← Κύπρος

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 648/2008, 19/12/2012

ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 648/2008, 19/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 648/2008 Μεταξύ: ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, εκ Λευκωσίας Ενάγοντας και ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, οδός Βαγιαζίτ 1, διαμ. 101, Κυβερνητικός Οικισμός Τέσσερα Φανάρια, Λεμεσός Εναγομένης Αίτηση παρακοής ημερομηνίας 15.09.11 εναντίον της Εναγομένης Ημερομηνία: 19.12.12 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κος Χ. Αναστασίου (η κα Συμεού για ν' ακούσει απόφαση) Για Εναγομένη-Καθ' ης η αίτηση: κος Τ. Παπαμιχαλόπουλος Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 648/2008 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού επίλυσε όλες τις μεταξύ των διαδίκων διαφορές και επίδικα θέματα που προέκυπταν μέσα από τις σχετικές έγγραφες προτάσεις εκδίδοντας στις 27.10.09 δύο διατάγματα εναντίον της Εναγομένης (στο εξής η 'Καθ' ης η αίτηση') τα οποία προνοούσαν τα ακόλουθα (στο εξής τα 'διατάγματα'): "Το Δικαστήριο αυτό εκ συμφώνου δια του παρόντος ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως:

  1. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει στην Εναγόμενη όπως κατακρατεί καθ' οιονδήποτε τρόπο το διαμέρισμα 4 επί της οδού Σαρανταπόρου αρ.22 στον συνοικισμό Ομονοίας στη Λεμεσό το οποίο ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία, και/ή επεμβαίνει επί του αναφερόμενου διαμερίσματος.
  2. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο η Εναγόμενη άρει οποιαδήποτε παράνομη κατακράτηση και/ή επέμβαση του πιο πάνω διαμερίσματος και παραδώσει αυτό στον Ενάγοντα και/ή σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του.
  3. Θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης των διαταγμάτων για περίοδο 1 (ενός) έτους από σήμερα (27.10.2009).
  4. Τα έξοδα θα είναι υπέρ του Ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΤΗΝ: 27.10.2009 ΣΥΝΤΑΧΘΗΚΕ ΤΗΝ: 12.11.2009 ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΣΗ: Εάν εσείς η πιο πάνω Εναγόμενη ΘΕΟΔΩΡΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ αμελήσετε να υπακούσετε στο αναφερόμενο διάταγμα εντός της πιο πάνω προθεσμίας σεις μεν υπόκεισθε σε σύλληψη η δε περιουσία σας σε κατάσχεση. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ" Η αίτηση Στις 15.09.11 ο Ενάγοντας (στο εξής ο 'Αιτητής') καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά τα εξής:
  5. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την Καθ' ης η αίτηση, όπως παρουσιαστεί και δείξει λόγο γιατί να μην φυλακιστεί ή καταβάλει πρόστιμο ως ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο διατάξει καθ' ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί προς το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.10.
  6. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
  7. Έξοδα της παρούσας αιτήσεως πλέον έξοδα επίδοσης πλέον Φ.Π.Α. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στο άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/32, στη Διάταξη 40 Κανονισμοί 1 και 12, στη Διάταξη 48 Κανονισμός 2 και στη Διάταξη 42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογούν την έγκριση της περιέχονται σε ένορκο δήλωση ημερομηνίας 15.09.11 του κυρίου Βάσου Χαριτωνίδη και συνοψίζονται ως εξής: · Είναι εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του Αιτητή, γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος όπως προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. · Στις 27.10.09 εκδόθηκε το προαναφερόμενο διάταγμα με περιεχόμενο αυτό που σημειώνεται πιο πάνω. · Το εν λόγω διάταγμα επιδόθηκε προσωπικά στην Καθ' ης η αίτηση στις 24.08.
  8. Ένορκη δήλωση επίδοσης του διατάγματος στην Καθ' ης η αίτηση μαζί με πιστό αντίγραφο του δικαστικού διατάγματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 'Α' στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. · Εξ' όσων ο ενόρκως δηλών γνωρίζει η Καθ' ης η αίτηση μέχρι σήμερα εξακολουθεί να κατακρατεί και να εκμεταλλεύεται το προαναφερόμενο περιγραφόμενο ακίνητο κατά παράβαση του διατάγματος που εκδόθηκε από το Δικαστήριο στις 27.10.
  9. · Η Καθ' ης η αίτηση μέχρι σήμερα παρέλειψε να συμμορφωθεί με το εν λόγω διάταγμα παραδίδοντας το πιο πάνω ακίνητο στον Αιτητή και/ή σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του. · Ο ενόρκως δηλών εντίμως πιστεύει και από ότι τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του Αιτητή η Καθ' ης η αίτηση εξακολουθεί να παραβαίνει και να περιφρονεί το ρηθέν διάταγμα του Δικαστηρίου και θα εξακολουθεί να το παραβαίνει και να το περιφρονεί εκτός αν αναγκαστεί σε συμμόρφωση από το Δικαστήριο. Η ένσταση Στις 08.02.12 η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης επί των ακόλουθων λόγων:
  10. Η Καθ' ης η αίτηση δεν έχει ούτε είχε την κατοχή του προαναφερόμενου διαμερίσματος.
  11. Η Καθ' ης η αίτηση αρνείται ή/και δεν έχει δημόσιο καθήκον να εκτελέσει.
  12. Δεν πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις οι οποίες καθορίζονται από τη σχετική νομολογία επί του θέματος. Η ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 32 και 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/32, στη Διάταξη 40 Κανονισμοί 1 και 12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στην εν γένει πρακτική και εξουσία του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση της Καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 08.02.12, της οποίας τα γεγονότα περιληπτικά είναι τα πιο κάτω: - Η ενόρκως δηλούσα-Καθ' ης η αίτηση γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. - Ανέγνωσε και έχει πλήρη γνώση του περιεχομένου της υπό εξέτασης αίτησης αλλά και τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει, τους οποίους και αρνείται εκτός όπου αναφέρει διαφορετικά. - Παραδέχεται το περιεχόμενο της πρώτης, δεύτερης και τρίτης παραγράφου της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. - Αρνείται το περιεχόμενο της τέταρτης παραγράφου της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και δηλώνει ότι δεν κατακρατεί και ούτε εκμεταλλεύεται το διαμέρισμα 4 επί της οδού Σαρανταπόρου αρ.22 στον συνοικισμό Ομονοίας στη Λεμεσό (στο εξής το 'ακίνητο') και έτσι δεν διαπράττει οποιαδήποτε παρακοή, στο οποίο ακίνητο διέμενε η μητέρα της μέχρι το θάνατο της. Από ότι γνωρίζει, μετά το θάνατο της μητέρας της η αδελφή της εκμεταλλευόταν το εν λόγω ακίνητο και η ίδια δεν έχει ιδέα τι συμβαίνει με το θέμα αυτό. Η Υπηρεσία Μέριμνας, η οποία γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, έχει επικοινωνία με την αδελφή της σχετικά με το πιο πάνω ακίνητο. - Αρνείται το περιεχόμενο της πέμπτης και έκτης παραγράφου της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και δηλώνει ότι η ίδια δεν είχε ούτε και έχει κατοχή του ακινήτου. Βάση αυτού η Καθ' ης η αίτηση δηλώνει αδυναμία να συμμορφωθεί με το εν λόγω διάταγμα παραδίδοντας το πιο πάνω ακίνητο στον Αιτητή και/ή σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του. - Πιστεύει πως είναι ορθό και δίκαιο να μην εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα εναντίον της και παράλληλα ζητεί την απόρριψη της υπό κρίσης αίτησης με έξοδα εις βάρος του Αιτητή. Ακροαματική διαδικασία και προσαχθείσα μαρτυρία Η υπό κρίση αίτηση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον μου στις 25.09.12 και αμέσως προωθήθηκε η εκδίκαση της, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 09.11.
  13. Κατά την εκδίκαση της υπό κρίσης αίτησης τα μέρη προσέφεραν μαρτυρία. Συγκεκριμένα, από μέρους του Αιτητή κατάθεσε ως μάρτυρας ο ενόρκως δηλών στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, κύριος Βάσος Χαριτωνίδης, ενώ εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση η ίδια η Καθ' ης η αίτηση. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά που τηρούνται και απλά πιο κάτω παρουσιάζεται μια συνοπτική παράθεση της με περισσότερες λεπτομέρειες να δίδονται εκεί που κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς αξιολόγησης της, εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Όπως σημειώθηκε πιο πάνω μοναδικός μάρτυρας για τον Αιτητή ήταν ο κύριος Βάσος Χαριτωνίδης (ΜΑ1), ο οποίος στην κυρίως εξέταση του, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του, πρόσθεσε ότι η Καθ' ης η αίτηση εξακολουθεί να κατακρατά το εν λόγω ακίνητο χωρίς σ' αυτό να διαμένει οποιοσδήποτε. Ο ίδιος επισκέφτηκε επανειλημμένως το ακίνητο αυτό και από ότι ο ίδιος παρατήρησε αλλά και διαπίστωσε από τη μη κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος και νερού ουδείς διαμένει σ' αυτό, πράγμα που του επιβεβαίωσαν και οι γείτονες του πιο πάνω ακινήτου. Αντεξεταζόμενος ο ΜΑ1 ανάφερε, μεταξύ άλλων, ότι το εν λόγω ακίνητο είχε δοθεί στον αποβιώσαντα πατέρα της Καθ' ης η αίτηση υπό την ιδιότητα του αδειούχου με το όνομα της Καθ' ης η αίτηση να συμπεριλαμβάνεται στην άδεια χρήσης του ακινήτου ως μέλος της οικογένειας. Σύμφωνα με τον μάρτυρα αυτό, η Καθ' ης η αίτηση είχε δικαίωμα να διαμένει στο ακίνητο του αδειούχου αποβιώσαντα πατέρα της χωρίς η ίδια να είναι αδειούχος, πλην όμως αυτή δεν διαμένει μόνιμα σ' αυτό αλλά το επισκέπτεται, με την ίδια να διαμένει στην οδό Βαγιαζίτ 1, διαμέρισμα 101, στον Κυβερνητικό Οικισμό Τέσσερα Φανάρια στη Λεμεσό για το οποίο έχει υπογράψει σχετική άδεια χρήσης στις 02.02.
  14. Σύμφωνα ακόμη με το μάρτυρα, παρόλο που η Καθ' ης η αίτηση δεν είχε την κατοχή του ακινήτου εντούτοις κρατούσε κλειδί και πηγαινοερχόταν σ' αυτό. Ο ίδιος δεν είδε το κλειδί αλλά πρόσεξε τυχαία την παρουσία της Καθ' ης η αίτηση μετά το θάνατο του πατέρα της στις 08.10.92 και της μητέρας της στις 01.01.
  15. Όταν όμως ο μάρτυρας αυτός επισκέφτηκε το ακίνητο την παραμονή της ημερομηνίας της ακρόασης δεν είδε εκεί την Καθ' ης η αίτηση. Από το ύψος της κατανάλωσης του ηλεκτρικού ρεύματος στο ακίνητο που ο μάρτυρας προσδιορίζει σ' αυτό που μία λάμπα καταναλώνει, ο ΜΑ1 συμπεραίνει ότι ουδείς κατοικεί στο ακίνητο. Όπως ο μάρτυρας εξήγησε η Καθ' ης η αίτηση έπρεπε να είχε συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου μέχρι τις 27.10.
  16. Κατά τον μάρτυρα, η Καθ' ης η αίτηση οφείλει να παραδώσει το ακίνητο πίσω. Για πρώτη φορά ζητήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση να παραδώσει το ακίνητο στις 27.02.06 με σχετική επιστολή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως. Με απαντητική επιστολή της η Καθ' ης η αίτηση ανάφερε ότι στο εν λόγω ακίνητο διαμένει η αδελφή της, Μαρούλλα Παπαγεωργίου, η οποία υπέβαλε αίτηση στην Υπηρεσία Μερίμνης από την οποία ανάμενε την απάντηση της. Ωστόσο είναι η θέση του μάρτυρα ότι όταν η Μαρούλλα Παπαγεωργίου επισκέπτεται την Κύπρο διαμένει μαζί με την Καθ' ης η αίτηση. Περαιτέρω, απορρίπτοντας υποβολή του συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση ότι το εν λόγω ακίνητο χρησιμοποιείται από την αδελφή της Μαρούλλα Παπαγεωργίου, ο ΜΑ1 ανάφερε ότι με βάση το αρχείο της Υπηρεσίας Μερίμνης η Μαρούλλα Παπαγεωργίου μαζί με την οικογένεια της διαμένουν στην Ελλάδα από τις 18.02.85, αφού κάτι τέτοιο αναφέρουν οι επιστολές της ημερομηνίας 29.01.07, 09.02.07, 09.09.08 και 23.11.
  17. Είναι γι' αυτό το λόγο που σύμφωνα με τον μάρτυρα διάφορα αιτήματα της για παροχή στεγαστικής βοήθειας ημερομηνίας 29.08.06, 06.09.06, 11.01.07, 11.09.07, 16.11.10, 21.02.12, 03.04.12, 20.07.12 και 23.08.12 μέσω της μεταβίβασης του εν λόγω ακινήτου επ' ονόματι της δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν αλλά ότι το ενδεχόμενο αυτό θα εξεταστεί μόλις αυτή εγκατασταθεί μόνιμα στην Κύπρο. Είναι επίσης γι' αυτό το λόγο που κατά τον μάρτυρα το όνομα της Μαρούλλας Παπαγεωργίου δεν συμπεριλήφθηκε στην άδεια χρήσης του ακινήτου όταν αυτή υπογράφηκε. Από την άλλη η Καθ' ης η αίτηση στην κυρίως εξέταση της απλά υιοθέτησε το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της. Αντεξεταζόμενη δήλωσε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι αν γνώριζε τη σημασία του διατάγματος δεν θα αποδεχόταν την έκδοση του, πράγμα που έπραξε χωρίς τις υπηρεσίες δικηγόρου. Με τις γνώσεις της να είναι του δημοτικού η ίδια αντιλήφτηκε ότι υπήρξε αναστολή εκδίκασης της υπόθεσης της. Δεν γνωρίζει τι είναι το διάταγμα και τι είναι η παρακοή. Μη αποκλείοντας το ενδεχόμενο να της εξηγήθηκαν οι συνέπειες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με το διάταγμα από το συνήγορο του Αιτητή που χειριζόταν τότε την υπόθεση, η Καθ' ης η αίτηση δήλωσε πως αν όντως ισχύει αυτό τότε δεν τις αντιλήφθηκε. Παράλληλα, η Καθ' ης η αίτηση ανάφερε κατηγορηματικά ότι δεν κατέχει το ακίνητο, δεν έχει κλειδιά, δεν το χρησιμοποιεί και δεν το εκμεταλλεύεται. Σε ερώτηση από το συνήγορο του Αιτητή κατά πόσο είπε στην αδελφή της να παραδώσει το κλειδί και να το εγκαταλείψει, η Καθ' ης η αίτηση δήλωσε ότι η αδελφή της πιστεύει ότι είναι δικαιούχος του ακινήτου και γι' αυτό συνεχίζει να διαμένει εκεί. Σε άλλη ερώτηση του συνηγόρου του Αιτητή ως προς το τι μέτρα η ίδια έλαβε για να εξαναγκάσει την αδελφή της να εγκαταλείψει το ακίνητο έτσι ώστε η ίδια να μην κινδυνεύει, η Καθ' ης η αίτηση διερωτήθηκε κατά πόσο έχει δικαίωμα να της κάνει παρατήρηση αφού το διαμέρισμα δεν είναι δικό της. Τελικές Αγορεύσεις Στην τελική αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή αφού πρώτα παρουσίασε το ιστορικό της υπόθεσης και συνόψισε την μαρτυρία που προσκομίστηκε κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχθεί την μαρτυρία του μάρτυρα του Αιτητή ως αληθή και να απορρίψει την εκδοχή της Καθ' ης η αίτηση ως ανυπόστατη και παραπλανητική που σκοπό είχε να παραπλανήσει και να δημιουργήσει λανθασμένες εντυπώσεις. Σύμφωνα με τον κύριο Αναστασίου το μοναδικό επίδικο θέμα που παρέμεινε προς εξέταση είναι η αδυναμία συμμόρφωσης από μέρους της Καθ' ης η αίτηση. Είναι η νομική θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι το βάρος απόδειξης για ύπαρξη αδυναμίας συμμόρφωσης βρίσκεται στους ώμους της Καθ' ης η αίτηση και για να το αποσείσει θα έπρεπε να είχε υποδειχτεί ότι η ίδια έλαβε διάφορα μέτρα για να συμμορφωθεί με το δικαστικό διάταγμα αλλά δεν τελεσφόρησαν. Με παραπομπή στο άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στη Διάταξη 42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, συναφή νομολογία και νομικά συγγράμματα ο κύριος Αναστασίου ανάφερε ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για να καταστήσουν την Καθ' ης η αίτηση υπόλογη για ανυπακοή και/ή παράβαση του δικαστικού διατάγματος ημερομηνίας 27.10.
  18. Αντίθετα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση στην καταληκτική νομική επιχειρηματολογία του αφού και αυτός αναφέρθηκε στο νομικό πλαίσιο που διέπει το αντικείμενο εξέτασης στην υπό κρίση αίτηση μέσω σχετικής νομολογίας, επισήμανε ότι δεν αμφισβητείται η ύπαρξη του διατάγματος αλλά ούτε και η αναγκαία οπισθογράφηση. Ούτε, όπως διευκρίνισε ο εν λόγω συνήγορος, αμφισβητείται η προσωπική επίδοση της παρούσας αιτήσεως όπως ούτε αμφισβητείται το ότι το διάταγμα επιδόθηκε προσωπικά στην Καθ' ης η αίτηση. Ωστόσο επειδή, όπως είπε ο κύριος Παπαμιχαλόπουλος, η επίδοση έγινε στις 24.08.11 και συγκεκριμένα μετά τη λήξη της περιόδου αναστολής που διαλαμβάνει το διάταγμα, αυτό είχε ως συνέπεια το διάταγμα να καταστεί νομικά ανεκτέλεστο. Είναι η νομική θέση του κυρίου Παπαμιχαλόπουλου ότι το εν λόγω διάταγμα κατέστη εκτελεστό και/ή ανάφερε ως χρόνο συμμόρφωσης με τη λήξη της αναστολής της περιόδου του ενός έτους από την ημέρα της έκδοσης του, στις 27.10.09, ημερομηνία προγενέστερη της επίδοσης του. Είναι ακόμη η νομική θέση του εν λόγω συνηγόρου ότι το δικαστικό διάταγμα δεν αναφέρει ημερομηνία που θα έπρεπε να είχε επιδοθεί, πράγμα που θα έπρεπε με βάση τη Διάταξη 35 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Με δεδομένο ότι τέτοιες δικονομικές διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά και κατά γράμμα ο ευπαίδευτος συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η προϋπόθεση αυτή δεν ικανοποιείται αφού υπό τις περιστάσεις δεν υπήρχε δυνατότητα συμμόρφωσης εφόσον η επίδοση έγινε σε χρόνο μεταγενέστερο της ημερομηνίας που σύμφωνα με το επιδομένο αντίγραφο του διατάγματος η Καθ' ης η αίτηση όφειλε να άρει την επέμβαση και να παραδώσει το επίδικο διαμέρισμα. Περαιτέρω, είναι η νομική θέση του κυρίου Παπαμιχαλόπουλου ότι δεν υπάρχει ίχνος αποδεχτής μαρτυρίας που να αποδεικνύει το στοιχείο της ηθελημένης παρακοής και αυτό της ένοχης σκέψης και πρόθεσης καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. Επίσης, ο εν λόγω συνήγορος ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι δεν δόθηκε αποδεχτή μαρτυρία από τον Αιτητή ότι η Καθ' ης η αίτηση είχε ή έχει κατοχή ή χρήση ή ότι εκμεταλλεύεται με οποιοδήποτε τρόπο το ακίνητο. Ο εν λόγω συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να αποδεχτεί τη μαρτυρία της Καθ' ης η αίτηση ως σταθερή και ταυτόχρονα να απορρίψει αυτή του μάρτυρα του Αιτητή στερούμενης πειστικότητας και επάρκειας. Στη βάση των πιο πάνω, ο κύριος Παπαμιχαλόπουλος ευσεβάστως εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίσης αίτησης. Τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανάφεραν στο Δικαστήριο έχουν καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω σκόπιμο και χρήσιμο να παραθέσω το περιεχόμενο τους κατά τρόπο αναλυτικό. Οι νομικές θέσεις καθώς και η νομική επιχειρηματολογία τους αλλά και η νομική βάση επί της οποίας εδράζονται, όπως αυτά εκτέθηκαν από τους συνηγόρους, έχουν εξεταστεί με τη δέουσα προσοχή και σοβαρότητα, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και αναλόγως αξιολογούνται από το Δικαστήριο. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και ευχέρεια να παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνυφασμό με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στη δίκη το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους, πάντοτε με πλήρη επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, την πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ειλικρίνεια τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων.[1] Στη συνέχεια και κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στα σημεία της μαρτυρίας, που στηρίζεται η κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία ή μη της μαρτυρίας αυτής και κατά λογική συνέχεια για την αποδοχή ή απόρριψη της είτε στην ολότητα της είτε μέρος της.[2] Μικρές αντιφάσεις σε ασήμαντες λεπτομέρειες ή μικροανακρίβειες σε επουσιώδη θέματα δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά αντίθετα ενδυναμώνουν την ειλικρίνειά τους και δείχνουν ότι δεν προσχεδίασαν την εκδοχή που μετέφεραν στο Δικαστήριο.[3] Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Μπορεί η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα να είναι ατομική, δηλαδή να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως θα πρέπει τα όσα αναφέρονται από τον κάθε μάρτυρα να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των λοιπών μαρτύρων και έτσι να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών.[4] Με βάση τις προαναφερόμενες αρχές, το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. Ο μοναδικός μάρτυρας του Αιτητή και ενόρκως δηλών στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους (ΜΑ1), κύριος Βάσος Χαριτωνίδης, έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Χωρίς να έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την υπόθεση αυτή παρουσίασε τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα βίωσε και προσωπικά αντιλήφθηκε. Η δε προφορική μαρτυρία του συνάδει με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του. Ο εν λόγω μάρτυρας απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν με ηρεμία, άνεση, αμεσότητα και σαφήνεια. Ο μάρτυρας αυτός δεν έδωσε την εικόνα ότι προσχεδίαζε τις απαντήσεις του και ούτε επέδειξε τάση υπερβολής. Αποφεύγοντας να υποπέσει σε ουσιώδεις αντιφάσεις ολοκλήρωσε την κατάθεση της μαρτυρίας του δίνοντας την εικόνα του ειλικρινή μάρτυρα. Αποδέχομαι την μαρτυρία του ως αξιόπιστη και κατ' επέκταση ως τέτοια που εκφράζει την αληθινή όψη των γεγονότων. Αντίθετα, η Καθ' ης η αίτηση δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Από την αρχή της προφορικής κατάθεσης της προσπάθησε αδικαιολόγητα πλην όμως ανεπιτυχώς να υποβαθμίσει τη σχέση της με τη σημασία των εκδοθέντων δικαστικών διαταγμάτων και τις όποιες ευθύνες δημιουργήθηκαν και υποχρεώσεις αναλήφθηκαν με την έκδοση τους. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αναιρέσει θέσεις της σε σχέση με το ζήτημα αυτό που η ίδια ανάφερε μέσα από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση της, πράγμα που φανερώνει ότι η συμπεριφορά της αυτή αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις και προφάσεις προκειμένου να αποσυνδέσει τον εαυτό της από το θέμα αυτό μη διστάζοντας να υποδείξει άλλα πρόσωπα που κατά την άποψη της είχαν άμεση σχέση με την υπόθεση σε αντίθεση με την ίδια, όπως την Υπηρεσία Μερίμνης και την αδελφή της, τη στιγμή που τα εκδοθέντα δικαστικά διατάγματα απευθύνονται αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο της. Έχοντας συμφέρον από την υπόθεση αυτή, η Καθ' ης η αίτηση επιχείρησε να παρουσιάσει τον εαυτό της θύμα χωρίς οποιαδήποτε ανάμιξη και με τη στάση που επέδειξε στην προφορική μαρτυρία της διαφοροποιήθηκε από προηγούμενες γραπτές θέσεις της, όπως αυτές παρουσιάστηκαν σε προγενέστερα στάδια της υπόθεσης αυτής, γεγονός που πλήττει καίρια την αξιοπιστία της ως μάρτυρας. Συγκεκριμένα, ενώ μέσα από την ένορκο δήλωση παραδέχεται την έκδοση των δικαστικών διαταγμάτων με τα οποία, όπως συνεχίζει να παραδέχεται, της απαγορευόταν να κατακρατεί καθ' οιονδήποτε τρόπο το διαμέρισμα 4 επί της οδού Σαρανταπόρου αρ.22 στον συνοικισμό Ομονοίας στη Λεμεσό το οποίο ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία και/ή επεμβαίνει επί του αναφερόμενου διαμερίσματος καθώς επίσης να άρει οποιαδήποτε παράνομη κατακράτηση και/ή επέμβαση του πιο πάνω διαμερίσματος και παραδώσει αυτό στους Αιτητές και/ή σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο τους αλλά και το ότι θα υπήρχε αναστολή εκτέλεσης των διαταγμάτων για περίοδο 1 (ενός) έτους από τις 27.10.09, στην προφορική μαρτυρία της ανάφερε ότι δεν γνωρίζει τι είναι το διάταγμα και τι η παρακοή. Ο ισχυρισμός της ότι αν γνώριζε τι είναι το διάταγμα δεν θα δεχόταν την έκδοση του αφού δεν αντιλήφθηκε τις συνέπειες του επικαλούμενη ως λόγους γι' αυτό την μη αντιπροσώπευση της από δικηγόρο στο στάδιο της αγωγής καθώς και το χαμηλό επίπεδο γνώσεων της το οποίο παραλλήλισε με αυτό του δημοτικού, στερείται παντελώς λογικής και κατ' επέκταση πειστικότητας και ως εκ τούτου απορρίπτεται για τους εξής λόγους:
  19. Η ίδια επέλεξε να μην αντιπροσωπευθεί από δικηγόρο της επιλογής της στο στάδιο της αγωγής.
  20. Η ίδια ετοίμασε την υπεράσπιση της δαχτυλογραφημένη και υπογεγραμμένη, το περιεχόμενο και τύπο της οποίας αν κάποιος διαβάσει αντιλαμβάνεται ότι ο συντάχτης κάθε άλλο παρά γνώσεις δημοτικού διαθέτει.
  21. Η ίδια συγκατατέθηκε στην έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων με το λεκτικό που σήμερα παρουσιάζουν και με την έκδοση τους να πραγματοποιείται στην παρουσία της και αφού έκρινε ότι δεν χρειαζόταν αντιπροσώπευση από δικηγόρο.
  22. Παρόλο ότι τα διατάγματα της επιδόθηκαν προσωπικά από τις 24.08.11 η Καθ' ης η αίτηση ουδέποτε αντέδρασε καθ' οιονδήποτε τρόπο με σκοπό τον παραμερισμό και/ή ακύρωση τους.
  23. Η ένσταση και η ένορκος δήλωση που την υποστηρίζει μέσα από την οποία παραδέχεται ευθέως την έκδοση των διαταγμάτων με το λεκτικό που σήμερα παρουσιάζουν, ετοιμάστηκαν από την ίδια, το περιεχόμενο και τύπο των οποίων αν κάποιος διαβάσει αντιλαμβάνεται ότι ο συντάχτης τους κάθε άλλο παρά γνώσεις δημοτικού διαθέτει. Είναι επίσης θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι δεν κατέχει το εν λόγω ακίνητο, δεν έχει τα κλειδιά του, δεν το χρησιμοποιεί και δεν το εκμεταλλεύεται, η οποία όμως έρχεται σε αντίθεση με την παράγραφο 6 της υπεράσπιση της, την οποία η ίδια ετοίμασε και σύμφωνα με την οποία ισχυρίζεται ότι δεν κατακρατεί παράνομα το ακίνητο αλλά δικαιούται να το κατέχει μέχρι να μεταβιβαστεί η άδεια χρήσης του στην αδελφή της. Στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν θεωρεί αξιόπιστη τη μαρτυρία της Καθ' ης η αίτηση έτσι ώστε να βασιστεί σ' αυτή και να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο δεν αποδέχεται την εκδοχή της Καθ' ης η αίτηση ως εκφράζουσα την αληθινή όψη των γεγονότων. Ευρήματα Δικαστηρίου Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει την μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, το τεκμήριο που κατατέθηκε κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης αυτής, τα γεγονότα τόσο αυτά που είναι παραδεχτά όσο και αυτά που τελικά δεν αμφισβητήθηκαν, όπως αυτά προκύπτουν μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία αλλά λαμβάνοντας υπόψη μου και το περιεχόμενο του φακέλου (βλέπε Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ.2)

(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1938), καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα που αφορούν τα πραγματικά και αληθή ουσιώδη γεγονότα που διαδραματίστηκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο: Στα πλαίσια επίλυσης της αγωγής υπ' αριθμό 648/2008 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, στις 27.10.09 εκ συμφώνου εκδόθηκαν δύο διατάγματα εναντίον της Καθ' ης η αίτηση σύμφωνα με τα οποία: (α) Το μεν πρώτο απαγόρευε στην Καθ' ης η αίτηση να κατακρατεί καθ' οιονδήποτε τρόπο το διαμέρισμα 4 επί της οδού Σαρανταπόρου αρ.22 στον συνοικισμό Ομονοίας στη Λεμεσό το οποίο ανήκει στην Κυπριακή Δημοκρατία, και/ή επεμβαίνει επί του αναφερόμενου διαμερίσματος. (β) Το δε δεύτερο πρόσταζε την Καθ' ης η αίτηση να άρει οποιαδήποτε παράνομη κατακράτηση και/ή επέμβαση του πιο πάνω διαμερίσματος και παραδώσει αυτό στους Αιτητές και/ή σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο τους. Επίσης, εκ συμφώνου αποφασίστηκε ότι θα υπήρχε αναστολή εκτέλεσης των εν λόγω δικαστικών διαταγμάτων για περίοδο 1 (ενός) έτους από τις 27.10.
  1. Τα πιο πάνω δικαστικά διατάγματα επιδόθηκαν προσωπικά στην Καθ' ης η αίτηση στις 24.08.
  2. Μέχρι σήμερα η Καθ' ης η αίτηση κατακρατεί το προαναφερόμενο ακίνητο χωρίς να έχει παραδώσει την κατοχή του στους Αιτητές και/ή σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο τους. Νομική Πτυχή Η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιλαμβάνεται περίπτωσης τιμωρίας φυσικών και/ή νομικών προσώπων για παρακοή δικαστικού διατάγματος αντλείται μέσα από το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το άρθρο αυτό καθορίζει τα μέσα για την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα διατάγματα με την επιβολή οικονομικών κυρώσεων υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας ή με την έκδοση διατάγματος για τη μεσεγγύηση πραγμάτων ή ακόμη στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση. Πρόσθετα παρέχεται δικαιοδοσία για την επιδίκαση αποζημιώσεων. Σύμφωνα με την υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd also trading as "K" Shoes v. Adidas
(1989)1E Α.Α.Δ. 750, η πολιτική διαδικασία για ανυπακοή διατάγματος έχει δυο σκοπούς: (α) τον πειθαναγκασμό σε υπακοή και (β) την τιμωρία του παραβάτη. (βλέπε ακόμη Enfield NVC v. Mahoney [1983] 2 All E.R. 901 (CA)). Η νομολογία υποδεικνύει ότι η διαδικασία παρακοής διατάγματος σε αστική υπόθεση έχει ποινικό χαρακτήρα αφού επιδιώκεται η καταδίκη και τιμωρία του Καθ' ου η αίτηση (βλέπε Halin v. Timur κ.α.
(2005)1Α A.A.Δ. 424). Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και τον μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας, η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος. Πρόκειται για 'οιονεί', όπως χαρακτηρίστηκε, ποινική διαδικασία, γι' αυτό και το μέτρο απόδειξης της είναι εκείνο που εφαρμόζεται στις ποινικές υποθέσεις, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλέπε Ιωάννου ν. Μανώλη, άλλως Έλλης Ρόπαλη μέσω της πληρεξουσίου αντιπροσώπου αυτής Δέσποινας Σάκκα κ.α.
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1423, Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309 και Knight v. Clifton [1971] 2 All E.R. 378). Σχετική με τη φύση της διαδικασίας που ακολουθείται στην περίπτωση αίτησης για παρακοή δικαστικού διατάγματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Denning M.R., όπως ήταν τότε, στην υπόθεση In Bramblevale, Re [1970] Ch. 128: "A contempt of court is an offence of a criminal character. A man may be sent to prison for it. It must be satisfactorily proved. To use the time-honoured phrase, it must be proved beyond reasonable doubt. It is not proved by showing that, when the man was asked about it, he told lies. There must be some further evidence to incriminate him. Once some evidence is given, then his lies can be thrown into the scale against him. But there must be some other evidence ." Επίσης, στη σελίδα 92 του κυπριακού νομικού συγγράμματος 'Sentencing in Cyprus', έκδοση 1978 του κυρίου Γεώργιου Πική, Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως ήταν τότε, αναφέρονται τα εξής: "Lastly it must be mentioned that contempt proceedings are proceedings of a criminal nature; with the exception of cases of contempt in the face of the court, the procedure applicable to criminal cases must be followed and applied". Περαιτέρω, στην υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 υποδείχτηκε ότι οι παραβιάσεις του διατάγματος πρέπει να προσδιορίζονται με την ίδια σαφήνεια όπως και τα αδικήματα στο κατηγορητήριο στις ποινικές υποθέσεις. Το δικονομικό πλαίσιο που διέπει και ρυθμίζει την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να καταδικάζει και να τιμωρεί ένα πρόσωπο που επέδειξε ανυπακοή σε δικαστικό διάταγμα καθορίζεται μέσα από τις Διατάξεις 34 και 42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η φύση της διαδικασίας και οι κυρώσεις που μπορεί να προκύψουν, επιβάλλουν τη σχολαστική τήρηση των δικονομικών κανόνων που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Επίσης, στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Τάκη Μακρίδη
(1991)1 Α.Α.Δ. 401 σημειώθηκαν τα εξής: "Σε περιπτώσεις όπως εδώ, που αφορούν την ελευθερία του πολίτη, οι δικονομικές διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία πρέπει να τηρούνται αυστηρά και κατά γράμμα επί ποινή ακυρότητας της δικαστικής πράξης που ακολούθησε." Προσεχτική μελέτη της Διάταξης 42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οδηγεί στις πιο κάτω προϋποθέσεις που απαιτείται να συντρέχουν για τη νομική θεμελίωση της παρακοής με το βάρος απόδειξης τους σε επίπεδο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας να βρίσκεται στους ώμους του Αιτητή:
  1. Η έκδοση διατάγματος Δικαστηρίου εναντίον του Καθ' ου η αίτηση.
  2. Το διάταγμα του Δικαστηρίου να είναι οπισθογραφημένο.
  3. Η σύνταξη του διατάγματος του Δικαστηρίου να είναι σαφής και καθαρή.
  4. Η επίδοση του διατάγματος του Δικαστηρίου στον Καθ' ου η αίτηση προσωπικά.
  5. Η ηθελημένη ανυπακοή του Καθ' ου η αίτηση με το διάταγμα του Δικαστηρίου.
  6. Η αίτηση παρακοής να είναι δια κλήσεως και να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση.
  7. Η επίδοση της αίτησης παρακοής στον Καθ' ου η αίτηση προσωπικά. (βλέπε Μαυρονικόλα v. Ξάνθου, Έφεση Αρ. 9/2009 ημερομηνίας 24.02.11, Ονουφρίου v. Bye
(2007)1(A) A.A.D. 371 και Halin v. Timur κ.α.
(2005)1Α A.A.Δ. 424). Ειδικότερα, η Διάταξη 42Α Κανονισμός 1 απαιτεί την έκδοση δικαστικού διατάγματος εναντίον προσώπου στο οποίο είτε να του δίδονται οδηγίες για να γίνει κάτι είτε να του απαγορεύεται να κάνει κάτι. Ο ίδιος κανονισμός προνοεί την σύνταξη και οπισθογράφηση του διατάγματος με τον τρόπο και λεκτικό που ρητά σημειώνεται αυτούσια σ' αυτόν. Παράλληλα, ο Κανονισμός 2 της ιδίας Διάταξης επιβάλλει την προσωπική επίδοση του διατάγματος στον Καθ' ου η αίτηση ενώ στην περίπτωση καταχώρησης αίτησης παρακοής ο Κανονισμός 3
(2)απαιτεί αυτή να είναι δια κλήσεως και να επιδίδεται προσωπικά στον Καθ' ου η αίτηση εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Στην Krashias Shoe Factory Ltd also trading as "K" Shoes v. Adidas
(1989)1E Α.Α.Δ. 750 τονίστηκε ότι η Διάταξη 42Α καθιστά την προσωπική επίδοση τόσο του οπισθογραφημένου διατάγματος όσο και της αίτησης απαρέγκλιτο όρο για την καταδίκη προσώπου για την παρακοή διατάγματος. Επιπλέον, στην υπόθεση Photiou v. Hadjiforados
(1988)1 CLR 384 λέχθηκαν τα εξής: "The wording of rule 2 of Order 42A is clear and unambiguous. ............................................................................................... The controlling word in rule 2 is "shall". It is a mandatory provision and not directory. Only strict compliance thereto opens the way for the exercise by the Court of its power under section 42 of the Courts of Justice Law. There is no room for any other interpretation (see Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287, Georgoulla Hjicosta v. Eteria Thomaides Bros (Cyprus) Ltd
(1979)1 CLR 476). .................................................................................................... Personal service of duly endorsed copy of an order, either mandatory or prohibitory, is a condition precedent to its enforcement under section 42 of the Courts of Justice Law." Στη δε υπόθεση Antonis Mouzouris and another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287 αποφασίστηκε ότι η παράλειψη επίδοσης του διατάγματος στον καταφρονούντα καθιστά ολόκληρη τη διαδικασία άκυρη και το Δικαστήριο υποχρεούται να την απορρίψει. Παράλληλα, στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309 με αναφορά στη Antonis Mouzouris and another ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287 αποφασίστηκε ότι για να διαπιστωθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του Καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του Δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί, αλλά θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του επίδικου διατάγματος (βλέπε επίσης Sazen Fast Food Ltd v. Χατζηνικόλα Λειβαδιώτη & Σία Λτδ κ.α.
(2006)1Α Α.Α.Δ. 472). Συνεπώς, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Μιχαηλίδης v. Poliakova, Έφεση Αρ. 22/2009, ημερομηνίας 24.02.11 με αναφορά στη Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση ('actus reus') αλλά και η υποκειμενική υπόσταση ('mens rea') του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του Καθ' ου η αίτηση, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του (δέστε ακόμη την υπόθεση Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2)
(1897)Sol Jo 225 καθώς και την Ετήσια Πρακτική 1962 σελίδα 1073 - "Casual or accidental and unintentional disobedience to an order is not sufficient to warrant committal"). Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι στην περίπτωση προστακτικών διαταγμάτων, με τα οποία επιβάλλεται θετική ενέργεια από το άτομο προς το οποίο απευθύνονται, η αδυναμία εκτέλεσης τους συνιστά υπεράσπιση υπό την επιφύλαξη ότι το βάρος απόδειξης της αδυναμίας φέρει το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η διαταγή (βλέπε αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Borrie & Lowe: The Law of Contempt' σελίδα 568 και την υπόθεση Δήμος Έγκωμης ν. Μαριάννου Πέτρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 70). Περαιτέρω, είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι τα διατάγματα πρέπει να είναι σαφή και καθαρά. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να είναι συνταγμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να περιλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία που ο Καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να γνωρίζει για να είναι η δυνατή η συμμόρφωση του με το διάταγμα. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Μιχαηλίδης v. Poliakova, Έφεση Αρ. 22/2009, ημερομηνίας 24.02.11 για να είναι δυνατή η τιμωρία του Καθ' ου η αίτηση τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα. Η πράξη ή παράλειψη του Καθ' ου η αίτηση για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει (βλέπε επίσης τις υποθέσεις Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)All E.R. 176 [Repr.] και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1968)1 All E.R. 963). Επομένως, είναι στους όρους του διατάγματος που κάποιος θα πρέπει να ανατρέξει για να μπορέσει να προσδιορίσει τις υποχρεώσεις που έχουν επιβληθεί (βλέπε το αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Arlidge, Eady & Smith on Contempt', 4η έκδοση, παράγραφος 12-51, σελίδα 1017). Μεταξύ άλλων θα πρέπει να προσδιορίζεται με σαφήνεια ο τόπος αλλά και ο χρόνος συμμόρφωσης. Η Διαταγή 34 Κανονισμός 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα σε σχέση με το θέμα αυτό: "Every judgment or order made in any cause or matter requiring any person to do an act thereby ordered shall state the time, or the time after service of the judgment or order, within which the act is to be done." Στην υπόθεση Antonis Mouzouris and another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 CLR 287 αποφασίστηκε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι στην περίπτωση που το διάταγμα διατάζει ένα πρόσωπο στη λήψη συγκεκριμένης θετικής ενέργειας αντίγραφο αυτού θα πρέπει να του επιδοθεί πριν από τη λήξη της χρονικής περιόδου εντός της οποίας το εν λόγω άτομο είχε διαταχθεί στο να προβεί στη συγκεκριμένη πράξη. Ο λόγος της επίδοσης του διατάγματος στον Καθ' ου η αίτηση προσωπικά πριν από τη διάπραξη παρακοής είναι για να γνωρίζει το άτομο προς το οποίο απευθύνεται το διάταγμα ποια συμπεριφορά θα οδηγήσει σε ανυπακοή. Η θέση αυτή υιοθετείται από την Ετήσια Πρακτική 1962 (Annual Practice 1962) στη σελίδα 955. Επί του ζητήματος αυτού χαρακτηριστικό ακόμη είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα 'Arlidge, Eady & Smith on Contempt', 4η έκδοση, παράγραφος 12-37, σελίδα 1013, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "It is also necessary to establish service of any order which is alleged to have been disobeyed by leaving a copy with the person to be served. The importance of personal service of the order, where committal is sought, is to enable the person bound by the order, and who is alleged to be in contempt, to know what conduct would amount to a breach (R v. City of London Magistrates' Court Ex p. Green [1997] 3 All E.R. 551); and before committal such notice is required to be proved beyond reasonable doubt (Churchman v. Joint Shop Stewards' Committee of the Workers of the Port of London [1972] 1 W.L.R. 1094)." Ειδική όμως αναφορά σχετικά με το ζήτημα του χρόνου στην οπισθογράφηση είχε γίνει στην υπόθεση In Re Costas Xenophontos
(1987)1 CLR 376 όπου ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γεώργιος Πικής, όπως ήταν τότε, αναφερόμενος στη Διάταξη 42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και σε σχετική αγγλική νομολογία είπε: "Order 42A r.1 contemplates the terms of endorsement of the Order to refer to an act required to be done presently or at a future date. In Iberian Trust Ltd., v. Founders Trust and Investment Co. Ltd.,*5 Luxmore, J. held that an order served after the time limited for the doing of the act specified therein is unenforceable. The reasoning behind this judgment is that the very object of an endorsement is to require the person to who it is addressed to do the act specified within the time limited therein and remind him of the consequences that will befall him in the event of disobedience." Ο καθορισμός χρόνου σ' ένα δικαστικό διάταγμα εντός του οποίου πρόσωπο διατάζεται να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια ως προϋπόθεσης στα πλαίσια στοιχειοθέτησης παρακοής διατάγματος αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Χωματένος v. Σταυρινού
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2110 όπου τονίστηκε ότι όταν το διάταγμα του Δικαστηρίου διατάζει τη λήψη συγκεκριμένης θετικής ενέργειας απαιτείται ο προσδιορισμός συγκεκριμένου χρόνου για την πραγμάτωση της. Χρήσιμη ακόμη πληροφόρηση αντλείται μέσω του πιο κάτω χαρακτηριστικού αποσπάσματος από το αγγλικό σύγγραμμα 'Borrie & Lowe: The Law of Contempt', 3η έκδοση, σελίδα 560, όπου στην ουσία συγκεντρώνονται και κωδικοποιούνται οι προαναφερόμενες νομικές αρχές του θέματος που πραγματεύεται η παρούσα αίτηση: "... the courts will only punish a person for contempt upon adequate proof of the following points. First, it must be established that the terms of the injunction are clear and unambiguous; secondly, it must be shown that the defendant has had proper notice of such terms; and thirdly, there must be clear proof that the terms have been broken by the defendant. There is also a fourth issue, namely, the mens rea required in such cases. We will also refer, fifthly, to the question of who is responsible for the breach." Συμπεράσματα Δικαστηρίου Μέσα από το προαναφερόμενο νομικό πλαίσιο και υπό το φως των ευρημάτων που προέκυψαν μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε αποδεχτή, θα εξετάσω κατά πόσο πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έγκριση της υπό κρίσης αίτησης καθώς επίσης και κατά πόσο ευσταθούν ή όχι οι προβαλλόμενοι λόγοι ένστασης της Καθ' ης η αίτηση, καταλήγοντας παράλληλα στα ανάλογα συμπεράσματα.
  1. Η έκδοση διατάγματος Δικαστηρίου εναντίον του Καθ' ου η αίτηση Η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση επισυνάπτει ως Τεκμήριο 'Α' αντίγραφο τελικής απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με ημερομηνία έκδοσης 27.10.
  2. Το λεκτικό και το ύφος που χρησιμοποιείται μέσα από το κείμενο της εν λόγω δικαστικής απόφασης αποκαλύπτει την ενσωμάτωση σ' αυτής ενός απαγορευτικού και ενός προστακτικού διατάγματος εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. Συγκεκριμένα, η ρητή απαγόρευση στην Καθ' ης η αίτηση από του να κατακρατεί καθ' οιονδήποτε τρόπο το ακίνητο οδηγεί στην ύπαρξη απαγορευτικής φύσεως διάταγμα. Επιπλέον, η απαίτηση από την Καθ' ης η αίτηση να άρει οποιαδήποτε παράνομη κατακράτηση και/ή επέμβαση στο ακίνητο και παράλληλα η υποχρέωση της να το παραδώσει στον Αιτητή και/ή σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του παραπέμπει στη λήψη συγκεκριμένης θετικής ενέργειας από μέρους της Καθ' ης η αίτηση που είναι χαρακτηριστικό ενός προστακτικού διατάγματος. Συνεπώς, με την έκδοση της δικαστικής απόφασης στις 27.10.09 εκδόθηκαν αυτόματα και τα προαναφερόμενα διατάγματα εναντίον της Καθ' ης η αίτηση. Εξάλλου, το ότι εκδόθηκαν τα εν λόγω διατάγματα εναντίον της Καθ' ης η αίτηση προέκυψε μέσα από τη διαδικασία ως παραδεχτό γεγονός από μέρους της. Ως εκ τούτου, η πρώτη προϋπόθεση πληρείται.
  3. Η οπισθογράφηση του διατάγματος του Δικαστηρίου Από το λεκτικό των διαταγμάτων το οποίο παρατίθεται στο κείμενο τους παρατηρώ ότι στα εν λόγω διατάγματα περιλαμβάνεται η απαιτούμενη οπισθογράφηση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διάταξης 42Α Κανονισμός
  4. Πέραν αυτού, σημειώνεται ότι το θέμα της οπισθογράφησης δεν έχει αμφισβητηθεί από την Καθ' ης η αίτηση. Κατά συνέπεια, τεκμηριώνεται και αυτή η προϋπόθεση.
  5. Προσωπική επίδοση του δικαστικού διατάγματος στον Καθ' ου η αίτηση Με βάση την ένορκο δήλωση του επιδότη ημερομηνίας 30.08.11, διαπιστώνω ότι τα εν λόγω διατάγματα του Δικαστηρίου, τα οποία όπως έχω ήδη αναφέρει αποτελούν από κοινού το κείμενο της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου, επιδόθηκαν προσωπικά στην Καθ' ης η αίτηση στις 24.08.
  6. Πέραν όμως αυτού, η Καθ' ης η αίτηση παραδέχεται το γεγονός της προσωπικής επίδοσης των εν λόγω διαταγμάτων. Επομένως, χωρίς αμφιβολία, πληρείται και αυτή η προϋπόθεση αφού ικανοποιούνται οι πρόνοιες της Διάταξης 42Α Κανονισμό 2, το λεκτικό του οποίου δεν επιτρέπει ερμηνεία διαφορετική από αυτή της προσωπικής επίδοσης στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται το διάταγμα του Δικαστηρίου.
  7. Η αίτηση παρακοής να είναι δια κλήσεως και να υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση Εξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση, διαπιστώνω ότι αυτή έγινε υπό τη μορφή δια κλήσεως και συνοδεύεται από ένορκο δήλωση εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του Αιτητή ημερομηνίας 15.09.11, ικανοποιώντας έτσι τις πρόνοιες της Διάταξης 42Α Κανονισμό 3
(2). Εξάλλου, το γεγονός αυτό ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση. Συνεπώς, στοιχειοθετείται και αυτή η προϋπόθεση.
  1. Προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής στον Καθ' ου η αίτηση Από την ένορκο δήλωση του επιδότη ημερομηνίας 22.09.11, η οποία βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης, διαπιστώνω ότι η παρούσα αίτηση επιδόθηκε προσωπικά στην Καθ' ης η αίτηση στις 16.09.
  2. Με αυτό τον τρόπο τεκμηριώνεται η ανάγκη της προσωπικής επίδοσης της αίτησης παρακοής στην Καθ' ης η αίτηση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διάταξης 42Α Κανονισμό 3
(2). Εξάλλου, το γεγονός αυτό ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση. Κατά συνέπεια, πληρείται και αυτή η προϋπόθεση.
  1. Η σύνταξη του διατάγματος του Δικαστηρίου να είναι σαφής και καθαρή Όπως έχει ήδη αναφερθεί η τελική απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 27.10.09 στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αποτελείται από δύο διατάγματα με το ένα να είναι απαγορευτικής φύσεως και το άλλο να έχει προστακτικό χαρακτήρα. Ωστόσο το ένα διάταγμα συμπλέκεται με το άλλο διάταγμα. Ειδικότερα από το λεκτικό της απόφασης αυτής παρατηρώ ότι το περιεχόμενο του προστακτικού διατάγματος εξηγεί και ταυτόχρονα συμπληρώνει αυτό του απαγορευτικού διατάγματος. Το μεν ένα διάταγμα απαιτεί την ανάληψη συγκεκριμένης ενέργειας από την Καθ' ης η αίτηση μέσω της άρσης οποιασδήποτε παράνομης κατακράτησης και/ή επέμβασης στο ακίνητο με την παράδοση του στον Αιτητή και/ή σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του, με τη διεκπεραίωση της οποίας ικανοποιείται ταυτόχρονα το στοιχείο της απαγόρευσης που άπτεται της καθ' οιονδήποτε τρόπο κατακράτησης του ακινήτου που είναι το αντικείμενο του άλλου διατάγματος. Επομένως, προκύπτει ότι η συμμόρφωση στην απαγόρευση κατακράτησης του ακινήτου ικανοποιείται με την λήψη συγκεκριμένης θετικής ενέργειας από την Καθ' ης η αίτηση δια της υλοποίησης της υποχρέωσης της για παράδοση του εν λόγω ακινήτου στον Αιτητή και/ή σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος που θα πρέπει να καθορίζεται μέσα από τα διατάγματα και επί του οποίου γίνεται αναφορά στην οπισθογράφηση τους. Στην ουσία τυχόν συμμόρφωση με το προστακτικό διάταγμα αυτόματα θα επιφέρει συμμόρφωση με το απαγορευτικής φύσεως διάταγμα. Με λίγα λόγια η συμμόρφωση στο απαγορευτικό διάταγμα περνά μόνο δια μέσω της προηγηθείσας συμμόρφωσης στο διάταγμα με προστακτικό χαρακτήρα. Συνεπώς, η συμμόρφωση του απαγορευτικού διατάγματος ουσιαστικά εξαρτάται και επηρεάζεται από τη συμμόρφωση στο διάταγμα προσταχτικής φύσεως, στο οποίο εμμέσως πλην σαφώς παραπέμπει αφού εκ των πραγμάτων το ένα διάταγμα συνδέεται άμεσα με το άλλο διάταγμα. Ωστόσο μελετώντας το κείμενο των διαταγμάτων παρατηρώ ότι είναι ασαφή ως προς το χρόνο εντός του οποίου η Καθ' ης η αίτηση καλείτο να συμμορφωθεί. Είναι αδιευκρίνιστο, απροσδιόριστο και κατ' επέκταση άγνωστο πότε η Καθ' ης η αίτηση έπρεπε να συμμορφωθεί για να μην θεωρηθεί ότι διέπραξε παρακοή. Με βάση το λεκτικό της σύνταξης των δικαστικών διαταγμάτων ουδείς είναι σε θέση να προσδιορίσει αυτό το χρονικό διάστημα εντός του οποίου απαιτείτο συμμόρφωση και πέραν του οποίου θα θεμελιώνονταν οι βάσεις για επίκληση θέματος παρακοής. Ούτε το λεκτικό της σύνταξης των εν λόγω διαταγμάτων αναφέρει ρητά και κατά τρόπο σαφή ότι τέτοια συμμόρφωση από την Καθ' ης η αίτηση θα έπρεπε να είχε γίνει αμέσως με την λήξη της περιόδου αναστολής (27.10.09) ή αμέσως με την επίδοση των διαταγμάτων στην Καθ' ης η αίτηση (24.08.11), χωρίς βέβαια να αποκλείεται ότι και η διατύπωση της λέξης 'αμέσως' θα ικανοποιούσε αυτόματα και αβασάνιστα το στοιχείο της σαφήνειας του ύψους της χρονικής προθεσμίας, εντός της οποίας θα έπρεπε να υπήρχε συμμόρφωση, που θα πρέπει να χαρακτηρίζει ένα δικαστικό διάταγμα προστακτικής φύσεως επί του οποίου προβάλλεται ισχυρισμός για παρακοή. Η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Αιτητή ότι η Καθ' ης η αίτηση όφειλε να συμμορφωθεί με τη λήξη της αναστολής δεν διορθώνει την ασάφεια που παρατηρείται ως προς τον προσδιορισμό της χρονικής προθεσμίας για συμμόρφωση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος αβάσιμα θεωρεί ως δεδομένο ότι ο χρόνος συμμόρφωσης δεν είναι προγενέστερος της ημερομηνίας επίδοσης των διαταγμάτων οπότε σε αντίθετη περίπτωση θα ερχόταν σε αντίθεση με την νομική αρχή ότι το διάταγμα επιδίδεται πριν από τη λήξη της χρονικής περιόδου εντός της οποίας η Καθ' ης η αίτηση είχε διαταχθεί στο να άρει οποιαδήποτε παράνομη κατακράτηση και/ή επέμβαση του ακινήτου παραδίδοντας το στον Αιτητή και/ή σε οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του. Την ίδια στιγμή ο εν λόγω συνήγορος λαμβάνει επίσης ως δεδομένο ότι ο χρόνος συμμόρφωσης έληξε μετά την επίδοση των δικαστικών διαταγμάτων στην Καθ' ης η αίτηση και μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης (15.09.11), πράγμα που δεν δικαιολογείται από το περιεχόμενο των δικαστικών διαταγμάτων. Γιατί να πρέπει να θεωρήσουμε ότι η χρονική προθεσμία εντός της οποίας η Καθ' ης η αίτηση θα πρέπει να συμμορφωθεί έχει λήξει; Γιατί να πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να ισχύει το αντίθετο; Εφόσον το λεκτικό της σύνταξης των διαταγμάτων δεν διευκρινίζει μέχρι πότε η Καθ' ης η αίτηση θα έπρεπε να είχε συμμορφωθεί τέτοια σύνταξη πάσχει από ασάφεια με αποτέλεσμα να μην μπορεί νομικά να θεμελιωθεί η ύπαρξη παρακοής των διαταγμάτων από την Καθ' ης η αίτηση. Υπό αυτές τις περιστάσεις απουσιάζει το στοιχείο του αποτελέσματος παρακοής των διαταγμάτων αυτών από την Καθ' ης η αίτηση.
  2. Η ηθελημένη ανυπακοή του Καθ' ου η αίτηση με το διάταγμα του Δικαστηρίου Η μη ύπαρξη παρακοής των δικαστικών διαταγμάτων από την Καθ' ης η αίτηση ως πραγματικό γεγονός καθιστά εκ των πραγμάτων αδύνατη την στοιχειοθέτηση αυτής της προϋπόθεσης. Το δε στοιχείο της πρόθεσης για καταστρατήγηση είναι άνευ σημασίας ένεκα της απουσίας αποτελέσματος ανυπακοής αφ' εαυτού, πράγμα που συμπαρασύρει σε αποτυχία και την παρούσα προϋπόθεση. Εξετάζοντας τώρα τους λόγους ένστασης της Καθ' ης η αίτησης στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, κρίνω ότι ο πρώτος λόγος δεν έχει προοπτική επιτυχίας. Η εκδοχή της Καθ' ης η αίτησης περί μη κατοχής, χρήσης και εκμετάλλευσης του ακινήτου και ότι είναι η αδελφή της που έχει τα κλειδιά και διαμένει σ' αυτό έχει απορριφθεί ως αναξιόπιστη. Αντίθετα αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Καθ' ης η αίτηση κατέχει το εν λόγω ακίνητο. Την ίδια κατάληξη με τον πρώτο λόγο έχει και ο δεύτερος λόγος ένστασης καθότι η υποχρέωση συμμόρφωσης σε δικαστικά διατάγματα άπτεται των θεμελίων και του κύρους της δικαιοσύνης αλλά και του απαιτούμενου σεβασμού στο θεσμό του δικαστηρίου, η δε δικαιοδοσία των δικαστηρίων για τιμωρία και πειθαναγκασμό του παραβάτη σε υπακοή σε περίπτωση που ευθύνεται για παρακοή δικαστικού διατάγματος που είναι επιβλητό (enforceable) αντλείται μέσα από τις διατάξεις του άρθρου 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60μετά των συναφών τροποποιήσεων. Όσον αφορά όμως τον τρίτο λόγο ένστασης αυτός επιτυγχάνει ένεκα της αποτυχίας του Αιτητή να αποδείξει την έκτη και έβδομη προϋπόθεση στη βάση των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Με γνώμονα ότι στην περίπτωση, όπως στην παρούσα, όπου διακυβεύεται η ελευθερία της Καθ' ης αίτηση οι δικονομικές διατάξεις, κανόνες και νομικές αρχές που ρυθμίζουν τη διαδικασία θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά, σχολαστικά και κατά γράμμα και από τη στιγμή που δεν πληρείται η προϋπόθεση της σαφής και καθαρής σύνταξης των διαταγμάτων αφού εντοπίζεται ασάφεια στο λεκτικό της σύνταξης των εν λόγω δικαστικών διαταγμάτων ως προς το θέμα του χρόνου συμμόρφωσης, σε συνδυασμό με την μη εκπλήρωση της προϋπόθεσης για ηθελημένη παρακοή των δικαστικών διαταγμάτων από την Καθ' ης η αίτηση, η παρούσα αίτηση δεν μπορεί παρά να αποτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Σε σχέση με τα έξοδα που προέκυψαν δεν βλέπω το λόγο γιατί να υπάρξει παρέκκλιση από το γενικό κανόνα που είναι να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτησης και εναντίον του Αιτητή. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/Αίτηση για παρακοή δικαστικού διατάγματος/Τελική Απόφαση [1] Το νομικό σύγγραμμα 'Το Δίκαιο της Απόδειξης' του κ. Τάκη Ηλιάδη, σελίδες 24 και 215, Bauer v. Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325, Λάρκου v. Παναγή
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 447 και Ζαμπάς v. A & G Tsiarkezos Constructions Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 820 [2] Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256 [3] Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 320 [4] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.