← Κύπρος

YIANNOPLAST LTD, από τη Λεμεσό υπό εκκαθάριση μέσω του Εκκαθαριστή της Χριστάκη Ιακωβίδη ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 2576/12,

YIANNOPLAST LTD, από τη Λεμεσό υπό εκκαθάριση μέσω του Εκκαθαριστή της Χριστάκη Ιακωβίδη ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 2576/12, 19/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A151 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: K. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 2576/12 Μεταξύ: YIANNOPLAST LTD, από τη Λεμεσό υπό εκκαθάριση μέσω του Εκκαθαριστή της Χριστάκη Ιακωβίδη Εναγόντων και Cyprus Popular Bank Public Co Ltd

  1. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
  2. Μιχάλη Σιαηλή Εναγομένων -------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 18.9.12 19 Δεκεμβρίου 2012 Για εναγομένη 1-αιτήτρια: κ. Κωτσέλης για κ. Α. Ζαχαρίου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Χρ. Χαραλάμπους) Για ενάγοντες-καθ'ών η αίτηση: κα Δημητρίου για κ. Κούρτελλο ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται διάταγμα παροχής ασφάλειας εξόδων εκ μέρους των εναγόντων για ποσό €29.046,42 με την κατάθεση του εν λόγω ποσού στο Δικαστήριο καθώς και διάταγμα αναστολής είτε απόρριψης της αγωγής σε περίπτωση που δεν παρασχεθεί η εν λόγω ασφάλεια εξόδων. Στην ένορκη δήλωση της Κατερίνας Βουρή, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που ενεργεί για την εναγόμενη 1-αιτήτρια, αναφέρεται ότι στις 13.9.11 εκδόθηκε εναντίον της ενάγουσας εταιρείας διάταγμα εκκαθάρισης. Τα έξοδα εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης υπολογίζονται κατά προσέγγιση από τους αιτητές στο ποσό των €29.046,42, σύμφωνα με το επισυναπτόμενο Παράρτημα Α. Οι ενάγοντες δεν διαθέτουν οποιαδήποτε κινητή και ακίνητη περιουσία ή άλλα περιουσιακά στοιχεία με τα οποία θα μπορούσαν να καλύψουν τα τυχόν δικηγορικά και άλλα έξοδα τους σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής, λόγω του ότι η εταιρεία Yiannoplast Ltd έχει διαλυθεί και είναι ανίκανη να καλύψει τις οφειλές της. Αναφέρεται επίσης ότι η εναγόμενη 1 - αιτήτρια έχει πραγματικά καλή νομική υπόθεση στην αγωγή και στην αίτηση των εναγόντων ημερ. 11.6.
  3. Οι ενάγοντες-καθ'ων η αίτηση καταχώρισαν μακροσκελή ένσταση. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: To πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της αίτησης δεν δικαιολογούν την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Οι αιτητές κωλύονται λόγω της συμπεριφοράς τους να ισχυρίζονται ανυπαρξία περιουσίας και περιουσιακών στοιχείων έχοντας υπόψη ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν συνάψει ασφαλιστήριο συμβόλαιο ημερομηνίας 27.7.12 για παροχή κάλυψης έναντι κινδύνου πυρός των κτιριακών εγκαταστάσεων των εναγόντων. Οι αιτητές προβαίνουν σε χρήση μέσω Δικαίoυ κατά τρόπο καταχρηστικό της διαδικασίας (manipulation of the procedures), προωθούν τη διαδικασία καταχρηστικά (abuse of process) και η αίτηση είναι κακόπιστη (mala fides) και στοχεύει στην άσκηση πίεσης στους ενάγοντες. Δεν υπάρχει πραγματικό υπόβαθρο που να καταδεικνύει καλή υπόθεση στην αγωγή και στην αίτηση των εναγόντων ημερ. 11.6.12 εκ μέρους των αιτητών. Οι αιτητές παρέλειψαν να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων. Με την αίτηση επιδιώκεται η αποφυγή εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης των εναγόντων ημερ. 11.6.
  4. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες τελούν υπό διαδικασία εκκαθάρισης δεν καταδεικνύει έλλειψη οικονομικής δυνατότητας κάλυψης εξόδων στην απουσία οποιουδήποτε αντικειμενικού δεδομένου. Η συνεκτίμηση των ειδικών περιστατικών που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση οι οποίες καθορίζονται στην παράγραφο 12 της ένστασης καθιστούν δικαιολογημένη την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Οι ενάγοντες διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία Τυχόν έγκριση της αίτησης θα οδηγήσει σε στέρηση του δικαιώματος των εναγόντων σε πρόσβαση στο Δικαστήριο κατά παράβαση του άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. · Ο κατάλογος εξόδων είναι διογκωμένος. · Η ένσταση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση του Χριστάκη Ιακωβίδη υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή των καθ' ων η αίτηση δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερ. 16.1.12 σε αντικατάσταση του Επίσημου Παραλήπτη. Με την ένορκη δήλωση υιοθετούνται ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του ιδίου ημερομηνίας 11.6.12 η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξη ενδιάμεσης αίτησης των εναγόντων (Τεκ.1). Περαιτέρω γίνεται αναφορά στα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην καταχώριση της αγωγής τα οποία συνοψίζονται ως ακολούθως: Το εργοστάσιο της Yiannoplast καταστράφηκε ολοσχερώς μετά από πυρκαγιά στις 6.10.
  5. Η Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ, εναγόμενοι 2-αιτητές (στο εξής καλούμενη «η ασφαλιστική εταιρεία») παρείχαν στην Υiannoplast ασφαλιστική κάλυψη δυνάμει ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Το εν λόγω συμβόλαιο εκχωρήθηκε προς όφελος της CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD εναγομένων 1 (στο εξής καλούμενη «η τράπεζα»), ως ενυπόθηκων δανειστών των καθ' ων η αίτηση. Στις 13.9.11 εκδόθηκε εναντίον της εταιρείας Yiannoplast διάταγμα εκκαθάρισης και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε ως προσωρινός εκκαθαριστής. Η αρχική απαίτηση της υπό εκκαθάριση εταιρείας έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας ήταν περί τα €3.500.
  6. Ακολούθως ο ενόρκως δηλών ο οποίος διορίστηκε ως ο παραλήπτης της εταιρείας δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, με βάση στοιχεία που τέθηκαν στη διάθεση του, διαπίστωσε ότι μετά από διαπραγμάτευση της ασφαλιστικής εταιρείας με τον εναγόμενο 3, συμφωνήθηκε ως ποσό αποζημίωσης το ποσό των €2.603.136,00 το οποίο καταβλήθηκε απευθείας από την ασφαλιστική εταιρεία στην τράπεζα στις 4.10.11 παρακάμπτοντας τη διαδικασία εκκαθάρισης. Όμως από την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης των εναγόντων δεν είναι επιτρεπτή η σύναψη συμφωνίας ή ο συμβιβασμός οφειλών με πιστωτές εκτός με τη σύμφωνο γνώμη του εκκαθαριστή. Ο ενόρκως δηλών μετά το διορισμό του ως παραλήπτη και στην απουσία συνεργασίας των εναγομένων ώστε να έχει ενώπιον του όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης, καταχώρησε τη παρούσα αγωγή και την αίτηση ημερ. 11.6.2012 προκειμένου να διαφυλαχθούν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Ανάλογα δε με τα στοιχεία που θα περιέλθουν στην γνώση των καθ ών η αίτηση με βάση την αίτηση για έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal ενδέχεται να καταστεί αναγκαία η περαιτέρω προώθηση δικαστικών μέτρων τόσο εναντίον των εναγομένων, όσο και άλλων προσώπων. Περαιτέρω αναφέρεται ότι μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης οι διευθυντές της εταιρείας καταπίπτουν του αξιώματος τους και δεν έχουν εξουσία να αναμειγνύονται στις υποθέσεις της εταιρείας. Στην παρούσα περίπτωση έχει συμβεί το αντίθετο. Η ζημιογόνος παρέμβαση τρίτων, στην παρούσα περίπτωση των εναγομένων 1-3, παρέχει το δικαίωμα στον εκκαθαριστή να αναζητήσει θεραπεία που του παρέχει ο Νόμος προς αποκατάσταση της ζημιάς και του Δικαίου. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι οι αιτητές επικαλούνται την ύπαρξη καλής υπόθεσης χωρίς να στοιχειοθετείται η θέση τους και χωρίς να προσφέρεται μαρτυρία περί τούτου και στην απουσία οποιουδήποτε δικογραφημένου ισχυρισμού. Σε ότι αφορά την οικονομική αδυναμία των καθ'ων η αίτηση αυτή στηρίζεται μόνο στο γεγονός ότι η εταιρεία τελεί υπό διαδικασία εκκαθάρισης. Μάλιστα αυτός ο ισχυρισμός αντιφάσκει με προηγούμενη συμπεριφορά της ασφαλιστικής εταιρείας. Ειδικότερα αναφέρεται ότι η Ασφαλιστική Εταιρεία (ενάγοντες 2) στις 28.8.2012, δηλαδή μετά τη καταχώρηση της παρούσας αγωγής και της ενδιάμεσης αίτησης συνήψε σύμβαση με τους καθ΄ ων η αίτηση για ασφαλιστική κάλυψη των κτιριακών τους εγκαταστάσεων έναντι ποσού €1,486,000.00 για τη περίοδο 28.8.2012 - 28.8.2013 με ετήσιο ασφάλιστρο €3,715.
  7. Η πραγματική πρόθεση των αιτητών, αναφέρεται έγκειται στη χρήση μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό της διαδικασίας (manipulation of the procedure) και η παρούσα διαδικασία προωθείται καταχρηστικά (abuse of process). Με βάση αυτά τα στοιχεία η αίτηση είναι κακόβουλη (mala fide) και προωθείται για αλλότριους του Δικαίου σκοπούς, στοχεύοντας στην άσκηση πίεσης στους καθ'ων η αίτηση. Περαιτέρω η τελική πρόθεση των αιτητών είναι ουσιαστικά η εξουδετέρωση της αίτησης ημερ. 11.6.12 και η καθόλα ανάσχεση της αγωγής (oppressive use of the procedure to stifle a genuine claim). Στην παράγραφο 43 της ένορκης δήλωσης παρατίθενται διάφορα περιουσιακά στοιχεία και συμφέρονται των καθ΄ ων η αίτηση, στη παράγραφο 44 γίνεται αναφορά στα ποσά που οφείλονται σε πιστωτές και στις παραγράφους 45-51 γίνεται αναφορά σε ποσά που οφείλονται στους καθ'ων η αίτηση από χρεώστες, καθώς επίσης και σε συναλλαγές ή διευθετήσεις οι οποίες έχουν λάβει χώρα μετά τις 4.10.10 (χρόνος έναρξης της εκκαθάρισης) και που οι καθ'ων η αίτηση νομιμοποιούνται να προβούν σε λήψη δικαστικών μέτρων για άρση της παρανομίας. Οι αιτητές, αναφέρεται, προτού υποβάλουν την υπεράσπιση τους καλούν το Δικαστήριο να θεωρήσει ότι έχουν καλή υπόθεση. Εάν δε το δικαστήριο κρίνει ότι οι καθ΄ ων η αίτηση δεν θα είναι ικανοί να πληρώσουν τα έξοδα της διαδικασίας σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής, τότε η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της αίτησης θα οδηγήσει σε αδικία λόγω στέρησης του δικαιώματος των καθ΄ ων η αίτηση πρόσβασης στο Δικαστήριο. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.60 θ.1,5 και Δ.48 Θ1-4, 9 στο άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Με βάση τη Δ.60 η έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βοήθεια μπορεί να αντληθεί και από τον αντίστοιχο Αγγλικό Θεσμό Ο. 65 όπως αναλύεται στο Annual Practice 1958 σελ. κ.ε. Η Δ.60 αντικρύζεται κάτω από το πρίσμα του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6

(1)της Ευρωπαικής Σύμβασης για τη Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. Στην υπόθεση Conway v. Ηλία
(2002)1 Α.Α.Δ. 1653 αναφέρεται ότι «η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συναρτάται με τη δυνατότητα του ενάγοντος, ανάλογα με την οικονομική του ευχέρεια να παράσχει την εξαιτούμενη ασφάλεια. Εφόσον δε διαθέτει τα μέσα, το αίτημα απορρίπτεται». Σχετική είναι και η υπόθεση The Continental Insurance Company of Hampshire v. Sac Eugene O' Regan
(1998)1 A.A.Δ. 1087). Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία. Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος. (δέστε Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd & Άλλοι (Αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1170)». Περαιτέρω το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση προνοεί τα ακόλουθα: «Όταν εταιρεία είναι ενάγουσα σε οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νομική διαδικασία, κάθε δικαστής που έχει δικαιοδοσία στο θέμα δύναται, αν φαίνεται με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει λόγος να πιστεύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα του εναγομένου αν αυτός επιτύχει στην υπεράσπισή του, να ζητήσει να δοθεί ικανοποιητική εγγύηση για τα έξοδα εκείνα, και δύναται να αναστείλει όλες τις διαδικασίες μέχρι να δοθεί η εγγύηση.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου προκύπτει ότι παρέχεται στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να εκδώσει διάταγμα παροχής ασφάλειας εξόδων σε περίπτωση που το Δικαστήριο ικανοποιηθεί με αξιόπιστη μαρτυρία ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα σε περίπτωση που ο εναγόμενος επιτύχει στην υπεράσπιση του. Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη ν. Allways Travel Holidays Limited κ.α.
(1992)1Β Α.Α.Δ. 995 γίνεται αναφορά στο άρθρο 382 του Κεφ. 113 και στο αντίστοιχο s.447 του Companies Act 1948 και παραπέμπει στο σύγγραμμα Bucley οn Companies 12η έκδ. σελ. 771 και σε νομολογία City of Moscow Gas Co v. International Financial Society
(1872)7 Ch. App. 225. Το πλαίσιο άσκησης της ευχέρειας που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος αναφέρεται στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της KSS Trading Ltd ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ Αρ. 2
(2005)1 Α.Α.Δ 1446 ως ακολούθως: «Εκείνο που βαραίνει στη σκέψη μας είναι η αδιαμφισβήτητη οικονομική αδυναμία του εφεσιβλήτου. Η οποία δεν θα του επέτρεπε να συμμορφωθεί με διάταγμα για την εξασφάλιση των εξόδων της εφεσείουσας. Οπότε θα του εστερείτο η πρόσβαση στο δικαστήριο η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών: βλ. Airey Case Judgment of 9 October 1979, Series A, No. 32 p. 15 και Andronicou and Constantinou Judgment of 9 October 1997. Βέβαια, η πρόνοια για εξασφάλιση δεν απολήγει καθεαυτήν σε στέρηση ή περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο. Εξαρτάται από τις περιστάσεις. Όπως ανέφερε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην X. v. Sweeden, απόφαση ημερ. 28 Φεβρουαρίου 1979, στην οποία μας παρέπεμψε ο συνήγορος της εφεσείουσας: "... it cannot be assumed that a request of security would automatically prevent a foreign plaintiff from access to the courts, since he might have sufficient means for providing the security. In other words, it would appear to depend on an examination of the application of the 1886 Act in a concrete case as to whether or not a demand for security could be considered to amount to a denial of access to the courts contrary to the provisions of the Convention." Κατά την άποψη μας, η έκδοση διαταγής για εξασφάλιση εξόδων δεν πρέπει να παραγνωρίζει την οικονομική κατάσταση του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται. Με εξαίρεση ορισμένες αναγνωρισμένες περιπτώσεις - της αφερέγγυας εταιρείας (βλ. άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113), του αναξιόχρεου μόνο κατ΄ όνομα ενάγοντος ή του εκδηλώσαντος με εσκεμμένες ενέργειες την πρόθεση να αποφύγει εν καιρώ τις όποιες δικές του εκ της αντιδικίας υποχρεώσεις - η οικονομική αδυναμία ενάγοντος δεν αποτελεί λόγο για εξασφάλιση των εξόδων εναγομένου: βλ. Michiels v. The Empire Palace Ltd
(1892)66 L.T.R. 132. Το ίδιο δεν πρέπει η οικονομική αδυναμία ενάγοντος εκτός δικαιοδοσίας να απολήγει σε στέρηση της πρόσβασης του στο δικαστήριο.» Την ίδια γραμμή ακολούθησε το Εφετείο και στις υποθέσεις Conway v. Ηλία, Πολ. Έφ. 11265, ημερ. 21 Οκτωβρίου 2002, Χαραλαμπίδης ν. Πέτρου κ.α.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1698 και Stadland Holdings Ltd κ.α. ν. Ευσταθίου κ.α.,
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1809. Βέβαια, στην προκείμενη περίπτωση η οικονομική αδυναμία των εφεσειόντων αποτελούσε το έρεισμα του αιτήματος των εφεσιβλήτων για ασφάλεια εξόδων*. Προβλέπεται, όπως προαναφέραμε, από το άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια. Πρέπει όμως να ερμηνεύεται με τρόπο που να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την οικονομική αδυναμία ενάγουσας εταιρείας, όπως και την αντίστοιχη εύλογη ανησυχία αντίδικου για τα έξοδα του, αλλά και το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος. Χρειάζεται ισορροπία: Βλ Golder v. U.K. Series A Vol. 18
(1975)σελ. 1, Ashingdane v. U.K., Series A Vol. 93
(1985)σελ. 1, Tolstoy Miloslavsky v. U.K. Series A Vol. 316
(1996)σελ. 51, Ait-Mouhoud v. France, ECHR Reports of Judgments and Decisions 1998 - VIII No. 96 σελ. 3214, Kreuz v. Poland, ECHR Reports of Judgments and Decisions 2001 - VI σελ. 127, Jedamski and Jedamska v. Poland 73547/01 ECHR Reports of Judgments and Decisions 2005 σελ. 538. Για να ενεργοποιηθούν οι διατάξεις του άρθρου 382 του Κεφ. 113 θα πρέπει να καταδειχθεί με αξιόπιστη μαρτυρία ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα έξοδα των εναγομένων σε περίπτωση που αυτοί επιτύχουν στην υπεράσπιση τους. Όπως ορθά υπεδείχθη από τους συνηγόρους το γεγονός ότι μια εταιρεία βρίσκεται υπό διάλυση αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην υποχρέωση της για καταβολή εξόδων. (βλ. Hallsbury's Laws of England, 5η έκδοση Volume 14, παρ. 1/692). Το τεκμήριο αυτό παραμένει ισχυρό εκτός αν παρασχεθούν ενδείξεις περί του αντιθέτου. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστής της KSS Trading Ltd ν. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου Λτδ, Αρ. 2, (πιο πάνω) η έκδοση διατάγματος παραλαβής δεν καταδεικνύει αφ' εαυτής έλλειψη οικονομικής δυνατότητας για την παροχή ασφάλειας εξόδων. Στην υπόθεση Genemp Trading Ltd ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ΕΧ Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, Π.Ε. 281/07, ημερ. 14.7.2011 σε συνάρτηση με αυτό το θέμα αναφέρεται « Όπως πρόσθετα σημειώνεται στο Supreme Court Practice 1970 σελ. 380-381, παρ. 23/1-3/12 για την περίπτωση όπου η ενάγουσα είναι εταιρεία, το γεγονός ότι η εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση αποτελεί prima facie μαρτυρία ότι αδυνατεί να καταβάλει τα έξοδα, εκτός αν δοθεί προς το αντίθετο σχετική μαρτυρία. (Northampton Goal, Iron & Waggon Co v. Midland Waggon Co
(1878)7 Ch.D. 500). Οι καθ' ων η αίτηση στις παραγράφους 43-52 της ένορκης δήλωσης του παραλήπτη που συνοδεύει την ένσταση τους κάτω από το τίτλο «διαθέσιμα Περιουσιακά Στοιχεία των Καθ΄ ων η Αίτηση» παραθέτουν περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, τα ποσά που οφείλονται σε πιστωτές καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία και ποσά χρημάτων που αξιώνονται από τον παραλήπτη από τρίτα πρόσωπα. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ενώ οι αιτητές στηρίζονται αποκλειστικά στο γεγονός ότι οι καθ' ών η αίτηση βρίσκονται υπό εκκαθάριση για να υποστηρίξουν την αίτηση τους χωρίς να προσφέρουν οποιοδήποτε άλλο αντικειμενικό γεγονός, οι καθ' ων η αίτηση παρουσίασαν μαρτυρία η οποία δεν αμφισβητήθηκε ως προς την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων. Ένα άλλο γεγονός που αναφέρεται από τους καθ' ων η αίτηση είναι ότι η Ασφαλιστική Εταιρεία συνήψε με τους καθ' ων η αίτηση σύμβαση ασφαλιστικής κάλυψης περιουσιακών στοιχειών των καθ' ων η αίτηση. Από την άλλη γίνεται αναφορά και στους πιστωτές της εταιρείας και στα ποσά που οφείλονται σ' αυτούς. Το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να κρίνει με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του τα οποία είναι αρκετά πολύπλοκα κατά πόσο οι καθ΄ ων η αίτηση έχουν τη δυνατότητα κάλυψης των εξόδων της υπόθεσης σε περίπτωση που η αγωγή τους αποτύχει έτσι ώστε να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα περί τούτου ανατρέποντας την εκ πρώτης όψεως μαρτυρία περί ανικανότητας της εταιρείας να καταβάλει τις οφειλές της. Βέβαια το Δικαστήριο στη βάση του άρθρου 382 διατηρεί διακριτική ευχέρεια είτε να αποδεχθεί είτε να απορρίψει το αίτημα ακόμη και σε περίπτωση που γίνεια αποδεκτή η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει τα έξοδα του εναγόμενου (βλ. Sir Linday Parkinson and Co. Ltd v. Triplan Ltd
(1973)2 All E R 273 και ειδικά τα όσα αναφέρθηκαν από τον Lord Denning στη σελ. 283 κ.ε. και Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 37 παρα. 304). Συνήθως όταν αποδειχθεί η αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει, το Δικαστήριο θα εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα εκτός αν θεωρήσει ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που συνηγορούν υπερ της μη έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Συνεπώς θα πρέπει να εξεταστούν τα ειδικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, όπως ορθά τέθηκε από τους συνηγόρους των καθ΄ ων η αίτηση, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το ζητούμενο είναι σε κάθε περίσταση κατά πόσο η παροχή ασφάλειας εξόδων είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη έχοντας υπόψη όλες τις συνθήκες, καθώς και το πιθανό βάρος επί των ώμων του διαδίκου που θα διαταχθεί να καταβάλει αυτή την ασφάλεια. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι ιδιαίτερα. Δεν πρόκειται για μία αγωγή για ανάκτηση κάποιου οφειλόμενου ποσού ή αποζημιώσεων που κατ΄ ισχυρισμό οφείλουν οι εναγόμενοι προς την εταιρεία. Πρόκειται για αγωγή που εγείρεται από τον εκκαθαριστή της εταιρείας στα πλαίσια της διαδικασίας εκκαθάρισης της όπου διεξάγεται από αυτόν διερεύνηση των περιουσιακών της στοιχείων. Από δε τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι η ασφαλιστική εταιρεία κατέβαλε ολόκληρο το ποσό της αποζημίωσης για την καταστροφή του εργοστασίου της εταιρείας απευθείας στην τράπεζα στην οποία είχε εκχωρηθεί το συμβόλαιο, χωρίς όμως να ενημερωθεί περί τούτου ο εκκαθαριστής της εταιρείας. Σημαντικό επίσης είναι το γεγονός ότι η καταβολή του ποσού έγινε μετά την ημερομηνία που η εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε ως προσωρινός εκκαθαριστής. Είναι δε ορθή η θέση του συνηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση ότι μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης οι διευθυντές της εταιρείας καταπίπτουν του αξιώματος τους και στερούνται εξουσίας να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας τα οποία περιέρχονται πλέον στον εκκαθαριστή. Εγείρονται συνεπώς θέματα κατά πόσο ορθά έχει καταβληθεί άμεσα το ποσό αυτό στην τράπεζα ή κατά πόσο οποιοσδήποτε άλλος πιστωτής είχε προτεραιότητα. Στην παρούσα αγωγή δεν έχει καταχωριστεί ακόμα υπεράσπιση εκ μέρους των εναγομένων με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου οι δικογραφημένες τους θέσεις έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί η θέση των αιτητών ότι έχουν πραγματικά καλή νομική υπόθεση στην αγωγή. Το μόνο που υπάρχει είναι η ένσταση στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα, κάτι που δεν μπορεί από μόνο του να οδηγήσει σε κατάληξη ως ισχυρίζονται οι αιτητές. Έχοντας λοιπόν υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης θεωρώ ότι τυχόν έγκριση του αιτούμενου διατάγματος θα οδηγήσει σε αδικία. Ανεξαρτήτως της ύπαρξης περιουσιακών στοιχείων, η καταβολή μετρητών ως ασφάλεια εξόδων είναι κάτι ιδιαίτερα δυσχερές για την εταιρεία και με την έκδοση του σχετικού διατάγματος θα στερηθεί η εταιρεία του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο όπως διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και του Άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω θεωρώ ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής επιδικάζονται εναντίον των αιτητών. (Υπ.) ............ Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Ασφάλεια Εξόδων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.