← Κύπρος

Εις πτώχευση: Γεώργιος Εργατίδης, Ειδοποίηση Πτώχευσης: 498/2012, 7/12/2012

Εις πτώχευση: Γεώργιος Εργατίδης, Ειδοποίηση Πτώχευσης: 498/2012, 7/12/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2012:A143 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Κ. Βλάμη, Ε.Δ. Ειδοποίηση Πτώχευσης: 498/2012 Εις πτώχευση: Γεώργιος Εργατίδης, Αρ. Δ.Τ. 554692, οδός Θεσσαλονίκης αρ.74, 3025 Λεμεσός EX-PARTE: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED, ΕΚ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Αίτηση ημερομηνίας 20.06.12 για παραμερισμό και/ή ακύρωση ειδοποίησης πτώχευσης Ημερομηνία: 07.12.12 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κος Μ. Ιωάννου (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα. Α. Ιωάννου) Για Καθ' ων η αίτηση: κα Μαρκουλλή για κ.κ. Κ.Κ. Σαβεριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 12.06.12 η Hellenic Bank Public Company Limited (στα πλαίσια της παρούσας αίτησης οι 'Καθ' ων η αίτηση') ως πιστωτές καταχώρησαν μονομερή αίτηση και εξασφάλισαν την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης, την οποία και επέδωσαν στον Γεώργιο Εργατίδη (στα πλαίσια της παρούσας αίτησης ο 'Αιτητής') ζητώντας την πληρωμή του ποσού των €16.788,54 πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί του ποσού των €13.653,20 από 22.05.12 μέχρι τελείας εξοφλήσεως πλέον έξοδα, που υπολείπεται ως οφειλόμενο από το εξ' αποφάσεως χρέος μετά την πληρωμή του ποσού των €22.005,30 σε σχέση με την αγωγή υπ' αριθμό 4290/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η αίτηση Στις 20.06.12 ο Αιτητής καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση διατάγματος που θα παραμερίζει και/ή ακυρώνει την υπό τον άνω αριθμό ειδοποίηση πτώχευσης, οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις καθώς και όλα τα έξοδα που προκύπτουν μέσα από τη διαδικασία αυτή. Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στα άρθρα 3, 5, 6, 7, 9, 10, 11, 27, 80, 87, 90, 92, 93 και 108 του Περί Πτωχεύσεων Νόμου Κεφ.5, στους Κανονισμούς 2, 3, 4, 7, 8, 16, 17, 38, 39, 40, 41, 42, 71, 72, 92, 98 και 188 των Περί Πτωχεύσεων Κανονισμών, στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση αυτή και που σύμφωνα με τον Αιτητή δικαιολογούν την έγκριση της περιέχονται σε ένορκο δήλωση ημερομηνίας 20.06.12 του Αιτητή και συνοψίζονται ως εξής: · Γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης αλλά για όσα από τα γεγονότα δεν έχει προσωπική γνώση έλαβε προσωπική συμβουλή από το δικηγόρο του. · Η δικαστική απόφαση ημερομηνίας 21.03.06 στην αγωγή υπ' αριθμό 4290/2005 δεν ανανεώθηκε και δεν του επιδόθηκε για να μπορέσει να προωθήσει τις θέσεις του στο θέμα αυτό. · Η υπόθεση αφορούσε δάνειο ποδοσφαιρικού σωματείου στο οποίο ήταν έφορος ποδοσφαιρικού τμήματος. Ενδιαφέρθηκε να πληροφορηθεί για την τύχη της υπόθεσης και πληροφορήθηκε ότι η οφειλή εξοφλήθηκε από το εν λόγω ποδοσφαιρικό σωματείο και από τους υπόλοιπους εναγομένους με τους οποίους ο Αιτητής επικοινώνησε και του το επιβεβαίωσαν με αποτέλεσμα η ειδοποίηση πτώχευσης κακώς να έχει καταχωρηθεί. · Ο Αιτητής δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό του στην προαναφερόμενη αγωγή επειδή όταν επισκέφτηκε το γραφείο του εν λόγω ποδοσφαιρικού σωματείου του ανάφεραν ότι εξόφλησαν τους Καθ' ων η αίτηση και ότι θα σταματούσαν την υπόθεση εναντίον του αλλά αντί αυτού οι Καθ' ων η αίτηση προχώρησαν στην έκδοση δικαστικής απόφασης και διαδικασία πτώχευσης. · Η διαδικασία πτώχευσης γίνεται καθυστερημένα διότι ενώ η δικαστική απόφαση εκδόθηκε στις 21.03.06 η πρώτη φορά που ο Αιτητής ενοχλήθηκε για την υπόθεση αυτή ήταν όταν του επιδόθηκε η ειδοποίηση πτώχευσης. · Αν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό η οφειλή δεν προέρχεται από τον Αιτητή αλλά από το ποδοσφαιρικό σωματείο προς το οποίο οι Καθ' ων η αίτηση παρείχαν τραπεζικές διευκολύνσεις και ο Αιτητής υπό την ιδιότητα του ως έφορος και μέλος του συμβουλίου έθετε την υπογραφή του. · Οι Καθ' ων η αίτηση είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές με την κατάθεση εμπράγματου βάρους (memo) Ε.Β. 2035/06 επί της ακίνητης περιουσίας του Αιτητή. · Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρηση αίτηση για ανανέωση του εμπράγματου βάρους (memo) Ε.Β. 2035/06 επτά ημέρες πριν την καταχώρηση της ειδοποίησης πτώχευσης κάτι το οποίο απέκρυψαν από το Δικαστήριο. Αντίγραφο της εν λόγω αίτησης επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 'Α' στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του Αιτητή. · Η παρούσα διαδικασία είναι εκβιαστική και καταπιεστική αφού έγινε μετά πάροδο έξι ετών και χωρίς οι Καθ' ων η αίτηση να δίνουν οποιαδήποτε δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή. · Με βάση τα πιο πάνω η παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. · Δεν είναι δίκαιο να εκδοθεί εναντίον του Αιτητή η ειδοποίηση πτώχευσης τη στιγμή που δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Καθ' ων η αίτηση διότι θα βρεθεί πτωχευμένος χωρίς να χρωστάει. Η ένσταση Στις 10.09.12 οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση επί των ακόλουθων λόγων:

  1. Η αίτηση για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη, αντικανονική και κατά παράβαση των Πτωχευτικών Θεσμών για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης.
  2. Η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης είναι νομότυπη και έγκυρη σύμφωνα με τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο και τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς.
  3. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν νομότυπα την παρούσα αίτηση και όχι καταχρηστικά όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής. Η ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 2-7, 9, 10, 11, 27, 80, 87, 90, 92, 93 και 108 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5, στους Κανονισμούς 2, 3, 4, 7, 8, 16, 17, 18, 38-43, 71, 72, 92, 98 και 188 των Περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικούς Κανονισμούς, στη Διάταξη 48 Κανονισμοί 1-4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του κυρίου Χριστάκη Τσίγκη ημερομηνίας 10.09.12, της οποίας τα γεγονότα περιληπτικά είναι τα πιο κάτω: - Ο ενόρκως δηλών είναι στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση, γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως εμπίπτοντα στον κύκλο των εργασιών του καθώς και κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση αναφορικά με τη νομική πτυχή της υπό κρίσης αίτησης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση. - 'Έχει διαβάσει το περιεχόμενο της αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης ημερομηνίας 12.06.12 και συμφωνεί πλήρως με αυτό, το υιοθετεί δε στην παρούσα ένορκο δήλωση. - Εξ' όσων πολύ καλά γνωρίζει και πιστεύει και εξ' όσων τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι των Καθ' ων η αίτηση, η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη, αντικανονική και κατά παράβαση των Πτωχευτικών Θεσμών για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης. - Ο ενόρκως δηλών αρνείται όλους μαζί και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς του Αιτητή που αναφέρονται στην ένορκο δήλωση του ως ανυπόστατους και αναληθείς. - Περαιτέρω, εξ' όσων έχει πληροφορηθεί από τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση η εν λόγω ειδοποίηση πτώχευσης η οποία καταχωρήθηκε στις 12.06.12 πληρεί όλες τις προϋποθέσεις που καθορίζονται από τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο και τους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς και δεν έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά. - Εξ' όσων ο ενόρκως πολύ καλά γνωρίζει και πληροφορείται από τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση τις 10.10.06 καταχωρήθηκε το ένταλμα κινητών με αρ. 132999 εναντίον του εξ' αποφάσεως οφειλέτη/Αιτητή το οποίο στις 03.01.07 επιστράφηκε ανεκτέλεστο λόγω του ότι στερείτο κινητής περιουσίας. Επίσης, στις 08.09.09 καταχωρήθηκε δεύτερο ένταλμα κινητών με αρ. 013319 το οποίο επίσης επιστράφηκε ανεκτέλεστο στις 12.10.09 για τους ίδιους λόγους. - Η δικαστική απόφαση ημερομηνίας 21.03.06 δεν χρήζει ανανέωσης σύμφωνα με την τροποποίηση του Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ.1) Διαδικαστικός Κανονισμός του
  4. - Εξ' όσων ο ενόρκως πολύ καλά γνωρίζει έχουν καταχωρηθεί εμπράγματα βάρη (memo) από τους εξ' αποφάσεως πιστωτές/Καθ' ων η αίτηση με αρ. ΕΒ 2035/2006, ΕΒ 1054/2008 και ΕΒ 1494/
  5. Η μη αναφορά των εμπραγμάτων βαρών στην αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης δεν είναι απαραίτητη αφού δεν προβλέπεται από τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο και τους Περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς και η αναφορά των εξασφαλίσεων αυτών θα γίνει σε περίπτωση καταχώρησης αίτησης πτώχευσης. - Όπως ο ενόρκως δηλών αληθώς πιστεύει και τον πληροφορούν οι δικηγόροι που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση η ειδοποίηση πτώχευσης δεν θα πρέπει να ακυρωθεί. - Η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος του Αιτητή. Ακροαματική διαδικασία Η υπό κρίση αίτηση τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον μου στις 12.09.12 και αμέσως προωθήθηκε η εκδίκαση της, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 12.10.
  6. Κατά την ακρόαση της υπό κρίσης αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων και ισχυρισμών τους, χωρίς έτσι να ασκήσουν το δικαίωμα που τους παρέχεται δυνάμει της Διάταξης 39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα. Όπως έχει εξηγηθεί μέσα από τη νομολογία με βάση την τροποποίηση της Διάταξης 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η ακρόαση μιας ενδιάμεσης αίτησης, στην κατηγορία της οποίας εντάσσεται και η παρούσα αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης, διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του. Οι εκδοχές των μερών προσδιορίζονται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και η όποια αμφισβήτηση τους εκδηλώνεται είτε μέσα από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως, είτε με την καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως αφού όμως πρώτα εξασφαλιστεί η άδεια του Δικαστηρίου, είτε με την άσκηση του δικαιώματος αντεξέτασης ενόρκως δηλούντα. Δεν τίθεται θέμα απόδειξης γεγονότων για τα οποία δεν υπάρχει υποχρέωση απόδειξης. Η δε όμως απόδειξη γεγονότων που αμφισβητούνται πραγματοποιείται με την προσκόμιση μαρτυρίας από το διάδικο που επικαλέστηκε το αμφισβητούμενο γεγονός και έχει έτσι το βάρος απόδειξης του (βλέπε Διάταξη 48 Κανονισμός 4

(2), Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1377, Λευκίδου v. Κανναουρίδη
(1999)1Α Α.Α.Δ. 528 και Κκουφού v. Κκουφού
(1996)1Α Α.Α.Δ. 104). Έχοντας υπόψη μου το προαναφερόμενο νομικό πλαίσιο θεωρώ ότι οι κατηγορηματικοί ισχυρισμοί του Αιτητή περί μη γνώσης των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης από τον ενόρκως δηλούντα στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, όπως αυτοί τέθηκαν για πρώτη φορά στο στάδιο της αγόρευσης του συνηγόρου του καθώς επίσης και το ότι ο Αιτητής μετέβηκε στην τράπεζα ζητώντας να του δοθεί σχετική οικονομική κατάσταση χωρίς όμως να εισακουστεί από τους αρμοδίους υπαλλήλους των καθ' ων η αίτηση, δεν μπορούν να εξεταστούν επειδή δεν έχουν αναφερθεί προγενέστερα υπό τη μορφή αμφισβήτησης θέσεων του ενόρκως δηλούντα των Καθ' ων η αίτηση μ' ένα από τους προαναφερόμενους τρόπους. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω ισχυρισμοί, με τον τρόπο και κατά το χρόνο που εγέρθηκαν, δεν αποτελούν αμφισβήτηση επί γεγονότων που αναφέρονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά ούτε και αφορούν γεγονότα για τα οποία υπήρχε υποχρέωση απόδειξης τους από μέρους των Καθ' ων η αίτηση. Πέραν των πιο πάνω, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή στη νομική επιχειρηματολογία του πρόταξε διάφορους άλλους λόγους που κατά την γνώμη του η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να γίνει αποδεχτή. Συγκεκριμένα, ο εν λόγω συνήγορος σημείωσε ότι μέσα από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά και δεν δίνονται λεπτομέρειες παράβασης, κάτι που θα έπρεπε να είχε γίνει. Επίσης, ο κύριος Ιωάννου ανάφερε ότι σύμφωνα με τη Διάταξη 39 Κανονισμό 2 ο ενόρκως δηλών των Καθ' ων η αίτηση θα έπρεπε να είχε αποκαλύψει την πηγή γνώσης του, πράγμα που δεν έπραξε. Ούτε κατά την άποψη του εν λόγω συνηγόρου ο ενόρκως δηλών των Καθ' ων η αίτηση είχε δικαίωμα να υιοθετήσει το περιεχόμενο της αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης αλλά να εξιστορήσει τα γεγονότα που περιέχονται σ' αυτή. Είναι ακόμη η νομική θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Αιτητή ότι οι Καθ' ων η αίτηση είχαν υποχρέωση μέσα από το σώμα της αίτησης για ειδοποίηση πτώχευσης να αποκαλύψουν ότι ήταν εξασφαλισμένοι πιστωτές μετά την καταχώρηση εμπράγματου βάρους στην ακίνητη περιουσία του Αιτητή (memo) και προς στήριξη της εν λόγω θέσης του παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Παπαδόπουλος v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1716 και στην Αίτηση Αρ. 361/05 Τάκης Πλάτωνος ημερομηνίας 30.09.08 αλλά και στις διατάξεις του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5 και Περί Μεταβίβασης και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμος του 1965 Ν.9/65αντίστοιχα. Είναι ακόμη η νομική θέση του κυρίου Ιωάννου ότι οι Καθ' ων η αίτηση προτού καταχωρήσουν την αίτηση για ειδοποίηση πτώχευσης θα έπρεπε να είχαν αποταθεί με αίτηση στο Δικαστήριο και να εξασφαλίσουν την άδεια του για εκτέλεση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην αγωγή υπ' αριθμό 4290/2005 ημερομηνίας 21.03.06 λόγω παρέλευσης έξι ετών αφού δεν καλυπτόταν από την πρόσφατη τροποποίηση, πράγμα που παρέλειψαν να πράξουν. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή ευσεβάστως εισηγήθηκε πως από τη στιγμή που ο Αιτητής αναφέρει μέσα από την ένορκο δήλωση του που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ότι η πιο πάνω δικαστική απόφαση εξοφλήθηκε οι Καθ' ων η αίτηση θα έπρεπε να είχαν θέσει στο Δικαστήριο οικονομική κατάσταση από το αρχείο τους με την οποία να αποδείξουν την αντίθετη τοποθέτηση τους. Επιπλέον, ο κύριος Ιωάννου ευσεβάστως υπέβαλε πως με την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης αναδύθηκε μία εκβιαστική και καταχρηστική διαδικασία εις βάρος του πελάτη του και προς στήριξη της εν λόγω νομικής θέσης του παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση London Clubs Ltd κ.α. v. Παπαδόπουλου
(2002)1Γ Α.Α.Δ.
  1. Αντίθετα η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση θεωρεί πως η υπό κρίση αίτηση είναι αστήριχτη και αβάσιμη και δεν καταδεικνύει ουσιαστικό λόγο που να δικαιολογεί την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης. Όπως η εν λόγω συνήγορος υποστήριξε από τη στιγμή που το βάρος απόδειξης της υπό κρίσης αίτησης το φέρει η πλευρά του Αιτητή η αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Ειδικότερα, η κυρία Μαρκουλλή ευσεβάστως υπέβαλε ότι ο ενόρκως δηλών των Καθ' ων η αίτηση αποκάλυψε ότι η γνώση του περί των γεγονότων της υπόθεσης οφείλεται σε τέτοια γεγονότα που εμπίπτουν στον κύκλο εργασιών του καθώς και κατόπιν συμβουλής και πληροφόρησης που έτυχε από τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω, η εν λόγω συνήγορος επισήμανε ότι ο ενόρκως δηλών στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση δεν περιορίστηκε στο να υιοθετήσει το περιεχόμενο της αίτησης για έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης αλλά επιπρόσθετα συμφώνησε μ' αυτό. Επίσης, η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι η προαναφερόμενη δικαστική απόφαση δεν χρήζει ανανέωσης επειδή όταν τέθηκε σε ισχύ ο σχετικός τροποποιητικός κανονισμός δεν είχε λήξει ο χρόνος εκτέλεσης της. Σε σχέση με την μη αποκάλυψη των εμπράγματων βαρών στην ακίνητη περιουσία του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση (memo) η εν λόγω συνήγορος σημείωσε πως στο παρόν στάδιο κάτι τέτοιο δεν απαιτείτο και προς υποστήριξη της νομικής θέσης της αυτής επικαλέστηκε την υπόθεση Αλωνεύτης v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολιτική Έφεση 315/2005, ημερομηνίας 29.03.
  2. Όσον αφορά δε τον ισχυρισμό του Αιτητή περί εξόφλησης της δικαστικής απόφασης, η κυρία Μαρκουλλή ευσεβάστως εισηγήθηκε ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο που να τον αποδεικνύει. Επιπλέον, είναι η νομική θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των Καθ' ων η αίτηση ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή περί μη ενόχλησης του σε σχέση με την υποχρέωση του για συμμόρφωση με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση καταρρίπτεται καθότι στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση γίνεται αναφορά για τη διεξαγωγή δύο ενταλμάτων είσπραξης κινητής περιουσίας το 2007 και 2009 προς ικανοποίηση του εξ' αποφάσεως χρέους τα οποία επιστράφηκαν ανεκτέλεστα επειδή ο Αιτητής στερείτο κινητή περιουσία. Περαιτέρω, η κυρία Μαρκουλλή απορρίπτει τον ισχυρισμό του Αιτητή περί καταπιεστικής και εκδικητικής διαδικασίας καθότι όπως ισχυρίστηκε δεν αποδείχτηκε ποια είναι η κατάχρηση προς το πρόσωπο του Αιτητή και επ' αυτού παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Πετράκης v. Κίμωνος
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1331. Νομική Πτυχή Με βάση το άρθρο 3
(1)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5 μετά των συναφών τροποποιήσεων, ένας χρεώστης διαπράττει πράξη πτώχευσης σε κάθε μια από τις περιπτώσεις που περιγράφονται στις παραγράφους του άρθρου αυτού. Μία από αυτές τις περιπτώσεις καθορίζεται στο άρθρο 3
(1)(ζ) του Κεφ.5 όπου πιστωτής εξασφαλίζει εναντίον χρεώστη τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό και ενώ δεν αναστάληκε η εκτέλεση της απόφασης ή του διατάγματος επέδωσε σ' αυτόν στην Κύπρο ή αλλού με άδεια του Δικαστηρίου ειδοποίηση πτώχευσης βάσει του νόμου αυτού και μέσα σε επτά ημέρες μετά την επίδοση της ειδοποίησης σ' αυτόν, σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται στην Κύπρο και σε περίπτωση που η επίδοση γίνεται αλλού μέσα στον καθορισμένο από το διάταγμα που παρέχει την άδεια για επίδοση χρόνο, ο χρεώστης είτε συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε ικανοποιεί ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ' αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή στην διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα. Ενδιαφέρον ακόμη παρουσιάζει το δεύτερο σκέλος της παραγράφου (ζ) του άρθρου 3
(1)του Κεφ.5 όπου μέσα από αυτή παρέχεται η έννοια του πιστωτή. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του πιο πάνω μέρους, πιστωτής που εξασφάλισε τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα θα θεωρείται για σκοπούς του εν λόγω άρθρου οποιοδήποτε πρόσωπο που κατά τον εκάστοτε χρόνο νομιμοποιείται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα. Επομένως, από το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ.5 προκύπτει σαφώς, ανάμεσα σ' άλλα, ότι για να είναι δυνατή και έγκυρη η προώθηση διαδικασίας ειδοποίησης πτώχευσης θα πρέπει να εδράζεται σε διάπραξη πράξης πτώχευσης που σχετίζεται με την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης ή τελικού διατάγματος των οποίων η εκτέλεση δεν έχει ανασταλεί ενώ παράλληλα ο πιστωτής κατά τον ουσιώδη χρόνο νομιμοποιείται στην εκτέλεση τους. Επίσης, από το λεκτικό του εν λόγω άρθρου της ιδίας νομοθεσίας διαπιστώνεται ότι ο χρεώστης είτε θα πρέπει να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης είτε θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ' αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή στην διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα. Η διαδικασία της ειδοποίησης πτώχευσης ρυθμίζεται από το Μέρος III των Πτωχευτικών Κανονισμών και ειδικότερα από τους Κανονισμούς 38 μέχρι 43. Από αυτούς χρήζει αναφοράς ο Κανονισμός 40 όπου το εδάφιο
(1)αυτού επισημαίνει ότι κάθε ειδοποίηση πτώχευσης θα πρέπει να οπισθογραφείται με το όνομα του δικηγόρου που πραγματικά ενάγει ή αν δεν διορίστηκε δικηγόρος με σημείωση ότι ενάχθηκε από τον πιστωτή προσωπικά. Τέτοια ειδοποίηση θα οπισθογραφείται επίσης με διεύθυνση μέσα στην πόλη στην οποία βρίσκεται το πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου στην οποία μπορούν να αφήνονται ειδοποιήσεις στον πιστωτή. Με το δε εδάφιο
(2)του ιδίου κανονισμού τονίζεται ότι θα πρέπει επίσης να οπισθογραφείται ένδειξη στον οφειλέτη ότι αν έχει ανταξίωση, συμψηφισμό ή ανταγωγή η οποία ισοδυναμεί ή υπερβαίνει το ποσό της εξ' αποφάσεως οφειλής ή ποσό που διατάχθηκε να πληρωθεί και το οποίο δεν μπορούσε να προβληθεί στην αγωγή ή στη διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα, πρέπει αυτός μέσα στο χρόνο που καθορίζεται στην ειδοποίηση και που με βάση το εδάφιο
(3)του εν λόγω κανονισμού καθορίζεται σε τρεις ημέρες μετά την επίδοση να καταχωρήσει στον πρωτοκολλητή ένορκο δήλωση προς το σκοπό αυτό. Τέτοια ένορκος δήλωση λειτουργεί, με βάση τον Κανονισμό 41 των Πτωχευτικών Κανονισμών, ως αίτηση για ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης και θα οπισθογραφείται με διεύθυνση μέσα στην πόλη στην οποία μπορούν να αφήνονται ειδοποιήσεις στον οφειλέτη από τον πρωτοκολλητή. Με την πιο πάνω ένορκο δήλωση ο οφειλέτης δεν μπορεί να εγείρει οποιοδήποτε άλλο θέμα πέραν αυτών που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Λάρκος ν. Κατσιαρή
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1694, In Re Costas Luca
(1986)2 J.S.C. 365 και Λαϊκή Τράπεζα Λτδ v. Δημητρίου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 425. Το βάρος απόδειξης τέτοιων ισχυρισμών βρίσκεται αποκλειστικά στους ώμους του οφειλέτη. Η διαπίστωση αυτή προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ.5 όπου ο χρεώστης καλείται να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία εξισώνεται ή υπερβαίνει το ποσό του εξ' αποφάσεως χρέους ή το ποσό που διατάχτηκε να πληρωθεί, και την οποία δεν ήταν δυνατό να προβάλει στην αγωγή ή στην διαδικασία στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση ή το διάταγμα (βλέπε Re Ντίνος Ασπρής
(1988)1 J.S.C. 93). Απλοί ισχυρισμοί για μια οποιαδήποτε ανταπαίτηση, συμψηφισμό ή ανταγωγή δεν αρκούν (βλέπε In Re Debtor
(1958)2 Ch. 81). Στην υπόθεση Λαϊκή Τράπεζα Λτδ v. Δημητρίου
(2008)1Α Α.Α.Δ. 425 υποδείχτηκε πως τυχόν άλλοι λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης, εκτός από αυτούς που αναφέρονται στον Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών, όπως παρατυπία στην έκδοση ή κακή επίδοση της ειδοποίησης, ως επίσης ισχυρισμοί για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, μπορούν ασφαλώς να προβληθούν, στην περίπτωση όμως αυτή η ορθή διαδικασία είναι η καταχώρηση ξεχωριστής αίτησης και όχι η επιδίωξη ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης με την ένορκη δήλωση που προβλέπεται στον Κανονισμό 40
(2)των Πτωχευτικών Κανονισμών. Τέτοια αίτηση γίνεται κάτω από τον μανδύα του Κανονισμού 16 των Πτωχευτικών Κανονισμών. Στις περιπτώσεις μάλιστα αυτές, ως έχει νομολογηθεί, δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για την ένορκη δήλωση του Κανονισμού 40 που ενεργεί ως μέτρο ακύρωσης της ειδοποίησης πτώχευσης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις In Re Costas Luca
(1986)2 J.S.C. 365 και Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 788 καθώς επίσης και τα αγγλικά νομικά συγγράμματα των O. Griffiths: The Law Relating to Bankruptcy, 8η έκδοση, σελ. 14-15 και Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 38. Όπως ισχύει σε κάθε ενδιάμεση αίτηση έτσι και στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης που υπέχει την ιδιότητα του αιτητή οφείλει να αποδείξει κάθε ισχυρισμό του. Εκεί δε που με την ένσταση του ο πιστωτής που υπέχει την ιδιότητα του καθ' ου η αίτηση αμφισβητεί οποιαδήποτε θέση του οφειλέτη τότε ο τελευταίος οφείλει να το αποδείξει προσκομίζοντας ανάλογη μαρτυρία και αποδειχτικά στοιχεία. Αυτό προκύπτει από την συνδυασμένη ερμηνεία του Κανονισμού 188 των Πτωχευτικών Κανονισμών και της Διάταξης 48 Κανονισμός 4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς επίσης από τις υποθέσεις Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1377, Λευκίδου v. Κανναουρίδη
(1999)1Α Α.Α.Δ. 528 και Κκουφού v. Κκουφού
(1996)1Α Α.Α.Δ. 104. Είναι ακόμη νομολογιακά γνωστό ότι η διαδικασία πτώχευσης δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης και ούτε προϋποθέτει τη λήψη μέτρων εκτέλεσης πριν την κινητοποίηση της αλλά είναι μια sui generis διαδικασία, η οποία μάλιστα χαρακτηρίζεται ως οιωνεί ποινικού χαρακτήρα (βλέπε το αγγλικό νομικό σύγγραμμα Williams on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 1). Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1962 (The Annual Practice 1962) σελίδα 1020 κάτω από τον τίτλο "Execution to issue within six years" και υπότιτλο "Bankruptcy Notice.- Although the issue of a bankruptcy notice is not 'execution', in practice the Bankruptcy Court requires the fiat of a Master (Q.B.D.) before a notice will issue founded on a judgment more than six years old." Σχετικές επίσης είναι οι υποθέσεις Αρέστη v. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1258 και London Clubs v. Παπαδόπουλου
(2002)1 Α.Α.Δ. 1699. Επιπλέον, στην υπόθεση Οικονομίδης v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1Γ 1255 επισημάνθηκε ότι οι μέθοδοι εκτέλεσης προδιαγράφονται από το άρθρο 14 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 το οποίο δεν περιλαμβάνει τη διαδικασία πτώχευσης. Αξιολόγηση εκδοχών, λόγων ένστασης και συμπεράσματα Δικαστηρίου Καθοδηγούμενος από το πιο πάνω νομικό πλαίσιο στρέφομαι να εξετάσω την υπό κρίση αίτηση, η οποία εμπίπτει κάτω από τον Κανονισμό 16 των Πτωχευτικών Κανονισμών. Από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του προκύπτει ότι ο Αιτητής επικαλείται τους ακόλουθους λόγους για να δικαιολογήσει τη θέση του για παραμερισμό και/ή ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης που εκδόθηκε στις 12.06.12 μετά από μονομερή αίτηση των Καθ' ων η αίτηση ιδίας ημερομηνίας:
  1. Οι Καθ' ων η αίτηση απέκρυψαν από το Δικαστήριο το γεγονός ότι είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στις 21.03.06 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην αγωγή υπ' αριθμό 4290/2005 ως εμπράγματο βάρος (memo) σε ακίνητη περιουσία του Αιτητή, το οποίο και ανανεώθηκε 7 ημέρες πριν από την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης.
  2. Η πιο πάνω δικαστική απόφαση δεν ανανεώθηκε λόγω παρέλευσης 6 ετών.
  3. Το ποσό της δικαστικής απόφασης έχει εξοφληθεί.
  4. Αν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό αυτό δεν οφείλεται από τον Αιτητή αλλά από το ποδοσφαιρικό σωματείο Α.Ε.Λ.
  5. Επειδή ο Αιτητής πληροφορήθηκε ότι είχαν εξοφληθεί οι οικονομικές εκκρεμότητες του ποδοσφαιρικού σωματείου Α.Ε.Λ. προς τους Καθ' ων η αίτηση, στη βάση των οποίων εκδόθηκε η πιο πάνω δικαστική απόφαση, ο ίδιος δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό του στην αγωγή υπ' αριθμό 4290/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού από την οποία πηγάζει η εν λόγω δικαστική απόφαση.
  6. Η διαδικασία πτώχευσης εγέρθηκε καθυστερημένα.
  7. Η παρούσα διαδικασία είναι εκβιαστική, καταπιεστική και καταχρηστική. Περαιτέρω, μέσα από η νομική επιχειρηματολογία του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή ισχυρίζεται, εμμέσως πλην σαφώς, ότι η ένορκος δήλωση του κυρίου Χριστάκη Τσίγκη που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο επειδή: (α) Σ' αυτή δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά και δεν δίνονται λεπτομέρειες παράβασης. (β) Δεν αποκαλύπτεται η πηγή γνώσης του ενόρκως δηλούντα στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. (γ) Ο ενόρκως δηλών στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν είχε δικαίωμα να υιοθετήσει το περιεχόμενο της αίτησης για έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης αλλά έπρεπε να είχε περιγράψει τα γεγονότα που περιέχονται σ' αυτή. Θα ξεκινήσω από την εξέταση των ισχυρισμών του ευπαιδεύτου συνηγόρου περί αγνόησης της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση. Αναφορικά με τη θέση ότι στην ένορκο δήλωση των Καθ' ων η αίτηση δεν γίνεται συγκεκριμένη αναφορά και δεν δίνονται λεπτομέρειες παράβασης, δεν διαπιστώνω οτιδήποτε το επιλήψιμο. Αντίθετα, μέσα από το περιεχόμενο της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως παρέχονται οι τοποθετήσεις των Καθ' ων η αίτηση εις απάντηση αυτών του Αιτητή. Ως εκ τούτου, η θέση αυτή του συνηγόρου του Αιτητή απορρίπτεται ως ανυπόστατη. Σε σχέση με τη θέση ότι ο ενόρκως δηλών στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του επί των γεγονότων που περιέχονται σ' αυτή, κρίνω ότι δεν ευσταθεί. Οι παράγραφοι 1, 3, 5, 6, 8 και 9 της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως καταρρίπτουν τη θέση αυτή του συνηγόρου του Αιτητή. Ειδικότερα, ο ενόρκως δηλών αναφέρει κατά τρόπο σαφή και κατηγορηματικό ότι είναι ενήμερος των γεγονότων που περιγράφονται στην ένορκο δήλωση του τόσο από προσωπική γνώση που απέκτησε μέσα από την παρουσία του στην υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση στην οποία ο ίδιος ανήκει και κατ' επέκταση από τον κύκλο εργασιών στον οποίο εμπίπτουν τα γεγονότα αυτά και έχει γνωρίσει από την εργασία του εκεί όσο και από πληροφόρηση που έτυχε από τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση που χειρίζονται την παρούσα υπόθεση. Όσον αφορά τη θέση ότι ο ενόρκως δηλών στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση δεν είχε δικαίωμα να υιοθετήσει το περιεχόμενο της αίτησης για έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης αλλά έπρεπε να είχε περιγράψει τα γεγονότα που περιέχονται σ' αυτή, θεωρώ ότι αυτός δεν ουσιαστικός λόγος για να αγνοηθούν οι όλες οι θέσεις των Καθ' ων η αίτηση, όπως αυτές αποτυπώνονται μέσα από αυτή. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι σκοπός της εν λόγω ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση είναι να παρουσιάσει μέσα από γεγονότα τις θέσεις των Καθ' ων η αίτηση εις απάντηση των θέσεων του Αιτητή όπως αυτές φαίνονται μέσα από το περιεχόμενο της δικής του ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση του και αφορά το αντικείμενο της παρούσας αίτησης και είναι το κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης η οποία εξασφαλίστηκε στις 12.06.12 στη βάση γεγονότων μονομερούς αίτησης ιδίας ημερομηνίας. Συνεπώς, η απλή επανάληψη των γεγονότων που ήδη έχουν καταγραφεί στην αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης δεν θα εξυπηρετούσε τον προαναφερόμενο σκοπό της ενόρκου δηλώσεως που στηρίζει την ένσταση. Όταν δε τα γεγονότα της αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης και συνεπώς ήδη βρίσκονται στη διάθεση του Δικαστηρίου για μελέτη καθιστά αχρείαστη και άνευ σημασίας αλλά και ουσίας την αντιγραφή τους για να συμπεριληφθούν στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Θεωρώ ότι η αναφορά του ενόρκως δηλών των Καθ' ων η αίτηση περί συμφωνίας και υιοθέτησης αυτών των γεγονότων είναι αρκετή στα πλαίσια αντιμετώπισης της υπό κρίσης αίτησης δια της ενόρκου δηλώσεως που στηρίζει την ένσταση. Κατά συνέπεια, η θέση αυτή του συνηγόρου του Αιτητή απορρίπτεται ως ανεδαφική. Συνεχίζω ευθύς με την εξέταση των λόγων που ο Αιτητής προβάλλει μέσα από την ένορκο δήλωση του που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση για να δικαιολογήσει τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης που εκδόθηκε στις 12.06.
  8. Με τον πρώτο λόγο ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση απέκρυψαν από το Δικαστήριο το γεγονός ότι είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε στις 21.03.06 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην αγωγή υπ' αριθμό 4290/2005 ως εμπράγματο βάρος (memo) σε ακίνητη περιουσία του Αιτητή, το οποίο και ανανεώθηκε 7 ημέρες πριν από την καταχώρηση της αίτησης για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης. Οι Καθ' ων η αίτηση μέσα από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους παραδέχονται το γεγονός αυτό. Θεωρώ ότι η θέση αυτή προβλήθηκε πρόωρα αφού αφορά το στάδιο υποβολής αίτησης πτώχευσης και τη διαδικασία έκδοσης διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του χρεώστη και όχι τη διαδικασία ειδοποίησης πτώχευσης, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση. Καταλήγω στο συμπέρασμα αυτό μετά από ερμηνεία του άρθρου 5
(2)του Κεφ.5 και αφού άντλησα καθοδήγηση από το αγγλικό νομικό σύγγραμμα Williams on Bankruptcy, 16η έκδοση, σελίδες 558 μέχρι 562. Συγκεκριμένα, το άρθρο 5
(2)του Κεφ.5 εκθέτει τους όρους βάσει των οποίων ένας πιστωτής δύναται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης. Ένας από αυτούς αναφέρεται σε αιτητή ασφαλισμένο πιστωτή, που με βάση το ερμηνευτικό πλαίσιο της εν λόγω νομοθεσίας (άρθρο 2) σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη, ενέχυρο, επιβάρυνση ή δικαίωμα επίσχεσης επί της περιουσίας του χρεώστη ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σ' αυτόν από χρεώστη, ο οποίος οφείλει στην αίτηση πτώχευσης του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την ασφάλεια του προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχτεί σε πτώχευση ή να δώσει εκτίμηση της ασφάλειας του. Εάν ακολουθηθεί η τελευταία επιλογή τότε ο αιτητής γίνεται δεχτός ως πιστωτής στην έκταση του υπολοίπου του προς αυτόν οφειλόμενου χρέους που προκύπτει μετά την αφαίρεση της εκτιμημένης αξίας ωσάν να ήταν μη ασφαλισμένος πιστωτής. Είναι προφανές ότι οι Καθ' ων η αίτηση οφείλουν να αποκαλύψουν τις όποιες εξασφαλίσεις έχουν σε σχέση με τον Αιτητή εάν και εφόσον καταχωρήσουν αίτηση πτώχευσης επιδιώκοντας την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Αιτητή. Στη σελίδα 558 του προαναφερόμενου αγγλικού νομικού συγγράμματος σημειώνονται τα εξής: "And by the terms of section 167 the words 'secured creditor' only apply where the security is over the property of the debtor." Σχετική είναι η υπόθεση Επί τοις αφορώσι τον Τάκη Οικονομίδη v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 1255. Στο άρθρο 5
(2)του Κεφ.5 όπου αναλύονται οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων πιστωτής δύναται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης και να αξιώνει την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του χρεώστη και όχι στη διαδικασία ειδοποίησης πτώχευσης, όπως η προκειμένη περίπτωση, αναφέρεται και η υπόθεση Παπαδόπουλος v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1716 στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή. Βοηθητική ακόμη επί του θέματος είναι η υπόθεση Αλωνεύτης v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2007)1Α Α.Α.Δ. 405 στην οποία με παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση όπου αποφασίστηκε ότι το ζήτημα της ύπαρξης εξασφάλισης του χρέους με υποθήκη, άπτεται θεμάτων τα οποία το άρθρο 6
(2)του Κεφ.5 απαιτεί από τον πιστωτή για να αποδείξει κατά την ακρόαση της αίτησης πτώχευσης. Κατά συνέπεια, η μη αναφορά τυχόν εξασφαλίσεων που οι Καθ' ων η αίτηση διαθέτουν σε σχέση με τον Αιτητή κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης τους για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης δεν αποτελεί αρνητικό παράγοντα με αποτέλεσμα ο λόγος αυτός του Αιτητή να απορρίπτεται ως ανεδαφικός. Ως δεύτερο λόγο για να δικαιολογήσει τη θέση του για παραμερισμό της ειδοποίησης πτώχευσης ο Αιτητής επικαλείται το ότι ενώ έχουν παρέλθει έξι χρόνια από τότε που η δικαστική απόφαση εκδόθηκε αυτή δεν ανανεώθηκε. Επομένως, ο κύριος Ιωάννου, εμμέσως πλην σαφώς, ισχυρίστηκε ότι οι Καθ' ων η αίτηση δεν εμπίπτουν στην έννοια του όρου 'πιστωτή' που παρέχεται από το Κεφ.5 αφού κατά τον ουσιώδη χρόνο καταχώρησης και προώθησης της παρούσας διαδικασίας ειδοποίησης πτώχευσης δεν νομιμοποιούνταν σε εκτέλεση της δικαστικής απόφασης με την οποία η διαδικασία αυτή σχετίζεται καθότι δεν είχαν εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου για κάτι τέτοιο μετά την παρέλευση έξι ετών από την έκδοση της. Είναι ευρέως γνωστό ότι προτού τροποποιηθεί η Διάταξη 40 Κανονισμός 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας απαιτείτο μετά την παρέλευση έξι ετών από την ημερομηνία εκδόσεως μιας δικαστικής απόφασης η εξασφάλιση άδειας από το Δικαστήριο για εκτέλεση της. Ωστόσο με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ.1) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2011 ο οποίος εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 13.07.11 και δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 09.09.11 η ανάγκη για εξασφάλιση τέτοιας άδειας τροποποιήθηκε από έξι σε δέκα χρόνια από της εκδόσεως δικαστικής απόφασης. Η εν λόγω τροποποίηση άπτεται δικονομικού κανόνα. Είναι δεδομένη και νομολογιακά αναμφισβήτητη η αρχή ότι οι δικονομικοί κανόνες έχουν αναδρομική ισχύ. Στην υπόθεση Εταιρεία Landbroke Group Plc κ.α. v. Παπακόκκινου και άλλης
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1535, η οποία ασχολήθηκε με την τροποποίηση της Διάταξης 64, αποφασίστηκε ότι η νέα Διάταξη 64 είχε αναδρομική εφαρμογή. Περαιτέρω, τονίστηκε ότι η αναδρομικότητα της εφαρμογής του εν λόγω διαδικαστικού κανόνα του 1995 με τον οποίο αντικαταστάθηκε η Διάταξη 64 συνάδει με τη γενική αρχή του δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία οι τροποποιήσεις των θεσμών έχουν αναδρομική ισχύ. Η αρχή η οποία υποστυλώνει τον κανόνα αυτό είναι ότι οι θεσμικές αλλαγές αποβλέπουν στον επαναπροσδιορισμό των κατάλληλων μέσων για τη διεκδίκηση δικαιωμάτων. Η καταλληλότητα δικονομικών μέτρων έχει διαχρονικό χαρακτήρα και επενεργεί στο παρόν και στο παρελθόν. Από τα πιο πάνω έπεται ότι ο διαδικαστικός κανονισμός που τροποποίησε τη Διάταξη 40 Κανονισμό 8 έχει αναδρομική ισχύ και εφαρμογή. Με γνώμονα ότι η δικαστική απόφαση εκδόθηκε στις 21.03.06, κάτι το οποίο διαπιστώνω από το φάκελο της υπόθεσης αλλά και δεν αμφισβητήθηκε από οποιοδήποτε μέρος, καθώς και το γεγονός ότι η διαδικασία ειδοποίησης πτώχευσης ξεκίνησε στις 12.06.12, πράγμα που επίσης διαπιστώνω από το φάκελο της υπόθεσης αλλά και αποτελεί κοινό έδαφος των μερών και με δεδομένο ότι η τροποποιημένη Διάταξη 40 Κανονισμός 8 εφαρμόζεται με αναδρομική ισχύ προκύπτει ότι δεν τίθεται θέμα εξασφάλισης από το Δικαστήριο άδειας για εκτέλεση της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας έκδοσης 21.03.06 αφού ακόμη δεν παρήλθαν δέκα έτη από την έκδοση της. Αυτό εξυπακούει ότι οι Καθ' ων η αίτηση εμπίπτουν στην έννοια του όρου 'πιστωτή' που παρέχεται από το Κεφ.5. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως ανεδαφικός. Θα εξετάσω τώρα μαζί τον τρίτο και τέταρτο λόγο που είναι οι ισχυρισμοί του Αιτητή ότι το ποσό της δικαστικής απόφασης έχει εξοφληθεί και το ότι αν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό αυτό δεν οφείλεται από τον Αιτητή αλλά από το ποδοσφαιρικό σωματείο Α.Ε.Λ. Οι θέσεις αυτές είναι γενικές, αόριστες και στερούνται αποδειχτικού υποβάθρου. Οι εν λόγω τοποθετήσεις θα έπρεπε να είχαν αποδειχθεί από τον Αιτητή που τις επικαλέστηκε ιδιαίτερα όταν οι Καθ' ων η αίτηση δια του αρμοδίου υπαλλήλου τους στην παράγραφο 4 της ενόρκου δηλώσεως του όχι μόνο τις αρνείται αλλά τις απορρίπτει κατηγορηματικά ως ανυπόστατες και αναληθείς. Η απλή λεκτική αναφορά που χρησιμοποιήθηκε στην προκειμένη περίπτωση και αμφισβητείται κατηγορηματικά από τους Καθ' ων η αίτηση αφήνει τους ισχυρισμούς αυτούς του Αιτητή μετέωρους (βλέπε Κανονισμό 188 των Πτωχευτικών Κανονισμών, Διάταξη 48 Κανονισμό 4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τις υποθέσεις Iacovou Brothers (Constructions) Ltd v. Fashionwise Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1377, Λευκίδου v. Κανναουρίδη
(1999)1Α Α.Α.Δ. 528 και Κκουφού v. Κκουφού
(1996)1Α Α.Α.Δ. 104). Δεδομένης της αποτυχίας του Αιτητή να αποδείξει τους εν λόγω ισχυρισμούς του, ο τρίτος και τέταρτος λόγος του απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Όσον αφορά τον πέμπτο λόγο που είναι ότι επειδή ο Αιτητής πληροφορήθηκε ότι είχαν εξοφληθεί οι οικονομικές εκκρεμότητες του ποδοσφαιρικού σωματείου Α.Ε.Λ. προς τους Καθ' ων η αίτηση, στη βάση των οποίων εκδόθηκε η πιο πάνω δικαστική απόφαση, ο ίδιος δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό του στην αγωγή υπ' αριθμό 4290/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού από την οποία πηγάζει η εν λόγω δικαστική απόφαση, αυτό ουδεμία σημασία έχει στη προκειμένη διαδικασία και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ο έκτος λόγος του Αιτητή αφορά τη θέση του ότι η διαδικασία πτώχευσης εγέρθηκε καθυστερημένα. Με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα δεν διαπιστώνεται τέτοια καθυστέρηση που να προκαλεί βλάβη ή δυσμενή επηρεασμό στα συμφέροντα του Αιτητή, ιδιαίτερα αν ληφθούν υπόψη τα διαβήματα που οι Καθ' ων η αίτηση έλαβαν αναφορικά με τα δύο εντάλματα κινητών που επιστράφηκαν ανεκτέλεστα και της επιβάρυνσης ακίνητης περιουσίας μέσω της εγγραφής της δικαστικής απόφασης (memo), όπως αυτά περιγράφονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Αυτό σημαίνει πως ο Αιτητής ήταν ενήμερος για την έκδοση δικαστικής απόφασης εναντίον του καθώς και για τα μέτρα εκτέλεσης που λαμβάνονταν για εκτέλεση της. Εν πάσει περιπτώσει όμως η έγερση διαδικασίας ειδοποίησης πτώχευσης δεν είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον παράγοντα χρόνου σε σχέση με την έκδοση δικαστικής απόφασης. Σχετικά με τον έβδομο λόγο προβλήθηκε από τον Αιτητή η θέση ότι η παρούσα διαδικασία είναι εκβιαστική, καταπιεστική και καταχρηστική. Από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα δεν υπάρχει κάτι που να με οδηγεί σ' ένα τέτοιο συμπέρασμα. Η υπόθεση London Clubs Ltd κ.ά. ν. Παπαδόπουλου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1699 στην οποία ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή με παρέπεμψε στηρίζεται σε διαφορετικά γεγονότα με αποτέλεσμα να διαφοροποιείται από τη δική μας περίπτωση χωρίς έτσι να τυγχάνει εφαρμογής. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση εκείνη είχαν προηγηθεί άλλες δύο ειδοποιήσεις πτωχεύσεως οι οποίες αποσύρθηκαν από τους αιτητές αφού ο καθ' ου η αίτηση συμφώνησε να πληρώνει ποσό μηνιαίων δόσεων τριπλάσιο από εκείνο που είχε αρχικά συγκατατεθεί να πληρώνει. Το Εφετείο παρατήρησε πως δεν εξηγήθηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο γιατί δεν είχε προωθηθεί η ορθή διαδικασία είσπραξης της εξ αποφάσεως οφειλής του εφεσιβλήτου μετά που αυτός αμέλησε να καταβάλει τις καθυστερημένες μηνιαίες δόσεις του. Παρά το ότι υπήρχε σχετικό διάταγμα του δικαστηρίου για μηνιαίες δόσεις, οι εφεσείοντες δεν το προώθησαν προς εκτέλεση. Πέραν τούτου οι εφεσείοντες είχαν αποσύρει, προηγουμένως, τις δύο ειδοποιήσεις πτωχεύσεως, με αντάλλαγμα την αύξηση του ποσού των δύο διαταγμάτων μηνιαίων δόσεων από Λ.Κ.£100.- το καθένα σε Λ.Κ.£300.- το καθένα. Με εκείνα τα δεδομένα το Εφετείο στην London Clubs Ltd (ανωτέρω) αποφάσισε πως η διαδικασία που ανελήφθη από τους εφεσείοντες ήταν καταπιεστική εις βάρος του εφεσίβλητου, γιατί δεν απέβλεπε, με την ορθή χρήση της δικαστικής διαδικασίας, στην εκτέλεση των υπέρ του αποφάσεων, αλλά απέβλεπε στην καταπίεση του εφεσίβλητου με την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η δική μας περίπτωση είναι εντελώς διαφορετική αφού δεν παρατηρούνται τα πιο πάνω χαρακτηριστικά. Παράλληλα, από μόνο του το γεγονός ότι οι Καθ' ων η αίτηση προώθησαν την παρούσα διαδικασία έξι χρόνια μετά την έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης χωρίς να τίθενται άλλα στοιχεία δεν συνηγορεί ότι η διαδικασία αυτή είναι εκβιαστική, καταπιεστική ή καταχρηστική. Περαιτέρω, δεν προκύπτει πουθενά ότι οι Καθ' ων η αίτηση προωθούν την παρούσα διαδικασία με σκοπό την εξασφάλιση παράλληλου ή αθέμιτου πλεονεκτήματος ούτε φαίνεται η διαδικασία αυτή να είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο εκβιαστική, καταπιεστική ή καταχρηστική. Από την άλλη, υπάρχει μια οφειλή δυνάμει τελεσίδικης δικαστικής απόφασης που νομικά δεν αμφισβητήθηκε, της οποίας η εκτέλεση δεν αναστάληκε με τους Καθ' ων η αίτηση να διαθέτουν την ταυτότητα του 'πιστωτή' υπό την έννοια του άρθρου 3
(1)(ζ) του Κεφ.5 αφού νομιμοποιούνται σε εκτέλεση της και στη βάση της οποίας τελεσίδικης δικαστικής απόφασης εγέρθηκε η παρούσα διαδικασία. Δεν διακρίνεται κάτι το μεμπτό σ' αυτή τη συμπεριφορά των Καθ' ων η αίτηση ούτε τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου μπορεί να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι οι Καθ' ων η αίτηση με αυτή τη διαδικασία έχουν ως σκοπό την καταπίεση του Αιτητή ή τον εξαναγκασμό του για εξόφληση της οφειλής του. Έχοντας υπόψη μου τις αρχές της νομολογίας και τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής καταλήγω ότι η παρούσα διαδικασία δεν είναι εκβιαστική, καταπιεστική ή καταχρηστική. Συνεπώς, ο λόγος αυτός του Αιτητή απορρίπτεται ως ανυπόστατος. Ακολούθως, εξετάζοντας τους λόγους ένστασης και σε συνάρτηση με τα όσα προανάφερα κρίνω ότι η παρούσα αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και ανεδαφική. Παράλληλα, κρίνω ότι η ειδοποίηση πτώχευση εκδόθηκε κατά τρόπο νομότυπο, μη καταχρηστικό και έγκυρο και σύμφωνα με τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο Κεφ.5 καθώς και τους σχετικούς πτωχευτικούς κανονισμούς. Συνεπώς, οι λόγοι ένστασης των Καθ' ων η αίτηση ευσταθούν. Υπό το φως των πιο πάνω, η αίτηση ημερομηνίας 20.06.12 για παραμερισμό και/ή ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται ως αβάσιμη και ανεδαφική. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προθεσμία για συμμόρφωση προς την ειδοποίηση πτώχευσης η οποία αναστάληκε μέχρι να ακουστεί η παρούσα αίτηση αρχίζει να μετρά από αύριο, δηλαδή από τις 8.12.12. (Υπ.) ................................. Γ. Κ. Βλάμης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Notice of Bankruptcy Αναφορά: Ειδοποίηση Πτώχευσης/Αίτηση ακύρωσης-παραμερισμού ειδοποίησης πτώχευσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.