← Κύπρος

ΛΑΜΠΡΟΣ Τ. ΚΕΦΑΛΑΣ ν. ΓΙΑΝΝΗΣ Ε. ΠΑΝΑΓΗΣ κ.α., Αρ. Αγ: 1469/11, 19.1.12

ΛΑΜΠΡΟΣ Τ. ΚΕΦΑΛΑΣ ν. ΓΙΑΝΝΗΣ Ε. ΠΑΝΑΓΗΣ κ.α., Αρ. Αγ: 1469/11, 19.1.12 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A12 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγ: 1469/11 Μεταξύ: ΛΑΜΠΡΟΣ Τ. ΚΕΦΑΛΑΣ Ενάγοντας και

  1. ΓΙΑΝΝΗΣ Ε. ΠΑΝΑΓΗΣ
  2. ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ
  3. DIOMEDES HOTELS LTD
  4. Α.Σ.Π. & Κ. ΠΑΣΧΑΛΗ ΛΤΔ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 22.8.11 για συνοπτική απόφαση Hμερομηνία: 19.1.12 Eμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κος. Κεφάλας Για τους Εναγόμενους 1 και 4 - Καθ'ων η Αιτητή: κος. Σωτηρίου Για τον Εναγόμενο 2 - Καθ'ου η Αίτηση: κος. Λάντος Για τον Εναγόμενο 3 - Καθ'ου η Αίτηση: κος. Τσαγγαρός ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας-αιτητής με την καταχωρηθείσα αγωγή αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1-4 - καθ'ων η αίτηση το συνολικό ποσό των €34884 δυνάμει τριών γραμμάτιων συνήθους τύπου και/ή συναλλαγματικών και/ή εγγράφων αναγνώρισης χρέους και/ή γραμμάτιων και/ή υποσχέσεων πληρωμής και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας πλέον τόκο 5% ετησίως από τις 30.6.10 μέχρι εξοφλήσεως. Με την υπό εξέταση αίτηση ημερομηνίας 22.8.11 ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον και των τεσσάρων εναγομένων - καθ'ων η αίτηση ως η έκθεση απαίτησης του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 Θ.1-19, Δ.48 Θ1-12 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα-αιτητή. Ο αιτητής στην ένορκη δήλωση του αναφέρει ότι γνωρίζει προσωπικά πολύ καλά τα γεγονότα που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης και ότι η αξίωση του εναντίον των καθ'ων η αίτηση είναι ορθή και γνήσια και προέρχεται από γραμμάτια συνήθους τύπου που συντάχθησαν και εκτελέσθηκαν νομότυπα. Η αξίωση του ειδικότερα βασίζεται σε τρία γραμμάτια ημερομηνίας 5.8.03, 3.10.03 και 4.11.03 συνολικού ποσού €34884 που από τη λήξη τους φέρουν τόκο 5% μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Προς τούτου επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του αντίγραφα των τριών αναφερόμενων εγγράφων. Τέλος δηλώνει ότι πιστεύει ότι είναι δίκαιο και ορθό όπως εκδοθεί απόφαση εναντίον των εναγομένων - καθ'ων η αίτηση διότι όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του ουδεμία υπεράσπιση έχουν. Οι καθ'ων η αίτηση 2 και 3 ο καθένας ξεχωριστά και οι καθ' ων η αίτηση 1 και 4 από κοινού καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας διάφορους λόγους ενστάσεων. Όπως προκύπτει από το φάκελλο της υπόθεσης οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 καταχώρησαν και έκθεση υπεράσπισης στην αγωγή κάτι που δεν περιορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάσει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης (βλ. Sigma Radio TV. v. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου

(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408). Ζήτημα το οποίο θα πρέπει κατά την αντίληψη μου να εξεταστεί κατά προτεραιότητα στην παρούσα, αποτελεί η καταχωρηθείσα ένσταση του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση 2 η οποία δεν συνάδει με τον τύπο 47 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτός έχει καθοριστεί με τον Διαδικαστικό Κανονισμό ημερομηνίας 23.12.99. Η Δ.48 Θ4 προβλέπει ότι η ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως πέραν της αναφοράς της στην ορθή νομική βάση θα πρέπει να εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους ένστασης. Παρατηρώντας την καταχωρηθείσα ένσταση του εναγόμενου 2 - καθ' ου η αίτηση εκείνο που αναφέρεται είναι ότι τα γεγονότα της ένστασης φαίνονται στη δικογραφία και στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 - καθ'ου η αίτηση τα οποία παραθέτει συνοπτικά. Το περιεχόμενο της ένστασης του εναγόμενου 2 - καθ'ού η αίτηση δεν συνάδει με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.4 σύμφωνα με τις οποίες στο σώμα της ένστασης θα πρέπει να παρατίθενται οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης. Η εν λόγω παράλειψη καθιστά την ένσταση του καθ'ου η αίτηση - εναγόμενου 2 παράτυπη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξεταστεί. Ο καθ΄ου η αίτηση - εναγόμενος 2 δεν έλαβε οποιοδήποτε διορθωτικό διάβημα της παρατυπίας η οποία δεν είναι δυνατό να διορθωθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (βλ. Οικονομίδου v. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1157 και Olympia Designs (Properties) Ltd v. Unique u.k. inc. Πολ. Έφ. 72/08 ημ. 4.8.10). Η Δ.64 έχει καταργήσει τη διάκριση μεταξύ άκυρων και αντικανονικών μέτρων καθιστώντας έτσι κάθε παρέκκλιση από τους θεσμούς, αντικανονικότητα που μπορεί να θεραπευτεί. Όμως, σύμφωνα με τη Δ.64, η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται, με ευθύνη του υπεύθυνου διαδίκου (βλ. εταιρεία Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου
(2009)1Α Α.Α.Δ. 356). Στην υπόθεση Πετρίχου v. Χ΄΄Ιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81 τονίστηκε ότι η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για τη μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς οι οποίοι πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο ενδιαφερόμενος διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες που είναι θεραπεύσιμες (βλ. Αρέστη v. Μαρία Ερμογένους Π.Ε. 41/08 ημ.25.11.10). Όπως έχει λεχθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η Δ.64 δεν καταργεί τις διατάξεις των Θεσμών οι οποίες πρέπει να τηρούνται. Απλά παραχωρείται η ευκαιρία στον διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών να διορθώσει τη συγκεκριμένη παρατυπία. Ερχόμενη τώρα στους λόγους ένστασης των εναγομένων 1,3 και 4 -καθ'ων η αίτηση συνοπτικά αναφέρω ότι αυτοί περιστρέφονται γύρω από το ότι δεν υπάρχει εκκαθαρισμένη απαίτηση του ενάγοντα-αιτητή στην αγωγή και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι έχουν καλόπιστη και βάσιμη υπεράσπιση στην αγωγή του ενάγοντα καθώς και ότι υπάρχουν εγειρόμενα νομικά θέματα τα οποία εάν αποδειχθούν καθιστούν παράνομη και/ή ανεφάρμοστη την αξίωση του ενάγοντα. Οι εναγόμενοι 1 και 4 προβάλλουν περαιτέρω ότι η αξίωση του ενάγοντα-αιτητή έχει διευθετηθεί κατόπιν συμπληρωματικής συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντα και του εναγόμενου 1 βάση της οποίας ο εναγόμενος 1 εξέδωσε και παράδωσε στον ενάγοντα αριθμό μεταχρονολογημένων επιταγών αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τους. Η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες όλες οι πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ Η Διαταγή 18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει την δικονομική δυνατότητα εξέτασης του αιτήματος και αναφέρει τα ακόλουθα, σε μετάφραση: ''΄Οπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο, σύμφωνα με τη Διάταξη 2 Κανονισμός 6 ο Ενάγοντας μπορεί, με ένορκο δήλωση που θα κάνει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά και πιστοποιήσει τα γεγονότα και βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για την παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα. Απόφαση υπέρ του Ενάγοντα μπορεί να δοθεί εκτός αν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα κριθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης''. Όπως προκύπτει από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής και έχει καθιερωθεί από τη Νομολογία, οι ακόλουθες είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για την έκδοση συνοπτικής απόφασης. (α) Η αγωγή πρέπει να καταχωρείται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο. (β) Να έχει καταχωριστεί Εμφάνιση από τον Εναγόμενο. (γ) Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ΄Ενορκη Δήλωση από τον ίδιο τον Ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, και να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι, καθώς πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Παναγιώτης Νεάρχου κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ,
(2005)1Β Α.Α.Δ. 818 Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782, Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.,
(2001)1 Α.Α.Δ. 798). Όπως αναφέρθηκε και στην Stavrinides v. Cekoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίηση τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Αφού ο Ενάγοντας ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις αυτές, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του Εναγομένου να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής ή να αποκαλύψει γεγονότα που να μπορούν να θεωρηθούν ικανά να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί (βλ. Χριστόδουλος Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου,
(2002)1 Α.Α.Δ. 417 Κyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, Σ.Π.Ε Πέγειας v. C.A.A. Travel Media Ltd
(2008)1Β Α.Α.Δ. 837). Σημειώνω περαιτέρω ότι, όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Χριστόδουλος Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου (πιο πάνω), η διαδικασία έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών, αφού ουσιαστικά, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, αποκλείει τον Εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Τούτου δεδομένου, μόνο σε περιπτώσεις όπου προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Εναγόμενος στερείται υπεράσπισης μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση (βλ. Ιουλία Μαγγλή ν. C.B.C.I Cyprus - Balkan Consulting and Investment Ltd,
(2004)1 (A) A.A.D. 896). H όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή, ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. (βλ. Τrans Middle East (Trading) (TMET) Ltd v. Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 339). H δε άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον Εναγόμενο ακόμα και όταν φαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Ο Εναγόμενος όμως, δεν πρέπει να προβάλλει απλά γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, αλλά η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του Εναγομένου (Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Νέστωρα Χ'Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204). Περαιτέρω, σε τέτοιες αιτήσεις, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο, και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Εξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση καταλήγω ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις έχουν ικανοποιηθεί. Καταχωρίστηκε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο στις 9.5.11 και οι εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 καταχώρησαν σημείωμα εμφανίσεως. Σημειώνεται ότι για τους εναγόμενους 3 και 4 υπάρχουν δύο σημειώματα εμφάνισης από διαφορετικούς δικηγόρους πριν όμως την έναρξη της ακρόασης της αίτησης εδηλώθησαν από τους δικηγόρους οι εμφανίσεις όπως αναφέρονται στον τίτλο της απόφασης. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση κρίνω ότι ο ενόρκως δηλών που είναι ο ενάγοντας είναι πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επιβεβαιώσει το απαιτούμενο ποσό και την αιτία αγωγής. Εκείνο που παραμένει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο ο αιτητής κατάφερε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τη δήλωση του για το ότι πιστεύει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η απάντηση θα πρέπει να είναι αρνητική. Το ίδιο θέμα εξετάστηκε από τον Επαρχιακό Δικαστή κ. Μουγή στα πλαίσια πανομοιότυπης αίτησης μεταξύ των ίδιων διαδίκων στην αγωγή υπ' αριθμό 1470/11. Το σκεπτικό της απόφασης το οποίο οδηγεί και στη κατάληξη της αίτησης, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και γι' αυτό παραθέτω στη συνέχεια αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. Πρόκειται για αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης και είναι νομολογημένο ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά και μόνο σε καθαρές υποθέσεις αφού αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα ότι το Δικαστήριο ακούει και τις δύο πλευρές προτού καταλήξει στην ετυμηγορία του (βλ. Trans Middle East Trading Ltd. v. Abdul Aziz Τlais
(1991)1 A.A.Δ. 239). Θεωρώ ότι όπως είναι διατυπωμένη η Δ.18 θ.1 θα πρέπει ο αιτητής να επιβεβαιώσει ότι ο ίδιος πιστεύει ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση. Στην ως άνω διαταγή αναφέρεται ότι «..stating that in his belief there is no defence to the action, ..». Κρίνω ότι με βάση τη Δ.18 θ.1 θα πρέπει να επιβεβαιώσει ο ίδιος ο αιτητής, δηλαδή το ότι ο ίδιος πιστεύει ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή και όχι ως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του, όπως η προκείμενη περίπτωση. Δηλαδή ουσιαστικά ο αιτητής στην παρούσα υπόθεση, ως προκύπτει από την ένορκη δήλωσή του, παραθέτει την άποψη του δικηγόρου του και όχι το τι ο ίδιος πιστεύει ως εις τη Δ.18 προνοείται. Στο Annual Practice 1979 σ. 136 κάτω από τον τίτλο "Plaintiff΄s Affidavit" αναφέρεται ότι η ένορκη δήλωση θα πρέπει να πληρεί τις δύο πιο κάτω προϋποθέσεις:
  1. It must verify the facts on which the claim or part of a claim to which the application relates is based and
  2. It must state the deponent΄s belief that there is no defence to that claim or part or no defence.. Περαιτέρω, στη σελίδα 137 του ίδιου συγγράμματος αναφέρεται ότι: «Deposing to Belief that there is no Defence.-This statement is an essential part of the affidavit. The usual words used in the affidavit are, "I verily believe that there is no defence to this action".» Προκύπτει αβίαστα από τα πιο πάνω ότι πέραν του γεγονότος ότι δήλωση περί πίστης για ανυπαρξία υπεράσπισης στην αγωγή είναι ουσιώδες στοιχείο της ένορκης δήλωσης, θα πρέπει να είναι δήλωση που προέρχεται από τον ενόρκως δηλούντα κάτι το οποίο δεν πληρείται εδώ αφού ο ενόρκως δηλών αφενός μεν δεν δηλώνει ότι πιστεύει ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση στην αγωγή, αφετέρου δε αναφέρει απλώς τη συμβουλή που έλαβε από τον δικηγόρο του ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση. Αυτό όμως στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και στην αυστηρότητα που την περιβάλλει δεν είναι αρκετό. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η παράγραφος 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και τα λεχθέντα περί συμβουλής του δικηγόρου για τη μη ύπαρξη υπεράσπισης και να θεωρηθεί ότι πληρεί τις προϋποθέσεις που θέτουν οι θεσμοί και η νομολογία. Στην υπόθεση Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130 και παραπέμποντας στην Lagos v. Grunwaldt
(1910)1 K.B. 41, όπου η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «..A solicitor may be a perfectly good witness from his own knowledge of the facts, but the mere fact that he is the solicitor cannot make his information and belief any better than that of any other person. » Αυτό καταδεικνύει την αυστηρότητα και το απόλυτο των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται έτσι ώστε το Δικαστήριο εφαρμόζοντας τη Δ.18 να προχωρά στην έκδοση απόφασης χωρίς να υπάρχει δίκη. Με βάση τα πιο πάνω η αίτηση δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχία. Το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι, ενόψει της ως άνω κατάληξης του Δικαστηρίου αν θα πρέπει να εξεταστεί και κατά πόσο οι εναγόμενοι πρόβαλαν τέτοια γεγονότα έτσι ώστε να τους επιτραπεί να υπερασπιστούν. Στο Annual Practice 1979 σ.136 και πάλι κάτω από τον τίτλο "Plaintif΄s Affidavit" αναφέρεται: «It is a necessary condition for proceeding under O.14 that the application must be supported by an affidavit which complies with this rule otherwise the summons may be dismissed.» Στην υπόθεση Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska (ανωτέρω), είχαν εγερθεί από τον εφεσείοντα με μορφή προδικαστικών ενστάσεων δύο επιχειρήματα που αφορούσαν τη μη συμμόρφωση του εφεσίβλητου-αιτητή με τους τύπους της Δ.18, κ.
  1. Σύμφωνα με ένα από τα επιχειρήματα αυτά, το πρόσωπο που προέβη στην ένορκη δήλωση για λογαριασμό των εναγόντων-αιτητών δεν ήταν πρόσωπο ικανό να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης προς επιβεβαίωση της αιτίας αγωγής και του αξιούμενου ποσού (..unable to swear positively to the facts verifying the cause of action and the amount claimed"). Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει τα εξής στη σελίδα 135 της απόφασής του, η οποία δόθηκε από το τότε μέλος του Δικαστηρίου κ. Α. Λοϊζου: «Both objections go to the jurisdiction of the Court as the conditions imposed by order 18, r.1 have to be fulfilled, in order that the Court can have jurisdiction to make an order for summary judgment thereunder..» Περαιτέρω, στη σελίδα 140 της εν λόγω απόφασης αναφέρεται: «A defendant by making a defence to the merits in addition to taking a preliminary objection as to the sufficiency of the affidavits filed by the applicant/plaintiff should not be taken as submitting to the jurisdiction of the Court.» Στη σελίδα 143 της ίδιας απόφασης και αφού το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στη συγκεκριμένη εκείνη υπόθεση δεν υπήρξε συμμόρφωση με τους τύπους της Δ.18 Κ.1, αναφέρονται και τα εξής: «On the true construction, therefore, of the relevant provisions of our Rules we hold that the trial court had no jurisdiction to give judgment on the strength of the affidavits filed in support of the application.» Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η αυστηρή συμμόρφωση με τις διαδικαστικές απαιτήσεις (procedural requirements) της Δ.18, Κ.1, είναι αναγκαιότητα που πρέπει να ικανοποιηθεί για να αποκτήσει το Δικαστήριο δικαιοδοσία να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης και κατά συνέπεια το ουσιαστικό ερώτημα του κατά πόσο ο εναγόμενος έχει ή δεν έχει υπεράσπιση, δεν μπορεί να εγερθεί εκτός εάν ο ενάγοντας έχει πρώτα ικανοποιήσει τις διαδικαστικές απαιτήσεις της Δ.18 θ.
  2. Τα πιο πάνω τεθέντα οδηγούν στο σαφές συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να προχωρήσει να εξετάσει την παρούσα αίτηση και τους ισχυρισμούς που οι εναγόμενοι-καθ΄ ων η αίτηση θέτουν και να αποφανθεί περί ύπαρξης ή όχι υπεράσπισης. Ως εκ τούτου η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Θα υπάρχει διαφοροποίηση σε σχέση με τα έξοδα μόνο όσον αφορά τον εναγόμενο 2-καθ΄ ου η αίτηση ενόψει του γεγονότος ότι το Δικαστήριο δεν είχε έγκυρη ένσταση από τον εν λόγω διάδικο για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω και άρα δεν θα επιδικαστούν οιαδήποτε έξοδα προς όφελός του. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόμενων 1, 3 και 4 - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. Καμιά διαταγή για έξοδα αναφορικά με τον εναγόμενο 2 - καθ΄ου η αίτηση. (Υπ.) ................. Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.