Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος δια της Ηγουμένης και/ή του Ηγουμενοσυμβουλίου αυτής κ.α. ν. Επίσκοπου Σεβαστιανού (κατά κόσμο Μιχαλάκη Σταύρου) κ.α., Αγωγή αρ.: 996/08, 16.1.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 996/08 Μεταξύ:
- Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος δια της Ηγουμένης και/ή του Ηγουμενοσυμβουλίου αυτής
- Ηγουμένης Μαρκέλλας μοναχή κατά κόσμο Μαρία Ιωάννου
- Μοναχής Καλλίστης κατά κόσμο Κυριακής Κουτσονικόλα
- Μοναχής Βερονίκης κατά κόσμο Αικατερίνας Μπόστου
- Μοναχής Προκοπίας κατά κόσμο Χρυστάλλας Σάββα Εναγουσών -και-
- Επίσκοπου Σεβαστιανού (κατά κόσμο Μιχαλάκη Σταύρου)
- Συγκλητικής Μοναχής (κατά κόσμο Φλωρεντίας Σταυρίδη) αμφότεροι από το Ιερό Ησυχαστήριο Ζωοδόχου Πηγής Εναγομένων ----- Ημερομηνία: 16.1.2012 Αίτηση για συνένωση ημερομηνίας 16.9.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τις Ενάγουσες/Αιτήτριες στην παρούσα αγωγή: Ο κ. Πουργουρίδης. Για Ενάγουσες στην αγωγή αρ. 2046/11: Ο κ. Πουργουρίδης. Για Ενάγουσες στην αγωγή αρ. 2786/08: Ο κ. Πουργουρίδης. Για τους Εναγόμενους/Καθ΄ ων η αίτηση στην παρούσα αγωγή: Ο κ. Χατζησέργης. Για τον Εναγόμενο στην αγωγή αρ. 2786/08: Ο κ. Πουτζιουρής. Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 11 στην αγωγή αρ. 2046/11: Ο κ. Πουτζιουρής. Για τους Εναγόμενους αρ. 2 μέχρι 10 στην αγωγή αρ. 2046/11: Ο κ. Χατζησέργης. Για τους Εναγόμενους αρ. 12 μέχρι 26 στην αγωγή αρ. 2046/11: Καμία εμφάνιση (δεν επιδόθηκε). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αίτηση και οι θέσεις των αιτητών Οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα συνένωσης της παρούσας αγωγής με τις αγωγές 2786/08 και 2046/
- Διάδικοι στις αγωγές αυτές είναι πρόσωπα που ανήκουν στην «Εκκλησία των Γνήσιων Ορθοδόξων Χριστιανών Γ.Ο.Χ. Κύπρου». Όπως αναφέρεται στην αίτηση τους, «υπάρχουν κοινά νομικά και/ή πραγματικά γεγονότα τέτοιας σημασίας ούτως ώστε να καθιστούν αναγκαία και/ή επιθυμητή τη συνένωση των πιο πάνω αγωγών και την εξέτασή τους από το δικαστήριο μέσα στα πλαίσια μιας μόνο ενιαίας διαδικασίας προς εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και εξόδων.» Στην αίτηση δεν προσδιορίζονται ποια είναι αυτά τα «κοινά νομικά και/ή πραγματικά γεγονότα». Στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων-αιτητών ανέφερε ότι: «Στους κόλπους της εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, ευρύτερα γνωστών ως Παλαιοημερολογιτών, έχει επέλθει σχίσμα εδώ και μερικά χρόνια. Σαν αποτέλεσμα του σχίσματος αυτού έχουν προκύψει διαφορές που σχετίζονται με τα δικαιώματα χρήσης, κατοχής, διαχείρισης και νομής της κινητής και ακίνητης περιουσίας της εν λόγω εκκλησίας και/ή θρησκευτικών οργανισμών, όπως μοναστηριών, που υπάγονται σ΄ αυτή.» Ήταν, περαιτέρω, η θέση του κ. Πουργουρίδη ότι: «Οι 3 αγωγές έχουν σαν κυρίαρχο στοιχείο το ποιος ή ποιοι δικαιούνται να έχουν κατοχή ή να κάμνουν χρήση, διαχείριση και νομή της ακίνητης περιουσίας της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, κοντά στο χωριό Αβδελλερό Λάρνακας, μετά το σχίσμα που έχει επέλθει στους κόλπους της εκκλησίας των Γνήσιων Ορθόδοξων Χριστιανών στην οποία υπάγεται η εν λόγω μονή. .................................... Είναι η θέση των Εναγουσών και στις 3 αγωγές ότι ο παρουσιαζόμενος ως Μητροπολίτης Κιτίου και Έξαρχος Πάσης Κύπρου κ. Σεβαστιανός και ή οποιαδήποτε άλλη από τις Εναγόμενες στις 3 αγωγές, δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα κατοχής αι ή χρήσης και ή διαχείρισης και ή νομής της ακίνητης περιουσίας της μονής. Δικαίωμα στην κατοχή, χρήση διαχείριση και ή νομή της ακίνητης περιουσίας της μονής έχουν μόνο οι Ενάγουσες.» Οι τρεις αγωγές Στην παρούσα αγωγή (996/08) ενάγοντες είναι η Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος διά της Ηγουμένης και του Ηγουμενοσυμβουλίου αυτής και τέσσερις μοναχές που παρουσιάζονται η μια ως Ηγουμένη (Ηγουμένη Μαρκέλλα Μοναχή κατά κόσμο Μαρία Ιωάννου) και οι υπόλοιπες ως μέλη του Ηγουμενοσυμβουλίου και/ή της αδελφότητας της ενάγουσας Μονής. Εναγόμενος είναι ο Επίσκοπος Σεβαστιανός και η μοναχή Συγκλητική. Το παράπονο των εναγόντων στην παρούσα αγωγή είναι ότι οι εναγόμενοι διέπραξαν παράνομη επέμβαση εκτελώντας παράνομες οικοδομικές εργασίες σε τεμάχιο γης του οποίου εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια είναι η ενάγουσα Μονή και στο οποίο βρίσκεται το παλαιό μοναστήρι και η εκκλησία του Αγίου Μοδέστου. Οι ενάγοντες ζητούν από το δικαστήριο να απαγορεύσει οποιεσδήποτε οικοδομικές εργασίες ή την επέμβαση στα τεμάχια της Μονής και δήλωση ότι αποκλειστικό δικαίωμα διαχείρισης των τεμαχίων αυτών έχουν η Ηγουμένη και ή το Ηγουμενοσυμβούλιο. Παρατηρούμε ότι οι ενάγοντες δεν αναφέρονται σε σχίσμα. Οι εναγόμενοι στην υπεράσπισή τους ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι γενικός υπεύθυνος της Μονής είναι ο εναγόμενος 1 ως Μητροπολίτης Κιτίου και Έξαρχος Πάσης Κύπρου των Γ.Ο.Χ. και ότι οι ενάγουσες δεν έχουν εξουσία να διαχειρίζονται την ακίνητη περιουσία της Μονής και δεν νομιμοποιούνται ως ενάγουσες. Για δε τις κατ΄ ισχυρισμόν οικοδομικές εργασίες προβάλλουν διάφορους ισχυρισμούς καταλήγοντας ότι η έγερση της αγωγής έγινε εκδικητικά από μια μικρή μερίδα μοναχών, οι οποίες προσπαθούν να δημιουργήσουν προβλήματα στη διοίκηση της Μονής καθοδηγούμενες από σχισματικούς καθαιρεμένους και αργούς ιερείς. Στην αγωγή 2786/08 ενάγουσες ήταν αρχικά η Ηγουμένη Μαρκέλλα και η μοναχή Καλλίστη. Η πρώτη ενάγουσα απέσυρε την αγωγή της και έτσι μοναδική ενάγουσα παραμένει η Καλλίστη, η οποία είναι και ενάγουσα στην 996/
- Εναγόμενος είναι ο Σεβαστιανός που εδώ ενάγεται ως Αρχιμανδρίτης Σεβαστιανός Σταύρου. Το παράπονο της ενάγουσας είναι ότι άλλες μοναχές, στις 20.11.2006, υπό την καθοδήγηση του εναγόμενου, τον οποίον αυτές αναγνωρίζουν ως Μητροπολίτη Κιτίου της εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. και ή ως γενικό υπεύθυνο της Μονής, εισήλθαν παράνομα στα κτήρια της Μονής και έλαβαν κατοχή μεγάλου μέρους των κτηρίων. Περαιτέρω, ότι στις 15.12.2008 οι μοναχές επεμβασίες, με οδηγίες του εναγομένου, εισήλθαν παράνομα στο κελί της και έβγαλαν έξω τα προσωπικά της αντικείμενα, τα οποία ο εναγόμενος αρνείται να τα επιστρέψει. Στις 15.12.2008, επίσης, οι επεμβασίες αρνήθηκαν, με οδηγίες του εναγομένου, να επιτρέψουν στην ενάγουσα να επανέλθει στα κτήρια της Μονής και στο κελί της. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος παράνομα παρουσιάζεται ως Μητροπολίτης Κιτίου της εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. και ή ως γενικός υπεύθυνος της Μονής και ισχυρίζεται ότι αποκλειστικοί νόμιμοι ιδιοκτήτες και/ή χρήστες και ή κάτοχοι όλων των κτηρίων της Μονής είναι η ίδια και τα υπόλοιπα μέλη της Μονής η οποία εκπροσωπείται από τη Μαρκέλλα και ή το Ηγουμενοσυμβούλιο. Έτσι, η ενάγουσα ζητά δήλωση του δικαστηρίου ότι είναι νόμιμος κάτοχος και/ή πρόσωπο που δικαιούται νόμιμα να χρησιμοποιεί το κελί που κατείχε και τα ακίνητα και ή κτήρια της Μονής, δήλωση ότι ο εναγόμενος δεν έχει δικαίωμα να κατέχει και να ασκεί έλεγχο πάνω στα κτήρια της Μονής, δήλωση ότι ο εναγόμενος δεν έχει νόμιμη εξουσία να ασκεί πνευματικό ή πειθαρχικό ή οποιοδήποτε άλλο έλεγχο επί της ενάγουσας, διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο να παρουσιάζεται ως γενικός υπεύθυνος της Μονής και/ή ως Μητροπολίτης Κιτίου, διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο να ελέγχει την είσοδο και έξοδο προσώπων στα κτήρια της Μονής και διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο όπως παρεμβάλλει εμπόδια στην ενάγουσα στην άσκηση των δικαιωμάτων της ως μέλος της μοναστικής αδελφότητας. Ο εναγόμενος εγείρει σειρά ενστάσεων όπως στην αγωγή 996/08 και άλλες ενστάσεις. Η υπεράσπιση είναι αχρείαστα πολυσέλιδη και περιλαμβάνει μαρτυρία και στοιχεία νομικής επιχειρηματολογίας, αλλά και ευρύτερης συζήτησης. Στο βαθμό που θα μπορούσε να εντοπιστεί η ουσία που τώρα μας ενδιαφέρει, είναι η θέση του εναγομένου ότι ο ίδιος είναι Μητροπολίτης και Έξαρχος Πάσης Κύπρου των Γ.Ο.Χ. σύμφωνα με την τάξη και τους ιερούς κανόνες της εκκλησίας των Γ.Ο.Χ.. Αντίθετα, η ενάγουσα δεν είναι πλέον καν μοναχή. Στις 20.12.2008 η Ιερά Σύνοδος των Γ.Ο.Χ. Κύπρου απεφάσισε ομοφώνως την αφαίρεση από τη μοναχή Καλλίστη του μοναχικού σχήματος και όπως την εκβάλει της Μονής «δια προστασία των λοιπών μοναζουσών». Ο εναγόμενος, περαιτέρω, αρνείται ότι μοναχές εισήλθαν στον περιφραγμένο χώρο της Μονής, εφόσον οι μοναχές ανήκαν στην αδελφότητα της Μονής και διαβιούσαν σ΄ αυτή. Αρνείται γενικά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Στην πραγματικότητα η ενάγουσα Καλλίστη δημιούργησε φατρία με σχηματικούς και καθηρημένους πρώην κληρικούς και προέβη σε διάφορες παράνομες και αντιεκκλησιαστικές ενέργειες με αποτέλεσμα να τιμωρηθεί από την Ιερά Σύνοδο. Για τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι την έβγαλαν έξω από το κελί της, ο εναγόμενος απαντά ότι η ενάγουσα δεν εκδιώχθηκε, αλλά απλώς «οι οδηγίες ήταν για να μεταφερθεί στον τόπο της μετάνοιας της, ίσως μεταμεληθεί και συμμορφωθεί, πράγμα το οποίο και πάλι αρνήθηκε να πράξει». Η ενάγουσα δεν έχει δικαίωμα να εισέρχεται ελεύθερα στη Μονή εκτός αν μετανοήσει και αποταθεί στην Ιερά Σύνοδο η οποία σε τέτοια περίπτωση θα αποφασίσει για το θέμα αυτό. Γενικά, για όλα όσα έχει πράξει ο εναγόμενος προβάλλει τη θέση ότι είχε καθήκον να τα πράξει ως εμπίπτοντα στη διαποίμανση που ασκούσε και «είναι θέματα καθαρά εσωτερικά, εκκλησιαστικά και ποιμαντορικά με ποιο τρόπο θα βοηθήσει ένας Επίσκοπος μια μοναχή και τις ψυχές των υπολοίπων. .» Στην αγωγή 2046/11 ενάγουσα είναι η Μαρκέλλα, η Καλλίστη και δύο άλλες μοναχές. Εναγόμενος είναι ο Σεβαστιανός και μεγάλος αριθμός μοναχών. Η Μαρκέλλα ενάγει ως Ηγουμένη και οι υπόλοιπες ως μέλη της μοναστικής αδελφότητας της Μονής. Αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης στο ιστορικό της εκκλησίας των Παλαιοημερολογιτών στην Κύπρο, από το 1924 όταν αποσχίστηκαν από την Ελληνική Ορθόδοξο Εκκλησία της Κύπρου. Αναφέρονται στο ιστορικό της ίδρυσης της Μονής τη δεκαετία του 1940, από τον αποβιώσαντα το 2005 Μητροπολίτη Κιτίου της εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Επιφάνιο. Αναφέρουν ότι μετά το θάνατο του Επιφάνιου επήλθε σχίσμα στους κόλπους της εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. και παραθέτουν τους δικούς τους ισχυρισμούς για τους γενεσιουργούς λόγους. Η ενάγουσα 1 και άλλες μοναχές αρνήθηκαν μετά το σχίσμα να ακολουθήσουν τον εναγόμενο 1 ή να του επιτρέψουν να εισέρχεται και να λειτουργεί στους ναούς της Μονής. Παρά ταύτα, ο εναγόμενος 1 και οι άλλες εναγόμενες επεμβαίνουν παράνομα στα ακίνητα της Μονής. Ο εναγόμενος 1 παράνομα χειροθέτησε την εναγόμενη 11 ως Ηγουμένη της Μονής. Γενικά η συμπεριφορά των εναγομένων ήταν τέτοια ώστε οι ενάγουσες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Μονή. Οι ενάγουσες ζητούν διάταγμα τερματισμού της παράνομης επέμβασης, διάταγμα που να απαγορεύσει στην εναγόμενη 1 να παρουσιάζεται ως Ηγουμένη, δήλωση ότι οι ενάγουσες έχουν αποκλειστικό δικαίωμα κατοχής των τεμαχίων της Μονής και άλλες θεραπείες. Εν προκειμένω, οι εναγόμενοι δεν έχουν ακόμα καταχωρήσει υπεράσπιση. Μάλιστα δε, η αγωγή δεν έχει επιδοθεί σε όλες τις εναγόμενες, παρά το ότι δόθηκε άδεια για υποκατάστατη επίδοση στις 7.10.
- Οι θέσεις των καθ΄ ων η αίτηση Ο κ. Πουτζιουρής έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην εισήγηση ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει διάταγμα συνένωσης λόγω του ότι οι διάδικοι εκπροσωπούνται από διαφορετικούς δικηγόρους. Δεν μπορούν, είπε, να συνενωθούν αγωγές όπου οι διάδικοι δεν συμφωνούν ως προς το χειρισμό της υπόθεσης, πράγμα που δεν μπορεί να το γνωρίζει τώρα το δικαστήριο, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι η αγωγή δεν έχει ακόμα επιδοθεί στις εναγόμενες 12-
- Ως προς αυτό τούτο το γεγονός της μη επίδοσης σε όλους τους εναγομένους εισηγήθηκε ότι η εξουσία του δικαστηρίου περιορίζεται σε «εκκρεμούσες» αγωγές, δηλαδή αγωγές που έχουν επιδοθεί. Παρέπεμψε σχετικά στην Αγγλική Δικαστική Πρακτική του 1963, σελ. 1185, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Effect of the rule.- There is discretion to consolidate 'pending' actions that is to say actions in which the writ has been served (The Helenslea
(1882)7P.D.57) and in which judgement has not yet been obtained and satisfied.)» Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι η αίτηση έγινε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο, χωρίς να δίδεται καμιά εξήγηση, κάτι που καταδεικνύει περιφρόνηση προς το δικαστήριο. Ο κ. Χατζησέργης ήγειρε, επίσης, το πρόβλημα της διαφορετικής εκπροσώπησης των εναγομένων σε συσχετισμό με το ότι η τελευταία αγωγή δεν έχει επιδοθεί σε όλες τις εναγόμενες. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι τα επίδικα θέματα των τριών αγωγών είναι εντελώς διαφορετικά και άσχετα μεταξύ τους και ότι η αίτηση έγινε σε πολύ καθυστερημένο στάδιο σε βαθμό που να παραβιάζεται το συνταγματικό δικαίωμα των εναγομένων για διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου. Εισηγήθηκε, ακόμα, ότι η δικονομική συμπεριφορά των εναγόντων είναι τέτοια ώστε να αποτελεί μορφή περιφρόνησης και κατάχρησης της διαδικασίας. Οι αρχές που διέπουν το θέμα Ως προς τη γενική αρχή παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Λτδ v. Apak Agro Industries
(1999)1 Γ ΑΑΔ 1771: «Διάταγμα συνένωσης αγωγών εκδίδεται στις περιπτώσεις όπου αναμένεται ότι θα προκύψει όφελος από την συνεκδίκαση. Η έκδοση διατάγματος συνένωσης η αγωγών προς εκδίκαση ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Το Δικαστήριο ενασκώντας την διακριτική του ευχέρεια εξετάζει κατά πόσο η συνεκδίκαση των αγωγών θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των διαδίκων και την καλύτερη απονομή της δικαιοσύνης. Η αποφυγή πολλαπλότητας των διαδικασιών, ο περιορισμός των εξόδων καθώς και η οικονομία του δικαστικού χρόνου είναι παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου επί του θέματος. Βλ. Hadjiathanasiou v. Parperides and Others
(1975)1 C.L.R. 401 και Healey and Others v. A. Waddington and Sons Ltd and Others
(1954)1 All E.R. 861.» Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Τοφής Κυριάκου και Υιός Λτδ v. Δημοκρατίας, υπόθεση αρ. 1656/07 Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας, ημερομηνίας 4.6.2010: «Το ουσιώδες κριτήριο για τη συνένωση αγωγών είναι η ύπαρξη κοινού πραγματικού ή νομικού ζητήματος, όπως αυτά διαπιστώνονται αποκλειστικά από τις Εκθέσεις Απαιτήσεως των αγωγών και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των Υπερασπίσεων (βλ. Samata Enterprises Ltd v. Γεωργίου Σταύρου
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 1876). Υπάρχουν βέβαια και άλλοι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη όπως η πολυπλοκότητα των εγειρομένων θεμάτων ή η δυνατότητα εκπροσώπησης μέσω του ίδιου δικηγόρου (βλ. υπόθεση Lewis v. Faily Telegraph Ltd. (No. 2)
(1964)1 All E.R. 705).» Θεωρώ ουσιαστικής σημασίας το γεγονός ότι η αγωγή 2046/11 δεν έχει επιδοθεί σε όλες τις εναγόμενες, ενώ οι εναγόμενες στις οποίες έχει επιδοθεί δεν έχουν ακόμα καταχωρήσει υπεράσπιση. Το κατάλληλο στάδιο είναι το στάδιο των οδηγιών μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων. Στην υπόθεση Hadjiathanasiou v. Parperides and Others (ανωτέρω) είχαν καταχωριστεί σε τέσσερις αγωγές γενικώς οπισθογραφημένα κλητήρια. Αφορούσαν και οι τέσσερις αξιώσεις για αποζημιώσεις συνεπεία του ιδίου τροχαίου ατυχήματος. Ο τότε προσωρινός Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου, μετέπειτα Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής, έκρινε ότι δεν είχε ενώπιον του επαρκές υλικό, ενόψει της απουσίας των δικογράφων, για να αποφασίσει το κατά πόσο οι τέσσερις αγωγές περιελάμβαναν κοινό νομικό ή πραγματικό ζήτημα. Ανέφερε σχετικώς τα ακόλουθα: «Even if I were to assume, and I leave this point entirely open, that it is possible to order consolidation before the close of the pleadings, in the absence of agreement among the parties as to the facts in issue there would be nothing before the Court to enable it to exercise its discretion whether to order consolidation or not and it would plainly be an exercise in futility to venture to support such facts.» Έχοντας παραθέσει ανωτέρω τα στοιχεία των τριών αγωγών προκύπτει ότι το πρόβλημα, ως πρόβλημα που πηγάζει από το σχίσμα, που είναι το «κυρίαρχο στοιχείο» κατά τον κ. Πουργουρίδη, τέθηκε στην πληρότητα του στην 2046/11. Είναι, ως άνω, χαρακτηριστικό ότι στην πρώτη αγωγή, την 996/08, οι ενάγουσες δεν εγείρουν καθόλου τέτοιο ζήτημα, το οποίο άρχισε να αναφύεται με την υπεράσπιση των εναγομένων. Η αγωγή στην οποία τίθεται με πληρότητα το πρόβλημα δεν έχει συμπληρωμένα δικόγραφα και μάλιστα δεν έχει επιδοθεί σε αριθμό εναγομένων. Θεωρώ ότι, υπό τέτοιες περιστάσεις, έστω και αν έχει καταχωριστεί έκθεση απαίτησης, δεν υπάρχουν όλα τα αναγκαία δεδομένα ενώπιον του δικαστηρίου για να ασκήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της συνένωσης των τριών αγωγών. Θα μπορούσε, ίσως, να λεχθεί ότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, θα ήταν σκόπιμο να εξεταστεί το ενδεχόμενο της συνένωσης των δύο αγωγών στις οποίες έχουν συμπληρωθεί τα δικόγραφα και είναι ενώπιον του δικαστηρίου όλα τα δεδομένα. Αυτό, όμως, στην ουσία δεν θα επιτύγχανε το ζητούμενο μιας συνένωσης, δηλαδή την κοινή και άπαξ εκδίκαση, εφόσον θα παρέμενε για εκδίκαση η αγωγή 2046/11 στην οποία ακριβώς τίθενται στην πληρότητα τους τα ζητήματα. Πέραν τούτου, όντως η αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση με τέτοιο τρόπο ώστε αν διαταχθεί συνένωση, η ακρόαση δύο παλαιών αγωγών θα συναρτηθεί με την πορεία μιας υπόθεσης στην οποία δεν έχουν γίνει ακόμα όλες οι επιδόσεις και εν πάση περιπτώσει, δεν έχουν συμπληρωθεί τα δικόγραφα. Για όλους τους παραπάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο