την πιο πάνω διάταξη θα πρέπει να ασκούνται με προσοχή και αν με την αιτούμενη προσθήκη θα προκληθεί σοβαρός επηρεασμός στον ενάγοντα το Δικαστήριο δεν θα προχωρήσει στην έκδοση του διατάγματος, παρόλο που, γενικά ομιλούντες, το Δικαστήριο θα προβεί σε τέτοιες αλλαγές όσον αφορά τους διαδίκους ως είναι αναγκαίο για να υποβοηθήσει την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων θεμάτων που εγείρονται στην υπόθεση. Άδεια, ωστόσο, για προσθήκη συνεναγομένου μπορεί να μην παραχωρηθεί αν αυτό θα έχει ως συνέπεια την προσθήκη νέας βάσης αγωγής (Βλ. Manchester Lines Ltd a.o. v. Viamar Coach Industry Ltd
(1983)1 CLR 178, Raleigh v. Goschen
(1898)1 Ch. 81). Eπίσης δεν θα επιτραπεί προσθήκη τρίτων ως εναγομένων όταν τα τρίτα αυτά πρόσωπα δεν είναι πρόσωπα που θα έπρεπε να εναχθούν από την αρχή ή δεν είναι πρόσωπα η παρουσία των οποίων ως εναγόμενοι είναι αναγκαία για να βοηθήσει το Δικαστήριο να αποφανθεί πλήρως και αποτελεσματικά επί όλων των εγειρόμενων στην υπόθεση ζητημάτων (Βλ. Manchester Lines Ltd a.o. v. Viamar Coach Industry Ltd
(1983)1 CLR 178). H βασική ή γενική αρχή είναι ότι η επιλογή των εναγόμενων σε μια αγωγή προσώπων είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει στον ενάγοντα. Στην Αγγλική υπόθεση Dollfus Mieg et Companie S.A. v. Bank of England
(1950)2 All E R 605 ο Άγγλος Δικαστής Wynn-Parry παραπέμποντας στην Ετήσια Πρακτική (Annual Practice) και παραθέτοντας την σχετική αναφορά διατύπωσε την γενική αρχή ως ακολούθως: «Generally in Common and Chancery matters a plaintiff who conceives that he has a cause of action against a defendant is entitled to pursue his remedy against that defendant alone. He cannot be compelled to proceed against other persons whom he has no desire to sue». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Γενικά σε υποθέσεις του Common και του Chancery ο ενάγων που θεωρεί ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον ενός εναγόμενου δικαιούται να αξιώνει θεραπεία εναντίον αυτού του εναγόμενου και μόνο. Δεν μπορεί να υποχρεωθεί να προχωρήσει εναντίον άλλων προσώπων τους οποίους δεν επιθυμεί να ενάξει». Στοιχεία και παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που το Δικαστήριο έχει με βάση τη Δ.9, θ.10 είναι εκτός από το κατά πόσο με την προσθήκη συνεναγομένου θα προκύψει νέα αιτία αγωγής και το κατά πόσο η απόφαση στην αγωγή θα επηρεάσει άμεσα τρίτα πρόσωπα ή κατά πόσο τρίτα πρόσωπα θα κληθούν άμεσα ή έμμεσα να πληρώσουν οτιδήποτε ή αν θα δεσμεύονται από το αποτέλεσμα της δίκης. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(2000)1Β ΑΑΔ 1335 όπου ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κύριος Κρονίδης, όπως ήταν τότε, υιοθέτησε το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Devlin στην Αγγλική υπόθεση Αmon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E R 273: «Όπως αναφέρθηκε στην Amon v. Raphael Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273, στη σελίδα 287:- "The only reason which makes it necessary to make a person a party to an action is so that he may be bound by the result of an action and the question to be settled therefore must be a question in the action which cannot be effectively and completely settled unless he is a party"». Σύμφωνα με το πιο πάνω απόσπασμα ο μοναδικός λόγος που δικαιολογεί την προσθήκη εναγόμενου είναι αν το τρίτο πρόσωπο δεσμεύεται από το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Αν ναι, τότε, η υπόθεση δεν μπορεί να αποφασισθεί πλήρως και αποτελεσματικά εκτός αν το πρόσωπο αυτό είναι διάδικος. Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε από τον John Stephenson J. στην Αγγλική υπόθεση Fire, Auto and Marine Insurance Co. Ltd v. Greene
(1964)2 All E R 761 καθώς και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση General Insurance Co. of Cyprus Ltd v. Maroulla Georghiou & Another
(1963)2 CLR 117. Στην υπόθεση Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E R 328 ο Λόρδος Denning M.R. επέλεξε διαφωνώντας με την στενή ερμηνεία που δόθηκε από τον Λόρδο Devlin στην Αmon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E R 273, πιο πάνω, να δώσει μια ευρεία ερμηνεία στο σχετικό κανόνα όπως είχε δοθεί και από το Λόρδο Esher M.R. στην Byrne v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657. Έθεσε το θέμα ως εξής: «... It seems to me that when two parties are in dispute in an action at law and the determination of that dispute will directly affect a third person in his legal rights or in his pocket in that he will be bound to foot the bill then the Court in its discretion may allow him to be added as a party on such terms as it thinks fit. By so doing the Court achieves the object of the rule. It enables all matters in dispute to be effectually and completely determined and adjudicated upon between all those directly concerned in the outcome». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μου φαίνεται ότι όπου δύο μέρη αντιδικούν σε μια αγωγή και η επίλυση της διαφοράς θα επηρεάσει άμεσα τα νόμιμα δικαιώματα ή την τσέπη ενός τρίτου προσώπου υπό την έννοια ότι (το πρόσωπο αυτό) θα υποχρεωθεί να πληρώσει, τότε, το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δύναται να του επιτρέψει να προστεθεί ως διάδικος υπό τέτοιους όρους που θα θεωρήσει κατάλληλους. Πράττοντας έτσι το Δικαστήριο επιτυγχάνει τους σκοπούς του κανόνα. Καθιστά δυνατό όπως όλα τα επίδικα θέματα αποφασισθούν αποτελεσματικά και πλήρως μεταξύ όλων εκείνων που ενδιαφέρονται άμεσα για το αποτέλεσμα». Σύμφωνα με τον Λόρδο Denning θα πρέπει να δοθεί τέτοια ευρεία ερμηνεία στον θεσμό ώστε να δύναται να προστεθεί τρίτο πρόσωπο όποτε είναι δίκαιο ή βολικό. Δεν θα ήταν ορθό για το νομικό σύστημα αν αυτό επέτρεπε την διεξαγωγή δύο παράλληλων διαδικασιών με το ίδιο επίδικο θέμα αφού συν τοις άλλοις σε μια τέτοια περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος να αποφασισθούν τα ίδια επίδικα θέματα διαφορετικά και διαφορετικά Δικαστήρια να καταλήξουν σε διαφορετικά και αντιφατικά αποτελέσματα. Στην Αγγλική υπόθεση Byrne v. Brown
(1889)22 QBD 657 στην σελίδα 666 λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Λόρδο Esher M.R.: «One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought in should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence, and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it. Another great object was to diminish the cost of litigation. That being so, the Court ought to give the largest construction to those Acts in order to carry out as far as possible the two objects I have mentioned». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν η διασφάλιση της εξουσίας του Δικαστηρίου, όποτε το Δικαστήριο διέκρινε ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα ή δύνανται να επηρεασθούν υπό την έννοια ότι σε σχέση με την ενώπιόν του διαφορά θα εγερθούν άλλες αγωγές, να φέρει όλους τους διάδικους ενώπιόν του και να καθορίσει τα δικαιώματα όλων σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία αναφορικά με τα νέα ζητήματα που θα εγερθούν από τους νέους διάδικους είναι ακριβώς η ίδια∙ είναι αρκετό αν ίδια είναι η κύρια μαρτυρία και η κυρίως έρευνα. Το Δικαστήριο σε μια τέτοια περίπτωση έχει την εξουσία να φέρει μέσα (στην αγωγή) τους νέους διάδικους και να αποφασίσει σε μια διαδικασία για τα δικαιώματα όλων των διαδίκων ενώπιόν του. Άλλος ένας σκοπός ήταν η μείωση των εξόδων της διαδικασίας. Υπό το φως των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει να δώσει την ευρύτερη ερμηνεία στους πιο πάνω Νόμους προς επίτευξη των δύο πιο πάνω σκοπών που έχω αναφέρει». Αντίθετα, σύμφωνα με τον Λόρδο Devlin στην Αmon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E R 273 η παρεμπόδιση της πολλαπλότητας των διαδικασιών δεν αποτελεί τον πρωταρχικό σκοπό του θεσμού. Σύμφωνα με τον Άγγλο Δικαστή το Δικαστήριο διαθέτει άλλους τρόπους για να παρεμποδίσει την πολλαπλότητα των διαδικασιών. Όπως με το να διατάξει συνένωση αγωγών ή να επιτρέψει την έγερση διαδικασίας τριτοδιάδικου. Ο πρωταρχικός σκοπός του θεσμού ήταν η αντικατάσταση του plea in abatement, δηλαδή, η αναστολή ή ο τερματισμός μιας αγωγής όταν δεν βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου οι απαραίτητοι διάδικοι. Ο θεσμός είναι πιο ευέλικτος από το plea αλλά ο σκοπός του είναι ο ίδιος. Η ευρεία ερμηνεία που δόθηκε στον θεσμό από τον Λόρδο Denning υιοθετήθηκε από το Αγγλικό Εφετείο (Court of Appeal) στην υπόθεση Vandervell Trusts
(1969)3 All E R 490 πλην όμως η απόφαση του Αγγλικού Εφετείου ανατράπηκε από την Βουλή των Λόρδων. Ο Viscount Dilhorne ανέφερε τα ακόλουθα ενδεικτικά στις σελίδες 23-24: «My difficulty about accepting Lord Denning's wide interpretation is that it appears to me wholly unrelated to the wording of the rule. I cannot construe the language of the rule as meaning that a party can be added whenever it is just or convenient to do so. That could have been simply stated if the rule was intended to mean that. However wide an interpretation is given, it must be an interpretation of the language used. The rule does not give power to add a party whenever it is just or convenient to do so. It gives power to do so only if he ought to have been joined as a party or if his presence is necessary for the effectual and complete determination and adjudication on all matters in dispute in the cause or matter». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η δυσκολία που έχω να αποδεχθώ την ευρεία ερμηνεία του Λόρδου Denning είναι ότι κατά την άποψή μου αυτή δεν σχετίζεται καθόλου με το λεκτικό του θεσμού. Δεν μπορώ να δώσω στο λεκτικό του θεσμού την ερμηνεία ότι διάδικος δύναται να προστεθεί όποτε είναι δίκαιο ή βολικό. Αν ο σκοπός του θεσμού ήταν αυτός θα μπορούσε απλά να περιληφθεί στο λεκτικό του. Όσο ευρεία είναι η ερμηνεία που δίδεται θα πρέπει να είναι η ερμηνεία του λεκτικού που χρησιμοποιείται. Ο θεσμός δεν δίδει την εξουσία για προσθήκη ενός διαδίκου όποτε είναι δίκαιο ή βολικό. Δίδει την εξουσία προς την πιο πάνω κατεύθυνση μόνο όταν ο νέος διάδικος θα πρέπει να προστεθεί ως διάδικος ή όταν η παρουσία του είναι αναγκαία για την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των επίδικων ζητημάτων στην υπόθεση». Όπως υποδείχθηκε στην Αγγλική Νομολογία, η οποία υιοθετήθηκε και από την δική μας Νομολογία, οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης υπαγορεύουν ότι ένα άτομο που δεσμεύεται από μια απόφαση σε αγωγή που κινήθηκε εναντίον άλλου διάδικου και θα είναι άμεσα υπεύθυνο έναντι του ενάγοντα για πληρωμή της απόφασης που θα εκδοθεί θα πρέπει να δικαιούται να ακουσθεί στην διαδικασία στην οποία επιδιώκεται να εξασφαλισθεί η απόφαση. Ένα θέμα σε μια διαφορά δεν αποφασίζεται αποτελεσματικά και πλήρως εκτός αν οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης τηρούνται και δοθεί σε όλους όσοι πρόκειται να καταστούν υπεύθυνοι για να ικανοποιήσουν την απόφαση η ευκαιρία να ακουσθούν. Παραθέτω πιο κάτω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Diplock στην υπόθεση Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328 που παρατίθεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ηellenic Bank v. Kosma
(1984)1 CLR 53 στη σελίδα 61: «Clearly the rules of natural justice require that a person who is to be bound by a judgment in an action brought against another party and directly liable to the plaintiff on the judgment should be entitled to be heard in the proceedings in which the judgment is sought to be obtained. A matter in dispute is not, in my view, effectually and completely 'adjudicated upon' (my italics) unless the rules of natural justice are observed, and all those who will be liable to satisfy the judgment are given an opportunity to be heard». Για την εμβέλεια της εξουσίας του Δικαστηρίου διαφωτιστική είναι και η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 1372, σελίδα 1375: «Η επιλογή των εναγομένων προσώπων σε μια αγωγή είναι δικαίωμα το οποίο ανήκει βασικά στον ενάγοντα (Βλ. Supreme Court Practice 1982 3 - σελ. 210. Το Δικαστήριο έχει ωστόσο την εξουσία (Βλ. Κανόνες Πολιτικής Δικονομίας - Διαταγή 9 θ.10) να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε κατόπιν αιτήσεως είτε χωρίς αίτηση, την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι αυτόδηλο ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και καθώς έχει ειπωθεί στην Παπαχριστοφόρου v. Χαραλάμπους (ανωτέρω) η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις». Σχετική, επίσης, είναι και η υπόθεση P.T. Κiani Kertas v. Ιnterorient Navigation Company Limited κ.α.
(2001)1(Α) ΑΑΔ
- Η Δ.9 θ.10 αντιστοιχεί με την Αγγλική Ο.16 r.
- Είναι, συνεπώς, χρήσιμα τα σχόλια που παρατίθενται στην Ετήσια Πρακτική του 1958 (Annual Practice) στην σελίδα 348 κάτω από τον τίτλο «When Order refused»: «When Order Refused - Where the addition will have the effect of adding a new cause of action the order may be refused (Raleigh v. Goschen
(1898)1 Ch. 81; cf. Ashley, v. Taylor 10 Ch. D. 768 and O.28, r.1(n)). A person indirectly interested will not be added (Moser v. Marsden,
(1892)1 Ch. 487); and a defendant against whom no relief is sought by the plaintiff will not be added against the wish of the latter (Hood-Barrs v. Frampton & Co.,
(1924)W.N. 287); a third party notice in such a case is usually the proper course». Με βάση την πιο πάνω περικοπή αίτηση για προσθήκη εναγόμενου δεν εγκρίνεται αν η προσθήκη θα έχει ως συνέπεια την προσθήκη νέας βάσης αγωγής ή αν αφορά πρόσωπα που ενδιαφέρονται στη διαδικασία μόνο έμμεσα ή αν καμία θεραπεία δεν επιδιώκεται από τον ενάγοντα σε σχέση με τον προτεινόμενο εναγόμενο και ο ενάγων δεν επιθυμεί την προσθήκη. Στην τελευταία δε περίπτωση η ενδεδειγμένη πορεία είναι η καταχώρηση ειδοποίησης τριτοδιάδικου. Άλλοι πρόσθετοι παράγοντες που δεν επιτρέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης για προσθήκη εναγόμενου είναι η ενδεχόμενη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, το ότι ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι αλλοδαπός εκτός της δικαιοδοσίας (Βλ. Sonco Canning Ltd v. Adriatica (Societe per Azioni di Navigazione)
(1983)1 CLR 127) καθώς και το κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος θα μπορούσε να εγείρει θέμα παραγραφής της εναντίον του απαίτησης (Βλ. Covotsos Textiles Ltd v. Ellerman Lines Ltd a.o.
(1983)1 CLR 479, Lucy v. W.T. Henleys Telegraph Works Co. Ltd
(1970)1 QBD 393). Η Νομολογία κατέδειξε ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέπει την προσθήκη εναγόμενου εναντίον του οποίου ο ενάγων δεν επιθυμεί να στραφεί εκτός αν υπάρχει πολύ δυνατή υπόθεση που να δεικνύει ότι στην δοσμένη περίπτωση δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη εκτός αν ο εναγόμενος προστεθεί στην διαδικασία (Βλ. το Αγγλικό Σύγγραμμα The Digest 37
(2), 1983, επανέκδοση, σελ. 373, παράγραφος 2317). Σχετικές είναι και οι Aγγλικές αποφάσεις Νorris v. Beazley
(1877)(1874-80) All E R 774 και Dollfus Mieg et Companie S.A. v. Bank of England
(1951)Ch 33, 38. Aν, όμως, η προσθήκη είναι αναγκαία για να αποφασισθούν αποτελεσματικώς και πλήρως όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή θέματα και δεν υπάρχει βαρύνων λόγος γιατί να μην διαταχθεί η προσθήκη, το Δικαστήριο δύναται να πράξει ανάλογα (Βλ. Megas Hadjievangelou (No. 1) v. Dorami Marine Ltd a.o
(1978)1 CLR 545). Αναμφίβολα, έχοντας υπόψη την γενική αρχή η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ανάλογη προσοχή. Η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις (Βλ. Παπαχριστοφόρου v. Χαραλλάμπους
(1991)ΑΑΔ 906 και Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1372). Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι Καθ' ων η αίτηση δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 29.11.02 οι συμφώνησαν με την Εναγόμενη 1 εταιρεία να παρέχουν ή συνεχίσουν να παρέχουν στην Εναγόμενη 1 εταιρεία δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή άλλως πως δίνουν πίστωση ή παρέχουν τραπεζικές ή άλλου είδους πιστωτικές διευκολύνσεις στην Εναγόμενη 1 εταιρεία μέχρι ποσού Λ.Κ.100.000,00 σεντ (Ευρώ 170.860,00 σεντ). Οι Εναγόμενοι 2-7 δυνάμει εγγράφου και/ή επιστολής τους προς τους Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 1.7.96 εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της Εναγόμενης 1 προς τους Καθ' ων η αίτηση. Εγγυητές ήταν, επίσης, και οι προτεινόμενοι συνεναγόμενοι καθώς και πέμπτο πρόσωπο ονόματι Δημήτρης Αραούζος. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης τα πιο πάνω πρόσωπα ευθύνονται ως εγγυητές στην βάση του πιο πάνω εγγυητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 1.7.96 και οι Καθ' ων η αίτηση με την παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης τους επιφυλάσσουν τα δικαιώματά τους εναντίον τους. Οι Καθ' ων η αίτηση παραχώρησαν προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλες τραπεζικές και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις στον λογαριασμό 0381-11-
- Με επιστολή τους δε ημερομηνίας 31.10.05 κάλεσαν τους Εναγόμενους να τακτοποιήσουν τον λογαριασμό τους εντός 21 ημερών, ειδάλλως θα προχωρούσαν σε τερματισμό της συμφωνίας. Εν τέλει με επιστολές τους ημερομηνίας 27.11.06 και 11.9.08 προς όλους τους Εναγόμενους οι Καθ' ων η αίτηση τερμάτισαν την συμφωνία. Με την Υπεράσπισή τους οι Αιτητές ισχυρίζονται τα ακόλουθα: αγνοούν την συμφωνία ημερομηνίας 29.11.02 καθώς και τους όρους της. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός τους ότι αν αποδειχθεί ότι αυτή έγινε, τότε, δεν έγινε νομότυπα και/ή είναι ακυρώσιμη και/ή υπεγράφη από μη εξουσιοδοτημένα πρόσωπα και/ή έγινε κατά παράβαση των όρων του καταστατικού της Εναγόμενης 1 εταιρείας και ως τέτοια δεν παράγει έννομα αποτελέσματα και, κατ' επέκταση, δεν δεσμεύει τους Αιτητές παραδέχονται ότι υπέγραψαν το έγγραφο ημερομηνίας 1.7.96 πλην όμως αρνούνται ότι ευθύνονται στην βάση τούτου για το αξιώμενο ποσό ή ότι το πιο πάνω έγγραφο δεσμεύει τους Αιτητές για την συμφωνία που η Εναγόμενη 1 εταιρεία υπέγραψε στις 29.11.
- Η εν λόγω συμφωνία καμία σχέση δεν έχει με την εγγύηση που οι Αιτητές υπέγραψαν την 1.7.96 και καμία υποχρέωση δεν έχουν οι Αιτητές έναντι των Καθ' ων η αίτηση για υποχρεώσεις που τυχόν να προέκυψαν από την συμφωνία ημερομηνίας 29.11.
- Η Εναγόμενη 1 εταιρεία πριν την σύναψη της συμφωνίας ημερομηνίας 29.11.02 διατηρούσε λογαριασμό με τους Καθ' ων η αίτηση που καλυπτόταν από την σύμβαση εγγύησης ημερομηνίας 1.7.96 και ο οποίος ξοφλήθηκε και ως εκ τούτου η εγγύηση ημερομηνίας 1.7.96 έπαυσε να ισχύει η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει καθότι οι Καθ' ων η αίτηση είχαν υποχρέωση να συμπεριλάβουν στην αγωγή όλα τα πρόσωπα που υπέγραψαν το έγγραφο ημερομηνίας 1.7.96 και όχι να στραφούν επιλεκτικά μόνο εναντίον των υφιστάμενων εναγόμενων αρνούνται ότι έλαβαν οποιαδήποτε επιστολή από τους Καθ' ων η αίτηση αρνούνται ότι οφείλουν στους Καθ' ων η αίτηση οποιοδήποτε ποσό. Και αν ακόμα οι Καθ' ων η αίτηση αποδείξουν ότι οφείλεται οποιοδήποτε ποσό σε αυτό περιλαμβάνονται ανατοκισμοί, χρεώσεις και παράνομοι τόκοι με τους οποίους οι Καθ' ων η αίτηση χρέωσαν τον επίδικο λογαριασμό παράνομα, αυθαίρετα και χωρίς την έγκριση της Εναγόμενης 1 εταιρείας η εγγύηση που οι Αιτητές υπέγραψαν την 1.7.96 ήταν γι' άλλη συμφωνία που έγινε μεταξύ των Καθ' ων η αίτηση και της Εναγόμενης 1 εταιρείας η οποία διευθετήθηκε και ως εκ τούτου η εν λόγω εγγύηση έπαυσε να ισχύει και σε καμία περίπτωση δεν αφορά ή καλύπτει την συμφωνία ημερομηνίας 29.11.02 και ως εκ τούτου καμία δέσμευση δεν υπάρχει ή δημιουργεί η εγγύηση που οι Αιτητές υπέγραψαν την 1.7.
- Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι οι Καθ' ων η αίτηση προέβησαν σε νέες συμφωνίες και/ή τροποποιήσεις των αρχικών όρων της αρχικής συμφωνίας που υπέγραψαν με την Εναγόμενη 1 εταιρεία για την οποία δόθηκε η εγγύηση ημερομηνίας 1.7.96 και ως εκ τούτου εν' όψει των νέων συμφωνιών και τροποποιήσεων η συμφωνία ημερομηνίας 1.7.96 έπαυσε να ισχύει και/ή να έχει οποιαδήποτε δέσμευση για τους Καθ' ων η αίτηση. Αναφορικά με τους δύο πρώτους λόγους ένστασης κρίνω πως δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Πρόκειται περί θέσεων οι οποίες δεν εξειδικεύονται ούτε και αναπτύσσονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Ο ομνύοντας την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αρκέσθηκε σε μια γενικόλογη και αόριστη επί των όσων οι πιο πάνω λόγοι ένστασης διαλαμβάνουν αναφορά χωρίς να τεκμηριώνει την θέση του. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως δεν παρέχεται περιθώριο προς εξέταση τους. Αισθάνομαι, όμως, την ανάγκη να πω ότι η δικονομική βάση στην οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να εγκρίνει την προσθήκη συνεναγόμενων στην κατάλληλη περίπτωση. Αναφορικά με τον τρίτο λόγο ένστασης θα πρέπει να πω πως κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κάτω από την Διάταξη 9, θεσμό 10 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της της υπόθεσης επί της ουσίας. Το ζήτημα τούτο δεν αποτελεί, όπως προκύπτει από την παράθεση της νομικής πτυχής που πιο πάνω έγινε, σχετική με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου παράμετρο. Άλλωστε, ουδείς ισχυρισμός προβλήθηκε εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση που να υποστηρίζει την πιο πάνω θέση. Επομένως, ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί. Σε σχέση με τους πιο πάνω λόγους ένστασης θα πρέπει, επίσης, να λεχθεί ότι αυτοί δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της επιχειρηματολογίας της ευπαίδευτης συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση κατά την αγόρευσή της. Υπό το φως τούτου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι εγκαταλείφθηκαν. Αυτός είναι ακόμα ένας λόγος που συνηγορεί με την μη εξέτασή τους και την εν τέλει μη αποδοχή τους. Ο τέταρτος, πέμπτος και έβδομος λόγος ένστασης είναι επάλληλοι. Αυτοί καταπιάνονται με την ουσία της αίτησης και αφορούν στο αν υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης με βάση την Νομολογία και τους ισχυρισμούς που προβάλλονται εκατέρωθεν των πλευρών. Αναμφίβολα με την προσθήκη των προτεινόμενων συνεναγόμενων δεν αλλάζει η βάση της αγωγής. Όμως, οι προτεινόμενοι συνεναγόμενοι δεν είναι πρόσωπα που επηρεάζονται από το αποτέλεσμα της αγωγής ή πρόσωπα τα οποία θα κληθούν στο τέλος της ημέρας να πληρώσουν την οποιαδήποτε τυχόν απόφαση ήθελε εκδοθεί από το Δικαστήριο. Άλλωστε, θα πρέπει να σημειωθεί, η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται όχι από τους προτεινόμενους συνεναγόμενους ως παρεμβαίνοντες στην διαδικασία (interveners) αλλά από υφιστάμενους εναγόμενους. Κρίνω, επίσης, σε αντίθεση με την θέση που προβλήθηκε εκ μέρους των Αιτητών, ότι μπορούν να αποφασισθούν πλήρως και αποτελεσματικά και χωρίς την παρουσία των προτεινόμενων συνεναγόμενων στην αγωγή όλα τα επίδικα στην αγωγή ζητήματα και τα οποία είναι η συνομολόγηση της συμφωνίας ημερομηνίας 29.11.02 μεταξύ των Καθ' ων η αίτηση και της Εναγόμενης 1 εταιρείας, η εγκυρότητα της πιο πάνω συμφωνίας, οι πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν από τους Καθ' ων η αίτηση προς την Εναγόμενη 1 εταιρεία, το ύψος του ποσού που οι Καθ' ων η αίτηση νομιμοποιούνται να αξιώνουν από τους Αιτητές, αν το υπό των Καθ' ων η αίτηση αξιώμενο ποσό περιλαμβάνει παράνομες χρεώσεις, η παραλαβή των επιστολών των Καθ' ων η αίτηση με ημερομηνίες 31.10.05, 27.11.06 και 11.9.08 από τους Αιτητές, η ύπαρξη του υπό των Αιτητών ισχυριζόμενου λογαριασμού τον οποίο η Καθ' ης η αίτηση διατηρούσε με τους Καθ' ων η αίτηση πριν την σύναψη της συμφωνίας ημερομηνίας 29.11.02, η υπό των Αιτητών ισχυριζόμενη συμφωνία η οποία προηγήθηκε της σύναψης της συμφωνίας ημερομηνίας 29.11.02, η διευθέτηση και/ή τροποποίηση της πιο πάνω συμφωνίας, οι νομικές συνέπειες της συμφωνίας εγγύησης ημερομηνίας 1.7.96 και αν κατά πόσο αυτή δεσμεύει τους Αιτητές ώστε να τους καθιστά υπόλογους για το αξιώμενο ποσό έναντι των Καθ' ων η αίτηση ή αν αυτή υπεγράφηκε για άλλη συμφωνία και δη την συμφωνία που οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι υπεγράφη πριν την σύναψη της συμφωνίας ημερομηνίας 29.11.
- Δεν βλέπω πώς το Δικαστήριο δεν δύναται να αποφασίσει τα πιο πάνω ζητήματα πλήρως και αποτελεσματικά στην απουσία των προτεινόμενων συνεναγόμενων. Άλλωστε, θα πρέπει να λεχθεί, η προβληθείσα επί του προκειμένου εκ μέρους των Αιτητών αντίθετη θέση δεν τεκμηριώνεται με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Ο ομνύοντας την ένορκο δήλωση που την συνοδεύει αρκέσθηκε σε μια γενικόλογη, θα πρέπει να λεχθεί, αναφορά επί του προκειμένου παραλείποντας να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για το πού βασίζει την θέση του. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως η παρουσία των προτεινόμενων συνεναγόμενων δεν είναι αναγκαία για την αποτελεσματική εκδίκαση των επίδικων ζητημάτων στην υπόθεση όπως αυτή υφίσταται με αποτέλεσμα οι προτεινόμενοι συνεναγόμενοι να μην μπορούν να θεωρούνται αναγκαίοι διάδικοι. Επιπρόσθετα αναφέρεται, ότι για το γεγονός ότι οι προτεινόμενοι συνεναγόμενοι δεν συμπεριλήφθηκαν στην αγωγή από τους Καθ' ων η αίτηση οι τελευταίοι έδωσαν εξήγηση. Εκ μέρους τους καταβλήθηκε στις 10.11.06 το συνολικό ποσό των Λ.Κ.62.193,21 σεντ (Ευρώ 106.263,40 σεντ), το οποίο κατά τον χρόνο καταβολής του ξεπερνούσε το ήμισυ του τότε οφειλόμενου ποσού. Επομένως, οι προτεινόμενοι συνεναγόμενοι δεν αφέθηκαν εκτός αγωγής «καταχρηστικά», όπως οι Αιτητές διατείνονται. Άλλωστε, οι Καθ' ων η αίτηση είχαν σύμφωνα με την γενική αρχή, η οποία διατυπώθηκε από τον Άγγλο Δικαστή Wynn-Parry στην Αγγλική υπόθεση Dollfus Mieg et Companie S.A. v. Bank of England
(1950)2 All E R 605, όπως και πιο πάνω είδαμε, το δικαίωμα να κινήσουν την αγωγή εναντίον όποιων προσώπων επιθυμούσαν. Βεβαίως, όπως και ενωρίτερα είδαμε, όταν η προσθήκη συνεναγόμενου κρίνεται αναγκαία για την αποτελεσματική και πλήρη επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή το πιο πάνω δικαίωμα ατονεί και υπερκεράζεται από την πιο πάνω ανάγκη. Στην υπό εξέταση, όμως, περίπτωση η συμπερίληψη των προτεινόμενων συνεναγόμενων στην αγωγή για τους λόγους που πιο πάνω εξηγήθηκαν δεν κρίνεται αναγκαία. Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό ότι οι Καθ' ων η αίτηση θα επωφεληθούν από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αυτός μόνο ως αδόκιμος θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί αφ' ης στιγμής οι Καθ' ων η αίτηση ενίστανται στην υπό κρίση αίτηση και δεν επιθυμούν την αιτούμενη προσθήκη, κάτι το οποίο αντανακλάται και από την εξ' αρχής μη συμπερίληψη των προτεινόμενων συνεναγόμενων ως εναγόμενων στην αγωγή. Όσον αφορά την θέση που προβλήθηκε εκ μέρους των Αιτητών ότι με την αιτούμενη προσθήκη θα αποφευχθούν άλλες παράλληλες διαδικασίες, θα απονεμηθεί ουσιαστική δικαιοσύνη σε μια μόνο διαδικασία και θα εξοικονομηθούν έξοδα και δικαστικός χρόνος έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Η ευρεία ερμηνεία που δόθηκε από τον Λόρδο Δικαστή Denning σύμφωνα με την οποία η προσθήκη διαδίκου επιτρέπεται όποτε είναι δίκαιο και βολικό, δεν έτυχε, όπως και ενωρίτερα είδαμε, της επιδοκιμασίας της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Vandervell Trusts
(1969)3 All E R
- Η αποτροπή παράλληλων διαδικασιών και η εξοικονόμηση εξόδων και δικαστικού χρόνου λέχθηκε πως δεν είναι ο σκοπός για τον οποίο δημιουργήθηκε η Αγγλική Διάταξη 16, θεσμός
- Το Δικαστήριο κέκτηται άλλων επιπρόσθετων εξουσιών προς διασφάλιση των πιο πάνω. Η πιο πάνω προβληθείσα θέση δεν βρίσκει, επομένως, έρεισμα στο κοινοδίκαιο. Όμως, και με βάση την ευρεία ερμηνεία δεν βλέπω πώς οι Αιτητές δικαιούνται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η δήλωση ότι με την προσθήκη θα αποφευχθούν άλλες παράλληλες διαδικασίες και θα εξοικονομηθούν έξοδα και δικαστικός χρόνος προβάλλεται εκ μέρους της Αιτήτριας όχι ως θέση αλλά ως παράθεση μιας γενικής αρχής. Θα ήταν θέση αν συνοδεύετο από κάτι απτό που δεν υπάρχει στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Κατ' αρχή, δεν διασαφηνίζεται τι εννοείται με την πιο πάνω δήλωση. Ούτε και επεξηγείται ποιες είναι οι παράλληλες διαδικασίες που θα αποφευχθούν αν εγκριθεί η αίτηση. Αν αυτό που εννοείται και, που, θα πρέπει να λεχθεί, παραμένει αδιασαφήνιστο με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, είναι ότι οι Αιτητές προτίθενται σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον τους να αξιώσουν συνεισφορά από τους προτεινόμενους συνεναγόμενους, οπότε και με την υπό κρίση αίτηση ζητούν την προσθήκη τους ως συνεναγόμενους για να μην μπουν στην διαδικασία να τους κινούν αγωγή για τον πιο πάνω σκοπό, αυτό δεν είναι κάτι που προβάλλεται ως θέση εκ μέρους των Αιτητών ούτε στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αλλά ούτε και στην ίδια την Υπεράσπισή τους. Επί του προκειμένου η θέση τους είναι αμφίβολη και ασαφής. Ουδείς ισχυρισμός προβάλλεται ρητά εκ μέρους των Αιτητών προς την κατεύθυνση ότι υπάρχει απαίτηση για συνεισφορά εναντίον των προτεινόμενων συνεναγόμενων είτε στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, είτε στην Υπεράσπιση των Αιτητών. Ούτε και κάτι τέτοιο δύναται να συναχθεί με ασφάλεια είτε από την μαρτυρία που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση είτε από την Υπεράσπιση. Ό,τι δε στην Υπεράσπιση αναφέρεται επί του προκειμένου και μόνο είναι ότι η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει αφ' ης στιγμής δεν έχουν περιληφθεί στην αγωγή όλοι οι εγγυητές ως εναγόμενοι. Εν' όψει και των όσων ενωρίτερα αναφέρθηκαν σε σχέση με την υπεράσπιση του abatement, η οποία αντικαταστάθηκε από την Αγγλική Διάταξη 16, η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί πλέον νομικά. Πάντως, σε κανένα δικονομικό διάβημα δεν προέβησαν οι Αιτητές που να αντανακλά το βάσιμό της. Τουναντίον, προέβησαν στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης επιβεβαιώνοντας τα όσα επί του προκειμένου λέχθηκαν από τον Άγγλο Δικαστή Devlin στην υπόθεση Αmon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E R 273. Τέλος, σημειώνεται ότι δηλώσεις που προβλήθηκαν επί του προκειμένου από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Αιτητών στα πλαίσια της αγόρευσής του δεν θα ληφθούν υπόψη αφού είναι σαφώς νομολογημένο ότι αυτοί δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας (Βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 και King's Development Co Ltd v. Πηλέα
(2001)1 ΑΑΔ 733). Τέλος, ο ισχυρισμός ότι δεν είναι δίκαιο να μην υπόκεινται οι προτεινόμενοι συνεναγόμενοι σε οποιαδήποτε δικαστική απόφαση σε αντίθεση με τους υφιστάμενους εναγόμενους στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι τελευταίοι ευθύνονται έναντι των Καθ' ων η αίτηση δεν είναι ισχυρισμός με σημασία. Όπως και ενωρίτερα είδαμε το κριτήριο είναι αν ο προτεινόμενος συνεναγόμενος είναι αναγκαίος διάδικος ή αν η προσθήκη είναι απαραίτητη για να αποφασίσει το Δικαστήριο πλήρως και αποτελεσματικά όλα τα εγειρόμενα στην αγωγή ζητήματα. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως οι υπό συζήτηση λόγοι ένστασης ευσταθούν. Τα πιο πάνω προδιαγράφουν και την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Θα ήθελα, όμως, να σχολιάσω και τον πέμπτο λόγο ένστασης. Με αυτόν προβάλλεται η θέση ότι η υπό κρίση αίτηση σκοπεί στην καταχρηστική απασχόληση του δικαστικού χρόνου. Από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος ένστασης δεν συναρτάται με κατάχρηση της διαδικασίας σε αντίθεση με την ερμηνεία που ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών έδωσε στον πιο πάνω λόγο ένστασης με την αγόρευσή του. Ό,τι μόνο με αυτόν προβάλλεται είναι ότι οι Αιτητές υποβάλλοντας την υπό κρίση απασχόλησαν άδικα το Δικαστήριο. Ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν αποτελεί, όμως, αυτοτελή λόγο απόρριψης της αίτησης. Συναφής, όμως, είναι και ο επιπλέον ισχυρισμός που προβάλλεται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση σύμφωνα με τον οποίο η υπό κρίση αίτηση δεν έγινε καλόπιστα. Ο υπό συζήτηση λόγος ένστασης θα εξετασθεί μέσα από αυτό το πνεύμα. Αν υπήρχε, δηλαδή, κακοπιστία στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Το ότι η υπό κρίση αίτηση επί της ουσίας δεν βρίσκει έρεισμα στις αρχές που καθιέρωσε η Νομολογία ή το ότι υποβλήθηκε με καθυστέρηση δεν αποτελεί απόδειξη κακοπιστίας. Υπάρχει, όμως, ένα σημείο στην αίτηση που είναι ικανό να εγείρει υπόνοιες κακοπιστίας. Και αυτό είναι το γεγονός ότι οι Αιτητές αιτούνται την προσθήκη μόνο των προτεινόμενων συνεναγόμενων και όχι την προσθήκη μαζί με αυτούς και του πέμπτου προσώπου που υπέγραψε την συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 1.7.96, ήτοι του Δημήτρη Αραούζου, όπως αυτό έκδηλα καθίσταται αντιληπτό από το Τεκμήριο 1 στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Από την μια διατείνονται ότι οι Καθ' ων η αίτηση επέλεξαν καταχρηστικά να κινήσουν αγωγή εναντίον μόνο των Εναγόμενων 2-7, ενώ, από την άλλη, με την αίτηση τους πράττουν το ίδιο, αφού αφήνουν το πιο πάνω πρόσωπο εκτός αγωγής. Και το ερώτημα που εύλογα εγείρεται είναι το εξής: η προσθήκη του Δημήτρη Αραούζου δεν είναι απαραίτητη για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει πλήρως και αποτελεσματικά επί των επίδικων στην αγωγή ζητημάτων και είναι απαραίτητη για τον σκοπό αυτό η προσθήκη μόνο των προτεινόμενων συνεναγόμενων; Πώς δικαιολογείται κάτι τέτοιο; Πάντως, στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση καμία εξήγηση δεν προσφέρεται. Κρίνω πως τα πιο πάνω εγείρουν εύλογα υπόνοιες κακοπιστίας και αποτελούν επιπρόσθετο λόγο απόρριψης της αίτησης. Με τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν ολοκληρώθηκε η εξέταση όλων των λόγων ένστασης οι οποίοι εκτίθενται στην Ειδοποίηση. Σημειώνεται ότι κάποιοι ισχυρισμοί, οι οποίοι προβάλλονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ενώ αποτελούν λόγους ένστασης, εντούτοις, δεν εκτίθενται στο σώμα της Ειδοποίησης. Και αυτό παρά τον επιτακτικό χαρακτήρα του θεσμού 4 της Διάταξης 48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας που επιβάλλει την ανάγκη για τον καθορισμό στο σώμα της γραπτής ένστασης των λόγων που την υποστηρίζουν (Βλ. Ανδρέας Σοφοκλέους ν. Κωστάκη Ταβελούδη κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 92). Ένας τέτοιος ισχυρισμός είναι ο ισχυρισμός αναφορικά με την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης και την βλάβη στο δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση για σύντομη και δίκαιη δίκη. Παρά το ότι τα πιο πάνω ζητήματα δεν προβάλλονται ως λόγοι ένστασης στο σώμα της Ειδοποίησης, εντούτοις, θεωρώ πως μπορώ να τα εξετάσω. Και αυτό γιατί οι πιο πάνω ισχυρισμοί προβάλλονται με σαφήνεια στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση ώστε να μην μπορεί να λεχθεί ότι ως εκ του πιο πάνω γεγονότος δημιουργείται οποιαδήποτε σύγχυση στους Αιτητές αναφορικά με τις θέσεις των Καθ' ων η αίτηση. Η καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για προσθήκη εναγόμενου μπορεί σε κατάλληλες περιπτώσεις βάσιμα να αποτελέσει λόγο απόρριψης της αίτησης. Στην υπόθεση Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Β ΑΑΔ 1372 η αίτηση του εναγόμενου 6 για προσθήκη συνεναγόμενου υπεβλήθη πέντε χρόνια μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του. Το Εφετείο συμφώνησε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος υπήρξε αδικαιολόγητα μεγάλη. Κρίθηκε δε ότι ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος καθώς και η καθυστέρηση που θα προέκυπτε στην αγωγή από έγκριση του αιτήματος συνηγορούσαν υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Στην υπό εξέταση περίπτωση η Υπεράσπιση των Αιτητών καταχωρήθηκε στις 20.3.09 και η υπό κρίση αίτηση στις 10.2.12, ήτοι τρία σχεδόν χρόνια αργότερα. Για την σημειωθείσα καθυστέρηση δόθηκε εξήγηση από τον ομνύοντα την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Ο τελευταίος την αποδίδει στο γεγονός ότι ο πρώην δικηγόρος τους αφότου τους εκπροσώπησε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ακολούθως απεσύρθη και η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης κρίθηκε σκόπιμη μόνο από τον νέο τους δικηγόρο ο οποίος αφότου απεδέχθη να τους εκπροσωπήσει περί τον Ιανουάριο του 2012 προέβη στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης χωρίς χρονοτριβή. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται από τον φάκελο της υπόθεσης από τον οποίο προκύπτει ότι η Ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου για τους Αιτητές καταχωρήθηκε από τον νυν δικηγόρο τους στις 9.2.12 και η υπό κρίση αίτηση την αμέσως επόμενη ημέρα. Όπως και να έχουν τα πράγματα παραμένει το γεγονός, που δεν μπορεί να παραβλεφθεί, ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε τρία σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης. Η καθυστέρηση κρίνεται μεγάλη. Επιπλέον, τυχόν έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα επέφερε καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, η οποία είναι ηλικίας ήδη τριών ετών. Οποιαδήποτε δε περαιτέρω καθυστέρηση θα επιβαρύνει έτι περισσότερο τα πράγματα έχοντας, μάλιστα, υπόψη τις συνταγματικές διαστάσεις του πράγματος ως προς την ανάγκη έγκαιρης εκδίκασης των υποθέσεων εντός εύλογου χρόνου, δικαίωμα των Καθ' ων η αίτηση το οποίο είναι κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα. Τα πιο πάνω κρίνω πως αποτελούν επιπρόσθετους λόγους που συνηγορούν με απόρριψη της υπό κρίση αίτησης (Βλ. P.T. Κiani Kertas v. Ιnterorient Navigation Company Limited κ.α.
(2001)1(Α) ΑΑΔ 300). Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση / Εναγόντων και εναντίον των Αιτητών / Εναγόμενων 4 και 5 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της υπόθεσης. (Υπ.) ............... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Προσθήκη εναγόμενου Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο