Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Ευθύμιου Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3347/2010, 01/02/2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A27 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3347/2010 Μεταξύ: Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Ενάγοντα -και-
- Ευθύμιου Γεωργίου
- Ζαχαρία Γεωργίου
- Γιώργου Ζαχαρίου Εναγόμενων ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 03/06/2011 για παραμερισμό της απόφασης ημερ.15/03/2011 Ημερομηνία: 01/02/2012 Εμφανίσεις: Για Αιτητή-Ενάγοντα: κα Κυπριανού Για Καθ' ου η αίτηση: κα Σελίπα Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτησή τους ημερομηνίας 03/06/2011, οι Αιτητές-Εναγόμενοι 1, 2 και 3 επιδιώκουν τον παραμερισμό ή/και την ακύρωση της απόφασης, ημερομηνίας 15/03/2011, που εκδόθηκε στην υπό κρίση αγωγή . Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.17 θ.10, Δ.48 θ.1-4 και 9, Δ.64 θ.1 και 2, στο Άρθρο 30 και 32 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 1-Αιτητή, κ. Ευθύμιου Γεωργίου. Σε αυτή αναφέρει ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους 2 και 3 να προβεί στη συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση. Κατά τον ισχυρισμό του, στη συγκεκριμένη αγωγή είχε εκδοθεί, στις 15/03/2011, απόφαση του Δικαστηρίου εναντίων των Εναγομένων 1, 2 και 3 για το ποσό των €66.010,63- πλέον τόκος 5.5% ετησίως από 11/09/2010, πλέον δικηγορικά έξοδα ύψους €985- . Μετά από έρευνα των δικηγόρων των Αιτητών, διαπιστώθηκε ότι η απόφαση είχε εκδοθεί μονομερώς, λόγω του ότι είχαν παραλείψει να καταχωρίσουν Σημείωμα Εεμφάνισης όλοι οι Εναγόμενοι. Μόλις επιδόθηκαν τα Κλητήρια Εντάλματα, ο ίδιος διαπίστωσε ότι μέρος του ποσού είχε πληρωθεί και αναφορικά με το υπόλοιπο ο ίδιος δεν ήταν σύμφωνος. Είχε δώσει οδηγίες στο λογιστή του, ο οποίος επικοινώνησε με τον Ενάγοντα, για καταχώριση Ένστασης για καθορισμό του πραγματικά οφειλόμενου ποσού. Λόγω αυτής της ενέργειας, οι ίδιοι θεώρησαν ότι η αγωγή δεν θα προχωρούσε μέχρι να υπολογιστούν τα ποσά. Όμως, στις 14/05/2011, του επιδόθηκε Αίτηση για έκδοση Ειδοποίηση Πτώχευσης, σε σχέση με την υπό κρίση αγωγή, στην οποία επισυνάπτετο και η εκδοθείσα απόφαση. Τότε, ο ίδιος έδωσε οδηγίες για καταχώριση Ένστασης στην Αίτηση για έκδοση της Ειδοποίησης Πτώχευσης καθώς και την υπό κρίση Αίτηση. Είναι η θέση του ότι δεν υπήρχε πρόθεση για περιφρόνηση του Δικαστηρίου με τη μη εμφάνισή τους. Ο ίδιος, κατά τον ισχυρισμό του, τη συγκεκριμένη περίοδο ανάρρωνε από σοβαρό τραυματισμό από τροχαίο δυστύχημα. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι το οφειλόμενο ποσό, όπως προκύπτει από το Κλητήριο Ένταλμα, αφορά Φόρο Προστιθέμενης Αξίας για την περίοδο από 01/11/2004-31/07/
- Για την περίοδο 01/02/2010-21/07/2010 έχουν ξοφληθεί όλες οι οφειλές . Όσον αφορά την περίοδο από 01/11/2004-31/01/2010, είχε καταχωριστεί, μέσω του λογιστή, Ένσταση αναφορικά με το οφειλόμενο ποσό φορολογίας και η εξέταση του αιτήματος εκκρεμεί. Οπόταν, το ποσό που οφείλεται πιθανόν να είναι μικρότερο του εξ αποφάσεως χρέους και ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί δικαιοσύνη είναι με τον παραμερισμό της απόφασης. Κατά τη δική του άποψη, υπάρχει καλή υπεράσπιση και πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτουν οι θεσμοί και η νομολογία για τον παραμερισμό της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 15/03/
- Γι' αυτό και ζητά από το Δικαστήριο να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση και να δώσει στους Εναγόμενους την ευκαιρία να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση στην οποία καταγράφηκαν επτά
(7)λόγοι ένστασης. Ο πρώτος λόγος που καταγράφηκε εστιάζεται στο παράτυπο και αβάσιμο της Αίτησης, η οποία είναι αντίθετη με τους Διαδικαστικούς Θεσμούς και την πρακτική του Δικαστηρίου. Είναι επίσης ο ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση-Ενάγοντα, ότι οι Αιτητές δεν έχουν καλή υπεράσπιση και ότι η υπεράσπιση την οποία επικαλούνται αποτελεί μια εύκολη επινόηση για αποφυγή των ευθυνών τους, ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται για την μη καταχώριση εμφάνισης δεν είναι σοβαροί και/ή επαρκείς για να γίνουν αποδεκτοί, ότι οι Εναγόμενοι-Αιτητές έλαβαν γνώση για την επίδοση της αγωγής και ο λόγος καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας, ότι οι Εναγόμενοι καθυστέρησαν στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης και ενέργησαν μόλις λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης εναντίον τους, με την καταχώρηση των Ειδοποιήσεων Πτωχεύσεως. Επίσης καταγράφονται ως λόγοι ένστασης ότι οι Αιτητές δεν έδωσαν κανένα σοβαρό λόγο που να δικαιολογεί την παράλειψη καταχώρισης Σημειώματος Εμφανίσεως καθώς και ότι η ακύρωση ή/και ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση της κας Αθηνάς Κωστή, η οποία τελεί στην υπηρεσία του Ενάγοντα και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στη συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση. Είναι η θέση της ότι η υπό κρίση Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, γιατί καταχωρίστηκε με μεγάλη και μη δικαιολογημένη καθυστέρηση, αφού η αγωγή καταχωρίστηκε στις 26/11/2010 και επιδόθηκε στις 04/12/
- Οι Αιτητές παράλειψαν να καταχωρίσουν εμφάνιση εντός της νόμιμης προθεσμίας, γι' αυτό και στις 15/12/2010 ο Ενάγοντας-Καθ' ου η αίτηση καταχώρισε Αίτηση για απόφαση, η οποία είχε οριστεί στις 19/01/2011 και στη συνέχεια εκδόθηκε απόφαση στις 15/03/
- Σύμφωνα με την ομνύουσα δεν δόθηκαν σοβαροί και εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την καθυστέρηση της καταχώρισης της Αίτησης και οι Αιτητές δεν επέδειξαν εύλογη επιμέλεια για την υπόθεσή τους σε σημείο που να έχουν απεμπολήσει οποιοδήποτε δικαίωμά τους . Η απραξία τους δεν μπορεί να δικαιολογήσει την αποστέρηση των καρπών της νομότυπα εκδοθείσας απόφασης, αφού οι ισχυρισμοί των Αιτητών, όπως καταγράφηκαν είναι αόριστοι, ατεκμηρίωτοι και ανυπόστατοι και δεν συνάδουν με οποιαδήποτε καλόπιστη υπεράσπιση και δεν συνηγορούν στον παραμερισμό της απόφασης. Καταλήγει, ότι η καταχώριση της Αίτησης είχε γίνει απλώς για να καθυστερήσει η διαδικασία και να εμποδιστεί ο Ενάγοντας-Καθ' ου η αίτηση να ικανοποιηθεί από την εκδοθείσα απόφαση. Η Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, αναφέρει τα πιο κάτω: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: "Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγούμενους κανονισμούς αυτής της Διάταξης θα είναι νόμιμο διά το Δικαστήριο στη κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι." Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της πιο πάνω διάταξης, ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας έχει αναλυθεί με σαφήνεια σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου κ.α. ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)1 Α.Α.Δ. 79, Imbrahim v. Pillar Enterprises Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1243, Kourbatova v. V.G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 345, «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1 Α.Α.Δ. 339, Kean Soft Drinks Ltd v. Safm Lines N.V. κ.α.
(2001)Α.Α.Δ. 1784, Kings Head Development Co. Ltd v. Χριστοδούλου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 533, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800). Κλασσική υπόθεση επί του θέματος και η οποία έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι η Evans v. Bartlam
(1937)ALL E.R. 646, όπου στη σελίδα 479 ο Lord Atkins αναφέρει: «The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit on the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence.» Συνοπτικά, οι προϋποθέσεις για επιτυχία της Αίτησης είναι δύο. Αφ' ενός μεν θα πρέπει ο Αιτητής να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή και, αφ' ετέρου, να προβάλει σοβαρή και εύλογη αιτιολόγηση για την απουσία του κατά την ημέρα της δίκης. Σε σχέση δε με τη δεύτερη προϋπόθεση, παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παπανικολάου (ανωτέρω): «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι' αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου.» Φαίνεται ότι σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε κανονικά, τότε είναι σχεδόν αλύγιστος κανόνας ότι πρέπει να υπάρχει Ένορκος Δήλωση επί της ουσίας. Ο Αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην Κωνσταντινίδη v. Hissin
(2004)1 A.A.Δ. 1774, λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας». Η πιο πάνω θέση υιοθετήθηκε και στην πρόσφατη απόφαση στην Πολ. Έφ.284/2008, Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian, ημερ. 10/05/2011. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο Aιτητής υποχρεούται να αποδείξει την υπεράσπισή του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να φανεί από τα γεγονότα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται, δηλαδή να αποδειχθεί με τα γεγονότα που παρουσιάζονται, ότι ο Αιτητής έχει καλή υπεράσπιση (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1179). Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε), επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιοδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, που είναι η κύρια και πρωταρχική προϋπόθεση που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη του και κάποιους άλλους παρεμφερείς παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι και η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης καθώς επίσης και το χρόνο που πέρασε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της Αίτησης για παραμερισμό. Από τη νομολογία προκύπτει ότι αν και η δικαιολογία που θα προβάλει ο Αιτητής για τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εντούτοις είναι σε καθαρές περιπτώσεις παντελής έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση αποτελεί τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι κατά πόσο ο Αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι είναι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Ο Αιτητής οφείλει να δράσει άμεσα από την ημερομηνία που θα λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Όπως έχει λεχθεί στην Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που προσμετρά κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης.» Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από τη μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη από την άλλη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι, συναρτάται άμεσα από τη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο Αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Ερχόμενη στην υπό κρίση υπόθεση, οι Αιτητές προβάλουν τη θέση ότι έχουν καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση παραθέτοντας τα γεγονότα που την υποστηρίζουν. Στην υπόθεση Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή) Γιαννή v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, στη σελ.945, επεξηγούνται οι αρχές. Παρατίθενται δε τα πιο κάτω αποσπάσματα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απωλεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην προαναφερθείσα απόφαση, παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το στοιχείο αυτό δεν κρίθηκε αρκετό για τον παραμερισμό της απόφασης και θεωρήθηκε καθοριστικό το στοιχείο της αργοπορίας στη λήψη μέτρων. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο (βλ. επίσης Sabin Zehil v. Neil Roberts
(2009)1 (A) Α.Α.Δ.678, στη σελ.685). Αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και Συμπεράσματα του Δικαστηρίου: Ερχόμενο το Δικαστήριο στην επίδικη Αίτηση και αρχίζοντας από το στοιχείο της μη εμφάνισης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αγωγή είχε επιδοθεί σε όλους τους Εναγόμενους στις 04/12/2010. Αίτηση για απόφαση καταχωρίστηκε στις 15/12/2010 και μετά την παρέλευση του χρόνου για καταχώριση εμφάνισης. Όμως η υπόθεση δεν προχώρησε για απόδειξη, για λόγους που αφορούν τον Ενάγοντα και μόνο, στις 19/01/2011, αλλά στις 15/03/2011, δηλαδή τρεις
(3)μήνες μετά. Σε όλο αυτό το διάστημα οι Εναγόμενοι-Αιτητές δεν επέδειξαν οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την εξέλιξη της συγκεκριμένης υπόθεσης. Απλά και μόνο η επίκληση του γεγονότος ότι θεώρησαν, οι Αιτητές-Εναγόμενοι, ότι λόγω του ότι καταχωρίστηκε Ένσταση στη φορολογία δεν θα προχωρούσε η αγωγή, είναι εκτός πραγματικότητας και δεν δικαιολογεί με κανένα τρόπο τη μη εμφάνισή τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Έρχομαι τώρα στην εξέταση του θέματος κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση (βλ. Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, στη σελίδα 799: «Αντλώντας κατεύθυνση από τη νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούσει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον Αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του Ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων . αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης το φέρει ο Αιτητής. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών-Εναγομένων 1, 2 και 3 για το γεγονός ότι το οφειλόμενο ποσό δεν συνάδει με το ποσό της εκδοθείσας απόφασης, γιατί πληρώθηκαν οι οφειλές που αφορούσαν τη φορολογική περίοδο 01/02/2010-21/07/2010 δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε υπεράσπιση, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Τα έντυπα που επισυνάφθηκαν στην Ένορκη Δήλωση των Αιτητών αφορούν τις υποβληθείσες φορολογικές δηλώσεις και όχι το φόρο που έπρεπε να καταβληθεί μετά από έλεγχο των συγκεκριμένων δηλώσεων. Εν πάση όμως περιπτώσει, όπως προκύπτει από τα τεκμήρια που είχαν επισυναφθεί προς απόδειξη της αξίωσης του Ενάγοντα, ότι τα καταβληθέντα ποσά, για την περίοδο 01/02/2010-21/07/2010, είχαν πιστωθεί στο οφειλόμενο υπόλοιπο των Εναγομένων και ότι απόφαση είχε ζητηθεί για το υπόλοιπο. Ο ισχυρισμός ότι υποβλήθηκε ένσταση στα ποσά που βεβαιώθηκαν είναι γενικός και αόριστος και δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να δείξουν συζητήσιμη υπεράσπιση και τα οποία να ενέχουν το στοιχείο πειστικότητας. Η ένσταση στη φορολογία δεν καταχωρίστηκε ως τεκμήριο στην Ένορκη Δήλωση που υποστήριξε την Αίτηση, ούτε και κανένα άλλο στοιχείο δεν προσκομίστηκε. Η αοριστία των ισχυρισμών των Αιτητών αφήνει κενά που δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση καλής υπεράσπισης (βλ. Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης v. Ταπελλογραφείο Κώστας Παυλής και Σία Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101). Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, στη σελίδα 2124: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση η αίτηση απορρίπτεται.» Τα πιο πάνω ισχύουν και στην παρούσα περίπτωση, αφού ελλείπει παντελώς η αναγκαία θεμελίωση, της κατ' ισχυρισμό υπεράσπισης των Αιτητών-Εναγομένων 1, 2 και 3. Συνεπακόλουθα, δεν στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου τούτου ασκείται υπέρ της διατήρησης της απόφασης και κατά συνέπεια, η Αίτηση των Εναγομένων 1, 2 και 3 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και σε βάρος των Εναγομένων 1, 2 και 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............ Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο