← Κύπρος

NAKAS MUSIC (CYPRUS) LTD ν. Μούζουρος Γιαννάκης, Αρ. Αγωγής: 660/07, 12/11/2012

NAKAS MUSIC (CYPRUS) LTD ν. Μούζουρος Γιαννάκης, Αρ. Αγωγής: 660/07, 12/11/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A111 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 660/07 Μεταξύ: NAKAS MUSIC (CYPRUS) LTD, από την Λευκωσία Εναγόντων και Μούζουρος Γιαννάκης, από την Λεμεσό Εναγόμενου ........................... Ημερομηνία: 12.12.12 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα εταιρεία: κ. Γ. Παναγίδης για κ. Χρ. Πατσαλίδη (για να ακούσει την απόφαση η κα Στ. Στυλιανού και η κα Ά. Παπουρή) Για τον Εναγόμενο: κ. Ι. Μεταξάς ---------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα εταιρεία, από τώρα και στο εξής «η Ενάγουσα», αξιώνει από τον Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.1.342,00 σεντ ως υπόλοιπο τιμολογίων και/ή δυνάμει λογαριασμού για αγαθά που η Ενάγουσα πώλησε στον Εναγόμενο κατά ή περί τα έτη 2003 και 2004. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομότυπα εγγεγραμμένη στην Κύπρο σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, και ασχολείται με την πώληση μουσικών οργάνων και διάφορων ηλεκτρονικών συσκευών. Είναι δε θυγατρική εταιρεία της Ελληνικής εταιρείας Μουσικός Οίκος Φίλιππος Νάκας ΑΒΕ ΕΤΕ. Κατά ή περί τα έτη 2003, 2004 η Ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στον Εναγόμενο διάφορα αγαθά, τα οποία ο Εναγόμενος αγόρασε, παρέλαβε και αποδέχθηκε προς πλήρη ικανοποίησή του. Για τα πιο πάνω αγαθά η Ενάγουσα εξέδωσε επ' ονόματι του Εναγόμενου αποδείξεις λιανικής πώλησης και/ή τιμολόγια συνολικού ύψους Λ.Κ.2.444,99 σεντ τα οποία ήταν πληρωτέα αμέσως με την έκδοσή τους και/ή εντός εύλογου χρόνου. Πρόκειται για τα ακόλουθα τιμολόγια: τιμολόγιο με αριθμό 251, ημερομηνίας 3.12.03 για το ποσό των Λ.Κ.385,00 σεντ τιμολόγιο με αριθμό 298, ημερομηνίας 8.4.04 για το ποσό των Λ.Κ.1.249,99 σεντ τιμολόγιο με αριθμό 346, ημερομηνίας 29.7.04 για το ποσό των Λ.Κ.810,00 σεντ. Ο Εναγόμενος έναντι των πιο πάνω τιμολογίων κατέβαλε διάφορα ποσά με αποτέλεσμα σήμερα να παραμένει οφειλόμενο ποσό ύψους Λ.Κ.1.342,00 σεντ. Διαζευκτικά η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ήταν συμφωνία των διαδίκων ρητή και/ή εξυπακουόμενη όπως μεταξύ των διαδίκων διατηρείται χρεωστικός λογαριασμός ο οποίος θα εξοφλείτο εντός εύλογου χρόνου. Κατά ή περί την 31.1.07 ο λογαριασμός αυτός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.1.342,00 σεντ. Παρά τις επανηλειμμένες οχλήσεις της Ενάγουσας και/ή των αντιπροσώπων της προς τον Εναγόμενο για εξόφληση του πιο πάνω χρέους, γραπτές και/ή προφορικές, ο Εναγόμενος εξακολουθεί να οφείλει σήμερα στην Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.1.342,00 σεντ, ποσό το οποίο η Ενάγουσα διεκδικεί από τον Εναγόμενο και με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με την Υπεράσπισή του ο Εναγόμενος αρνείται όλους τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα οι οποίοι εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησής του και εξαιτείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος της Ενάγουσας. Μέσω δε της Υπεράσπισής του προβάλλει τις ακόλουθες θέσεις: ουδέποτε αποδέχθηκε τα διάφορα αγαθά και/ή άλλα αγαθά τα οποία η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι παρέλαβε και αποδέχθηκε. Επειδή τα αγαθά τα οποία έλαβε από την Ενάγουσα ήταν ελαττωματικά, κακής ποιότητας και όχι τα παραγγελθέντα ο Εναγόμενος τα επέστρεψε στην Ενάγουσα με σκοπό την αντικατάστασή τους, πράγμα το οποίο μέχρι σήμερα η Ενάγουσα δεν έπραξε ουδέποτε έλαβε και/ή υπέγραψε οποιεσδήποτε αποδείξεις και/ή τιμολόγια ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα καμία συμφωνία δεν έκανε με την Ενάγουσα όπως διατηρείται από την τελευταία χρεωστικός λογαριασμός επ' ονόματί του η Ενάγουσα ουδέποτε όχλησε τον Εναγόμενο για σκοπούς εξόφλησης οποιουδήποτε χρέους του προς αυτήν ο Εναγόμενος δεν πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος της Ενάγουσας αφού επέστρεψε τα αγαθά στην Ενάγουσα Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσε η Μαρίζ Χ΄΄Γεωργίου. Για την πλευρά του Εναγόμενου ο ίδιος ο Εναγόμενος. Παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή και τους δύο μάρτυρες ενόσω έδιναν μαρτυρία ενώπιόν μου και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τόσο τον τρόπο με τον οποίο αυτοί απάντησαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν όσο και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Κατ' αρχή, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρούσα υπόθεση ως πολιτική τοιαύτη κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός είτε εξ' ολοκλήρου είτε μερικώς (Βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 ΑΑΔ 263 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)2 ΑΑΔ 207). Λέχθηκε, επίσης, ότι η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (Βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva
(2002)1 ΑΑΔ 454). Πρώτος μάρτυρας για την Ενάγουσα κατέθεσε η Μαρίζ Χ΄΄Γεωργίου, η οποία είναι η Οικονομική Διευθύντρια της Ελληνικής εταιρείας Μουσικός Οίκος Φίλιππος Νάκας ΑΒΕ ΕΤΕ της οποίας η Ενάγουσα είναι θυγατρική εταιρεία. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι η υπεύθυνη για την εποπτεία και τον έλεγχο των οικονομικών και εμπορικών δραστηριοτήτων της Ενάγουσας στην Κύπρο. Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της η μάρτυρας κατέθεσε, μεταξύ άλλων, αντίγραφα των τριών τιμολογίων που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης με αριθμούς 251, 298 και 346, Τεκμήρια 2, 3 και 4 αντίστοιχα, καθώς και κατάσταση λογαριασμού - Τεκμήριο
  1. Πρόκειται περί εγγράφων που όπως και η ίδια η μάρτυρας ανέφερε στο Δικαστήριο δεν ετοίμασε η ίδια, αλλά εκτύπωσε από το μηχανογραφημένο σύστημα της Ενάγουσας. Δέχθηκε, επίσης, η μάρτυρας ότι τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες που περιβάλλουν την υπόθεση και την αξίωση της Ενάγουσας τα πληροφορήθηκε κυρίως από τον Βασίλη Αυλωνίτη, ο οποίος ως εκ της θέσεως που η μάρτυρας είχε στην Ενάγουσα ενημέρωσε την τελευταία για τον λόγο που ο λογαριασμός του Εναγόμενου εξακολουθούσε να είναι ανοικτός μέχρι το Φθινόπωρο του 2004, ενώ η τελευταία αγορά που ο Εναγόμενος είχε κάνει από την Ενάγουσα ήταν, όπως από τα Τεκμήρια 4 και 5 καταδεικνύεται, στις 29.7.
  2. Σύμφωνα με την μάρτυρα ο Αυλωνίτης της είχε αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο Εναγόμενος είχε επιστρέψει στην Ενάγουσα μετά από αρκετούς μήνες αφότου τους αγόρασε δύο ενισχυτές. Τους είχε επιστρέψει καμένους και σε άθλια κατάσταση και ζήτησε όπως η Ενάγουσα τους αντικαταστήσει, παράκληση στην οποία η Ενάγουσα δεν συγκατάνευσε. Ο λόγος ήταν γιατί η Ενάγουσα καμία υποχρέωση δεν είχε να προβεί σε αντικατάσταση τους αφού η κακή κατάσταση των ενισχυτών δεν οφειλόταν σε ελαττωματικότητα δική τους, αλλά στο ότι αυτοί είχαν πέσει θύμα κακομεταχείρησης από τον Εναγόμενο. Αφού εξηγήθηκε στον Εναγόμενο από τον Αυλωνίτη ότι η Ενάγουσα δεν ευθυνόταν για την κακή κατάσταση στην οποία είχαν επιστραφεί οι ενισχυτές ο Εναγόμενος ουδεμία περαιτέρω αξίωση πρόβαλε για αντικατάστασή τους και έφυγε από το κατάστημα αφού είχε υποσχεθεί να τακτοποιήσει το υπόλοιπο που οφειλόταν. Η Υπεράσπιση αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς της μάρτυρος. Συγκεκριμένα, η Υπεράσπιση αμφισβήτησε ότι η μάρτυρας ενημερώθηκε από τον Αυλωνίτη για τον λόγο που ο λογαριασμός του Εναγόμενου εξακολουθούσε μέχρι το Φθινόπωρο του 2004 να είναι ανοικτός, ότι ο Αυλωνίτης όχλησε τον Εναγόμενο τηλεφωνικώς 3 με 4 φορές ζητώντας του να τακτοποιήσει το υπόλοιπό του, ότι ο Εναγόμενος οφείλει στην Ενάγουσα το υπό αυτής με την παρούσα αγωγή αξιώμενο ποσό, ότι ο Εναγόμενος επέστρεψε τους ενισχυτές στον Αυλωνίτη, ότι ήταν αδύνατο ο Εναγόμενος να επέστρεψε τα πιο πάνω αντικείμενα την ίδια ημέρα, αφού τον ένα ενισχυτή ο Εναγόμενος τον είχε αγοράσει τον Απρίλιο του 2004 και τον άλλο τον Ιούλιο του 2004, ότι ο Εναγόμενος σε συνομιλία που είχε με την μάρτυρα στις 16.9.11, ημέρα που ακούσθηκε η κυρίως εξέτασή της, ανέφερε σε αυτήν εντός του χώρου του Δικαστηρίου ότι την ημέρα της επιστροφής των αντικειμένων παρόντες στο κατάστημα ήταν δύο υπάλληλοι της Ενάγουσας ανάμεσα στους οποίους δεν ήταν ο Βασίλης Αγαπίου, ότι τα Τεκμήρια 3-5 είναι γνήσια τιμολόγια της Ενάγουσας και ότι δεν έπεσε θύμα παραπληροφόρησης από κανένα γι' αυτά που κατέθεσε στο Δικαστήριο. Θέσεις της Υπεράσπισης ήταν ότι ο Εναγόμενος επέστρεψε δύο ενισχυτές και δύο μεγάφωνα σε άλλο υπάλληλο της Ενάγουσας ονόματι Βασίλη Αγαπίου. Η παράδοση των πιο πάνω αντικειμένων στον Εναγόμενο έγινε ημέρα Κυριακή και την αμέσως επόμενη Τρίτη περί τα τέλη Ιουλίου αρχές Αυγούστου του 2004 ο Εναγόμενος επέστρεψε τα πιο πάνω αντικείμενα στο ίδιο πρόσωπο ο οποίος και του τα είχε παραδώσει, ήτοι στον Βασίλη Αγαπίου, στο κατάστημα της Ενάγουσας στην Λεμεσό. Στις 16.9.11 ο Εναγόμενος ανέφερε στην μάρτυρα ότι την ημέρα της επιστροφής των αντικειμένων παρόντες στο κατάστημα ήταν δύο άντρες υπάλληλοι της Ενάγουσας ανάμεσα στους οποίους ο Βασίλης Αγαπίου. Τα Τεκμήρια 2-4 είναι πλαστογραφημένα κι' αυτό γιατί είναι ανυπόγραφα και δεν φέρουν την σφραγίδα της Ενάγουσας, ο λόγος δε που δεν φέρουν την σφραγίδα της Ενάγουσας είναι γιατί στο πάνω μέρος τους φαίνεται άλλο όνομα από αυτό της Ενάγουσας. Ότι αυτοί που την πληροφόρησαν για όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο την παραπληροφόρησαν και της έδωσαν λανθασμένες πληροφορίες. Μέσα από την συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που της τέθηκαν τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση η μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Ήταν σταθερή στην μαρτυρία της και δεν κλονίσθηκε παρά την σφοδρή αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη από την Υπεράσπιση. Απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς να δίνει στον εαυτό της χρόνο για να υπολογίζει τις απαντήσεις της. Παρέθεσε στο Δικαστήριο τις θέσεις της χωρίς περιστροφές και η μαρτυρία της ήταν προπάντων σαφής. Δεν μου διαφεύγει ότι η μαρτυρία της μάρτυρος ήταν εξ' ακοής αφού, όπως με ευκρίνεια προκύπτει από αυτήν, ό,τι η μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο ήταν πληροφορίες που έλαβε από τρίτους και, συγκεκριμένα, από κάποιο Βασίλη Αυλωνίτη, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο κατάστημα που η Ενάγουσα διατηρούσε στην Λεμεσό και ο οποίος, σύμφωνα με την μαρτυρία της, έφυγε στο μεταξύ από την Κύπρο και τώρα ζει στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται για τον λόγο και μόνο ότι είναι εξ' ακοής. Η βαρύτητα, όμως, που θα προσδοθεί σε εξ' ακοής μαρτυρία επαφίεται στο Δικαστήριο το οποίο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων από τις οποίες μπορεί εύλογα να συναχθεί συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική της αξία (βλ. άρθρο 27
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε). Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 27 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση εξ' ακοής μαρτυρίας δύναται να λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος που προσήγαγε την εξ' ακοής μαρτυρία να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στην διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση (παράγραφος α), τον βαθμό της εξ' ακοής μαρτυρίας και, ειδικότερα, αν η εξ' ακοής μαρτυρία περιλαμβάνει εξ' ακοής μαρτυρία πέραν του πρώτου βαθμού (παράγραφος γ), κατά πόσο οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα (παράγραφος δ) καθώς και το πλαίσιο μέσα στο οποίο ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση (παράγραφος στ). Σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του άρθρου 27 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί από το Δικαστήριο σε εξ' ακοής μαρτυρία λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Σημειώνεται ότι αρχική δήλωση σημαίνει, μεταξύ άλλων, την δήλωση του προσώπου που έχει προσωπική γνώση του γεγονότος και εξ' ακοής μαρτυρία την δήλωση που έγινε από πρόσωπο άλλο από εκείνο που καταθέτει σε πολιτική ή ποινική διαδικασία και η οποία προσάγεται ως μαρτυρία για την απόδειξη των όσων σε αυτήν αναφέρονται (άρθρο 23 του Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε). Σύμφωνα με την μαρτυρία της μάρτυρος, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του Εναγόμενου, η μάρτυρας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν η Οικονομική Διευθύντρια της Ελληνικής εταιρείας Μουσικός Οίκος Φίλιππος Νάκας ΑΒΕ ΕΤΕ και ως εκ της πιο πάνω θέσης της είχε την εποπτεία και τον έλεγχο των εμπορικών δραστηριοτήτων της Ενάγουσας στην Κύπρο. Η μάρτυρας ζήτησε από τον Αυλωνίτη να την πληροφορήσει γιατί ο λογαριασμός του Εναγόμενου εξακολουθούσε να παραμένει ανοικτός αφότου ο τελευταίος είχε πραγματοποιήσει την τελευταία του αγορά από την Ενάγουσα, οπότε ο Αυλωνίτης προέβη σε σχετική ενημέρωση της μάρτυρος στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του. Υπό αυτές τις συνθήκες κρίνω πως θα ήταν απίθανο ο Αυλωνίτης να μετέφερε στην μάρτυρα τα τεκταινόμενα λανθασμένα ή να την παραπληροφόρησε, όπως η Υπεράσπιση εισηγήθηκε στην μάρτυρα. Άλλωστε, όπως η μάρτυρας υπέδειξε στην κυρίως εξέτασή της χωρίς να αμφισβητηθεί επ' αυτού κατά την αντεξέταση, αυτή ήταν το πρόσωπο που τύγχανε ενημέρωσης για τους προβληματικούς λογαριασμούς των πελατών της Ενάγουσας στην Κύπρο και το άτομο που έδιδε οδηγίες για τον περαιτέρω χειρισμό τους. Επίσης, δεν υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση από την Υπεράσπιση ότι κατά την ενημέρωση της μάρτυρος από τον Αυλωνίτη ο τελευταίος είχε οποιοδήποτε κίνητρο να παραποιήσει την πραγματικότητα και να μην αναφέρει στην μάρτυρα την αλήθεια. Η Υπεράσπιση αρκέσθηκε μόνο να υποβάλει στην μάρτυρα ότι ο Αυλωνίτης την είχε παραπληροφορήσει. Επίσης, η καλύτερη δυνατή μαρτυρία θα ήταν, όπως από την μαρτυρία της μάρτυρος προκύπτει, αυτή του Αυλωνίτη. Ο Αυλωνίτης, όμως, στο μεταξύ σταμάτησε να εργάζεται στην Ενάγουσα σύμφωνα με την μάρτυρα, ισχυρισμός ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Στην πραγματικότητα ο Αυλωνίτης σταμάτησε εδώ και πολλά χρόνια να εργάζεται στην Ενάγουσα. Έφυγε και από την Κύπρο και τώρα βρίσκεται στην Ελλάδα και η μάρτυρας δεν γνωρίζει πού βρίσκεται. Ανέφερε, επίσης, ότι κανένα πρόσωπο που κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην Ενάγουσα δεν ήταν διαθέσιμο για να καταθέσει στην υπόθεση. Σε σχέση με κάποιο Δημήτρη Στυλιανού, που κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν, επίσης, υπάλληλος της Ενάγουσας ανέφερε ότι δεν γνώριζε πού βρισκόταν. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως έχει δοθεί ικανοποιητική εξήγηση για τον λόγο που εκ μέρους της Ενάγουσας δεν παρουσιάσθηκε η καλύτερη δυνατή μαρτυρία στην υπόθεση. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ισχυρισμός της μάρτυρος περί έλλειψης δυνατότητας εντοπισμού άλλων προσώπων για να καταθέσουν στην υπόθεση δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και σε καμία αντεξέταση δεν υπεβλήθη η μάρτυρας επί του σημείου τούτου. Συναφώς δεν υπήρξε οποιαδήποτε εισήγηση εκ μέρους της Υπεράσπισης ότι η μάρτυρας γνωρίζει πού βρίσκεται σήμερα ο Αυλωνίτης ή ο Δημήτρης Στυλιανού ή ότι αυτοί θα μπορούσαν εύλογα να εντοπισθούν ή ότι δεν καταβλήθηκαν προσπάθειες και/ή επαρκείς προσπάθειες εκ μέρους της Ενάγουσας προς εντοπισμό τους. Τέλος, τα όσα η μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο ως να της αναφέρθηκαν από τον Αυλωνίτη είναι εξ' ακοής μαρτυρία πρώτου βαθμού. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ασφαλές να αποδεχθώ την μαρτυρία της μάρτυρος συμπεριλαμβανομένων και αυτών που η μάρτυρας κατέθεσε ως να της είχαν αναφερθεί από τον Αυλωνίτη. Με βάση δε τον ισχυρισμό της μάρτυρος, ο οποίος είναι αποδεκτός, ότι οι δύο ενισχυτές παραδόθηκαν στον Εναγόμενο, ο ένας τον Απρίλιο του 2004 και ο άλλος τον Ιούλιο του 2004, καταρρίπτεται ο ισχυρισμός της Υπεράσπισης ότι τα αντικείμενα που ο Εναγόμενος παρέλαβε από την Ενάγουσα επιστράφηκαν όλα την μεθεπόμενη ημέρα της παράδοσης. Επίσης, με βάση τον ισχυρισμό της μάρτυρος, ο οποίος είναι, επίσης, αποδεκτός ότι οι ενισχυτές επιστράφηκαν στην Ενάγουσα κάποιους μήνες μετά την παράδοσή τους στον Εναγόμενο δέχομαι την θέση της μάρτυρος ότι οι ενισχυτές επιστράφηκαν στην Ενάγουσα από τον Εναγόμενο καμένοι και δεν αποδέχομαι την θέση που υπεβλήθη στην μάρτυρα από την Υπεράσπιση ότι αυτοί παραδόθηκαν καμένοι από την Ενάγουσα στον Εναγόμενο. Με την Υπεράσπισή του, όπως είδαμε, ο Εναγόμενος αρνείται ότι αποδέχθηκε τα αγαθά που η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι παρέλαβε και αποδέχθηκε. Προβάλλει δε την θέση ότι ό,τι αγαθά έλαβε από την Ενάγουσα ήταν κακής ποιότητας και ελαττωματικά και ότι τα επέστρεψε στην Ενάγουσα με σκοπό την αντικατάστασή τους, πράγμα που η Ενάγουσα παρέλειψε να πράξει. Από την πιο πάνω θέση σε συνδυασμό με την γραμμή της αντεξέτασης της μάρτυρος που η Υπεράσπιση ακολούθησε προκύπτει ότι θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι τα μόνα αγαθά που ο Εναγόμενος αγόρασε από την Ενάγουσα και επέστρεψε ήταν δύο ενισχυτές και δύο μεγάφωνα. Και ότι σε καμία πληρωμή δεν προέβη ο Εναγόμενος προς την Ενάγουσα αφού τα πιο πάνω αντικείμενα ήταν ελαττωματικά και κακής ποιότητας, παραλήφθηκαν δε καταστρεμμένα από τον Εναγόμενο και επιστράφηκαν στην Ενάγουσα από τον Εναγόμενο με σκοπό την αντικατάστασή τους. Η κατάσταση, όμως, λογαριασμού - Τεκμήριο 5 - καταδεικνύει ότι στο διάστημα μεταξύ 11.11.03 και 29.7.04 ο Εναγόμενος πραγματοποίησε 4 συνολικά αγορές και 4 συνολικά πληρωμές. Οι αγορές έγιναν στις 11.11.03, 3.12.03, 8.4.04 και 29.7.04 και ο Εναγόμενος χρεώθηκε με τα ακόλουθα ποσά: Λ.Κ.2.000,01 σεντ στις 11.11.03, Λ.Κ.385,00 σεντ στις 3.12.03, Λ.Κ.1.249,99 σεντ στις 8.4.04 και Λ.Κ.810,00 σεντ στις 29.7.04, ήτοι σύνολο Λ.Κ.4.445,00 σεντ. Έκανε δε τις ακόλουθες πληρωμές: Λ.Κ.2.000,00 σεντ στις 18.11.03, Λ.Κ.400,00 σεντ στις 26.4.04, Λ.Κ.403,00 σεντ στις 29.7.04 και Λ.Κ.300,00 σεντ στις 5.8.04, ήτοι σύνολο Λ.Κ.3.103,00 σεντ με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο προς την Ενάγουσα ποσό ύψους Λ.Κ.1.342,00 σεντ. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε, όμως, τις αναφερόμενες στο Τεκμήριο 5 δοσοληψίες. Ούτε τις αγορές, ούτε τις πληρωμές. Ό,τι αμφισβήτησε ήταν την αυθεντικότητα των Τεκμηρίων 2-4 στην βάση του ότι τα εν λόγω τεκμήρια είναι ανυπόγραφα, δεν αναγράφεται σε αυτά το όνομα της Ενάγουσας και δεν φέρουν την σφραγίδα της Ενάγουσας. Η μάρτυρας έδωσε, όμως, την εξήγησή της για τα πιο πάνω. Αναφορικά με το όνομα της Ενάγουσας το οποίο αναγράφεται επί των Τεκμηρίων 2-4 υπέδειξε ότι αυτό οφείλεται σε λάθος της εταιρείας που έφτιαξε το μηχανογραφημένο πρόγραμμα της Ενάγουσας με αποτέλεσμα να έχει λανθασμένα προστεθεί η λέξη «STORES» και να έχουν λανθασμένα παραλειφθεί οι παρενθέσεις γύρω από την λέξη «CYPRUS». Όσον αφορά το ότι είναι ανυπόγραφα και δεν φέρουν την σφραγίδα της Ενάγουσας αυτό οφείλεται στο ότι είναι εκτυπώσεις από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή καθώς και στο ότι δεν της είχε αναφερθεί από τον δικηγόρο της Ενάγουσας ότι έπρεπε να είναι υπογραμμένα και να φέρουν την σφραγίδα της Ενάγουσας πριν παρουσιασθούν στο Δικαστήριο. Αν της υποδεικνύετο ότι κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο δεν θα είχε πρόβλημα και υπογραφή να βάλει και σφραγίδα. Οι πιο πάνω εξηγήσεις κρίνονται πειστικές. Συν τοις άλλοις, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε η μάρτυρας μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Υπό το φως όλων των πιο πάνω οι πιο πάνω ισχυρισμοί της είναι αποδεκτοί. Σημαντικό ακόμα και που ενισχύει την αξιοπιστία της είναι και η επισήμανση στην οποία η μάρτυρας προέβη αναφορικά με τους διακριτικούς αριθμούς της Ενάγουσας. Αν συγκρίνομε το πιστοποιητικό σύστασης της Ενάγουσας -Τεκμήριο 1- με τα Τεκμήρια 2-4 προκύπτει ότι τα τελευταία έγγραφα είναι έγγραφα της Ενάγουσας. Σημειώνεται ότι στο Τεκμήριο 1 ως αριθμός εγγραφής της Ενάγουσας στον Έφορο Εταιρειών φαίνεται ο αριθμός 60212 και ως αριθμός ΦΠΑ και αριθμός φορολογικού μητρώου στα Τεκμήρια 2-4 οι αριθμοί 10060212 και 12060212 αντίστοιχα. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι τα Τεκμήρια 2-4 είναι γνήσια και αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα. Το γεγονός δε ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 αποδυναμώνει ό,τι προκύπτει ως θέση της τόσο από την Έκθεση Υπεράσπισης όσο και από την γραμμή της αντεξέτασης που ακολούθησε σε σχέση με την μάρτυρα. Αναιρεί το ότι ο Εναγόμενος όλο και όλο δύο ενισχυτές και δύο μεγάφωνα αγόρασε από την Ενάγουσα και ότι σε καμία πληρωμή δεν προέβη. Την ίδια στιγμή ενισχύει το αληθές του περιεχομένου του Τεκμηρίου 5 και αποδυναμώνει την θέση της Υπεράσπισης ότι ο Εναγόμενος ουδέν ποσό οφείλει προς την Ενάγουσα. Ο Εναγόμενος δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Μέσα από την συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του τέθηκαν δεν μου ενέπνευσε την πεποίθηση ότι ήταν ειλικρινής ή ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να αποποιηθεί των ευθυνών του καταφεύγοντας, έτσι, σε αναλήθειες και ισχυρισμούς εκ των υστέρων κατασκευασμένους. Αμφισβήτησε εκ προοιμίου τα Τεκμήρια 2-4 εκμεταλλευόμενος ότι σε αυτά αναγράφεται λανθασμένα το όνομα της Ενάγουσας. Θέση του ήταν ότι δεν συναλλάχθηκε με την εταιρεία το όνομα της οποίας αναγράφεται επί των πιο πάνω τεκμηρίων αλλά με άλλη εταιρεία και συγκεκριμένα με την εταιρεία Nakas Music (Cyprus) Ltd. Ερωτηθείς πώς εξηγεί το γεγονός ότι σε αυτά αναγράφεται ο αριθμός του κινητού του τηλεφώνου απάντησε ότι ο καθένας μπορεί να βρει έναν αριθμό κινητού τηλεφώνου και να τον γράψει. Υπονοούσε, με άλλα λόγια, ότι η Ενάγουσα προσπάθησε να του φορτώσει ευθύνες άδικα επιλέγοντας αυτόν ως το θύμα της. Ερωτηθείς αν εκτός από τα αντικείμενα που ο ίδιος υποστήριξε ότι παρέλαβε από την Ενάγουσα, ήτοι τους δύο ενισχυτές και τα δύο μεγάφωνα, προέβη σε οποιαδήποτε άλλη αγορά σε χρόνο προγενέστερο απάντησε αρνητικά. Μόνο που ο δικηγόρος του κατά την αντεξέταση της μάρτυρος δέχθηκε ότι ο Εναγόμενος προέβη και σε άλλη αγορά στις 11.11.03. Επίσης, σε κάποιο σημείο της κυρίως εξέτασής του ανέφερε ότι όλες του τις συμφωνίες τις είχε κάνει με τον Βασίλη Αγαπίου. Ισχυρισμός ο οποίος δεν συνάδει με τις ήδη δηλωθείσες θέσεις του ότι ό,τι είχε αγοράσει από την Ενάγουσα ήταν δύο μεγάφωνα και δύο ενισχυτές στα πλαίσια μιας και μόνης συμφωνίας. Ο δικηγόρος του αντιλαμβανόμενος την αντίφαση στην οποία περιέπεσε, ακολούθως, τον ρώτησε πόσες συμφωνίες έκανε συνολικά για να απαντήσει ο Εναγόμενος μια και μόνο συμφωνία, αυτή που αφορούσε στους δύο ενισχυτές και τα δύο μεγάφωνα. Μόνο που η αρχική του δήλωση δήλωνε και την πραγματικότητα. Επίσης, από την μαρτυρία του προκύπτει το εξής παράδοξο. Ενώ είχε παραλάβει σύμφωνα με την μαρτυρία του τους δύο ενισχυτές και τα δύο μεγάφωνα γιατί τα χρειαζόταν για την δουλειά του όταν τα επέστρεψε στην Ενάγουσα ανέμενε 2 ½ χρόνια να του απαντήσουν αν θα του τα αντικαθιστούσαν χωρίς να πράξει οτιδήποτε. Μετά ακολούθησε η επίδοση της αγωγής. Αν η μαρτυρία του ήταν αληθής θα αναμενόταν κάποια ενέργεια από μέρους του. Θα αναμενόταν να αποταθεί στην Ενάγουσα και να ρωτήσει πότε η τελευταία θα προέβαινε στην αντικατάσταση. Αφού τα πιο πάνω αντικείμενα του ήταν απαραίτητα για την εργασία του λογικό θα ήταν να έκανε προσπάθειες να τα εξασφάλιζε εκ νέου, αφού, όπως διατείνεται, ο Αγαπίου του είχε υποσχεθεί να του τα αντικαταστήσει. Τουναντίον, παρήλθαν 2 ½ χρόνια χωρίς να αποταθεί στην Ενάγουσα. Η πιο πάνω συμπεριφορά δεν βρίσκει εξήγηση μέσα από την εκδοχή του ούτε και συνηγορεί με αυτήν. Τουναντίον, συνάδει με την εκδοχή της Ενάγουσας και με την συμπεριφορά κάποιου που ευθύνεται και κρύβεται στην προσπάθειά του να μην τιμήσει την ευθύνη του. Επίσης, ενώ στην κυρίως εξέτασή του υποστήριξε ότι στον σταθμό βενζίνης δεν είχε την ευκαιρία να εξετάσει τα παραδοθέντα σε αυτόν εμπορεύματα στην αντεξέταση υποστήριξε ότι ο Αγαπίου αρνήθηκε να του τα δείξει παρά το ότι ζήτησε από τον Αγαπίου να του τα δείξει. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω πως ο Εναγόμενος δεν ήταν μάρτυρας της αλήθειας γι' αυτό και δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Η Ενάγουσα είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο και δραστηριοποιείται στην Κύπρο. Ασχολείται με την πώληση μουσικών οργάνων, διάφορου μουσικού εξοπλισμού και ηλεκτρονικών συσκευών συναφών με την μουσική. Ο Εναγόμενος ήταν πελάτης της Ενάγουσας και από τον Νοέμβριο του 2003 μέχρι και τον Ιούλιο του 2004 παρήγγειλε και εν τέλει αγόρασε από την Ενάγουσα σε διάφορα χρονικά διαστήματα μουσικό εξοπλισμό. Μεταξύ 3.12.2003 και 29.7.04 ο Εναγόμενος πραγματοποίησε 3 συνολικά αγορές και 3 συνολικά πληρωμές. Οι αγορές έγιναν στις 3.12.03, 8.4.04 και 29.7.04 και ο Εναγόμενος χρεώθηκε με τα ακόλουθα ποσά: Λ.Κ.385,00 σεντ στις 3.12.03, Λ.Κ.1.249,99 σεντ στις 8.4.04 και Λ.Κ.810,00 σεντ στις 29.7.04, ήτοι σύνολο Λ.Κ.2.444,99 σεντ. Έκανε δε τις ακόλουθες πληρωμές: Λ.Κ.400,00 σεντ στις 26.4.04, Λ.Κ.403,00 σεντ στις 29.7.04 και Λ.Κ.300,00 σεντ στις 5.8.04, ήτοι σύνολο Λ.Κ.1.103,00 σεντ με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο προς την Ενάγουσα ποσό ύψους Λ.Κ.1.341,99 σεντ ή το αντίστοιχο σε Ευρώ 2.292,93 σεντ. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Ενάγουσα απέδειξε την υπόθεση της κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας εταιρείας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των Ευρώ 2.292,93 σεντ πλέον τόκο προς 8% ετησίως επ' αυτού από 8.2.07 μέχρι 14.10.08 πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως επ' αυτού από 15.10.08 μέχρι εξόφλησης πλέον δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην σχετική κλίμακα και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Τιμολόγια Subject: Civil / Other Actions / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.