Αναφορικά με τον Όμηρο Χριστοδουλίδη από τη Λεμεσό, Αρ. Αιτ: 578/10, 12/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A146 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αιτ: 578/10 Σε Πτώχευση: Αναφορικά με τον Όμηρο Χριστοδουλίδη από τη Λεμεσό Ημερομηνία:12/12/2012 Εμφανίσεις: Για αιτητές/πιστωτές׃ κ. Καποδίστριας (κα Τζιούρου για την απαγγελία της απόφασης) Για καθ' ου η Αίτηση/χρεώστη: κ. Κυπρίζογλου Α Π Ο Φ Α Σ Η H παρούσα αίτηση έχει διέλθει από πολλά στάδια τα οποία θεωρώ χρήσιμο από το στάδιο αυτό να παραθέσω. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 27/1/2010 και στις 8/3/2010 επιδόθηκε στον χρεώστη. Στις 29/3/2010 ακολούθησε εκ μέρους του η καταχώρηση αίτησης για αναστολή της διαδικασίας πτώχευσης, μέχρι τελικής εκδίκασης της έφεσης που είχε καταχωρηθεί κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ε.Δ. Λεμεσού στην αγωγή 459/06, αίτηση που αποσύρθηκε τελικά άνευ βλάβης στις 13/5/
- Την ίδια ακριβώς ημερομηνία καταχωρήθηκε άλλη αίτηση με το ίδιο ουσιαστικά περιεχόμενο η οποία και μετά από ακροαματική διαδικασία έγινε αποδεκτή. Με την ενδιάμεση αυτή απόφαση του Δικαστηρίου διατάχθηκε η αναστολή της εκδίκασης της αίτησης πτώχευσης μέχρι την εκδίκαση της προαναφερθείσας έφεσης και η αίτηση πτώχευσης τέθηκε εκτός πινακίου. Μετά την έκδοση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προαναφερθείσα έφεση με την οποία η έφεση απορρίφθηκε με έξοδα σε βάρος του εφεσείοντα, η υπό κρίση αίτηση πτώχευσης επαναορίσθηκε για οδηγίες και στις 28/6/12 καταχωρήθηκε νέα αίτηση για αναστολή της πτωχευτικής διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής που ο χρεώστης καταχώρησε στο μεταξύ στο ΕΔΑΔ κατά της απόφασης που εξέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο. Τελικά η αίτηση αυτή αποσύρθηκε στις 11/9/2012, οπόταν και μετά τον αρχικό ορισμό της αίτησης πτώχευσης για οδηγίες, ακολούθησε ο ορισμός της για ακρόαση αφού οι πιστωτές είχαν στο μεταξύ καταχωρήσει και σχετική ειδοποίηση ένστασης. Παρά το ότι στην ειδοποίηση ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του χρεώστη προβάλλεται μεταξύ άλλων ως λόγος ένστασης ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του διατάγματος παραλαβής, ο λόγος αυτός εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια με την δήλωση του ευπαίδευτου συνήγορου του ο οποίος ρητά δήλωσε ότι δεν αμφισβητεί την ουσία της αίτησης. Ως συνέπεια τούτου κατά την ημερομηνία της ακρόασης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέδωσαν στο Δικαστήριο κατάλογο παραδεκτών γεγονότων καθώς επίσης και τις γραπτές τους αγορεύσεις. Τα γεγονότα που δηλώθηκαν ως παραδεκτά και όπως εκτίθενται κατά λέξη στον σχετικό κατάλογο που παραδόθηκε από τους δικηγόρους, είναι τα ακόλουθα. «
- Ο Όμηρος Χριστοδουλίδης έχει ως μόνιμον κατοικίαν του τη Λεμεσό και επί σειρά ετών προηγηθέντων της παρούσης Αιτήσεως Πτώχευσης διέμενε εις Λεμεσό και διεξήγαγε την εργασία του στην Επαρχία Λεμεσού.
