← Κύπρος

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΝΙΚΚΟΛΑΣ ΑΛΛΩΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΑΚΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3179/07, 11 Ιανουαρίου, 2012

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΝΙΚΚΟΛΑΣ ΑΛΛΩΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΑΚΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3179/07, 11 Ιανουαρίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A3 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3179/07 ΜΕΤΑΞΥ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD, ΕΚ ΓΩΝΙΑ ΛΕΩΦ.ΛΕΜΕΣΟΥ & ΑΘΑΛΑΣΣΗΣ 200, ΛΕΥΚΩΣΙΑ -και- ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΝΙΚΚΟΛΑΣ ΑΛΛΩΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΑΚΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ (Α.Τ.648822), ΟΔΟΣ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 16, LANDWAY MANSIONS 1, ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ 202, 6030 ΛΑΡΝΑΚΑ Hμερομηνία: 11 Ιανουαρίου, 2012 Eμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κος. Γ. Βασιλείου Για τον Εναγόμενο: Αυτοπροσώπως ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για παραμερισμό απόφασης) Με την παρούσα αίτηση ημερομηνίας 10/6/10 ο εναγόμενος-αιτητής ζητά από το Δικαστήριο διάταγμα ακύρωσης και ή παραμερισμού της εναντίον του εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 28/1/

  1. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ10 Δ.33 Θ.5, Δ.39, Δ.48 Θ1-4, 8-9 και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του αιτητή. Στην ένορκη δήλωση του ο αιτητής αναφέρει ότι στην υπόθεση εμφανίζεται αυτοπροσώπως και στις 28/1/10 που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση λόγω κάποιου χρόνιου προβλήματος υγείας δεν κατόρθωσε να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι το πρωΐ της 28ης Ιανουαρίου ένοιωσε ανυπόφορους πόνους στη μέση ήτοι «λουμπάκο» πρόβλημα που αντιμετωπίζει αρκετά συχνά και για το οποίο όταν εκδηλωθεί η μοναδική θεραπεία είναι η ανάπαυση στο σπίτι. Προς τούτο επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του ιατρική βεβαίωση ημερομηνίας 13/2/
  2. Περαιτέρω ο εναγόμενος με την πολυσέλιδη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 22/7/11 που καταχώρησε, αφού πρώτα εξασφάλισε σχετική άδεια του Δικαστηρίου, μετά την καταχώρηση της ειδοποίησης ένστασης εκ μέρους των εναγόντων-καθ΄ων η αίτηση, προβάλει ότι έχει καλή υπεράσπιση αναφερόμενος σε διάφορους λόγους τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω αλλά στη συνέχεια θα αναφερθώ σ΄αυτούς εκεί όπου χρειάζεται. Στην αίτηση του αιτητή οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση η οποία βασίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.48 Δ.57 Δ.64 Δ.40 Δ.33 Θ1-4 5,6 -15 Δ.17 Θ10 επί του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 καθώς και επί της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι:
  3. Η αίτηση του αιτητή είναι νόμω αβάσιμη, ελαττωματική, αντικανονική και δεν συνάδει με τις πρόνοιες των σχετικών διατάξεων του Νόμου και των θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας και ως τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
  4. Καταστρατηγείται η αρχή της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών αποφάσεων.
  5. Η αίτηση του αιτητή δεν καταδεικνύει την ύπαρξη καλής ή/και συζητήσιμης υπεράσπισης επί της ουσίας της υπόθεσης στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση.
  6. Η αίτηση του αιτήτη δεν αποκαλύπτει κανέναν στοιχείο ως προς την υπεράσπιση του και για το πώς δικαιολογείται να επιτραπεί από το Δικαστήριο να επανανοίξει η υπόθεση.
  7. Η αίτηση του αιτητή δεν δίνει ή/και αποκαλύπτει ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη του να εμφανιστεί κατά την ακρόαση της αγωγής που ήτο ορισμένη στις 28/01/
  8. Η συμπεριφορά που επέδειξε ο αιτητής είναι ασυγχώρητη και εξισώνεται με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας.
  9. Η αίτηση του αιτήτη υποβάλλεται καθυστερημένα ήτοι 10/6/
  10. Σε περίπτωση ακύρωσης ή/και παραμερισμού της νομίμως εκδοθείσας απόφασης ημερ. 28/01/2010 υπέρ των εναγόντων, οι ενάγοντες θα στερηθούν τους καρπούς της επιτυχίας τους και θα καταπατηθούν οι αρχές οι οποίες αναφέρονται στην αναγκαιότητα για ταχεία διεκπεραίωση των αγωγών καθώς και στην αναγκαιότητα σταθερής διατήρησης της ισχύος των αποφάσεων που εκδίδονται κανονικά έτσι ώστε να διασφαλίζεται η ομαλή κατάληξη της διαδικασίας. Επί των γεγονότων ορκίζεται ο Χριστάκης Φουλή αρμόδιος υπάλληλος των καθ'ων η αίτηση. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους ενάγοντες να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Ο κ. Φουλής, απορρίπτει πλήρως και κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου-αιτητή προς υποστήριξη της αίτησης. Αναφέρει ότι δεν αποκαλύπτεται από μέρους του αιτητή ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη εμφάνισης του στο Δικαστήριο κατά την ημερομηνία της ακρόασης και αρνείται τους λόγους που προβάλλει ο εναγόμενος για το ζήτημα αυτό στην ένορκη δήλωση του. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο αιτητής δεν αποκαλύπτει την ύπαρξη καλής ή/και συζητήσιμης υπεράσπισης. Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι η αξίωση των εναγόντων στην αγωγή εναντίον του εναγομένου ήταν για οφειλόμενο ποσό εκ ΛΚ24.417,47 πλέον τόκο 9% επί του ποσού των ΛΚ23.690,38 από 1.11.07 δυνάμει δανείων και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων. Ο εναγόμενος στις 20/2/09 καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης όπου παραδέχεται την παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης σύμφωνα με την οποία κατά ή περί το Δεκέμβριο 1988 παραχωρήθηκε στον εναγόμενο από τους ενάγοντες δάνειο και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις ύψους ΛΚ16.
  11. Μεταξύ άλλων ο εναγόμενος στην Έκθεση Υπεράσπισης του ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες χρέωσαν τον επίδικο λογαριασμό παράνομα με διάφορα ποσά υπό μορφή δικαιωμάτων μελέτης και άλλων παράνομων χρεώσεων. Κατά την ημερομηνία της ακρόασης της υπόθεσης λόγω της μη εμφάνισης του εναγόμενου οι ενάγοντες προχώρησαν σε απόδειξη της υπόθεσης τους κατά την οποία αφαίρεσαν από την αξίωση τους ποσά που αφορούσαν χρεώσεις για έξοδα και άλλες παρόμοιες χρεώσεις με αποτέλεσμα το αξιούμενο ποσό να μειωθεί στις €36.014,97 πλέον τόκο 9% επί του ποσού των €18.267,67 από 29.1.10 μέχρι εξοφλήσεως. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα πρακτικά του Δικαστηρίου, κατά την απόδειξη της υπόθεσης, οι ενάγοντες κατέθεσαν κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 8) και ανέφεραν ότι με βάση σχετικό πρόγραμμα που τηρείται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της τράπεζας, ανακατασκεύασαν τον λογαριασμό προς όφελος του εναγομένου και αφαίρεσαν όλες τις χρεώσεις για έξοδα και άλλες παρόμοιες χρεώσεις, με αποτέλεσμα αυτός να παρουσιάζει το οφειλόμενο υπόλοιπο χωρίς επιπρόσθετες χρεώσεις πλέον τους τόκους επί των ποσών που παραμένουν. Η ακρόαση της αίτησης περιορίσθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και στις γραπτές αγορεύσεις των δύο πλευρών. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν την εξέταση αιτήσεων για παραμερισμό απόφασης απετέλεσαν αντικείμενο πλούσιας νομολογίας σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει απόφαση δική του κάτω από τις Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί, ότι, η απόφαση εξεδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας υπό άλλη σύνθεση. Το θέμα εξετάσθηκε στην υπόθεση Mesolongitis v. Koutas

(1986)1 C.L.R. 161, όπου αποφασίστηκε ότι η δικαιοδοσία εκδίκασης αίτησης για επαναφορά αγωγής ανήκει στο Πρωτόδικο Δικαστήριο και όπου τούτο είναι δυνατό είναι προτιμητέο να εξετάζεται από το Δικαστή που είχε επιληφθεί της υπόθεσης. Η εκδίκαση όμως της αίτησης από άλλο Δικαστή δεν καθιστά άκυρη την απόφαση, αφού, η δικαιοδοσία είναι εκείνη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου γενικά (βλ. Ευριδίκη Παπανικολάου v. Κυριακής Κότσαπα
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1800). Στην υπό κρίση αίτηση ισχύουν οι πρόνοιες της Δ.33 θ5 η οποία προσομοιάζει απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.17 θ10 και της Δ.26, θ14 που αφορούν παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης ή υπεράσπισης. Συνεπώς μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση και από τις αυθεντίες που βασίζονται στις πιο πάνω πρόνοιες. (βλ. Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. v. Mariala Construction Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 129). H Δ.33 θ5 αναφέρεται στη περίπτωση όπου απουσιάζει κατά την ημέρα της ακρόασης ο διάδικος ως η υπό κρίση περίπτωση. Αφορά επίσης περίπτωση όπου κανονικά και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση και συνεπώς το Δικαστήριο, θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνιση του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια εξετάζει τους παράγοντες που έχουν σχέση με την αιτιολόγηση της απουσίας του διαδίκου κατά την ημερομηνία που εξεδόθη η απόφαση αλλά και με την επίδειξη μιας καλής υπόθεσης από πλευράς του. Η κατευθυντήρια γραμμή στη νομολογία δόθηκε από την υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646. Προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τη πλούσια νομολογία που υπάρχει στο θέμα, ότι ο αιτητής πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι υπήρχε πραγματικός, σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη παρουσία του στο Δικαστήριο. Στην απόφαση στην υπόθεση Ioannis Kotsapas & Sons Ltd v. Titan Constructions & Engineering Company,
(1961)CLR 317, υιοθετήθηκε πλήρως η υπόθεση Evans v. Bartlam,
(1937)2 All ER 646 στην οποία καθορίστηκαν οι αρχές που διέπουν την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγόμενου. Η Δ.33 θ5 που παρέχει το σχετικό δικονομικό πλαίσιο για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε λόγω μη εμφάνισης του εναγόμενου κατά την ακρόαση επιβάλλει την καταχώρηση της σχετικής αίτησης εντός 15 ημερών από την έκδοση της απόφασης (Βλ. Argyrou v. Andreou
(1978)CLR 1554). Στην υπόθεση Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118 λέχθηκε πως «Απαραίτητη είναι η εξήγηση των λόγων για τη μη εμφάνιση του εναγομένου και η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμης υπεράσπισης». Επιδίωξη του Δικαστηρίου πρέπει να είναι η εξισορρόπηση από τη μια του δικαιώματος διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων (βλ. Ευριδίκη Παπανικολάου πιο πάνω, και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουστεί όπως αυτό διασφαλίζεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος πρέπει να συμβαδίζει με το θεμελιώδες δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο (βλ. Στυλιανού v. Σκύρα Λίμα Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1234). Στην Phylactou v. Michael (πιο πάνω) τονίζεται η ανάγκη εξισορρόπησης των θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης κατοχύρωσης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη της ανάγκης διασφάλισης της αποπεράτωσης της δίκης. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ταυτόχρονα το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του αιτητή. Όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941). Στην υπόθεση Phylactou, ελέχθηκε και υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις, ότι το Δικαστήριο δεν αφαιρεί εύκολα το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουστεί επί της ουσίας εφόσον αποκαλύπτει αιτία αγωγής και υπεράσπισης αλλά μπορεί να το πράξει όταν η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρηθεί λόγω εμφανούς καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Σε αιτήσεις όπως η παρούσα το Δικαστήριο εξετάζει τη συμπεριφορά του αιτητή και κατά πόσο αυτή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική. Ταυτόχρονα όμως το Δικαστήριο εξετάζει και το Πρωταρχικό κριτήριο που είναι η αποκάλυψη από μέρους του αιτητή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Με βάση τις νομολογημένες αρχές θα πρέπει να δίδεται σοβαρή και εύλογη δικαιολογία για την παράλειψη του εναγόμενου να προωθήσει την υπόθεση του κατά την ημέρα της ακρόασης, καθώς επίσης και να αποκαλυφθεί εκ μέρους του αιτητή-εναγομένου εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση (βλ. ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ v. ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΟΥΡΠΑΝΚΟΒΑ
(2003)1Α Α.Α.Δ.308). Όπως έχει τονισθεί σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου η με ευκολία επανάνοιξη της υπόθεσης ενός διαδίκου θα υποβιβάσει το εχέγγυο της τελεσιδικίας με αρνητικές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης. Ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο όπως και ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης σε σύντομο χρόνο. Όσον αφορά την προϋπόθεση να ικανοποιήσει ο αιτητής το Δικαστήριο ότι έχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ότι έχει καλή υπεράσπιση πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνεί τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1(A) Α.Α.Δ.528. Στην υπόθεση Λευκίδου (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48, θ4 εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις αιτήσεως για παραμερισμό αναφορικά με γεγονότα τα οποία στη βάση των αρχών της Evans v. Bartlam πρέπει να αποδειχθούν. Όπως για παράδειγμα, μπορεί να είναι οι λόγοι της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης. Υποδείχθηκε ότι τα γεγονότα που αφορούν τους λόγους της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης πρέπει να αποδειχθούν σε αίτηση παραμερισμού απόφασης από τον εναγόμενο. Όπως άλλωστε προκύπτει μέσα από την απόφαση Evans (πιο πάνω) τα γεγονότα θα πρέπει να διαπιστωθούν (ascertained facts) για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα για το λόγο μη εμφάνισης στην αγωγή. Το ζήτημα αυτό θα πρέπει να αποδειχθεί μέσα στα πλαίσια της αίτησης με βάση τις πραγματικές παραστάσεις της κάθε πλευράς όπως προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις. Όπως ελέχθηκε στην πιο πάνω απόφαση η Δ.48 Θ4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό απόφασης, αναφέρεται σε απόδειξη γεγονότων στην έκταση και βαθμό που υπέχεται βάρος απόδειξης τους. Αναφορικά με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, προκύπτει μέσα από την νομολογία ότι το βάρος να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής το φέρει ο εναγόμενος, ο οποίος πρέπει να προσκομίσει κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας και όχι απλώς να παραθέτει μια εκδοχή διαφορετική από αυτή του ενάγοντα, ούτως ώστε να μην ασκείται επί ματαίω η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για τη τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών (βλ. Ξενοφών Καλλής v. Alpha Bank Ltd,
(2002)1B A.A.Δ. 793 και Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1Α Α.Α.Δ.289). Όπως ελέχθηκε στην απόφαση στην υπόθεση Μιχάλης Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 2118: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Στην υπόθεση ΒΙΚΑ ΠΙΚΑ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ v. ΧΑΠΥ ΣΤΡΗΤΣ ΝΤΙΣΚΟ ΛΤΔ
(1997)1Α Α.Α.Δ. 28 Π.Ε.9400 ημερομηνίας 14/1/97 αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσο ο εναγόμενος ικανοποιεί το Δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης». Στην Κωνσταντινίδη v. Ηissin
(2004)1 ΑΑΔ 1774 (σελ.1779) ελέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας». Στην υπόθεση KCP Commission Agents and Importers Ltd κ.α. v. Μιχάλης
(1993)1 Α.Α.Δ. 415 γίνεται λόγος για «γνήσια προβολή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης». Στην υπόθεση Phylactou (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι καθήκον του Δικαστηρίου είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται θετικά στοιχεία ώστε να δικαιολογείται το εισανάνοιγμα της υπόθεσης. Το βάρος της απόδειξης είναι στον αιτητή, όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του, όπως θα έπραττε, αν η υπόθεση του εκδικαζόταν, αλλά για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή και εύλογη υπεράσπιση επί της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται βεβαίως στην ουσία της υπεράσπισης, ούτε προβαίνει σε ευρήματα ως προς τα γεγονότα, παρά απλώς προβαίνει σε διαπίστωση περί της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης ή συζητήσιμης υπόθεσης εκ μέρους του εναγόμενου, ο οποίος έχει καθήκον να προσκομίσει προς τούτο αποδεικτικά στοιχεία μέσα από τα οποία να διαφαίνεται, με επαρκή λεπτομέρεια, η ύπαρξη γνήσιας, εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Με βάση τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω το αίτημα του αιτητή σε συνάρτηση με τους λόγους ένστασης που προβάλλουν οι Καθ'ών η Αίτηση και σημειώνοντας εκ των προτέρων ότι η αίτηση με την έκδοση σχετικού διατάγματος παράτασης του χρόνου των 15 ημερών θεωρείται ότι καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα. Σημειώνεται επίσης ότι ο εναγόμενος αρχικά καταχώρησε εντός της περιόδου των 15 ημερών άλλη αίτηση η οποία στη συνέχεια αποσύρθηκε. Στην υπό συζήτηση περίπτωση ως δικαιολογία της μη εμφάνιση του κατά την ημέρα της ακρόασης της υπόθεσης ο εναγόμενος επικαλείται πρόβλημα υγείας και συγκεκριμένα πόνους στη μέση, «λουμπάκο». Προς υποστήριξη της θέσης του επισυνάπτει ιατρικό πιστοποιητικό ημερομηνίας 13/2/10 στο οποίο αναφέρεται ότι ο εναγόμενος υποφέρει από χρόνιο «λουμπάκο» και όταν αυτό εκδηλωθεί χρειάζεται ανάπαυση για μερικές εβδομάδες. Όπου υπάρχει βάρος απόδειξης συγκεκριμένου γεγονότος κρινόμενου ως αναγκαίου και απαραίτητου για να αποδειχθεί για την επιτυχία κάποιου αιτήματος, σε περίπτωση αμφισβήτησης του γεγονός αυτού, θα πρέπει να προσκομισθεί σχετικό αποδεικτικό υλικό από τη πλευρά που φέρει το βάρος απόδειξης προς το Δικαστήριο. Οι λόγοι της μη εμφάνισης ακόμη και σε αιτήσεις παραμερισμού της απόφασης όπως η παρούσα, καθ'ην έκταση αμφισβητούνται θα πρέπει να αποδειχθούν (βλ. Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου πιο πάνω). Με βάση τη Διάταξη 48 Θ4
(2)των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτός τροποποιήθηκε αλλά και την νομολογία η ακρόαση και κατ' επέκταση απόδειξη των αμφισβητούμενων θέσεων και ισχυρισμών του κάθε διαδίκου σε τέτοιες αιτήσεις, όπως η παρούσα, βασίζεται στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, αλλά και σε μαρτυρία που δυνατό να προσφερθεί, είτε μέσω συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που δύναται να καταχωρηθούν μετά από αίτημα οποιουδήποτε διαδίκου και σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, είτε μέσω αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα κατά την ακρόαση της αίτησης είτε με συνδυασμό αυτών ανάλογα βέβαια με το ποιος έχει την ευθύνη να αποσείσει το βάρος απόδειξης. Σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση αίτηση, το βάρος απόδειξης ότι θα πρέπει να εγκριθεί ο παραμερισμός της απόφασης για τους λόγους που ο αιτητής επικαλείται βρίσκεται στους ώμους του αιτητή. Ο προβαλλόμενος λόγος για την δικαιολόγηση της μη εμφάνισης του εναγόμενου κατά την ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση αμφισβητείται και η πλευρά του εναγόμενου, που έφερε το βάρος απόδειξης, όφειλε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα γεγονότα και στοιχεία ικανά να πείσουν για το δικαιολογημένο της μη εμφάνισης του. Η δικαιολογία που προβάλλεται για την μη εμφάνιση του εναγόμενου στη διαδικασία της ακρόασης από μόνη της παρουσιάζει αδυναμίες. Το γενικού και αορίστου περιεχομένου ιατρικό πιστοποιητικό που επισυνάπτει ο εναγόμενος δεν αποδεικνύει την αδυναμία του να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο κατά την συγκεκριμένη ημερομηνία που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση. Το εν λόγω πιστοποιητικό το οποίο φαίνεται να εκδόθηκε περί τις δύο εβδομάδες αργότερα αναφέρει με γενικό και αόριστο τρόπο ότι ο εναγόμενος υποφέρει από χρόνιο «λουμπάκο» και όταν αυτό εκδηλωθεί χρειάζεται ανάπαυση. Δεν προκύπτει από το περιεχόμενο του ότι την συγκεκριμένη ημερομηνία ο εναγόμενος αντιμετώπισε ένα τέτοιο πρόβλημα. Η δε αναφορά ότι, όταν εκδηλωθεί ο εναγόμενος χρειάζεται ξεκούραση, δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο τελευταίος δεν ήταν σε θέση και/ή ήταν αδύνατο να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, έστω τουλάχιστον για να ενημερώσει για το πρόβλημα που αντιμετώπιζε και να ζητήσει αναβολή της δίκης, αλλά ούτε και στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος δεν ήταν σε θέση έστω να ειδοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο το Δικαστήριο ή τον αντίδικο του για το λόγο της απουσίας του, όπως έπραξε σε άλλη περίπτωση στο παρελθόν, σύμφωνα με προβαλλόμενο ισχυρισμό των καθ'ων η αίτηση που δεν αμφισβητήθηκε από τον εναγόμενο. Τα όσα προβάλλει ο εναγόμενος δεν έχουν τεθεί κατά τρόπο δυνάμενο να πείσουν, από την πλευρά που είχε την υποχρέωση να αποσείσει από τους ώμους της το βάρος απόδειξης των συγκεκριμένων γεγονότων. Τα όσα έχουν εκτεθεί και με τον τρόπο που έχουν εκτεθεί από μόνα τους δεν αποτελούν γεγονότα και στοιχεία ικανά να πείσουν για την ύπαρξη σοβαρού και εύλογου λόγου ή πειστικής δικαιολογίας για την παράλειψη του εναγόμενου να εμφανιστεί στο Δικαστήριο. Απεναντίας ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την υπόθεση και την έκβαση της παραλείποντας να εμφανιστεί ενώ το Δικαστήριο την είχε προγραμματισμένη για ακρόαση. Θεωρώ ότι η στάση του εναγόμενου, για τους λόγους που αναλύονται πιο πάνω, συνιστά περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του παρά το γεγονός ότι στη συνέχεια έδρασε άμεσα καταχωρώντας εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών την πρώτη αίτηση την οποία στη συνέχεια απέσυρε ως λανθασμένη. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, θεωρώ σκόπιμο και ορθό, για σκοπούς πληρότητας αλλά και για την περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξη μου είναι λανθασμένη, να εξετάσω και το ζήτημα κατά πόσο ο εναγόμενος με τα όσα παραθέτει στη πολυσέλιδη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κατάφερε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ο ισχυρισμοί του εναγομένου για το ζήτημα τούτο οι οποίοι στηρίζουν τη θέση του ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση προβάλλονται σε αριθμό παραγράφων της συμπληρωματικής ένορκης δήλωση του ημερομηνίας 22/7/11 και συγκεκριμένα στο μέρος 3 παράγραφοι 1 μέχρι και
  1. Από το περιεχόμενο των πιο πάνω παραγράφων προκύπτει ότι ο εναγόμενος προβάλλει διάφορους διαζευκτικούς, ασαφείς και αλληλοσυγκρουόμενους ισχυρισμούς αλλά επιπρόσθετα και ισχυρισμούς που δεν έχουν να κάνουν με το υπό εξέταση ζήτημα. Ακόμα και ο ίδιος, στη παράγραφο 23 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωση του, ισχυρίζεται ότι με τα όσα παραθέτει «στοιχειοθετεί νεφελωδώς σειρά πιθανολογούμενων εκδοχών τα οποία καταδεικνύουν τουλάχιστο συζητήσιμη υπεράσπιση» και ισχυρίζεται στη συνέχεια με αόριστο τρόπο ότι «υπάρχουν πολλά ερωτηματικά για τον τρόπο παρουσίασης της αγωγής εναντίον του». Στην υπόθεση Μιχάλης Πατούρης (πιο πάνω), που αφορούσε αίτηση παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης του εναγόμενου να εμφανιστεί στη διαδικασία, το εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του εναγόμενου λόγω μη αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως καλής και εύλογης υπεράσπισης, το οποίο μάλιστα χαρακτήρισε την προβληθείσα υπεράσπιση ως «αοριστολογίες» υποδηλώνοντας την απουσία στερεού βάθρου θεμελιωτικού οποιασδήποτε από τις προβληθείσες υπερασπίσεις, τόνισε ότι η προβολή διαζευκτικών εκδοχών αναφορικά με τα γεγονότα που έπρεπε να γνωρίζει ο ομνύων κλονίζει αφ' εαυτής το θεμέλιο της υπεράσπισης του. Στην υπό εξέταση περίπτωση παρατηρείται ότι ο εναγόμενος-αιτητής κατ' αρχή αρνείται το ύψος του ποσού του δανείου και/ή των τραπεζικών διευκολύνσεων που του παραχωρήθηκε από τους ενάγοντες ισχυριζόμενος σε μια περίπτωση ότι αυτό ήταν ΛΚ10.000 και όχι ΛΚ16.000 και σε άλλη περίπτωση ότι ήταν ΛΚ6.000, παραγνωρίζοντας ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης του γίνεται παραδεκτή η παράγραφος 5 της Έκθεσης Απαίτησης όπου αναφέρεται ότι κατά τον Δεκέμβριο του 1988 του παραχωρήθηκε από τους ενάγοντες δάνειο και/ή τραπεζικές διευκολύνσεις ύψους ΛΚ16.000 οι οποίες επιβεβαιώθηκαν με επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 19/12/
  2. Σε αντίθεση και πάλι με την πιο πάνω αναφερόμενη παραδοχή, ο αιτητής προβάλλει ως ένα ακόμα λόγο υπεράσπισης ότι δεν παρέλαβε την επιβεβαιωτική επιστολή ημερομηνίας 19/12/88 η οποία όπως προκύπτει από το φάκελλο της υπόθεσης κατά την απόδειξη της αξίωσης κατατέθηκε από τους ενάγοντες ως τεκμήριο 2 και φαίνεται να υπογράφεται και από τον ίδιο. Περαιτέρω, ο αιτητής επισυνάπτει στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του (ως Τεκμήρια Α και Γ) την ένορκη δήλωση του αρμόδιου υπαλλήλου των εναγόντων και την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού, τα οποία οι ενάγοντες κατέθεσαν στο Δικαστήριο κατά την απόδειξη της υπόθεσης τους ως τεκμήρια 1 και 8 αντίστοιχα, και προβάλλει ως λόγο υπεράσπισης το γεγονός ότι οι ενάγοντες αξίωναν με την αγωγή ποσό μεγαλύτερο από αυτό που παρουσιάζει η εν λόγω κατάσταση λογαριασμού, χωρίς να κάνει αναφορά στο γεγονός ότι οι ενάγοντες εμείωσαν την αξίωση τους αφού αφαίρεσαν από το λογαριασμό διάφορες χρεώσεις για έξοδα και άλλες παρόμοιες χρεώσεις. Μέρος του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του εναγομένου-αιτητή αναφέρεται στις μεταξύ του ιδίου και της πρώην συζύγου του περιουσιακές διαφορές γεγονότα που σαφώς δεν αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση και κατά συνέπεια ούτε αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του ως τεκμήριο Β επιστολή των εναγόντων προς στη σύζυγο του ημερομηνίας 3/8/2004 με την οποία γίνεται πρόταση διευθέτησης της εναντίον της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης με την καταβολή μειωμένου ποσού εντός ταχθείσης προθεσμίας και συγκεκριμένα μέχρι τις 30/9/
  3. Ισχυρίζεται αόριστα την εκ μέρους του πληρωμή του ποσού των ΛΚ24000 έναντι του χρεωστικού λογαριασμού χωρίς να παραθέτει οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν κάτι τέτοιο με αποτέλεσμα ο ισχυρισμός του να παραμένει μετέωρος. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του ότι υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες να έχουν παραβιαστεί οι πρόνοιες του νόμου και της νομολογίας παραμένει μετέωρος χωρίς κανένα πραγματικό υπόβαθρο καθότι δεν έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου λεπτομέρειες αναφορικά με τις πρόνοιες που παραβιάζονται και με ποιο τρόπο. Γενικά, αόριστα και χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων και λεπτομερειών αμφισβητεί το ύψος της απαίτησης των εναγόντων αναφερόμενος προφανώς στο αξιούμενο με την αγωγή ποσό το οποίο όπως έχει προαναφερθεί έχει μειωθεί κατά την απόδειξη της υπόθεσης. Παραλείπει να αναφέρει συγκεκριμένα ποσά που κατά τον ισχυρισμό του υπολογίσθηκαν λανθασμένα. Απλή άρνηση της οφειλής, χωρίς την παράθεση οποιουδήποτε στοιχείου που να αποκαλύπτει την ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης δεν μπορεί να οδηγήσει αυτόματα στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Τέλος ο αιτητής επισυνάπτει αριθμό τεκμηρίων στη γραπτή αγόρευση του τα οποία δεν μπορεί να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Η αγόρευση σαφώς δεν είναι το σωστό μέτρο και βήμα για αναφορά σε μαρτυρία. Όλες οι πιο πάνω τοποθετήσεις του αιτητή καθιστούν τους ισχυρισμούς του άνευ οποιασδήποτε αξίας για το λόγο ότι είναι γενικοί, αόριστοι και χωρίς κανένα πραγματικό υπόβαθρο. Με βάση τις νομολογημένες αρχές ο αιτούμενος τον παραμερισμό απόφασης, έχει το βάρος να παραθέσει γεγονότα που κατά τη θέση του εγείρουν καλή υπόθεση επί της ουσίας, δηλαδή να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Όπως έχει πάγια νομολογηθεί η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης και/ή συζητήσιμης υπόθεσης, προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία όμως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκείται μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Στην υπόθεση Ξενοφών Καλλής ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1Β Α.Α.Δ. 793 αναφέρονται τα εξής: ''Ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει τον παραμερισμό πρέπει να προσκομίσει στοιχεία που να αποκαλύπτουν, κατ' αρχήν έστω ότι έχει γνήσια υπεράσπιση στην αξίωση. (Βλ. K. C. P. Commission Agents and Imports Ltd V. Aνδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. 415). Ο Πρωτόδικος δικαστής έθεσε το θέμα ως εξής: ''Αντλώντας κατεύθυνση από τη Νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μια εκδοχής, διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να μη ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του αιτητή. (...) Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.'' Στην υπόθεση Μυριάνθη Κωνσταντίνου ν. Χρυστάλλας Ουρπάνκοβα (πιο πάνω) το Δικαστήριο δέχτηκε ότι δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση εφόσον αυτή δεν αποκαλύπτετο με καθαρότητα. Η γενική και αόριστη αναφορά εκ μέρους του εναγομένου-αιτητή για υπερχρέωση του λογαριασμού χωρίς την παράθεση οποιονδήποτε στοιχείων ή λεπτομερειών για το ζήτημα, ακόμα και στα πλαίσια διαδικασίας όπως η παρούσα, δεν κρίνεται ότι αποκαλύπτει την έγερση καλόπιστης εκ πρώτης όψεως πάντα υπεράσπισης. Οι γενικές και αόριστες αναφορές χωρίς έστω τη στοιχειώδη εξειδίκευση και ο τρόπος προβολής των ισχυρισμών του αιτητή από μόνες τους, αποκαλύπτουν την αδυναμία του να πείσει και να υποδείξει καλόπιστα προβαλλόμενη υπεράσπιση. Συνακόλουθα, ένεκα της έλλειψης οποιασδήποτε μαρτυρίας ως προς την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής υπόθεσης από μέρους του αιτητή η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Περαιτέρω ο αιτητής για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω παρέλειψε να αποδείξει σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο κατά την ημέρα και ώρα της ακρόασης της αγωγής. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, δεν θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος του αιτητή και ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του εναγομένου -αιτητή και υπέρ των εναγόντων - καθ'ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.