← Κύπρος

Madaco Elomas Distributors Ltd ν. Γιώργου Πορτοκαλάκη, Συν. Αγωγές Αρ.: 1928/08 και 1258/09, 20 Ιανουαρίου, 2012

Madaco Elomas Distributors Ltd ν. Γιώργου Πορτοκαλάκη, Συν. Αγωγές Αρ.: 1928/08 και 1258/09, 20 Ιανουαρίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Συν. Αγωγές Αρ.: 1928/08 και 1258/09 Μεταξύ: Madaco & Elomas Distributors Ltd Ενάγουσα -και- Γιώργου Πορτοκαλάκη Εναγομένου ------------------- Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα Εταιρεία: κ. Κουμής Για Εναγόμενο: κ. Λουκαΐδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία με την αγωγή της, Αγωγή Αρ.1928/08, αξιώνει το ποσό των €29.046,22 (Λ.Κ.17.000-), δυνάμει συναλλαγματικής και/ή γραμματίου ημερομηνίας 28/06/2007 το οποίο εξέδωσε έναντι νομίμου και καλού ανταλλάγματος. Διαζευκτικά αξιώνει το συγκεκριμένο ποσό δυνάμει συμφωνίας δανείου. Στην Αγωγή Αρ.1258/09 αξιώνει το ποσό των €19.746,31 (Λ.Κ.11.537-), ως το υπόλοιπο συμφωνίας ή ως «money had and received». Η Ενάγουσα Εταιρεία στην Έκθεση Απαίτησης Αρ.1928/2008 ισχυρίζεται ότι ασχολείται με εισαγωγές και πωλήσεις εμπορευμάτων και ειδών διατροφής, στη Λάρνακα. Ο Εναγόμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν υπάλληλος της Ενάγουσας Εταιρείας. Κατά ή περί τις 28/06/2007, μετά από παράκληση του Εναγομένου, έναντι νομίμου ανταλλάγματος, εκδώσαν συναλλαγματική και/ή γραμμάτιο για το ποσό των €29.046,

  1. Η συναλλαγματική είχε ημερομηνία λήξεως την 28/06/2008 και υπήρχε πρόνοια για τόκο 9% ετησίως από τη λήξη της. Το συγκεκριμένο ποσό η Ενάγουσα Εταιρεία είχε συμφωνήσει να το δανείσει στον Εναγόμενο. Η Ενάγουσα Εταιρεία, σύμφωνα με την καταγραφείσα θέση της, έχει συνάψει δάνεια σε εμπορικές τράπεζες για τα οποία καταβάλλει τόκο 9% γι' αυτό και αξιώνει το ποσό του συγκεκριμένου τόκου ως αποζημίωση. Ο Εναγόμενος παρέλειψε να πληρώσει το συγκεκριμένο ποσό, παρά τις εκκλήσεις της Ενάγουσας Εταιρείας, γι' αυτό και αξιώνεται με την αγωγή. Ο Εναγόμενος αρνείται τη θέση της Ενάγουσας Εταιρείας περί δανεισμού και έκδοσης συναλλαγματικής, παραδέχεται όμως στην Υπεράσπισή του, ότι πράγματι υπέγραψε ένα έγγραφο, το οποίο του υποδείχτηκε από την Ενάγουσα Εταιρεία. Αρνείται ότι το συγκεκριμένο έγγραφο συνιστά συναλλαγματική, αφού αυτό που υπογράφτηκε δεν σχετίζεται με αυτό που επικαλείται η Ενάγουσα Εταιρεία στην Έκθεση Απαίτησής της. Το έγγραφο που υπόγραψε ο ίδιος ήταν ατελές, δεν είχε ημερομηνία λήξεως και δεν καθοριζόταν οποιοσδήποτε τόκος. Προβάλλει τον ισχυρισμό ότι αν έγιναν προσθήκες, αυτό συνιστά πλαστογραφία γιατί δεν είχαν γίνει με τη δική του συγκατάθεση. Επίσης αρνείται ότι για την ισχυριζόμενη συναλλαγματική ή/και γραμμάτιο δόθηκε οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Ανταπαιτεί ο Εναγόμενος δήλωση του Δικαστηρίου ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι νόμιμο ή νομικό έγγραφο, που να τον δεσμεύει με οποιοδήποτε τρόπο και αξιώνει διάταγμα το οποίο να το ακυρώνει. Στην Αγωγή Αρ.1258/2009, η οποία συνεκδικάζεται με την Αγωγή Αρ.1928/2008, η Ενάγουσα Εταιρεία ισχυρίζεται ότι μεταξύ των ημερομηνιών 01/01/2005-31/12/2007, είχε συμφωνήσει να δανείσει και δάνεισε στον Εναγόμενο μετρητά συνολικού ποσού €48.796,04 (Λ.Κ.28.557,30), το οποίο ποσό ο Εναγόμενος θα πλήρωνε με μηνιαίες δόσεις ύψους €85,43 (Λ.Κ.50-). Το συγκεκριμένο ποσό θα αποκοπτόταν από το μηνιαίο μισθό του, σύμφωνα με τη συμφωνία, την εντολή και την εξουσιοδότηση του Εναγομένου. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την καταγραφείσα θέση της Ενάγουσας Εταιρείας, στις 28/06/2007 η Ενάγουσα Εταιρεία, με παράκληση του Εναγομένου, έκδωσε έναντι νομίμου και καλού ανταλλάγματος, τη συναλλαγματική και/ή το γραμμάτιο με ημερομηνία εκδόσεως 28/06/2007 και λήξεως 28/06/2008, για το ποσό των €29.046,22 (Λ.Κ.17.000-). Μετά την έκδοση το συγκεκριμένου γραμματίου, παρέμεινε υπόλοιπο το ποσό των €19.746,31 (Λ.Κ.11.557-). Λόγω του ότι δεν αποπληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό, η Ενάγουσα Εταιρεία αξιώνει το ποσό των €19.746,31 (Λ.Κ.11.557-), ως υπόλοιπο συμφωνίας δανείου ή/και ως «money had and received». Στην καταχωρηθείσα Υπεράσπισή του, στην Αγωγή Αρ.1258/2009, ο Εναγόμενος εγείρει προδικαστική Ένσταση ότι δεν αποκαλύπτεται στην αγωγή βάση αγωγής ή/και επαρκής βάση αγωγής ή/και δεν παρέχονται επαρκής και/ή ενδεδειγμένες λεπτομέρειες, ούτως ώστε να μπορεί να διακριθεί με σαφήνεια σε ποια γεγονότα βασίζεται η θεραπεία που αξιώνεται. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι πράγματι ο Εναγόμενος εργαζόταν ως υπεύθυνος αποθήκης στην Ενάγουσα Εταιρεία, στην οποία διευθυντής ήταν ο κ. Ανδρέας Κωνσταντίνου, με τον οποίο τον συνέδεαν φιλικοί και οικογενειακοί δεσμοί. Λάμβανε, ως καθαρό μηνιαίο μισθό, Λ.Κ.2.000-. Το ποσό των Λ.Κ.1.000- πληρωνόταν στον Εναγόμενο για τις υπηρεσίες του ως υπεύθυνος αποθήκης και το ποσό των Λ.Κ.1.000- μηνιαίως του καταβαλλόταν για τις επιπρόσθετες υπηρεσίες που πρόσφερε στην Ενάγουσα Εταιρεία, δηλαδή τον περιοδικό έλεγχο των καταστημάτων της, έλεγχο των εργαζομένων στα καταστήματα της Ενάγουσας Εταιρείας, του αποθεματικού των καταστημάτων, καθώς και την παροχή υπηρεσιών υπό τη μορφή βοήθειας στη γυναίκα και το παιδί του κ. Κωνσταντίνου, λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε η σύζυγος του κ. Κωνσταντίνου. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι υπήρχε προφορική συμφωνία ότι το ποσό των €1.000-, το οποίο προέκυπτε από τις επιπρόσθετες υπηρεσίες του Εναγομένου, θα κατακρατείτο από την Ενάγουσα Εταιρεία για λογαριασμό του Εναγομένου μέχρι να το ζητήσει ο Εναγόμενος. Στα δύο χρόνια εργοδότησής, είχε συσσωρευτεί το ποσό των Λ.Κ.24.000-, το οποίο ο ιδιοκτήτης της Ενάγουσας Εταιρείας κρατούσε ή/και φύλαγε για λογαριασμό του Εναγομένου. Όταν ο Εναγόμενος αποφάσισε την αγορά κατοικίας, είσπραξε το οφειλόμενο προς αυτόν ποσό αφαιρουμένων Λ.Κ.7.000-, τα οποίο ο Εναγόμενος όφειλε στην Ενάγουσα Εταιρεία. Συνολικά είσπραξε Λ.Κ.17.000-, ποσό το οποίο αντιπροσώπευε τα δεδουλευμένα του για δύο χρόνια. Στις 28/06/2007, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του Εναγομένου, μετά από ψευδείς και δόλιες παραστάσεις, ο διευθυντής της Ενάγουσας Εταιρείας έπεισε τον Εναγόμενο να υπογράψει ένα έγγραφο, το οποίο θα χρησιμοποιείτο για εγγραφή στα λογιστικά βιβλία της Ενάγουσας Εταιρείας, για το ποσό των Λ.Κ.17.000-, το οποίο του είχε πληρωθεί για τα δεδουλευμένα του. Μετά την υπογραφή του συγκεκριμένου εγγράφου, ο Εναγόμενος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση. Καταλήγει ότι το συγκεκριμένο έγγραφο, ημερομηνίας 28/06/2007, δεν αποτελεί συναλλαγματική και/ή γραμμάτιο, όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα Εταιρεία, αλλά ούτε και είχε οποιαδήποτε πραγματική και/ή νομική ισχύ. Το συγκεκριμένο έγγραφο, όταν υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο, δεν έφερε τόκο ή/και ημερομηνία λήξης, αλλά και ούτε είχε δοθεί οποιοδήποτε αντάλλαγμα για την έκδοσή του. Είναι η δική του θέση ότι η συγκεκριμένη αγωγή συνιστά εκδικητικό μέτρο εναντίον του, γιατί η καταχώρησή της έγινε μόλις μαθεύτηκε από την Ενάγουσα Εταιρεία ότι ο Εναγόμενος εργάζεται σε ανταγωνιστική εταιρεία εισαγωγής τροφίμων. Μαρτυρία δόθηκε για την Ενάγουσα από τον κ. Ανδρέα Κωνσταντίνου, τον διευθυντή της, ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  2. Στη Δήλωσή του αναφέρει ότι είναι διευθυντής και μέτοχος της Ενάγουσας Εταιρείας και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα. Η Ενάγουσα Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νομότυπα εγγεγραμμένη και ασχολείται με εισαγωγές και πωλήσεις διαφόρων εμπορευμάτων. Ο Εναγόμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν υπάλληλος της εταιρείας, η οποία μετά από παράκλησή του, μεταξύ των ημερομηνιών 01/01/2005 και 31/12/2007, συμφώνησε να του δανείσει το ποσό των Λ.Κ.28.557,30 (€48.793,04) σε μετρητά. Το συγκεκριμένο ποσό ο Εναγόμενος θα το πλήρωνε με μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.50- (€84,43), το οποίο ποσό θα του αφαιρείτο από το μισθό του κάθε μήνα. Στις 28/06/2007 εκδόθηκε συναλλαγματική με ημερομηνία λήξης 28/06/2008 για το ποσό των Λ.Κ.17.000- (€29.046,22), την οποία ο Εναγόμενος αποδέχθηκε να πληρώσει στη λήξη της με τόκο 9%. Για το συγκεκριμένο ποσό καταχωρήθηκε η Αγωγή Αρ.1928/2008, ενώ για το ποσό των Λ.Κ.11.557 (€19.746,31), καταχωρήθηκε η Αγωγή Αρ.1258/
  3. Ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είχε στην κατοχή του όλα τα έγγραφα που αφορούν και τις δύο υποθέσεις. Κατέθεσε το Πιστοποιητικό Εγγραφής της Εταιρείας ως Τεκμήριο 2 και τη συναλλαγματική ημερομηνίας 28/06/2007, ως Τεκμήριο
  4. Υποστήριξε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο, δηλαδή η συναλλαγματική, προερχόταν από τα βιβλία της εταιρείας. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι ο Εναγόμενος ήθελε να αγοράσει σπίτι, γι' αυτό και είχε ζητήσει τις Λ.Κ.17.000-. Λόγω του ότι δούλευε για χρόνια στην Ενάγουσα Εταιρεία, ήταν υπάλληλός της μέχρι τον Ιούνιο 2007, ο ίδιος είπε να τον βοηθήσει. Του παρέδωσε μια τραπεζική επιταγή για Λ.Κ.10.000-, η οποία θα παραδινόταν στον άνθρωπο που θα του πουλούσε το σπίτι και μια δεύτερη επιταγή Λ.Κ.7.000-, η οποία θα παραδινόταν στο Κτηματολόγιο. Κατέθεσε τις δύο επιταγές ως Τεκμήρια 4Α και 4Β. είχαν συμφωνήσει από παλιά να του αποκόπτεται το ποσό των Λ.Κ.50- για αποπληρωμή του δανείου και η υπεύθυνη του Λογιστηρίου, κα Χρυστάλλα Νικολάου, του απέκοπτε Λ.Κ.50- μηνιαίως μέχρι τη μέρα που αποχώρησε. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 5, τη συμφωνία αποκοπής και ως Τεκμήριο 6, την επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας Εταιρείας, με την οποία ζητείτο η επιστροφή των δανεισθέντων. Αντεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι είχαν παρουσιαστεί τα υπόλοιπα του Εναγόμενου στο δικηγόρο της Ενάγουσας πριν την έγερση της αγωγής. Ερωτηθείς υποστήριξε ότι οποτεδήποτε αντιμετώπιζε οικονομικό πρόβλημα, ο Εναγόμενος, η Ενάγουσα Εταιρεία του παραχωρούσε δάνειο διότι ο ίδιος είναι «μυρωτικός» κουμπάρος με τον Εναγόμενο. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι παραμένουν απλήρωτες δύο συμφωνίες, η συναλλαγματική και το προσωπικό δάνειο, δηλαδή Λ.Κ.17.000- και Λ.Κ.28.500-. Παραδέχθηκε όμως ότι η επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας Εταιρείας, που στάλθηκε στον Εναγόμενο, αναφερόταν μόνο στη συναλλαγματική. Όσον αφορά το άλλο δάνειο, ήταν η θέση του ότι αυτό αφορούσε ποσό ύψους Λ.Κ.11.000- και όχι €48.000-. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, γιατί ο δικηγόρος του κατέθεσε αγωγή για το ένα χρέος, ενώ επιστολή έκανε μόνο για το δεύτερο χρέος. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι ο Εναγόμενος εργαζόταν κοντά του για δέκα χρόνια και τον εμπιστευόταν, γι' αυτό και του βάφτισε και το παιδί του. Ξεκίνησε με μισθό Λ.Κ.200- με Λ.Κ.300- και έφθασε στις Λ.Κ.1.000- καθαρά. Σε αυτό το ποσό προσθέτονταν τα δώρα, καθώς και η καταβολή των κοινωνικών ασφαλίσεων και τα υπόλοιπα ταμεία. Ο Εναγόμενος ήταν επιφορτισμένος με την ευθύνη της αποθήκης, ενώ για τρεις μήνες πριν τη λήξη της συνεργασίας τους, είχε το επιπρόσθετο καθήκον να επισκέπτεται το απόγευμα, για μια ώρα τη μέρα, το καινούριο κατάστημα που είχε ανοιχθεί. Γι' αυτή την υπηρεσία του καταβαλλόταν επιπλέον του μισθού του, το ποσό των Λ.Κ.100-. Ερωτηθείς, παραδέχθηκε ότι πράγματι άφηνε το παιδί του στη γυναίκα του Εναγομένου, λόγω προβλημάτων υγείας της συζύγου του. Γι' αυτή την εξυπηρέτηση, η σύζυγος του Ενάγοντα πληρωνόταν από την Ενάγουσα Εταιρεία, αφού εργοδοτείτο από αυτή. Λάμβανε αρχικά Λ.Κ.850- και λόγω του ότι πρόσεχε και το παιδί του, ο μισθός της αυξήθηκε στις Λ.Κ.1.000-. Αρνήθηκε όμως ότι φύλαγε Λ.Κ.1.000- μηνιαίως για τον Εναγόμενο, οι οποίες προέρχονταν από το μισθό του. Όσον αφορά τη συναλλαγματική, ήταν ο ισχυρισμός του, είχε εκδοθεί δύο μέρες μετά την παραχώρηση των λεφτών στον Εναγόμενο. Υποστήριξε ότι το Τεκμήριο 3, δηλαδή η συναλλαγματική, συνιστά το πρωτότυπο και το συγκεκριμένο πρωτότυπο φέρει την υπογραφή του Εναγόμενου καθώς και του ίδιου. Δεν γνώριζε όμως ποιος είχε τυπώσει και ετοιμάσει το Τεκμήριο
  5. Υποστήριξε ότι κάθε χρόνο οποιοσδήποτε υπάλληλος χρωστά λεφτά στην Εταιρεία, υπογράφει το γραμμάτιό του και αποπληρώνει το χρέος του με μηνιαίες αποκοπές. Ο Εναγόμενος του είχε αναφέρει ότι θα αγόραζε σπίτι και θα το έγραφε επ' ονόματί του. Όσον αφορά τον τρόπο αποπληρωμής του ποσού, θα συμφωνούσαν αργότερα. Όμως, μετά την παράδοση των επιταγών, αυτές αλλάχτηκαν σε μετρητά και τότε του ανέφερε, ο Εναγόμενος, ότι τα λεφτά δεν θα πήγαιναν στον κατασκευαστή ή στο Κτηματολόγιο καθώς και ότι το σπίτι θα εγγραφόταν στο όνομα της μητέρας του. Αυτό τον εξόργισε γιατί ο ίδιος ήταν με την αντίληψη ότι θα βοηθούσε τον βαφτιστικό του. Γι' αυτό ζήτησε την επιστροφή των λεφτών του και κάλεσε τον Εναγόμενο να του υπογράψει τη συναλλαγματική. Δεν είχε συμφωνηθεί ο τρόπος αποπληρωμής του ποσού των Λ.Κ.11.000-, όμως υποστήριξε ότι υπήρχε η άλλη συμφωνία για την καταβολή των Λ.Κ.50- το μήνα. Οπόταν, θεώρησε ο ίδιος ότι η συναλλαγματική θα πληρωνόταν με τον ίδιο τρόπο. Παραδέχθηκε ότι στο Τεκμήριο 3 δεν αναφέρεται πότε θα έπρεπε να πληρωθεί το συγκεκριμένο ποσό. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι μετά από τις πρώτες εβδομάδες αποχώρησης του Εναγομένου από την Εταιρεία, ο ίδιος ο Εναγόμενος είχε τηλεφωνική επικοινωνία, αναφέροντας ότι θα επέστρεφε τα λεφτά. Απλά, η Ενάγουσα Εταιρεία περίμενε να λήξει η συναλλαγματική και μετά να προχωρήσει με τη λήψη οποιοδήποτε μέτρων. Υποστήριξε ότι από την 01/01/2005 ο Εναγόμενος δανειζόταν λεφτά από την Εταιρεία, τα οποία επέστρεφε σταδιακά, καταβάλλοντας το ποσό των Λ.Κ.50- μηνιαίως. Όταν του υποβλήθηκε ότι το Τεκμήριο 5 κατέγραφε ως υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ.8.945-, ήταν η θέση του ότι το συγκεκριμένο ποσό ήταν σωστό γιατί είχαν γίνει κάποιες πληρωμές. Ισχυρίστηκε ότι τη μέρα που έγινε το συγκεκριμένο έγγραφο, το υπόλοιπο του Εναγομένου ήταν Λ.Κ.8.945-. Όμως, τον Ιούνιο του 2007 το δάνειο αυξήθηκε από Λ.Κ.8.945- σε Λ.Κ.11.557-. επέμενε στη θέση του ότι το ποσό του δανείου ήταν Λ.Κ.11.557- και οι δύο επιταγές ήταν Λ.Κ.17.000-, ενώ το συνολικό οφειλόμενο ποσό ήταν Λ.Κ.28.557-. Ερωτηθείς, εξήγησε ότι κάθε Σεπτέμβριο, γύρω στις 30 Σεπτεμβρίου που γίνονταν διοικητικοί λογαριασμοί, η Εταιρεία καλεί όλους τους υπαλλήλους να υπογράψουν το ακριβές ποσό που χρωστούν. Κατέληξε, ότι ο ίδιος κατά βάθος γνώριζε ότι το ποσό των Λ.Κ.17.000- δεν θα πληρωνόταν ποτέ, αλλά το παραχώρησε στον Εναγόμενο για να αγοράσει σπίτι, με τη συμφωνία να γραφτεί επ' ονόματί του. Οι Λ.Κ.50- ήταν τυπικές, υπό την προϋπόθεση να συνεχίσει ο Εναγόμενος να εργάζεται κοντά του. Λόγω του ότι ο Εναγόμενος του είπε ψέματα, ζήτησε τα λεφτά του πίσω. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για την πλευρά της Ενάγουσας Εταιρείας, δόθηκε μαρτυρία για την Υπεράσπιση από τον ίδιο τον Εναγόμενο, τον κ. Γεώργιο Πορτοκαλάκη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, εργαζόταν στην Ενάγουσα Εταιρεία, της οποίας διευθυντής είναι ο κ. Κωνσταντίνου, για δώδεκα χρόνια. Αρχικά είχε δουλέψει στην προηγούμενη εταιρεία του κ. Κωνσταντίνου και στη συνέχεια, όταν δημιουργήθηκε η νέα εταιρεία, εργάστηκε για τον κ. Κωνσταντίνου ως αποθηκάριος. Σε μια περίπτωση ο κ. Κωνσταντίνου είχε κάνει συνεταιρισμό με τον κ. Καζαμία και το κατάστημα τροφίμων που είχε ανοιχθεί θα το έλεγχε ο ίδιος. Γι' αυτή την υπηρεσία λάμβανε επιπρόσθετα από τις Λ.Κ.1.000- μισθό, άλλες Λ.Κ.500-. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι η σύζυγος του κ. Κωνσταντίνου, λόγω του ότι ήταν άρρωστη, τους είχε ζητηθεί από τον κ. Κωνσταντίνου να τη βοηθήσουν, του ίδιου και της συζήγου του, δηλαδή να κρατούν το παιδί τους. Για τη βοήθεια που θα παρείχαν στη σύζυγο του κ. Κωνσταντίνου θα τους πλήρωνε Λ.Κ.500-. Όλα αυτά, ήταν η θέση του, ανέβασαν τις απολαβές του στις Λ.Κ.2.000-. Η συγκεκριμένη διευθέτηση διάρκεσε δύο χρόνια με τη συμφωνία οι Λ.Κ.1.000- να του καταβάλλονται, ενώ οι άλλες Λ.Κ.1.000- να μένουν στο ταμείο της Εταιρείας, γιατί σκόπευε να αγοράσει ο ίδιος σπίτι. Ο κ. Κωνσταντίνου τήρησε την υπόσχεσή του, γι' αυτό και πήρε τις δύο επιταγές Λ.Κ.10.000- και Λ.Κ.7.000-. Παραδέχθηκε ότι χρωστούσε στον κ. Κωνσταντίνου γύρω στις Λ.Κ.8.500-, το οποίο ήταν ένα παλιό υπόλοιπο που είχε δημιουργηθεί από τον αδελφό του. Ο αδελφός του, όταν εργαζόταν στην Ενάγουσα Εταιρεία, είχε ατύχημα με το αυτοκίνητο της Εταιρείας στο οποίο προκλήθηκαν υλικές ζημιές, τις οποίες προθυμοποιήθηκε να πληρώσει. Επίσης, ο ίδιος είχε χρειαστεί κάποια λεφτά ως δάνειο και είχε συμφωνήσει να του αποκόπτονται Λ.Κ.50- το μήνα από το μισθό του για την αποπληρωμή. Όταν αποφάσισε να αγοράσει διαμέρισμα, του ζήτησε Λ.Κ.17.000- από τα λεφτά του και ο ίδιος ο κ. Κωνσταντίνου του είπε ότι ξοφλούσε και τα υπόλοιπα, αφού υπήρχαν Λ.Κ.24.000-. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 3, παραδέχθηκε ότι πράγματι το είχε υπογράψει. Εξήγησε ότι όταν ο ίδιος παρέλαβε τις επιταγές, τις άλλαξε στην τράπεζα γιατί όταν θα πήγαινε στο Κτηματολόγιο χρειαζόταν μετρητά λεφτά για τη μεταβίβαση και τους φόρους. Αυτή η ενέργεια δεν άρεσε στον κ. Κωνσταντίνου, ο οποίος ήθελε να κατατεθούν οι επιταγές. Του ζήτησε να υπογράψει τη συναλλαγματική, ήταν ο ισχυρισμός του, για να είναι σωστά τα βιβλία της Εταιρείας, ότι του δόθηκαν τα λεφτά και στη συνέχεια θα του τα έκανε δωρεά. Όμως, όταν αναφέρθηκε από κάποιον στον κ. Κωνσταντίνου ότι το διαμέρισμα που είχε αγοράσει, είχε εγγραφεί επ' ονόματι της μητέρας του, ο κ. Κωνσταντίνου του τηλεφώνησε και τον έβρισε. Σταμάτησε να εργάζεται στην Ενάγουσα Εταιρεία, δύο-τρεις μέρες μετά το συμβάν. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο πρώτος του μισθός ήταν γύρω στις Λ.Κ.600- και τις κοινωνικές του ασφαλίσεις, τις κατέβαλλε η εργοδότρια εταιρεία. Λόγω του ότι δεν πήγε στρατό, είχε αρχίσει να εργάζεται το 1995-1996, αρχικά ως υπεύθυνος της φρουταρίας του καταστήματος «MARINA CASH & CARRY», το οποίο ανήκε στον κ. Κωνσταντίνου. Στη συνέχεια, ο κ. Κωνσταντίνου είχε ανοίξει μια αποθήκη και ασχολείτο με χοντρικές πωλήσεις. Είχε επίσης λειτουργήσει και ένα συνεταιρικό κατάστημα στην οδό Παύλου Βαλδασερίδη, στο οποίο ο ίδιος είχε εργαστεί για περίπου δύο χρόνια. Πάντοτε δούλευε για τον κ. Κωνσταντίνου και τις εταιρείες του. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι από το 1995 έπαιρνε σταδιακά αυξήσεις και κατέληξε με βασικό μισθό Λ.Κ.1.000- και Λ.Κ.500- έξτρα, για τις υπηρεσίες του στο συνεταιρικό κατάστημα. Συμφωνήθηκε, ήταν η θέση του, η καταβολή του ποσού των Λ.Κ.500- για να προσέχει η σύζυγός του το παιδί του κ. Κωνσταντίνου στο σπίτι τους. Είχε συμφωνηθεί ότι οι Λ.Κ.500- θα ήταν για τα έξοδα του μωρού. Όμως, πολλές φορές έμενε και η σύζυγος του κ. Κωνσταντίνου στο σπίτι τους και αυτή η ρύθμιση συνεχίστηκε για δύο χρόνια. Παραδέχθηκε ότι στις 25/09/2006 χρωστούσε το ποσό των Λ.Κ.8.945-, γι' αυτό και υπέγραψε το Τεκμήριο 5, όμως δεν θυμόταν πόσες δόσεις του είχαν αποκοπεί για το συγκεκριμένο ποσό. Συμφώνησε ότι μπορεί να είχαν αποκοπεί Λ.Κ.660-. Επίσης, παραδέχθηκε ότι πήρε τις Λ.Κ.17.000- και ότι είχε υπογράψει το Τεκμήριο
  6. Όμως, εξήγησε ότι το Τεκμήριο 3 είχε υπογραφτεί για λογιστικούς σκοπούς και μόνο, για να μπορεί να δικαιολογήσει την καταβολή του συγκεκριμένου ποσού ο κ. Κωνταντίνου. Αρνήθηκε ότι χρωστούσε Λ.Κ.28.557,30 στις 31/12/
  7. Υποστήριξε ότι τις Λ.Κ.17.000- δεν τις χρωστούσε, αλλά ήταν δικά του λεφτά. Είχε συμφωνήσει, όπως οι επιπλέον Λ.Κ.500- παραμένουν στο ταμείο της Ενάγουσας Εταιρείας, για να μπορέσει να φυλάξει την προκαταβολή για να αγοράσει ένα διαμέρισμα. Με τους δικούς του λογαριασμούς, είχε φυλαγμένα Λ.Κ.24.000-. Όταν του υποβλήθηκε ότι στις Λ.Κ.28.557,30 που χρωστούσε, συμπεριλαμβάνονταν οι επιταγές, Λ.Κ.17.000- και το ποσό που λάμβανε ως δανεικά σταδιακά, ο Εναγόμενος αρνήθηκε και επέμενε ότι ο ίδιος δεν χρωστούσε Λ.Κ.28.557,30, αφού οι Λ.Κ.17.000- ήταν δικά του λεφτά. Ο κ. Λουκαΐδης ισχυρίστηκε ότι η ταυτόχρονη έγερση δύο αγωγών εκ μέρους της Ενάγουσας Εταιρείας συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, αφού το ποσό της Αγωγής Αρ.1928/2008, συμπεριλαμβάνεται στην Αγωγή Αρ.1258/
  8. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι το Τεκμήριο 3 δεν συνιστά ούτε γραμμάτιο συνήθους τύπου, γιατί δεν έχει υπογραφτεί από δύο μάρτυρες, αλλά ούτε και συναλλαγματική, γιατί δεν προβλέπεται ο χρόνος πληρωμής, ενώ ο Νόμος επιβάλλει ότι όταν η συναλλαγματική είναι πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση, πρέπει να προβλέπεται ρητά. Η μόνη βάση αγωγής που μπορεί να εξεταστεί, ήταν η εισήγησή του, είναι το δάνειο, όμως λόγω της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την Ενάγουσα Εταιρεία, δεν μπορεί να πετύχει. Ο κ. Κουμής ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα Εταιρεία αξιώνει δύο ποσά τα οποία ο Εναγόμενος δεν αρνήθηκε ότι πήρε. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι ήταν δικαίωμα της Ενάγουσας Εταιρείας να επιλέξει την καταχώρηση των δύο αγωγών και δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, αφού οι αγωγές συνενώθηκαν χωρίς ένσταση. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δύο πλευρές προχώρησαν με αγορεύσεις. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη

(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή το Διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας και τον Εναγόμενο, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ο Διευθυντής της Ενάγουσας δεν έπεισε το Δικαστήριο για την αλήθεια των λεχθέντων του, αφού διαπιστώθηκαν κενά και ασάφειες στη μαρτυρία του. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι έδωσε στον Εναγόμενο δύο επιταγές για την αγορά σπιτιού, συνολικού ποσού Λ.Κ.17.000-, τα Τεκμήρια 4 (Α) και 4 (Β). Για τις συγκεκριμένες επιταγές εκδόθηκε η συναλλαγματική αξίας Λ.Κ.17.000-, Τεκμήριο
  1. Όμως, αυτό που διαπιστώνεται είναι ότι στη συναλλαγματική γίνεται αναφορά σε μια επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό
  2. Καμιά από τις δύο επιταγές δεν φέρει τον συγκεκριμένο αριθμό που καταγράφεται στη συναλλαγματική. Το Τεκμήριο 4 (Α) φέρει αριθμό 00624157 και εκδόθηκε για ποσό Λ.Κ.10.000- και το Τεκμήριο 4 (Β) φέρει αριθμό 00624158 και εκδόθηκε για το ποσό των Λ.Κ.7.000-. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για το θέμα αυτό, αλλά ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποκαλύπτει με ποιου τις οδηγίες εκδόθηκαν οι δύο επιταγές, αφού είχαν εκδοθεί από την Τράπεζα στο όνομα του Εναγομένου. Ισχυρίστηκε ότι το άλλο δάνειο του Εναγομένου, που αφορά την Αγωγή Αρ.1258/2009, ήταν για Λ.Κ.11.000-, θέση αντίθετη με την καταγραφείσα θέση του στην Έκθεση Απαίτησης της Αγωγής Αρ.1258/2009, αφού στη συγκεκριμένη αγωγή γίνεται αξίωση για Λ.Κ.28.557,30, ως το ποσό του δοθέντος δανείου. Χαρακτηριστική ήταν και η φράση του ότι «Δεν είπα σε καμιά περίπτωση για Λ.Κ.28.000-». Για απόδειξη του συγκεκριμένου δανείου, κατέθεσε το Τεκμήριο 5, στο οποίο καταγράφεται ως δανεισθέν ποσό το ποσό των Λ.Κ.8.945-, στις 25/09/
  3. Λαμβανομένης υπόψη της θέσης του Διευθυντή της Ενάγουσας, ότι αποκοπτόταν από το μισθό του Εναγομένου το ποσό των Λ.Κ.50- μηνιαίως από τις 25/09/2006, για την αποπληρωμή του δανείου το ποσό λογικά μειώθηκε. Όταν αντιλήφθηκε αυτή την αντίθεση κατά την αντεξέτασή του, προσπάθησε να διορθώσει την κατάσταση, αναφέροντας ότι το σύνολο του ποσού που του οφείλει ο Εναγόμενος είναι Λ.Κ.28.000-. Όμως και πάλι δεν μπορούσε να υποστηριχθεί η θέση του, αφού το ποσό των Λ.Κ.17.000- και των Λ.Κ.8.945- αθροίζεται σε Λ.Κ.25.945- και όχι σε Λ.Κ.28.000-. Υποστήριξε ότι το υπόλοιπο των διαφόρων ποσών που δάνεισε κατά καιρούς η Ενάγουσα Εταιρεία στον Εναγόμενο ήταν Λ.Κ.11.000-. Όμως, εκτός από το Τεκμήριο 5, που καταδεικνύει ότι το υπόλοιπο του Εναγομένου ήταν Λ.Κ.8.945-, ο ίδιος είπε ότι κάθε χρόνο ο κάθε υπάλληλος που χρωστά της Εταιρείας υπογράφει τη δική του συναλλαγματική για το υπόλοιπό του. Τέτοια συναλλαγματική δεν φαίνεται να υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο. Επίσης, προφανώς ξεχνώντας τι είχε καταγραφεί στην Έκθεση Απαίτησης, ισχυρίστηκε ότι τα υπόλοιπα του Εναγομένου με το κλείσιμο των βιβλίων της Εταιρείας ήταν αυτά που δόθηκαν στο δικηγόρο. Ο ίδιος υποστήριξε, εμφαντικά αρχικά, ότι οι Λ.Κ.28.557,30 είναι το δάνειο, ενώ στη συνέχεια άλλαξε τη θέση του και υποστήριξε ότι ήταν η συναλλαγματική Λ.Κ.17.000- καθώς και το υπόλοιπο του δανείου Λ.Κ.11.000-. Όμως, στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται αναφορά σε υπόλοιπο δανείου μετά την έκδοση της συναλλαγματικής σε Λ.Κ.11.557-. Ο ίδιος όμως ισχυρίστηκε, προφανώς λησμονώντας τι είχε αναφέρει προηγουμένως, ότι τον Ιούνιο 2007 είχε αυξηθεί το ποσό του δανείου, ότι το ποσό των Λ.Κ.8.945- ήταν το σωστό. Όλα αυτά ενώ είχε πει ότι στο μεταξύ γίνονταν πληρωμές μηνιαίες στο ποσό των Λ.Κ.8.945-. Άλλη αντίφαση στη μαρτυρία του εντοπίζεται στη θέση του ότι ο κάθε υπάλληλος που χρωστά της Ενάγουσας Εταιρείας καλείται κάθε χρόνο και υπογράφει το γραμμάτιό του και πληρώνει μηνιαίως, οπόταν αυτή η διαδικασία ακολουθείται για όλους. Στη συνέχεια όμως αναίρεσε αυτή του τη θέση και ισχυρίστηκε ότι κάλεσε τον Εναγόμενο να του υπογράψει τη συναλλαγματική ή/και γραμμάτιο, όταν έμαθε ότι το σπίτι που θα αγόραζε θα το έγραφε στο όνομα της μητέρας του, ανέφερε αυτολεξή: «Του είπα ότι ήθελα τα λεφτά και τον κάλεσα να μου υπογράψει τη συναλλαγματική.» Όσον αφορά τον τρόπο αποπληρωμής, αρχικά ήταν η θέση του ότι δεν είχε συμφωνηθεί ο τρόπος αποπληρωμής της συναλλαγματικής. Προφανώς είχε ξεχάσει ότι στη γραπτή του δήλωση, Τεκμήριο 1, είχε αναφέρει ότι είχε συμφωνηθεί να πληρωθεί η συναλλαγματική κατά τη λήξη της με τόκο 9% ετησίως. Σημειώνω εδώ ότι δεν καταγράφεται ημερομηνία λήξης της συναλλαγματικής, αλλά ούτε και το ποσοστό των τόκων το οποίο επικαλείται ο μάρτυρας στη γραπτή του δήλωση, στο Τεκμήριο
  4. Για να καταλήξει ότι η συμφωνία ήταν να πληρωθεί και η συναλλαγματική με το ποσό των Λ.Κ.50- μηνιαίως. Ισχυρίστηκε ότι τα λεφτά θα τα χάριζε του Εναγομένου και τελειώνοντας, ανέφερε ότι το δάνειο των Λ.Κ.17.000- ποτέ δεν θα πληρωνόταν, γιατί τα λεφτά είχαν δοθεί για να έχει ο Εναγόμενος ένα σπίτι και ότι το ποσό των Λ.Κ.50- ήταν τυπικό με την προϋπόθεση ο Εναγόμενος να συνεχίσει να εργάζεται στην Ενάγουσα. Όλες οι πιο πάνω αντιφάσεις και ανακρίβειες που διαπιστώθηκαν αναφορικά με αυτή τούτη τη μαρτυρία του διευθυντή της Ενάγουσας, αλλά και σε σχέση με τις θέσεις του που καταγράφηκαν στα δικόγραφά του και στις δύο αγωγές, πλήττουν θεμελιακά και καίρια την αξιοπιστία του και την καθιστούν αναξιόπιστη. Ο Εναγόμενος ήταν πιο ειλικρινής. Δεν αρνήθηκε την υπογραφή του Τεκμηρίου 3 ούτε και αρνήθηκε την παραλαβή των επιταγών. Έδωσε όμως μια διαφορετική εξήγηση, η οποία δεν καταρρίφθηκε από τη μαρτυρία της Ενάγουσας Εταιρείας, αφού έμεινε αδιευκρίνιστη η διαδικασία που αφορούσε τα λογιστικά βιβλία της Ενάγουσας Εταιρείας. Παραδέχθηκε επίσης ότι χρωστούσε στην Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.8.945, για το οποίο πλήρωνε Λ.Κ.50- μηνιαίως, καθώς και ότι υπέγραψε το Τεκμήριο
  5. Επίσης, συμφώνησε ότι πλήρωσε έναντι του δανείου των Λ.Κ.8.945-, περίπου το ποσό των Λ.Κ.660-. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και τη μαρτυρία που το Δικαστήριο έκρινε αξιόπιστη και αποδεκτή, καταλήγω στα πιο κάτω ευρήματα γεγονότων: Ο Εναγόμενος εργοδοτείτο από την Ενάγουσα Εταιρεία για 12 χρόνια και με τον Διευθυντή της είχαν συνάψει στενότερες σχέσεις σε βαθμό που να του βαφτίσει το παιδί του. Μέσα στα πλαίσια αυτής της σχέσης, όταν η γυναίκα του Διευθυντή της Ενάγουσας Εταιρείας απέκτησε παιδί, ενώ παράλληλα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, ο Εναγόμενος και η σύζυγός του της παρείχαν έμπρακτη βοήθεια, φιλοξενώντας και φροντίζοντας τόσο την ίδια καθώς και το παιδί της για 2 χρόνια. Αυτή τη φροντίδα και βοήθεια ο Διευθυντής της Ενάγουσας Εταιρείας ήθελε να την ανταμείψει και γι' αυτό όταν του ανάφερε ο Εναγόμενος ότι θα αγόραζε σπίτι, του έδωσε ως αμοιβή το ποσό των Λ.Κ.17.000- για όλες τις υπηρεσίες που είχαν προσφερθεί, όπως είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους. Όταν έμαθε ότι το διαμέρισμα που θα αγόραζε ο Εναγόμενος θα εγγραφόταν στο όνομα της μητέρας του, άλλαξε γνώμη και ήθελε τα λεφτά που είχε δώσει στον Εναγόμενο, ως ανταμοιβή, πίσω και σκέφτηκε ότι ο μόνος τρόπος να τα πιάσει θα ήταν η υπογραφή της συναλλαγματικής. Γι' αυτό και έβαλε τον Εναγόμενο να υπογράψει τη συναλλαγματική, Τεκμήριο 3, με το πρόσχημα ότι ήταν για λογιστικούς σκοπούς για να δικαιολογήσει τα λεφτά της Ενάγουσας Εταιρείας που του είχε παραχωρήσει για υπηρεσίες που δεν αφορούσαν την Ενάγουσα Εταιρεία. Ο Εναγόμενος όμως είχε πράγματι δανειστεί λεφτά από την Ενάγουσα Εταιρεία το
  6. Είχε δανειστεί το ποσό των Λ.Κ.8.945- και είχε συμφωνήσει να το αποπληρώνει με μηνιαίες δόσεις Λ.Κ.50-, οι οποίες θα του αποκόπτονταν από το μισθό του. Έναντι του συγκεκριμένου δανείου πλήρωνε μέχρι την αποχώρησή του, όμως δεν αποκαλύφθηκε το ποσό που παρέμεινε απλήρωτο, αν έμεινε υπόλοιπο, όταν αποχώρησε από την υπηρεσία της Ενάγουσας Εταιρείας, γιατί ο Διευθυντής της τελούσε υπό σύγχυση για τα ποσά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών και της απαίτησης της Ενάγουσας Εταιρείας στην υπό κρίση υπόθεση βαραίνει την ίδια την Ενάγουσα Εταιρεία. Το επίπεδο του βάρους απόδειξης της απαίτησης είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η Ενάγουσα Εταιρεία ήταν επιφορτισμένη με το καθήκον να προσκομίσει στο Δικαστήριο τέτοια μαρτυρία, η οποία αφού κριθεί αξιόπιστη, να είναι ικανή να αποσείσει το συγκεκριμένο βάρος απόδειξης. Πρώτα διαπιστώνεται η αξιοπιστία της μαρτυρίας που προσκομίστηκε και αφού διαπιστωθεί η αξιοπιστία της μαρτυρίας, τότε γεννιέται η υποχρέωση της Ενάγουσας Εταιρείας να αποσείσει το βάρος απόδειξης που τη βαραίνει (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος v. Νέστωρα Χ"Νέστωρος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41, Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212. Στην απόφαση Barry Wynne v. David Costakis Mavronicolas, Πολ. Έφεση 371/2006, ημερ.15/09/2009, καταγράφησαν τα ακόλουθα σχετικά με το θέμα: «Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας για σκοπούς αξιοπιστίας, είναι για να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, ώστε με αυτά ως δεδομένο να εξετάσει στη συνέχεια, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν δύο διϊστάμενες εκδοχές και το Δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (βλ. R.C.K. Sports Ltd v. Personal Advertising Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1074, στη σελ.1084). Όταν υπάρχει μια μόνο εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός και αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο. Στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ότι υπήρχαν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με την αξιοπιστία του μάρτυρα και τη μαρτυρία του και ορθά το Δικαστήριο προέβη σε εύρημα για την αξιοπιστία του. Η διαδικασία που ακολούθησε από την αρχή το πρωτόδικο Δικαστήριο, ήταν κατά την άποψή μας η ορθή. Καλώντας τον Εφεσείοντα να μαρτυρήσει, ενήργησε δυνάμει της Δ.17 θ.13. Στη συνέχεια το Δικαστήριο, ενόψει των εγγενών αδυναμιών στη μαρτυρία του Εφεσείοντος, εξέτασε, όπως είχε δικαίωμα, την αξιοπιστία του.» Στην πιο πάνω υπόθεση, όπως και στην υπόθεση Κυριακή Αθανασίου κ.α. ως Διαχειριστές της περιουσίας του Σάββα Αθανασίου αποβιώσαντα v. Αντώνη Κουκούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614, καταγράφηκε ότι μόνο αξιόπιστη μαρτυρία βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων και ότι αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό και ούτε αποδεικνύει τίποτα. Ενόψει του ότι η μαρτυρία για την Ενάγουσα Εταιρεία έχει κριθεί αναξιόπιστη και με βάση τη μαρτυρία που αποτέλεσε βάση των ευρημάτων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι η Ενάγουσα Εταιρεία απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της αναφορικά και με τις δύο αγωγές. Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία που να συνηγορεί υπέρ της εκδοχής της Ενάγουσας Εταιρείας και που να είναι ικανή στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων να αποδείξει την οφειλή του Εναγομένου προς αυτήν, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στις δύο Εκθέσεις Απαιτήσεώς της. Θα πρέπει να γίνει αναφορά στον τρόπο που επέλεξε η Ενάγουσα Εταιρεία να προβάλει τις αξιώσεις της, δηλαδή καταχωρώντας δύο διαφορετικές αγωγές. Η πρώτη αγωγή, Αγωγή Αρ.1928/2008, είχε καταχωριστεί στις 02/09/2008 και η Αγωγή Αρ.1258/2009 είχε καταχωριστεί στις 24/04/2009. Τα γεγονότα ήταν γνωστά ευθύς εξ αρχής στο δικηγόρο της Ενάγουσας Εταιρείας, όπως διαφάνηκε και από τη μαρτυρία, οπόταν θα μπορούσε να είχε εγερθεί μια αγωγή. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση Κοζάκη v. Κοζάκη
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1710, σελ.1716: «Από πολύ παλιά έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η προώθηση πέραν από τη μια διαδικασία για την επίτευξη στόχων που θα μπορούσαν να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (Βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 KB 512). Στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 A.A.Δ. 911, όπου υπάρχει μια εκτενής ανάλυση του θέματος με ιδιαίτερη αναφορά στις αποφάσεις Δημοκρατία ν. Υψαρίδη
(1993)3 Α.Α.Δ. 280 και Τζεννάρο Περρέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η Αγγλική νομολογία υποδεικνύει χωρίς τη διατύπωση οποιουδήποτε αυστηρού κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δύο διαδικασίες, κατά κανόνα της μεταγενέστερης.» Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρο, αναπόφευκτα οι αγωγές θα πρέπει να αποτύχουν και αποτυγχάνουν. Ως εκ τούτου, οι αγωγές απορρίπτονται με έξοδα υπέρ του Εναγομένου και εναντίον της Ενάγουσας Εταιρείας, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα αποδοθεί ένα σετ εξόδων, μετά την έκδοση του διατάγματος συνεκδίκασης, αφού η πορεία των δύο αγωγών ήταν κοινή μετά το διάταγμα συνεκδίκασης. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.