← Κύπρος

LUX INVESTING LIMITED κ.α. ν. AIGUL AMANZHOLOVNA AHANKULIYEVA κ.α., Αρ. Αίτησης: 3269/11, 31.1.2012

LUX INVESTING LIMITED κ.α. ν. AIGUL AMANZHOLOVNA AHANKULIYEVA κ.α., Αρ. Αίτησης: 3269/11, 31.1.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 3269/11 Μεταξύ:

  1. LUX INVESTING LIMITED κ.ά. Εναγόντων και
  2. AIGUL AMANZHOLOVNA AHANKULIYEVA κ.ά. Εναγομένων ----- Αίτηση για συντηρητικό διάταγμα ημερομηνίας 9.11.2011 Ημερομηνία: 31.1.2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Ο κ. Σταύρος Παύλου με τον κ. Χρυσόστομο Νικολάου. Για τους Εναγομένους/Καθ΄ ων η αίτηση αρ. 6, 9, 10, 11, 12 και 13: Η κα Δέσποινα-Μαρία Γεωργιάδου για Σωτήρη Πίττα & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (για ν΄ ακούσει την απόφαση). Για τους Εναγόμενους /Καθ΄ ων η αίτηση αρ. 4: Η κα Δέσποινα-Μαρία Γεωργιάδου για Ανδρέα Σοφοκλέους & Σία και για Γεώργιο Χαραλαμπίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (για ν΄ ακούσει την απόφαση). Για τους Εναγομένους/Καθ΄ ων η αίτηση αρ. 7 και 8: Η κα Δέσποινα-Μαρία Γεωργιάδου για Ανδρέα Σοφοκλέους & Σία (για ν΄ ακούσει την απόφαση). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ A. Η αγωγή 2068/10 Ε. Δ. Λεμεσού και η βασική εκδοχή των εναγόντων Οι ενάγοντες επιδιώκουν ως βασική θεραπεία την ακύρωση της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 29.6.2011, στην αγωγή 2068/10 (που παρακάτω θα αναφέρεται ως η αγωγή Ε.Δ.Λ.) και στην οποία ενάγοντες ήταν η νυν εναγόμενη 1 (που παρακάτω θα αναφέρεται ως η εναγόμενη 1) και η νυν εναγόμενη 2 (που παρακάτω θα αναφέρεται ως η Med). Η εναγόμενη 1 είναι ο μοναδικός μέτοχος της Med. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η απόφαση Ε.Δ.Λ. ήταν προϊόν δόλου και συμπαιγνίας που είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξουν οι μέτοχοι της κυπριακής εταιρείας Usarel Investments Limited Cyprus, εναγόμενης 4, (που παρακάτω θα αναφέρεται ως η Usarel). Μέχρι την απόφαση Ε.Δ.Λ. μοναδικός μέτοχος της Usarel ήταν η εταιρεία Lux Investing Ltd, ενάγουσα 1 (που παρακάτω θα αναφέρεται ως η Lux) συσταθείσα και εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Η Usarel κατέχει το σύνολο των μετοχών αριθμού εταιρειών που αναφέρονται ως White Sea Group Companies που ελέγχουν και λειτουργούν το λιμάνι Vitino στη Λευκή Θάλασσα στη Ρωσία. Ειδικότερα, η Lux είναι το κοινοπρακτικό όχημα (joint venture vehicle) το οποίο χρησιμοποίησαν οι εταιρείες Tedcom Finance Ltd (ενάγουσα 2, που παρακάτω θα αναφέρεται ως η Tedcom) και η Vetabet Holdings Ltd (εναγομένη 5, που παρακάτω θα αναφέρεται η Vetabet) προκειμένου να εξασφαλίσουν τον έλεγχο και εκμετάλλευση του λιμανιού Vitino στη Ρωσία. Συγκεκριμένα, το Ε.Δ. Λεμεσού εξέδωσε, μεταξύ άλλων, διάταγμα με το οποίο διέταξε τη μεταβίβαση και εγγραφή επ΄ ονόματι των εναγόντων στην αγωγή Ε.Δ.Λ., ήτοι της νυν εναγόμενης 1 και/ή της Med του 12,75% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της Usarel με την ταυτόχρονη εγγραφή του 38,25% του μετοχικού κεφαλαίου της Usarel επ΄ ονόματι της νυν εναγόμενης 6 (που παρακάτω θα αναφέρεται ως η Direct Logistic) και του 49% του μετοχικού κεφαλαίου της Usarel επ΄ ονόματι της Vetabet. Δόθηκε, επίσης, απόφαση στην απουσία του νυν ενάγοντα 4 (που παρακάτω θα αναφέρεται ως ο Ablyazov) εναντίον του, μεταξύ άλλων, για το ποσό 15.378.634 δολαρίων Αμερικής. Ο Ablyazov είναι ο αποκλειστικός τελικός δικαιούχος των μετοχών της Direct Logistic και περιγράφεται ως σημαντικός οικονομικός και πολιτικός παράγοντας του Καζακστάν και προεξάρχον μέλος της αντιπολίτευσης, ο οποίος λόγω πολιτικών διώξεων αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Καζακστάν και να καταφύγει στην Αγγλία, όπου έλαβε πολιτικό άσυλο. Η κυβέρνηση του Καζακστάν συνεχίζει να τον καταδιώκει, μεταξύ άλλων, με την έναρξη διάφορων δικαστικών διαδικασιών σε διάφορες δικαιοδοσίες. Εναγόμενοι ήταν, επίσης, η Tedcom, η Lux, η Usarel, η Direct Logistic, η Vetabet, o Maxim Poukhlikov (εναγόμενος 3 στην παρούσα αγωγή, που παρακάτω θα αναφέρεται ως ο Poukhlikov) και άλλα πρόσωπα τα οποία δεν είναι διάδικοι στην παρούσα. Μετά την απόφαση στην αγωγή Ε.Δ.Λ. άλλαξαν περαιτέρω οι μέτοχοι της Usarel και οι νέοι μέτοχοι είναι η Direct Logistic, η εναγόμενη 6 από τις Σεϋχέλλες και η εναγόμενη 7 από το Μπελίζ. Την ίδια μέρα που εκδόθηκε η απόφαση έγινε και αλλαγή διευθυντών με νέους διευθυντές την εναγόμενη 8 από τις Μπαχάμες και την εναγόμενη 9 από τις Σεϋχέλλες. Έγινε, επίσης, αλλαγή του γραμματέα και της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου γραφείου. Συγκεκριμένα, ως νέος γραμματέας εμφανίστηκε η εναγόμενη 10 και το εγγεγραμμένο γραφείο μεταφέρθηκε στη Λάρνακα. Όλα αυτά, κατά τους ενάγοντες, έγιναν στα πλαίσια απάτης και συμπαιγνίας, η οποία διαφαίνεται μέσα από το όλο πλέγμα των περιστάσεων. Με την παρούσα δε αίτηση, εξασφάλισαν μονομερώς διατάγματα με σκοπό να παρεμποδιστεί η περαιτέρω αλλαγή της μετοχικής δομής της Usarel ή η αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της ή των θυγατρικών της, καθώς και διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Οι ισχυρισμοί των εναγόντων Κατ΄ αρχάς, ισχυρίζονται ότι η απόφαση εξασφαλίστηκε αθέμιτα και εν αγνοία τους. Είναι η εκδοχή τους ότι οι επιδόσεις προς την Tedcom, την Direct και τον Ablyazov στην αγωγή Ε.Δ.Λ. ήταν παράτυπες και ως εκ τούτου αυτοί δεν είχαν λάβει γνώση για την επίδοση. Το αποτέλεσμα ήταν να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους στην απουσία τους, αλλά και εναντίον της Vetabet και του Poukhlikov, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο και συμφώνησαν στην έκδοση απόφασης, στα πλαίσια συμπαιγνίας και δόλου. Ακολούθως, η όλη αλλαγή στη δομή έγινε, κατά τους ενάγοντες, κρυφά, χωρίς ενημέρωση προς την Direct, ενώ η αλλαγή των διευθυντών και του γραμματέα την ίδια ημέρα που εκδόθηκε η απόφαση εξυπακούει ότι οι νέοι μέτοχοι που τότε μόλις είχαν αποκτήσει τις μετοχές τους συνεδρίασαν και αποφάσισαν τον διορισμό νέων συμβούλων την ίδια ημέρα, κάτι, όμως, για το οποίο η Direct, αν και μέτοχος, δεν έλαβε ειδοποίηση. Εν πάση περιπτώσει, δεν είχαν τηρηθεί οι εκ του νόμου προθεσμίες για κανονική σύγκληση συνέλευσης. Στα πλαίσια συμπαιγνίας εντάσσεται και η επιλογή ως διευθυντών, εταιρειών μακριά από την Κύπρο και με άγνωστα στοιχεία με στόχο, κατά τους ενάγοντες, να εμποδίσει την επέμβαση του δικαστηρίου στην προσπάθεια υφαρπαγής των περιουσιακών στοιχείων της Usarel. Πέραν τούτου, η επιλογή διευθυντών εκτός Κύπρου οδηγεί στην απώλεια της φορολογικής έδρας της Usarel με αποτέλεσμα να μην εφαρμόζεται η Συνθήκη για αποφυγή της διπλής φορολογίας μεταξύ Κύπρου και Ρωσίας και η εταιρεία να υπόκειται σε μεγαλύτερη φορολογία. Προφανώς, λέγουν οι ενάγοντες, η επιλογή των διευθυντών δεν έγινε με γνώμονα το συμφέρον της εταιρείας, αλλά για να βρεθούν συνένοχοι και συνεργάτες των εναγομένων, στην προσπάθεια τους να λάβουν τον έλεγχο των ρωσικών θυγατρικών της Usarel και να υφαρπαχθούν τα περιουσιακά της στοιχεία. Στοιχείο συμπαιγνίας αποτελεί και το γεγονός ότι, μετά την απόφαση του Ε.Δ.Λ. με την οποία οι μετοχές της Usarel πέρασαν στην Med, στην Direct και στην Vetabet, τόσο η Med όσο και η Vetabet μεταβίβασαν τις μετοχές τους περαιτέρω σε άλλες εταιρείες και πάλι σε μακρινές δικαιοδοσίες και με αδιαφανή δομή. Είναι φανερό, αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Σεβέρη που υποστηρίζει την αίτηση, ότι υπήρξε συμπαιγνία και από το γεγονός ότι οι μετοχές μεταβιβάστηκαν χωρίς πρώτα να προσφερθούν προς την Direct, που ήταν η άλλη μέτοχος και είχε δικαιώματα προτίμησης. Αυτός, όμως, ο ισχυρισμός εγκαταλείφθηκε όταν οι εναγόμενοι με την ένσταση τους, ανέφεραν ότι δεν υπήρχε δικαίωμα προτίμησης. Ήταν η εξήγηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου των αιτητών πως η αρχική αναφορά ήταν προϊόν καλόπιστου λάθους των δικηγόρων. Β. Οι θέσεις των εναγομένων Οι εναγόμενοι έχουν ένσταση. Δεν θα επεκταθώ σε όλους τους λόγους ένστασης, όπως δεν θα επεκταθώ γενικά στο σύνολο των θέσεων που έθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των μερών, αλλά μόνο στο βαθμό που είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης επί της αρχής ότι «δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται»[1]. Αυτό για πρακτικούς σκοπούς και με πλήρη σεβασμό προς την ενδελεχή και πολύ υποβοηθητική παράθεση της υπόθεσης των διαδίκων από τους ευπαίδευτους δικηγόρους τους.
  3. Μια βασική, προκριματική μάλιστα, θέση των εναγομένων είναι ότι οι ενάγοντες δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα.
  4. (α) Εισηγούνται, μεταξύ άλλων, ότι οι ενάγοντες δεν απεκάλυψαν ότι η Lux και η Usarel είχαν εκπροσωπηθεί από δικηγόρους στην αγωγή Ε.Δ.Λ.. Οι εναγόμενοι κατέδειξαν ότι η Lux στις 3.6.2010 καταχώρησε εμφάνιση μέσω δικηγόρων, όπως έπραξε στις 14.5.2010 και η Usarel. Η Lux, μαζί με την Usarel, εμφανίστηκαν και στα πλαίσια συντηρητικού διατάγματος και έφεραν ένσταση στις 22.9.2010, εκπροσωπούμενοι και στις 10.3.2011 όταν το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στη σχετική ενδιάμεση αίτηση.
  5. (β) Δεύτερον, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες απέκρυψαν ότι η αγωγή Ε.Δ.Λ. ήταν εν γνώσει του Ablyazov. Όντως, ο ισχυρισμός του κ. Σεβέρη είναι ότι οι ενάγοντες, περιλαμβανομένου του Ablyazov, δεν είχαν γνώση της διαδικασίας. Μεταξύ των στοιχείων, όμως, που παρέθεσαν οι εναγόμενοι για να καταδείξουν ότι ο Ablyazov γνώριζε την ύπαρξη της αγωγής, είναι και δήλωση του James Kennedy, εκ των δικηγόρων των παραληπτών της περιουσίας του Ablyazov στην Αγγλία, η οποία έγινε στα πλαίσια αίτησης των παραληπτών προς το αγγλικό δικαστήριο ώστε να λάβουν άδεια να παρέμβουν στην αγωγή Ε.Δ.Λ. με σκοπό «to take any and all necessary steps to ensure that Mr Ablyazov's interest in Usarel and its subsidiaries, insofar as they are covered by the Receivership Order is protected.» Στις 8.2.2011 ο κ. Kennedy έστειλε επιστολή εκ μέρους των παραληπτών στους δικηγόρους του ενάγοντα 4 με την οποία, μεταξύ άλλων, ζητούσε τη συναίνεση του Ablyazov στην αίτηση των παραληπτών για παρέμβαση τους στην αγωγή στην Κύπρο. Στις 11.2.2011 οι δικηγόροι του Ablyazov απάντησαν ότι «Mr Ablyazov refuses to provide his consent to this application and stating that a contested application would be necessary». Οι εναγόμενοι επικαλέστηκαν και δηλώσεις άλλων προσώπων για να καταδείξουν τη γνώση του Ablyazov. Οι ενάγοντες ζήτησαν άδεια να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση, εισηγούμενοι ότι αυτό ήταν απαραίτητο και αναγκαίο ώστε «να δοθεί η ευκαιρία στα πρόσωπα των οποίων τις δηλώσεις χρησιμοποιούν οι εναγόμενοι προς όφελός τους, όπως δηλώσουν και απαντήσουν εάν πραγματικά γνώριζαν και σε ποιο σημείο γνώριζαν για τη διαδικασία της αγωγής 2068/10 . για να μη δημιουργούνται παραπλανητικές εντυπώσεις στο δικαστήριο .». Όπως υπέδειξε τότε το δικαστήριο, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι οι ενάγοντες δεν αρνούνται αυτές τις δηλώσεις, το νόημα των οποίων ήταν πλέον θέμα αξιολόγησης από το δικαστήριο. Δεν δόθηκε άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Το δικαστήριο παρέπεμψε στη σχετική νομολογία και ειδικότερα στην αρχή ότι δεν πρέπει να δίδεται άδεια σε περιπτώσεις που το δικαστήριο έχει ήδη δώσει θεραπεία με μονομερή αίτηση και ο αιτητής επιχειρεί να επανορθώσει παράλειψη πληροφόρησης κατά τρόπο πρωθύστερο με σκοπό να μεταβάλει ή να αλλοιώσει την εικόνα που δόθηκε αρχικά στο δικαστήριο. Έτσι, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι ο κ. Σεβέρης ισχυρίστηκε πως οι ενάγοντες, περιλαμβανομένου του Ablyazov, δεν είχαν γνώση της διαδικασίας. Βέβαια, ο κ. Παύλου αγορεύοντας ανέφερε ότι οι ενάγοντες είχαν κάθε πρόθεση να εξηγήσουν, αλλά δεν τους δόθηκε άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση και εκείνο που συμβαίνει είναι ότι ο Ablyazov γνώριζε την ύπαρξη της αγωγής, αλλά, δικαιωματικά και όπως συνηθίζεται, ανέμενε να του γίνει επίδοση για να εμφανιστεί. Εκείνο που δεν γνώριζε ήταν η ύπαρξη της διαδικασίας για απόφαση, ανέφερε.
  6. (γ) Οι εναγόμενοι υποδεικνύουν, περαιτέρω, το γεγονός ότι, ως άνω, στην ένορκη δήλωση Σεβέρη αναφέρεται, ως στοιχείο συμπαιγνίας και δόλου, πως η Direct Logistic είχε προτιμησιακά δικαιώματα, τα οποία παραβιάστηκαν, ενώ τέτοια δικαιώματα δεν υπήρχαν. Όντως, αυτά τα γεγονότα δεν αναφέρθηκαν από τους αιτητές κατά την εξασφάλιση μονομερώς του διατάγματος. Για τη λανθασμένη αναφορά σε προτιμησιακά δικαιώματα ο κ. Παύλου εισηγήθηκε ότι το ζήτημα αυτό δεν έχει ουσιώδη σημασία, εφόσον ήταν ένα μόνο στοιχείο που οι ενάγοντες επικαλέστηκαν μέσα στην όλη εικόνα της συμπαιγνίας. Είναι η σωρευτική δύναμη των στοιχείων στο σύνολό τους που έχει σημασία, περιλαμβανομένης της παράνομης εγκαθίδρυσης δύο διευθυντών και της περαιτέρω μεταβίβασης των μετοχών, ώστε η αναφορά σε προτιμησιακά δικαιώματα να μην είναι το κρίσιμο στοιχείο, υπό την έννοια ότι και αν δεν αναφερόταν, η συνολική εικόνα δεν θα άλλαζε.
  7. Οι εναγόμενοι εισηγούνται, περαιτέρω, ότι δεν υπήρχε το στοιχείο του κατεπείγοντος επί του οποίου θα μπορούσε να δοθεί μονομερώς η θεραπεία, εφόσον οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της απόφασης Ε.Δ.Λ. στις 21.7.2011, καταχώρισαν αίτηση παραμερισμού, την οποία απέσυραν, για να επανέλθουν με την παρούσα αγωγή στην οποία για πρώτη φορά κάνουν λόγο για δόλο.
  8. Οι εναγόμενοι εισηγούνται, περαιτέρω, ότι οι ενάγοντες δεν έχουν στοιχειοθετήσει τις δύο πρώτες προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60, εφόσον οι ισχυρισμοί τους περί δόλου είναι γενικόλογοι και δεν στοιχειοθετούν, εν πάση περιπτώσει, εκ πρώτης όψεως υπόθεση δόλου και μάλιστα προς παραμερισμό δικαστικής απόφασης. Έχουν παραπέμψει σε σχέση με το ζήτημα αυτό στην υπόθεση Ampthill Peerage Case [1976] 2 All ER 411,

(1977)AC 547(HL), στην οποία, όπως εξηγείται και στην υπόθεση Ιακώβου, ανώτ. «ένας που επιθυμεί να αμφισβητήσει απόφαση για το λόγο ότι λήφθηκε με δόλο, πρέπει να προβάλει τους ισχυρισμούς του με πλήρη λεπτομέρεια και πρέπει να είναι διατεθειμένος να αποδείξει αυτά που ισχυρίζεται με αυστηρό τρόπο». Ο ισχυρισμός για καταδολίευση δικαστικής διαδικασίας είναι ιδιαίτερα σοβαρός. Βέβαια, σ΄ αυτό το στάδιο, ο ενάγοντας δεν καλείται να αποδείξει την υπόθεσή του. Εκείνο, όμως, που εισηγούνται, εν προκειμένω, οι εναγόμενοι είναι ότι δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία για τη διάπραξη δόλου. Γ. Η νομολογία και η κρίση του δικαστηρίου 1. Για την εισήγηση περί μη αποκάλυψης σημειώνονται τα ακόλουθα: Ο αιτητής σε μονομερή διαδικασία έχει καθήκον να αποκαλύψει όλα τα ουσιαστικά γεγονότα τα οποία μπορούν να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Γεγονότα που γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσε να γνωρίζει, τα οποία ακόμα θα μπορούσαν να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο. (Βλ. Γρηγορίου v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Συνεπώς, το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο τα παραπάνω αποτελούσαν εξ αντικειμένου ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του δικαστηρίου κατά τον χρόνο που δόθηκε μονομερής θεραπεία. Σε σχέση με τη μη αποκάλυψη ότι η Lux και η Usarel είχαν εκπροσωπηθεί από δικηγόρους στην αγωγή Ε.Δ.Λ. είναι γεγονός ότι, όπως φαίνεται από το κείμενο της τελικής απόφασης (Τεκμήριο 11 στην αίτηση), η Lux δεν εκπροσωπείτο από δικηγόρο κατά την εκφώνηση της απόφασης. Στην αγόρευσή του ο κ. Παύλου ανέφερε ότι ναι μεν εμφανιζόταν αρχικά δικηγόρος, ο δικηγόρος όμως αυτός αποσύρθηκε και γι΄ αυτό δόθηκε απόφαση εναντίον της Lux ερήμην. Αυτά, είπε ο κ. Παύλου, είναι ζητήματα που θα απασχολήσουν το δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας. Προχώρησε λέγοντας ότι είναι αυτή τη μη εκπροσώπηση της Lux που εκμεταλλεύτηκαν, με δόλιο σκοπό, οι εναγόμενοι για να υλοποιήσουν την συμπαιγνία. Όμως, ο κ. Σεβέρης στην ένορκη δήλωσή του δεν αναφέρει μόνο ότι η απόφαση «εκδόθηκε ερήμην και εν αγνοία των εναγόντων 1 - 4», αλλά προχωρεί σε περαιτέρω ισχυρισμούς ότι οι ενάγοντες 1 - 4, δηλαδή της Lux περιλαμβανομένης, «ουδέποτε έλαβαν γνώση περί της πιο πάνω επίδοσης και διαδικασίας». Το γεγονός ότι η Lux είχε γνώση και μάλιστα εκπροσωπήθηκε σε κάποιο στάδιο στην αγωγή Ε.Δ.Λ. θεωρώ ότι θα έπρεπε να αποκαλυφθεί ενόψει της όλης εικόνας που έδωσαν οι ενάγοντες περί συμπαιγνίας και δόλου σε σχέση ακριβώς με την απόφαση στην αγωγή εκείνη. Η αγωγή του Ε.Δ.Λ. και συνεπώς τα όσα συνέβησαν στα πλαίσια της διαδικασίας αποτελούν τον πυρήνα της εκδοχής των εναγόντων. Ασφαλώς η δικονομική συμπεριφορά της Lux είναι ζήτημα που θα εξεταστεί και στην ουσία της παρούσας αγωγής, σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι οι νυν εναγόμενοι είχαν εκμεταλλευτεί δολίως την ερημοδικία της Lux κατά το χρόνο της απόφασης. Όμως, θα έπρεπε το ζήτημα αυτό να αποκαλυφθεί και να δοθούν εξηγήσεις για την πορεία της διαδικασίας και τη στάση της Lux, ώστε το δικαστήριο να είχε πλήρη εικόνα κατά το χρόνο άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας. Το ουσιώδες των γεγονότων πρέπει να αποφασίζεται από το δικαστήριο και όχι από τους αιτητές ή τους δικηγόρους τους.[2] Για τον Ablyazov, η εικόνα που δόθηκε για σκοπούς έκδοσης του μονομερούς διατάγματος είναι ότι δεν είχε γνώση της διαδικασίας. Όταν η άλλη πλευρά έδωσε στοιχεία περί του αντιθέτου επιχειρήθηκε αρχικά η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και εν τέλει δόθηκε με την αγόρευση η εξήγηση ότι η αρχικώς επικληθείσα έλλειψη γνώσης, αφορούσε τη διαδικασία της ερήμην απόφασης και όχι τη διαδικασία στο σύνολό της και ότι ο Ablyazov ανέμενε, όπως εδικαιούτο, να του γίνει επίδοση για να εμφανιστεί. Αυτά, όμως, θα έπρεπε να τεθούν εξ αρχής, οπότε το δικαστήριο θα μπορούσε να αποφασίσει έχοντας υπόψη του όλα τα στοιχεία. Αντ΄ αυτού, αφέθηκε με την αντίληψη ότι ο Ablyazov δεν είχε γνώση της διαδικασίας. Σημαντικό είναι και το γεγονός ότι οι αιτητές δεν παρουσίασαν την πραγματική εικόνα σε σχέση με το ζήτημα των προτιμησιακών δικαιωμάτων. Παρουσιάζονται οι αιτητές να παραβιάζουν κατά συγκεκριμένο τρόπο τα δικαιώματα της Direct Logistic ενεργώντας, όπως είναι ο ισχυρισμός, κρυφά. Όμως, τέτοια δικαιώματα δεν είχε η Direct Logistic. Το ζήτημα ήταν εξ αντικειμένου ουσιώδες για τη διαμόρφωση της κρίσης του δικαστηρίου. Αυτό ήταν αντιληπτό από τους αιτητές, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι στη σχετική αναφορά του κ. Σεβέρη τονίζεται με τη χρήση κεφαλαίων ότι οι μετοχές μεταβιβάστηκαν «. ΧΩΡΙΣ πρώτα να προσφερθούν οι μετοχές αυτές στην ενάγουσα 3 που ήταν η άλλη μέτοχος και είχε δικαίωμα προτίμησης πάνω στις μετοχές αυτές». Το γεγονός ότι το ζήτημα δημιουργήθηκε λόγω λάθους των δικηγόρων των αιτητών δεν επηρεάζει τα πράγματα εφόσον δεν απαιτείται πρόθεση εξαπάτησης, αλλά αρκεί η εξ αντικειμένου μη αποκάλυψη γεγονότων ουσιώδους σημασίας.[3] Αρχή που ισχύει έτι περαιτέρω εν προκειμένω, εφόσον δεν πρόκειται απλώς για μη αποκάλυψη, αλλά για ένα θετικό ισχυρισμό που αποδεικνύεται αβάσιμος. Αυτό δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο στοιχείο ώστε να μπορούσε το δικαστήριο, τώρα που τέθηκαν υπόψη του όλα τα γεγονότα, να αφήσει το διάταγμα σε ισχύ, όπως έχει ευχέρεια. Αντίθετα, θα πρέπει να συνδυαστεί με τις παραπάνω παραλείψεις. Οι παραλείψεις αυτοτελώς και εν πάση περιπτώσει στο σύνολο τους, στοιχειοθετούν παράβαση της υποχρέωσης των εναγόντων για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, γεγονότων των οποίων η πιθανή επιρροή στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για να δώσει μονομερή θεραπεία είναι πολύ μεγάλη. Η διαπίστωση αυτή θέτει ζήτημα άσκησης της σύμφυτης εξουσίας του δικαστηρίου να μην προχωρήσει σε εξέταση της ουσίας της αίτησης και να ακυρώσει το διάταγμα.[4] Παρ΄ όλη την απόδειξη, όμως, ουσιαστικής μη αποκάλυψης, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του διατάγματος ή να εκδώσει νέο διάταγμα υπό όρους,[5] νοουμένου ότι η μη αποκάλυψη ήταν αθώα. Πέραν, όμως, της εξήγησης του κ. Παύλου για το ζήτημα των προτιμησιακών δικαιωμάτων, δεν έχει δοθεί αθώα εξήγηση για τις άλλες περιπτώσεις. Εν πάση περιπτώσει, η σημασία που έχει η πλήρης αποκάλυψη σε μια υπόθεση που στηρίζεται σε ισχυρισμούς για δόλο σε σχέση με μια δικαστική διαδικασία, είναι βαρύνουσα ώστε να μην παρέχεται περιθώριο παρά το δικαστήριο να ασκήσει την εξουσία του προς απόρριψη άνευ ετέρου της αίτησης.
  1. Παρά ταύτα, θα εξετάσω και την εισήγηση των εναγομένων ότι η θεραπεία δεν ήταν, υπό τις περιστάσεις, κατεπείγουσα τόσο γιατί με την εισήγηση αυτή τίθεται δικαιοδοτικό ζήτημα, όσο και για το ενδεχόμενο η προηγούμενη πτυχή της απόφασης να είναι εσφαλμένη. Το κατεπείγον σε περίπτωση έκδοσης μονομερώς προσωρινού διατάγματος με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, αποτελεί δικαιοδοτική προϋπόθεση. Διάταγμα που εκδίδεται μονομερώς χωρίς να καταδειχθεί το επείγον της έκδοσής του είναι άκυρο λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας.[6] Οι εναγόμενοι εισηγούνται ότι ως εκ των περιστάσεων δεν υπήρχε το στοιχείο του κατεπείγοντος, επί του οποίου και θα μπορούσε να δοθεί μονομερώς η θεραπεία. Είναι δεκτό ότι η απόφαση του Ε.Δ.Λ. κοινοποιήθηκε στους ενάγοντες στις 21.7.2011, ενώ η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε στις 9.11.
  2. Στο ενδιάμεσο δε, η Tedcom, η Direct Logistics και ο Ablyazov καταχώρισαν αρχικά στις 12.10.2011 αίτηση παραμερισμού της επίδοσης προς αυτούς και της απόφασης εναντίον τους του Ε.Δ.Λ., την οποία ακολούθως απέσυραν στις 25.10.2011, όταν πληροφορήθηκαν, όπως είναι η θέση τους, όταν έγιναν περαιτέρω μεταβιβάσεις των μετοχών, οπότε, η αίτηση παραμερισμού δεν θα είχε αποτέλεσμα. Η εξήγηση που έδωσαν, εν προκειμένω, οι ενάγοντες ήταν ότι κρίσιμο σημείο ήταν ο χρόνος που έλαβαν γνώση για την περαιτέρω μεταβίβαση των μετοχών, οπότε διαφάνηκε η όλη συμπαιγνία. Λαμβανομένων υπόψη του διασυνοριακού χαρακτήρα, της πολυπλοκότητας και της σοβαρότητας της υπόθεσης δεν υπάρχει καθυστέρηση, εισηγήθηκε ο κ. Παύλου. Αντίθετα, ο κ. Πίττας ανέφερε ότι για τρεις μήνες δεν υπήρχε εκ μέρους των εναγόντων κανένας ισχυρισμός για δόλο. Στην αίτηση παραμερισμού η Lux δεν ήταν μέρος. Μήνες μετά από την ημερομηνία της απόφασης οι ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα διαδικασία επικαλούμενοι για πρώτη φορά δόλο. Εν προκειμένω, δεν εξηγείται η διασύνδεση του ζητήματος του κατεπείγοντος με το χρόνο της περαιτέρω μεταβίβασης, παρά με το χρόνο της απόφασης. Ο δόλος, κατά την εκδοχή των εναγόντων, ήταν παρών κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης. Το παρόν δικαστήριο ανέλαβε δικαιοδοσία επειδή ακριβώς οι ενάγοντες ζητούν παραμερισμό της απόφασης ως ληφθείσας δια δόλου και κατόπιν συμπαιγνίας, με βάση την αρχή ότι απόφαση που εκδίδεται με δόλο μπορεί να παραμεριστεί δια αγωγής.[7] Το στοιχείο της κατ΄ ισχυρισμόν κακής επίδοσης είναι ένα από τα στοιχεία που, κατά τους ενάγοντες, συνθέτουν την όλη εικόνα περί δόλου. Δεν είναι περίπτωση που ζητείται ο παραμερισμός της αγωγής λόγω κακής επίδοσης, ζήτημα το οποίο θα έπρεπε να τεθεί με αίτηση παραμερισμού ενώπιον του Ε.Δ.Λ., όπως άλλωστε και ετέθη. Είναι ο δόλος που αποτελεί το θεμέλιο της παρούσας αγωγής και είναι σ΄ αυτά τα πλαίσια που θα εξεταστεί το ζήτημα της επίδοσης ή μη από το παρόν δικαστήριο, εφόσον όπως σημειώνεται στα Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 26, παρ. 560: «The fact that there exists a more summary way of setting aside a judgment by default than by bringing an action does not prevent recourse being had to this procedure.» Ο κρίσιμος χρόνος ήταν ο χρόνος που οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν για την ύπαρξη της απόφασης του Ε.Δ.Λ. εναντίον τους, δηλαδή η 21.7.
  3. Ο κίνδυνος για περαιτέρω δόλια συμπεριφορά θα έπρεπε να ήταν υπαρκτός στο μυαλό των εναγόντων εφόσον η αντίληψη τους ήταν ότι η απόφαση ήταν προϊόν δόλου. Η περαιτέρω μεταβίβαση των μετοχών συνιστούσε πραγμάτωση πλέον του κινδύνου, τον οποίον θα μπορούσαν οι ενάγοντες να αποτρέψουν αν επικαλούνταν εξ αρχής τον δόλο που, κατά την εκδοχή τους, υπήρχε εξ αρχής και αν αποτείνονταν εξ αρχής για συντηρητικό διάταγμα. Υπ΄ αυτή την έννοια υπήρξε καθυστέρηση στη διεκδίκηση μονομερούς θεραπείας. Πέραν τούτου, δεν είναι μόνο ότι δεν ζήτησαν την κατεπείγουσα θεραπεία μέχρι τις 9.11.
  4. Η αίτηση για παραμερισμό που μεσολάβησε, έχει ως βάση την κακή επίδοση, χωρίς να γίνεται λόγος για δόλο. Είναι φανερό ότι τότε οι ενάγοντες δεν επικαλούνταν δόλο και συμπαιγνία, θέση που προέβαλαν στην παρούσα αγωγή. Συνεπώς, δεν παρατηρείται απλώς απραξία, αλλά διαπιστώνεται προσπάθεια των εναγόντων να εξασφαλίσουν θεραπεία επί βάσης άλλης από το δόλο, ο οποίος, όμως, επί της δικής τους εκδοχής υπήρχε κατά το χρόνο έκδοσης της απόφασης. Τα παραπάνω στοιχειοθετούν στο σύνολο τους ή ακόμα και αυτοτελώς, καθυστέρηση τέτοια η οποία να αναιρεί το δικαιοδοτικό υπόβαθρο του κατεπείγοντος. Ο κ. Παύλου, βέβαια, εισηγήθηκε ότι επειδή τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal ανεστάλησαν κατά την πρώτη μέρα που ήταν επιστρεπτέα έχασαν τη φύση τους ως μονομερή διατάγματα και δεν καλύπτονται από την προϋπόθεση του κατεπείγοντος. Θεωρώ, όμως, με τον δέοντα σεβασμό πως κρίσιμο στοιχείο είναι ο χρόνος που ζητείται κατεπειγόντως θεραπεία και δίδεται μονομερώς.
  5. Σε ό,τι αφορά την εισήγηση των εναγομένων ότι δεν πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 δεν θεωρώ αναγκαίο, ενόψει των προηγηθέντων, να επεκταθώ και στο ζήτημα αυτό ή γενικά στα υπόλοιπα ζητήματα που έθεσαν οι εναγόμενοι. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα διατάγματα παύουν να ισχύουν. Η εγγυητική να επιστραφεί στους ενάγοντες. (Υπ.) .............. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. [1] Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490. [2] (Βλ. Brink's - MAT Ltd v. Elcombe [1988] 3 All E.R. 188, 192-193 και Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά. v. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.,
(2006)1 Α.Α.Δ. 280). [3] Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 606. [4] Γρηγορίου v. Χριστοφόρου, ανώτ. In re Fedossova
(1997)1 Α.Α.Δ. 1333. [5] Zeenand Navigation Company Ltd v. Banque Worms, παρ. 1
(1999)1 Α.Α.Δ. 463, Brink's - MAT Ltd v. Elcombe (ανώτ.) [6] Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου 1 Α.Α.Δ. 598. [7] Birch v. Birch [1902] P 62, Ιακώβου v. Λαϊκής
(2004)1 Α.Α.Δ. 992, Δ.33, θ.15. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.