- Ο Όμηρος Χριστοδουλίδης όφειλε κατά την ημέρα καταχώρησης της παρούσας αίτησης πτώχευσης και συνεχίζει να οφείλει σήμερα στην Global Capital Securities and Financial Services Ltd δυνάμει αποφάσεως του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομ. 18/11/08 εις την αγωγήν υπ' αριθμόν 459/06 το ποσό Ε25.629,02 πλέον τόκο 8% ετησίως επ' αυτού από 27/01/06 μέχρι 14/10/08 και προς 5,5% ετησίως επ' αυτού από 15/10/08 μέχρι τελείας εξοφλήσεως πλέον το ποσό των Ε42 έξοδα εκδόσεως της απόφασης πλέον τα έξοδα της αγωγής αυτής όπως υπολογίστηκαν από τον Πρωτοκολλητή και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο στο ποσό των Ε2.817,00 με τόκο επ' αυτού προς 8% ετησίως από 27/1/06 μέχρι 14/10/08 και προς 5,5% ετησίως από 15/10/08 μέχρι τελείας εξοφλήσεως πλέον ΦΠΑ επί ποσού Ε2.
- Εναντίον της πρωτόδικης Απόφασης κατεχωρήθη από τον ως άνω οφειλέτη η Έφεση υπ' αρ.29/09 η οποία απερρίφθη από το Ανώτατο Δικαστήριο την 04/04/
- Την 11/06/2010 εκδόθηκε Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο ανέστειλε την εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση Πτώχευσης μέχρι έκδοσης απόφασης στην ανωτέρω αναφερόμενη Έφεση αρ.29/
- Την 26/06/12 κατεχωρήθη ενώπιον του ΕΔΑΔ η προσφυγή 52146/12 μεταξύ Όμηρου Χριστοδουλίδη v. Κύπρου η οποία βρίσκεται ακόμη σε εκκρεμότητα.
- Ούτε η Global Capital Securities and Financial Services Ltd, ούτε άλλο πρόσωπο δια λογαριασμό τους έχει οιανδήποτε ασφάλεια επί της περιουσίας του εξ' αποφάσεως οφειλέτη Όμηρου Χριστοδουλίδη ή μέρος αυτής διά την πληρωμή του ρηθέντος ποσού.
- Ο Όμηρος Χριστοδουλίδης εντός 3 μηνών πριν της ημερομηνίας παρουσιάσεως της παρούσης Αιτήσεως διέπραξε την ακόλουθον πράξη πτωχεύσεως ήτοι παρέλειψε να πληρώσει και/ή διευθετήσει και/ή ασφαλίσει την πληρωμή του ως άνω εξ αποφάσεως χρέος του επί τελικής αποφάσεως της οποίας η εκτέλεση δεν ανεστάλει καθότι δεν υπήρξε πληρωμή οιονδήποτε ποσού εντός 7 ημερών από της επιδόσεως εις αυτόν της Ειδοποιήσεως Πτωχεύσεως υπ' αριθμόν 1983/09 του Πρωτοκολλητείου Λεμεσού η οποία επεδόθη εις αυτόν την 5/11/09». Μετά την πιο πάνω εξέλιξη η επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου του χρεώστη, επικεντρώθηκε όπως προκύπτει και από το κείμενο της γραπτής του αγόρευσης, στη θέση ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν θα πρέπει να εκδοθεί ή στην περίπτωση που εκδοθεί θα πρέπει να ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής που ο χρεώστης καταχώρησε στο ΕΔΑΔ. Παρά το ότι και όπως υπέδειξε ο Περί Πτωχεύσεως Νόμος, Κεφ. 5 και οι Πτωχευτικοί Κανονισμοί δεν παρέχουν στο Δικαστήριο τέτοια εξουσία, υποστήριξε ότι το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει τέτοια διαταγή μέσα στα πλαίσια άσκησης της σύμφυτης του εξουσίας. Προς ενίσχυση της θέσης του έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου πολύ πρόσφατη απόφαση του ΕΔΑΔ, την Bajsultanov v. Ausria (Application no. 54131/10), ημερομ. 12/6/12, όπου το ΕΔΑΔ ενεργοποίησε την εξουσία που του παρέχει ο Καν. 39 του Δικαστηρίου αυτού (Rules of Court). Αντίθετη βεβαίως υπήρξε η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των πιστωτών ο οποίος υποστήριξε ότι η απόφαση την οποία ο κ. Κυπρίζογλου έχει επικαλεσθεί δεν συνηγορεί υπέρ των θέσεων που εισηγείται και ότι το διάταγμα παραλαβής θα πρέπει να εκδοθεί χωρίς να διαταχθεί οποιαδήποτε αναστολή. Οι πλήρεις θέσεις των μερών καθώς και η επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων τους προκύπτουν από τις γραπτές τους αγορεύσεις και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να τις παραθέσω με μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Με βάση όλα τα πιο πάνω και από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Η αίτηση των πιστωτών επαληθεύεται από ένορκο δήλωση προσώπου ο οποίος κατέχει διευθυντική θέση στους ενάγοντες, είναι πρόσωπο που γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση (άρθρο 6
(1)). Ο χρεώστης για 6 μήνες πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης είχε τη συνήθη διαμονή του στη Δημοκρατία, στην επαρχία της Λεμεσού. Είναι συνεπώς οφειλέτης ως ορίζει ο Νόμος. Η αίτηση αφορά ποσό που δεν είναι μικρότερο των €854.30= (άρθρο 5
(1)(α)). Το χρέος έχει αποδειχθεί. Προέρχεται από δικαστική απόφαση που δεν έχει ικανοποιηθεί (άρθρο 6
(1)
(2)και ήταν πληρωτέο αμέσως (άρθρο 5
(1)(β)). Οι πιστωτές δεν είναι ασφαλισμένοι πιστωτές (άρθρο 5
(2)). Η πράξη πτώχευσης έχει διαπραχθεί. Στις 5/11/09 επιδόθηκε στον χρεώστη η ειδοποίηση πτώχευσης αρ. 1983/09 και το χρέος δεν πληρώθηκε εντός 7 ημερών (άρθρο 6
(2)και 3
(1)(ζ)). Η αίτηση καταχωρήθηκε εντός 3 μηνών από την πράξη πτώχευσης (άρθρο 5
(1)(γ)). Κρίνεται λοιπόν ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα στοιχεία που απαιτεί ο Νόμος για την έκδοση διατάγματος παραλαβής, στοιχεία που όπως προαναφέρθηκε δεν αμφισβητήθηκαν από τον χρεώστη. Παραμένει λοιπόν προς εξέταση το μοναδικό ζήτημα που ουσιαστικά έχει τεθεί προς εξέταση και αφορά τη δυνατότητα ή όχι του παρόντος Δικαστηρίου και μέσα στα πλαίσια της σύμφυτης του εξουσίας είτε να αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του χρεώστη είτε να το εκδώσει αλλά με αναστολή μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής που ο τελευταίος καταχώρησε στο ΕΔΑΔ όπως υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του. «Η φύση και τα όρια της σύμφυτης δικαιοδοσίας του δικαστηρίου εξετάστηκαν στη Sofocli v. Leonidou
(1988)1 C.L.R. 583. Όπως προκύπτει, σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς». (Απόσπασμα από την υπόθεση Τουβλοποιία Παλαίκυθρου Γίγας Λτδ v. Μαρούλας Πολυδώρου (Ουστά) (Αρ.1)
(1994)1 ΑΑΔ 109). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών v. Παπαγεωργίου κ.α.
(2003)3 ΑΑΔ 151: «Η σύμφυτη δικαιοδοσία δεν πηγάζει ούτε από νόμο ούτε από κανονισμό αλλά από τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Γι αυτό και προσδιορίζεται με το επίθετο "σύμφυτη". Η βασική εκδήλωση της εξουσίας αυτής είναι η ρύθμιση των θεμάτων που άπτονται των δικαστικών διαδικασιών. Περιλαμβάνει δε τομείς του δικαίου των οποίων η νομολογία αναγνώρισε την ύπαρξη. Όμως έχουν τεθεί όρια και αυτοπεριορισμοί για να διαφυλαχθεί η αποτελεσματική λειτουργία αυτής της εξουσίας στις ορθές διαστάσεις της. Όπως παρατήρησε εύστοχα ο καθηγητής M.S. Dockray στο άρθρο του "The Inherent Jurisdiction to Regulate Civil Proceedings
(1997)113 Law Quarterly Review, σελ. 120, στην οποία σχολιάζει, στη σελ. 130, περιπτώσεις όπου τα δικαστήρια δε διέγνωσαν σύμφυτη εξουσία σε συγκεκριμένα θέματα: "These decisions are quite inconsistent with the idea that the inherent jurisdiction is an unlimited reservoir from which new powers can be fashioned at will." Στην υπόθεση Δημήτρης Χριστοφή v. Island Beach Development Ltd,
(2010)1B AAΔ.1126, έγινε αναφορά σε παλαιότερη νομολογία και λέχθηκε ότι: «Στην Εμπεδοκλής κ.ά. (Αρ. 3)
(2009)1 A.A.Δ. 529, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου παρατήρησε ότι η συμφυής εξουσία δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ad libitum για να δημιουργεί, στην απουσία σχετικών δικονομικών κανόνων, μηχανισμούς για να δώσει διέξοδο στο ζητούμενο. Σύμφωνα με τη νομολογία, η συμφυής δικαιοδοσία του δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία γι' αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του (δικαστηρίου), αλλά πάντοτε εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, οι οποίες απορρέουν και πλαισιώνονται από το Σύνταγμα και τους Νόμους της Πολιτείας. (Δέστε: Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Κορέλλης
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 1122.)». (Βλ. επίσης Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 ΑΑΔ 235, Α. Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ. 1122, Χαραλαμπίδης v. Μελωδία ,
(1997)1Β ΑΑΔ 724). Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου του χρεώστη. Όπως προαναφέρεται ο κ. Κυπρίζογλου επικαλέσθηκε προς ενίσχυση της θέσης του την απόφαση Bajsultanov πιο πάνω, στην οποία το ΕΔΑΔ ενεργοποίησε την εξουσία που του παρέχει ο Καν. 39 να υποδείξει στα διάδικα μέρη ενδιάμεσα μέτρα, κάτι που έπραξε στην υπόθεση αυτή. Ο Καν. 39 (Rules of Court) του οποίου γίνεται επίκληση και κάτω από τον τίτλο «Interim measures»προνοεί τα ακόλουθα: "
- The Chamber or, where appropriate, its President may, at a request of a party or of any other person concerned, or of its own motion, indicate to the parties any interim measure which it considers should be adopted in the interests of the parties or of the proper conduct of the proceedings before it.
- Where it is considered appropriate, immediate notice of the measure adopted in a particular case may be given to the Committee of Ministers.
- The Chamber may request information from the parties on any matter connected with the implementation of any interim measure it has indicated". Όπως προκύπτει από τον ερμηνευτικό Κανονισμό των Κανονισμών του ΕΔΑΔ (Κανον.1των Rules of Court) «the term "chamber" means any Chamber of seven judges constituted in pursuance of Article 26
(1)of the Convention and the expression "President of the Committee" means the judge presiding over such a Committee». Είναι προφανές από τις πρόνοιες του πιο πάνω Κανονισμού ότι το ΕΔΑΔ, κέκτηται πράγματι εξουσία να υποδείξει στα μέρη ενδιάμεσα μέτρα. Στην γραπτή αγόρευση o ευπαίδευτος συνήγορος του χρεώστη αναφέρει ότι ο πελάτης του έχει ήδη αποταθεί στο ΕΔΑΔ από το οποίο και έχει ζητήσει ενεργοποίηση της εξουσίας του αυτής. Επεσύναψε μάλιστα προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού του αυτού, αντίγραφο του αιτήματος που υποβλήθηκε στο ΕΔΑΔ. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι ο τρόπος που οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν είναι ο ορθός. Και αυτό γιατί οποιοιδήποτε ισχυρισμοί δεν τίθενται με τις αγορεύσεις των μερών και κατά συνέπεια τα όσα αναφέρονται επί του θέματος τούτου με την αγόρευση του κ. Κυπρίζογλου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Το ίδιο επίσης συμβαίνει και σε σχέση με τα όσα επίσης αναφέρονται στην αγόρευση του κ. Κυπρίζογλου και για άλλα θέματα στα οποία θα γίνει αναφορά πιο κάτω. Εν πάση όμως περιπτώσει είναι σημαντικό να λεχθεί ότι εάν ο χρεώστης αποτάθηκε ή όχι στο ΕΔΑΔ για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας σε σχέση με την παρούσα διαδικασία, αποτελεί θέμα που όπως προκύπτει από τον εν λόγω Κανονισμό αλλά και από την απόφαση Bajsultanov, είναι ζήτημα που θα εξετασθεί από το ίδιο το ΕΔΑΔ που είναι το αρμόδιο Δικαστήριο και όχι από το παρών Δικαστήριο. Από τη στιγμή που ο χρεώστης έχει προσφύγει όπως είναι παραδεκτό γεγονός στο ΕΔΑΔ, το τελευταίο είναι το Δικαστήριο που έχει σύμφωνα με τον Κανον. 39 τη δυνατότητα να διατάξει όπως και στην Bajsultanov ενδιάμεσες θεραπείες μέχρις ότου αποφασισθεί η προσφυγή που υπάρχει ενώπιον του. Κατά συνέπεια κρίνεται ότι η απόφαση αυτή του ΕΔΑΔ που έχει επικαλεσθεί ο κ. Κυπρίζογλου δεν είναι βοηθητική για την υπόθεση που σήμερα εξετάζεται. Ο χρεώστης επικαλείται επίσης την δυνατότητα του Δικαστηρίου να πράξει ως καλείται μέσα στα πλαίσια άσκησης της σύμφυτης του εξουσίας. Και αυτό βασιζόμενος στο ότι σύμφωνα και με το παραδεκτό γεγονός «Την 26/06/12 κατεχωρήθη ενώπιον του ΕΔΑΔ η προσφυγή 52146/12 μεταξύ Όμηρου Χριστοδουλίδη v. Κύπρου η οποία βρίσκεται ακόμη σε εκκρεμότητα». Από την αρχή θα πρέπει να λεχθεί ότι τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και με βάση τα οποία επιδιώκεται από τον χρεώστη η μη έκδοση ή η αναστολή του διατάγματος παραλαβής που οι πιστωτές επιδιώκουν, είναι ελλειπή, γιατί με το πιο πάνω παραδεκτό γεγονός που είναι και το μοναδικό που σχετίζεται άμεσα με το εξεταζόμενο ζήτημα δεν προσδιορίζονται θέματα που θα ήταν απαραίτητα για να καταλήξει το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε κρίση. Το γεγονός και μόνο ότι καταχωρήθηκε από τον χρεώστη η συγκεκριμένη προσφυγή εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν καταδεικνύει οτιδήποτε πέραν του γεγονότος αυτού και μόνον, της καταχώρησης δηλαδή της συγκεκριμένης προσφυγής εκ μέρους του χρεώστη εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όμως παραμένει άγνωστο στο Δικαστήριο εάν η προσφυγή αυτή καταχωρήθηκε εναντίον της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία επικύρωσε την απόφαση του Ε.Δ. Λεμεσού στην αγωγή 459/06 και στην οποία οι πιστωτές εδράζουν το αίτημα τους για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παραλαβής. Αλλά ακόμα και εάν θεωρηθεί ότι τούτο είναι γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τα διάδικα μέρη αφού σε αυτό γίνεται αναφορά και από τα δύο μέρη στο κείμενο των γραπτών τους αγορεύσεων, υπάρχουν και άλλα στοιχεία που ελλείπουν και δεν επιτρέπουν την εξέταση του ζητήματος. Και αυτό γιατί και αυτό είναι το πιο σημαντικό, δεν προσδιορίζεται ως παραδεκτό γεγονός τι συγκεκριμένα προσβάλλεται με την καταχωρηθείσα στο ΕΔΑΔ προσφυγή και ακόμα σημαντικότερο τι επιζητείται με αυτή, αφού δεν συγκεκριμενοποιήθηκε ποιες είναι οι επιδιωκόμενες με την προσφυγή θεραπείες, οι οποίες π.χ. μπορεί να περιορίζονται μόνο στην επιδίκαση εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας κάποιων αποζημιώσεων. Το γεγονός ότι δεν διασαφηνίσθηκαν τα πιο πάνω σημεία δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να ελέγξει κατά πόσον η απόφαση του ΕΔΑΔ θα μπορούσε να επηρεάσει και σε ποιο βαθμό την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενόψει των πιο πάνω κρίνεται ότι ελλείπει το βάθρο των γεγονότων που θα επέτρεπε την εξέταση του ζητήματος από το Δικαστήριο και επί του οποίου θα μπορούσε να βασισθεί για να καταλήξει κατά πόσον θα μπορούσε να πράξει ως έχει κληθεί. Το γεγονός και μόνο της καταχώρησης μιας προσφυγής στο ΕΔΑΔ χωρίς να καθορίζεται τι ακριβώς αφορά και τι με αυτήν επιδιώκεται δεν είναι αρκετή. Ενόψει της κατάληξης μου αυτής κρίνεται ότι είναι αχρείαστη η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος. Mε βάση όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω κρίνεται ότι η αίτηση θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση. Ο Επίσημος Παραλήπτης καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του. Ο καθ' ου η αίτηση διατάζεται να παρουσιασθεί στο γραφείο του Επίσημου Παραλήπτη στη Λευκωσία αμέσως μετά την επίδοση προς αυτόν του παρόντος διατάγματος. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση, όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο