← Κύπρος

FRANTISEK STEPANEK κ.α. ν. ELIZWOOD TRADING LTD κ.α., Αγωγή αρ.: 2103/10, 7.2.2012

FRANTISEK STEPANEK κ.α. ν. ELIZWOOD TRADING LTD κ.α., Αγωγή αρ.: 2103/10, 7.2.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2103/10 Μεταξύ:

  1. FRANTISEK STEPANEK
  2. JAROSLAV ROKOS, MBA
  3. SOKOLOVSKA UHELNA, PRAVNI NASTUPCE A.S. Εναγόντων -και-
  4. ELIZWOOD TRADING LTD
  5. ΑΝΤΡΕΑΣ ΚΑΡΑΠΑΤΑΚΗΣ
  6. AVILA CONSULTING LTD
  7. ALTOLEX LTD
  8. ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ Εναγομένων __________________ Ημερομηνία: 7.2.2012 Αίτηση ημερομηνίας 25.11.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Εναγόμενους 1: Ο κ. Μιχάλης Κυριακίδης. Για Ενάγοντες/Καθ΄ ων η αίτηση: O κ. Λοΐζου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το ιστορικό Στις 29.7.2010 εκδόθηκαν, μετά από αίτηση των εναγόντων, διατάγματα τύπου Anton Piller, εναντίον όλων των εναγομένων. Τα διατάγματα εκτελέστηκαν μόνο αναφορικά με τους εναγόμενους 1, 3 και
  9. Ειδικότερα, εναντίον της εναγόμενης 1, νυν αιτήτριας, το διάταγμα εκτελέστηκε αυθημερόν από τον κ. Λουκά Διομήδους, δικηγόρο στη δικηγορική εταιρεία Καλλής και Καλλής Δ.Ε.Π.Ε., ο οποίος είχε οριστεί από το δικαστήριο μαζί με το δικηγόρο κ. Διομήδη Καλλή ως «επιτηρητές δικηγόροι» (supervising solicitors) για σκοπούς εκτέλεσης του διατάγματος, συνοδευόμενος από άλλους δικηγόρους, από το γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων, που είχαν οριστεί ως «ομάδα αναζήτησης». Στα πλαίσια της εκτέλεσης των διαταγμάτων Anton Piller εναντίον της εναγόμενης 1 κατασχέθηκαν και κατατέθηκαν στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος αριθμός εγγράφων («κατασχεθέντα έγγραφα»), εφόσον σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 29.7.2010 τα «κατασχεθέντα έγγραφα» θα έπρεπε να παραδοθούν στην ασφαλή φύλαξη του Πρωτοκολλητείου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Οι εναγόμενοι 1 με αίτηση τους ημερομηνίας 10.9.2010 ζήτησαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας την ακύρωση του διατάγματος Anton Piller. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε στις 28.9.2011 επειδή θεωρήθηκε άνευ αντικειμένου, εφόσον τα διατάγματα είχαν στο μεταξύ, την 1.12.2010, ακυρωθεί, μετά από αίτηση των εναγομένων 2 και 5 με εντάλματα certiorari (Αιτήσεις 96/10 και 98/10). Συγκεκριμένα, τα διατάγματα ακυρώθηκαν διότι κρίθηκε πως κακώς δεν είχαν οριστεί επιστρεπτέα. Σε σχέση με τις αποφάσεις αυτές εκκρεμεί έφεση. Ενόψει της ακύρωσης των διαταγμάτων από το Ανώτατο Δικαστήριο, οι δικηγόροι της εναγόμενης 1 ζήτησαν από τον Πρωτοκολλητή όπως επιστραφούν τα έγγραφα, πράγμα το οποίο δεν έγινε κατορθωτό. Η απάντηση του Πρωτοκολλητή ήταν ότι «οποιοδήποτε αίτημα για επιστροφή εγγράφων τα οποία έχουν καταχωρηθεί σε φάκελο υπόθεσης του δικαστηρίου, θα πρέπει να υποβληθεί σύμφωνα με την προβλεπόμενη από τους κανονισμούς και θεσμούς διαδικασία». (Βλ. αλληλογραφία στο φάκελο μεταξύ δικηγόρων εναγομένης 1 και Πρωτοκολλητού κατά την περίοδο 23.12.2010 - 13.1.2011). Πρόσφατα, οι δικηγόροι της εναγομένης 1 διαπίστωσαν ότι σε ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην οποία ενάγοντες είναι οι ίδιοι με τους ενάγοντες στην παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες έχουν καταθέσει αντίγραφα των κατασχεθέντων εγγράφων τα οποία και επικαλούνται. Έτσι, η εναγόμενη 1 κατεχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία εξασφάλισε στις 5.12.2011 μονομερώς διάταγμα που απαγορεύει στους ενάγοντες τη χρήση, κυκλοφορία κ.λ.π. οποιουδήποτε αντιγράφου που παραλήφθηκε από αυτούς στα πλαίσια εκτέλεσης των διαταγμάτων Anton Piller και που διατάσσει τους ενάγοντες να καταθέσουν στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας οποιοδήποτε αντίγραφο των κατασχεθέντων εγγράφων. Το διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο στις 12.12.
  10. Εκείνη την ημέρα ήταν παρών ο προαναφερθείς δικηγόρος κ. Λουκάς Διομήδους. Ο κ. Διομήδους δήλωσε ότι δεν θα καταχωρούσε ένσταση, πλην όμως, ζήτησε και προέβη σε δήλωση περί του ότι αυτός προσωπικά είχε εκτελέσει το διάταγμα ημερομηνίας 29.7.2010 στα υποστατικά της εναγόμενης 1 και ότι, αυτός και ο κ. Διομήδης Καλλής, δεν έχουν κρατήσει, χρησιμοποιήσει κ.τ.λ. οποιοδήποτε έγγραφο ή αντίγραφο. Δήλωσε δε, ετοιμότητα να συμμορφωθούν με οποιαδήποτε διαταγή του δικαστηρίου. Οι ενάγοντες καταχώρησαν ένσταση. Οι θέσεις των αιτητών Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος δικηγόρος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι η έκδοση διατάγματος τύπου Anton Piller συνεπάγεται αυτόματα ότι οι ενάγοντες και τα πρόσωπα που ενεργούν ως αντιπρόσωποί τους έχουν εξυπακουόμενη υποχρέωση (implied undertaking) να μην χρησιμοποιούν, αναπαράγουν ή επικαλούνται τα κατασχεθέντα έγγραφα χωρίς άδεια του δικαστηρίου. Κατά παράβαση της εξυπακουόμενης αυτής υποχρέωσης, η οποία απορρέει από την ίδια τη φύση ενός διατάγματος Anton Piller και ενώ τα κατασχεθέντα έγγραφα ήταν στο φάκελο της υπόθεσης, οι ενάγοντες ή πρόσωπα που ενεργούσαν με οδηγίες τους χωρίς άδεια του δικαστηρίου εξασφάλισαν αντίγραφα των κατασχεθέντων εγγράφων από το Πρωτοκολλητείο και τα χρησιμοποιούν κατά την κρίση τους, συνέχισε ο κ. Κυριακίδης. Πέραν τούτου, τα κατασχεθέντα έγγραφα είναι και εκτός του πλαισίου του διατάγματος Anton Piller, δηλαδή ενώ το δικαστήριο εξουσιοδότησε έρευνα και εντοπισμό έντεκα συγκεκριμένων εγγράφων, τα έγγραφα που τελικά κατασχέθηκαν είναι άλλα. Χρήση αντιγράφων των κατασχεθέντων εγγράφων ενδέχεται να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στην αιτήτρια για τους λόγους που εξηγούνται. Σε περαιτέρω επιχειρήματα από την αγόρευση του κ. Κυριακίδη, ως επίσης και στη νομολογία στην οποία παρέπεμψε, θα αναφερθώ κατωτέρω. Οι θέσεις των καθ΄ ων η αίτηση Δεν θα αναφερθώ ξεχωριστά στους λόγους της ένστασης εφόσον αυτοί αναλύονται στην αγόρευση του ευπαιδεύτου δικηγόρου των εναγόντων. Ο κ. Λοΐζου αγορεύοντας έθεσε κατ΄ αρχάς θέμα αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης της κας Μαρίας Καμάρη, η οποία υποστηρίζει την αίτηση. Αυτή η θέση δεν περιλαμβάνεται στους λόγους ένστασης και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εξεταστεί. Εν πάση περιπτώσει, έχοντας υπόψη τις θέσεις των εναγόντων και τη νομολογία που παρέθεσαν, δεν θεωρώ ότι είναι κατάλληλη περίπτωση να θεωρηθεί ότι η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει να αγνοηθεί ή να απορριφθεί ως η εισήγηση των εναγόντων. Άλλωστε, όπως θα φανεί απ΄ όσα ακολουθούν, η τύχη της διαδικασία μπορεί να κριθεί από τα στοιχεία του φακέλου και επί όσων αποτέλεσαν κοινό τόπο και, βεβαίως τη νομολογία, παρά επί των επί μέρους ισχυρισμών της κας Καμάρη. Επί της ουσίας, ο κ. Λοΐζου εισηγήθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων. Οι αιτητές, είπε, απέτυχαν να παρουσιάσουν στο δικαστήριο ικανοποιητική μαρτυρία είτε για το κατεπείγον είτε για τις προϋποθέσεις γενικότερα που απαιτούνταν για να εκδοθούν τα διατάγματα. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα οι εναγόμενοι να δικαιούνται σε θεραπεία, ούτε οι αιτητές έχουν στοιχειοθετήσει ανεπανόρθωτη ζημία αν δεν δοθεί το διάταγμα. Πέραν τούτου, το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι υπέρ των εναγόντων και θα πρέπει να διατηρηθεί το status quo ante. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι το δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής την παρούσα αίτηση και ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη, εφόσον κατ΄ ουσία επιδιώκεται η ανατροπή της εν λόγω απόφασης ημερομηνίας 28.9.2011, με την οποία «το δικαστήριο απέρριψε πανομοιότυπο αίτημα των αιτητών». Εισηγήθηκε, ακόμα, ότι η απόδοση της ζητούμενης θεραπείας θα συνιστά επέμβαση και θα ανατρέπει από τώρα την απόδοση θεραπείας στους ενάγοντες από το Ανώτατο Δικαστήριο μετά την εκδίκαση των εφέσεων. Ήταν η περαιτέρω θέση του κ. Λοΐζου ότι το δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία για την έκδοση των διαταγμάτων αφού δεν είχε εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα για την ακύρωση ή και παραμερισμό τους. Κανένα δικαστήριο, ούτε Επαρχιακό ούτε το Ανώτατο Δικαστήριο, δεν έχει αποφασίσει ότι τα «κατασχεθέντα έγγραφα» έχουν ληφθεί παράνομα. Η ακύρωση που έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο δεν αφορούσε την ορθότητα, αλλά την κανονικότητα των διαταγμάτων. Το παρόν δικαστήριο, εισηγήθηκε ο δικηγόρος των εναγόντων, δεν μπορεί να εκδώσει διάταγμα για επιστροφή των εγγράφων χωρίς πρώτα να έχει αποφανθεί ως προς την ουσία και δη την ορθότητα της έκδοσης και εκτέλεσης του διατάγματος Anton Piller. Παρέπεμψε στο ακόλουθο απόσπασμα, το οποίο και τόνισε ιδιαίτερα, από το σύγγραμμα COMMERCIAL INJUNCTIONS, Steven Gee Q.C., fifth Edition και κάτω από το τίτλο «Ordering the return of documents when an order for compulsory disclosure is set aside inter partes or on appeal» στη σελίδα 526 αναφέρονται τα ακόλουθα: «

(8)With Anton Piller relief which has been set aside, a successful respondent has to apply to the court (normally the court which set aside the order) to order the claimant to restore the documents and information taken from him, because although the respondent has a substantive right to the documents and the information, there is a discretion whether to grant the relevant remedies of specific restitution and an injunction to protect the information because that information has been obtained under an order which has been set aside». Ο κ. Λοΐζου παρέθεσε επίσης απόσπασμα από το ίδιο σύγγραμμα στη σελίδα 526 επίσης, όπου διατυπώνεται η αρχή ότι όταν η θεραπεία Anton Piller ανατραπεί οι εναγόμενοι έχουν prima facie δικαίωμα επιστροφής των εγγράφων. Στη συνέχεια, αναφέρεται ότι υπό ορισμένες περιστάσεις θα ήταν πιο λογικό να μην δοθεί διάταγμα επιστροφής. Ο κ. Λοΐζου στο σημείο αυτό ανέφερε ότι η παρούσα αγωγή έχει αποκλειστικά σαν αγώγιμο δικαίωμα και αιτούμενες θεραπείες διατάγματα αποκάλυψης εγγράφων τύπου Norwich Pharmacal. Οι εναγόμενοι 1 δεν έχουν καταχωρήσει μέχρι σήμερα την υπεράσπισή τους. Θα ήταν παράλογο, είπε, στο παρόν στάδιο και πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας της αγωγής να επιστραφούν τα ζητούμενα έγγραφα που θα αποτελέσουν αντικείμενο των διαταγμάτων αποκάλυψης. Θα πρέπει να λεχθεί εδώ ότι, όσο και αν είμαι βέβαιος ότι ο δικηγόρος δεν είχε κακή πρόθεση, δεν είναι ορθό να χαρακτηρίζεται ως παράλογο το αποτέλεσμα μιας δικαστικής κρίσης, εάν αυτό θα είναι αντίθετο με τη σχετική εισήγηση του δικηγόρου. Περαιτέρω, προβλήθηκε ως λόγος γιατί δεν θα πρέπει να επιστραφούν τα έγγραφα στους αιτητές το γεγονός ότι τα «κατασχεθέντα έγγραφα» δεν ήταν τα έγγραφα τα οποία αναφέρονταν στο διάταγμα Anton Piller. Άλλωστε, εισηγήθηκε ο κ. Λοΐζου, τα «κατασχεθέντα έγγραφα» παραδόθηκαν οικιοθελώς και με την συγκατάθεση των αντιπροσώπων της εναγομένης 1, αφού προηγουμένως έλαβαν προς τούτο σχετική νομική συμβουλή και η παράδοση των αναφερομένων εγγράφων έγινε στην παρουσία των δικηγόρων τους. Αυτό το στοιχείο οι αιτητές δεν το έχουν αποκαλύψει και η συμπεριφορά τους αυτή συνιστά απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος. Οι καθ΄ ων η αίτηση αναφέρθηκαν και σε άλλα στοιχεία που κατά την άποψή τους δεν αποκαλύφθηκαν από τους αιτητές κατά παράβαση της υποχρέωσης τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Μεταξύ αυτών και το γεγονός της προηγούμενης απορριπτικής απόφασης του δικαστηρίου ημερομηνίας 28.9.2011. Περαιτέρω, ο κ. Λοΐζου ανέφερε ότι κατά την έκδοση των διαταγμάτων δεν είχε επιβληθεί οποιαδήποτε ρητή απαγόρευση χρήσης των εγγράφων ή αντιγράφων τους. Σύμφωνα με τη νομολογία, είπε ο κ. Λοΐζου, έμμεση υποχρέωση για μη χρησιμοποίηση των εγγράφων επιβάλλεται μόνο όταν τα έγγραφα τα οποία κατάσχονται αφαιρούνται από τους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, χωρίς αυτοί να συναινούν ή χωρίς αυτοί να έχουν δικαίωμα επιλογής. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με την υπόθεση Crest Homes Plc v. Marks [1987] AC 829 «αυτή η υποχρέωση περιορίζεται μόνο στο να μην χρησιμοποιηθούν τα «κατασχεθέντα έγγραφα» για "collateral purpose" και ότι είναι δυνατό σε κατάλληλες περιπτώσεις αυτά να χρησιμοποιηθούν, κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, σε συγκεκριμένες αστικές υποθέσεις». Εν προκειμένω, οι ενάγοντες δεν χρησιμοποίησαν τα έγγραφα για "collateral purpose" δηλαδή για εξασφάλιση αθέμιτου πλεονεκτήματος ή παράλληλης άλλης θεραπείας έναντι των ιδιοκτητών των εγγράφων, όπως είναι ο σκοπός της σχετικής απαγόρευσης. Σ΄ αυτή την υπόθεση τα έγγραφα δεν έχουν χρησιμοποιηθεί εναντίον των ιδιοκτητών των εγγράφων, δηλαδή των εναγομένων 1, αλλά εναντίον τρίτων προσώπων. Δεν χρησιμοποιήθηκαν καταχρηστικά, αλλά με μόνο σκοπό να αποκαλυφθεί εάν τρίτα πρόσωπα που αναφέρονται σ΄ αυτά εμπλέκονται στη συνομωσία εξαπάτησης των εναγόντων. Έχουν χρησιμοποιηθεί σε μεταγενέστερη πολιτική αγωγή, η οποία αναμφισβήτητα συνδέεται με την παρούσα υπό την έννοια ότι με αυτήν οι ενάγοντες επιχειρούν να τους αποκαλυφθούν περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά τη συνομωσία που ενορχηστρώθηκε εναντίον τους σε βλάβη των συμφερόντων τους και τους ενεχόμενους σ΄ αυτήν δράστες. Είναι βέβαιο ότι, υπό αυτές τις περιστάσεις, εάν οι ενάγοντες αποτείνοντο στο δικαστήριο θα εξασφάλιζαν άδεια για να χρησιμοποιήσουν τα έγγραφα. Στη συνέχεια ο κ. Λοΐζου εξηγεί γιατί οι ενάγοντες δεν ζήτησαν άδεια από το δικαστήριο. Η κρίση του δικαστηρίου Θα προχωρήσω σε εξέταση των θέσεων της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης επί τη βάση της αρχής ότι «δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή διαπραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση που μπορεί να έχει στη θεώρηση των επιδίκων θεμάτων.» [Νίκος Οδυσσέα v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490]. Αρχίζω από ό,τι θεωρώ πιο ουσιαστικό. Αποτέλεσε κοινό τόπο ότι τα έγγραφα που κατέσχεσαν οι ενάγοντες δεν είναι τα έγγραφα τα οποία είχαν εξουσιοδότηση να παραλάβουν. Αυτό, μάλιστα, προβλήθηκε, ως άνω, ως λόγος ένστασης. Όμως, ως ζήτημα λογικής συνέπειας και μόνο, χωρίς ακόμα αναδρομή στη νομολογία, δεν είναι επιτρεπτό ένας διάδικος να παραλαμβάνει και να κατέχει περιουσία που δεν του ανήκει, χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση, η οποία απλώς περιήλθε στην κατοχή του κατά την εκτέλεση δικαστικού διατάγματος, το οποίο τον εξουσιοδοτούσε να παραλάβει άλλη περιουσία. Αλλά υπάρχει και νομολογία επί του θέματος, την οποία παραθέτω όπως την παρουσίασε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών. «(γ) Η υποχρέωση μη κατάσχεσης εγγράφων που δεν καλύπτονται από το εύρος του διατάγματος Anton Piller
  1. Όπως αναγράφεται στο σύγγραμμα Blackstone 2003, Civil Practice, σελ. 474, παρ. 39.8 .....: "Execution of a search order in an excessive or oppressive manner will render the claimant liable under the undertaking in damages. Seizing documents not specified in the order may be penalised by an award of aggravated damages. An award of £10,000 against the claimant was made on this ground in Columbia Picture Industries Inc. v Robinson [1987] Ch 38."
  2. Στην υπόθεση VDU Installations Limited v Integrated Computer Systems and Cybernetics Limited and Others [1989] 1 F.S.R. 378 ......., αναφέρθηκε ότι δικηγόρος που επιδίδει διάταγμα τύπου Anton Piller έχει καθήκον, μεταξύ άλλων, να κατασχέσει μόνο αντικείμενα που καλύπτονται από το διάταγμα. Αν κατασχέσει αντικείμενα που δεν καλύπτονται από το διάταγμα, βρίσκεται σε παρακοή δικαστικού διατάγματος, ακόμα και αν δεν ενήργησε με πρόθεση.
  3. Στην υπόθεση Columbia Picture Industries Inc. v Robinson [1987] Ch 38 ......., κρίθηκε ότι τυχόν συγκατάθεση στην κατάσχεση εγγράφων εκτός του πλαισίου του διατάγματος Anton Piller δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και η εν λόγω κατάσχεση εξακολουθεί να αποτελεί παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου.
  4. Στην υπόθεση Universal City Studios Inc. and Others v Hubbard and Others [1983] Ch. 241 ......., ρητά αναφέρεται ότι θα έπρεπε έγγραφα που δεν καλύπτονται από το διάταγμα Anton Piller να επιστραφούν άμεσα (sic), θέση στην οποία, μάλιστα ως προκύπτει από την απόφαση, συμφώνησε και ο ίδιος ο δικηγόρος εναγόντων στην εν λόγω απόφαση.» Η διαπίστωση για καταφρόνηση ενεργοποιεί τη σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου για προστασία της δικαιοδοσίας του, όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 11, παρ. 483, ειδικά σε σχέση με παράβαση υποχρεώσεων από δικηγόρους που θεωρούνται λειτουργοί του δικαστηρίου. Εκεί, με παραπομπή στις υποθέσεις Re A Solicitor [1966] 3 All ER 52, [1966] 1 WLR 1604 και Silver and Drake v Baines [1971] 1 QB 396, [1971] 1 All ER 473, CA, αναφέρονται τα ακόλουθα: «In the case of breach of an undertaking by a solicitor, the correct procedure is not to apply for committal immediately on breach but to obtain first a mandatory order, requiring performance of the undertaking and, on breach of the mandatory order, to apply for committal.» Στο ίδιο σύγγραμμα στην παράγραφο 492 αναφέρεται ότι: «Civil contempt may also be punished by a fine, or an injunction may be granted against the contemnor.» Ως εκ των άνω, εφόσον παρελήφθησαν άλλα έγγραφα από τα προσδιορισθέντα, τίθεται θέμα καταφρόνησης της διαδικασίας. Οι αιτητές δεν έχουν ζητήσει θεραπεία έναντι των δικηγόρων που εκτέλεσαν το διάταγμα, αλλά περιορίστηκαν στο να ζητούν διατάγματα εναντίον των εναγόντων, παρά να ζητήσουν την ποινική μεταχείρισή τους σ΄ αυτό το στάδιο. Οι ενάγοντες δεν έχουν ισχυριστεί ότι τα έγγραφα δεν κατασχέθηκαν για λογαριασμό τους ή ότι δεν έχουν στην κατοχή τους τα αντίγραφα ή ότι δεν προτίθενται να τους κάνουν χρήση. Το αντίθετο. Υπό τέτοιες περιστάσεις, το δικαστήριο είχε εξουσία, ενόψει της παραπάνω νομολογίας, να εκδώσει τα διατάγματα. Στο ζήτημα της μονομερούς έκδοσης θα επανέλθω. Βάσιμη είναι και η δεύτερη εισήγηση των αιτητών. Ο διάδικος ο οποίος εξασφαλίζει μονομερώς μια τόσο δραστική θεραπεία όπως είναι τα διατάγματα Anton Piller, ασφαλώς έχει εξυπακουόμενη υποχρέωση να μην χρησιμοποιεί τα έγγραφα, παρά μόνο για τους περιορισμένους σκοπούς του διατάγματος που είναι η διασφάλιση μαρτυρικού υλικού το οποίο υπάρχει κίνδυνος να καταστραφεί. Η ιδιαίτερη και δραστική φύση του διατάγματος Anton Piller, που είναι τόσο ευνοϊκό για τον αιτητή και τόσο εν δυνάμει επαχθές για τον εναγόμενο, έχει ήδη εξηγηθεί στην Anton Piller KG v. Manufacturing Processes Ltd [1976] CH
  5. Στην Columbia v. Robinson [1986] 3 All ER 338, σελ. 370, το δικαστήριο έκανε λόγο για «Draconian and essentially unfair nature of Anton Piller orders» οπότε και θα πρέπει να περιορίζονται στον ελάχιστο βαθμό που είναι αναγκαίος προς ευόδωση των σκοπών τους. Παρατίθεται ως χαρακτηριστικό το σχετικό απόσπασμα: «The Draconian and essentially unfair nature of Anton Piller orders from the point of view of respondents against whom they are made requires, in my view, that they be so drawn as to extend no further than the minimum extent necessary to achieve the purpose for which they are granted, namely, the preservation of documents or articles which might otherwise be destroyed or concealed. Anything beyond that is, in my judgment, impossible to justify.» Στην υπόθεση Riddick v. Thames Board Mills Ltd [1977] 3 All ER 677 ελέχθη στη σελ. 687 ότι: «A party who seeks discovery of documents gets it on condition that he will make use of them only for the purposes of that action, and no other purpose. To use a document produced for inspection for a collateral or ulterior purpose is a misuse against which the court will proceed for contempt or by injunction.» Ο κ. Κυριακίδης παρέπεμψε επίσης στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Cobra Golf Inc. and another v. Rata and others [Ch. 1996 C. No. 2602] - [1998] Ch. 109: «A party to litigation gives an implied undertaking that he will not use the material disclosed by his opponent on discovery otherwise than for the proper purposes of the action in which the discovery is given. The giving of discovery in litigation is regarded as an essential element in the doing of the fullest justice, but it does involve an invasion of the parties' right to privacy in respect of their documents and the undertaking is in a sense given as the price for such invasion. It is intended to limit the invasion to the extent necessary to deal justly with the particular case, and it is also regarded as assisting in discouraging litigants from any inclination to give less than full and frank discovery. ...» Στα ίδια πλαίσια επικαλέστηκε επίσης τις υποθέσεις Harman v Secretary of State for the Home Department [1983] 1 AC 280, Customs and Excise Commissioners v AE Hamlin & Co [1984] 1 W.L.R. 509 και την υπόθεση Crest Homes Plc (ανωτέρω). Παρέπεμψε, επίσης, σε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αυστραλίας στην υπόθεση Hearne v Street
(2008)235 CLR 125 όπου ελέχθησαν τα ακόλουθα: «where one party to litigation is compelled, either by reason of a rule of court, or by reason of a specific order of the court, or otherwise to disclose documents or information, the party obtaining the disclosure cannot, without leave of the court, use it for any purpose other than that for which it is given unless it is received into evidence.» Εν προκειμένω, οι ενάγοντες αποδέχονται ότι έκαναν χρήση των εγγράφων στην αγωγή 1043/11, Ε.Δ. Λεμεσού χωρίς άδεια. Ακόμα και αν ήταν έγγραφα τα οποία είχαν εξουσιοδότηση να παραλάβουν, η χρήση τους θα έπρεπε να είναι περιορισμένη για σκοπούς διαφύλαξης της μαρτυρίας και μόνο για τις ανάγκες της παρούσας αγωγής. Η συμπεριφορά των εναγόντων, ως εκ τούτου, ενεργοποιεί εν πάση περιπτώσει τη σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου, η οποία μπορεί να ασκηθεί και με την έκδοση διαταγμάτων όπως αυτά που έχουν εκδοθεί. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση JR 42's Application [2010] NIQB 95 όπου ελέχθη ότι: «If a party, its legal advisers or indeed (.) a party's witness unlawfully disseminates discovered material in breach of the implied undertaking, safeguards against abuse by the parties so bound exist for example by way of contempt proceedings, application for abuse of process and injunctive relief.» Ως εκ των άνω, το δικαστήριο είχε σύμφυτη εξουσία να εκδώσει τα διατάγματα για προστασία της διαδικασίας του. Οι αιτητές επικαλέστηκαν τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 και του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Στην πραγματικότητα, όμως, το δικαίωμα τους για θεραπεία εδράζεται στις σύμφυτες εξουσίες του δικαστηρίου, παρά σε νομοθετικές πρόνοιες. Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, όσο και αν το επικαλέστηκαν οι αιτητές με επακόλουθο να ισχυρίζονται τώρα οι καθ΄ ων η αίτηση ότι «δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος». Το ζητούμενο ήταν κατά πόσο οι ενάγοντες τελούν σε καταφρόνηση του δικαστηρίου. Καταφατική απάντηση σ΄ αυτό το ερώτημα ενεργοποιεί, ως άνω, άνευ ετέρου τις σύμφυτες εξουσίες του δικαστηρίου. Το επίδικο διάταγμα δεν είναι «ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα», αλλά εργαλείο από το εφεδρικό οπλοστάσιο που διαθέτει το δικαστήριο για να διασφαλίσει τη διαδικασία. Εκείνο που πρέπει να συζητηθεί περαιτέρω είναι το γεγονός ότι τα διατάγματα δόθηκαν μονομερώς, ενόψει των ισχυρισμών των αιτητών ότι, όπως είχαν πληροφορηθεί στις 15.11.2011, οι ενάγοντες έκαναν χρήση των εγγράφων σε άλλη δικαστική διαδικασία με κίνδυνο να τα χρησιμοποιούν κατά βούληση και χωρίς τον έλεγχο των αιτητών και συνεπακόλουθα με κίνδυνο οι τελευταίοι να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Έχω υπόψη μου τις θέσεις των καθ΄ ων η αίτηση για το ζήτημα αυτό. Θεωρώ, όμως, ότι οι αιτητές βάσιμα στοιχειοθέτησαν την προϋπόθεση του κατεπείγοντος, η οποία προκειμένου για μονομερή διατάγματα αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κεφ. 6, δικαιοδοτική προϋπόθεση. Εν πάση περιπτώσει, θα μπορούσε να λεχθεί ότι το ζήτημα μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 9 ως εκ της ιδιαίτερης φύσης του διατάγματος. Το επίδικο διάταγμα δεν είναι μια συνηθισμένη περίπτωση διατάγματος, όπως είναι τα ενδιάμεσα διατάγματα που εκδίδονται σε σχέση με το αντικείμενο της αγωγής ή άλλη περιουσία. Οι δικηγόροι οι οποίοι εξουσιοδοτήθηκαν για την εκτέλεση του διατάγματος Anton Piller είναι λειτουργοί του δικαστηρίου (οfficers of the Court) όσο κι αν ο κύριος τους ρόλος είναι να ενεργούν για λογαριασμό των εναγόντων. (Βλ. Columbia, σελ. 370). Υπό αυτή την έννοια, το δικαστήριο ενδεχομένως να μπορούσε ακόμα και να εκδώσει αυτεπάγγελτα οδηγίες προς τους λειτουργούς του, αλλά και προς τους διάδικους για λογαριασμό των οποίων ενήργησαν οι δικηγόροι ως λειτουργοί του δικαστηρίου, να επιστρέψουν τα έγγραφα τα οποία παρέλαβαν χωρίς εξουσιοδότηση, χρησιμοποιώντας το διάταγμα που έδωσε το δικαστήριο για άλλα έγγραφα. Σε τέτοια περίπτωση, θα εναπόκειτο σ΄ εκείνους να συμμορφωθούν ή να δώσουν εξηγήσεις αναλόγως, χωρίς στην πραγματικότητα να τίθεται ζήτημα αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων. Τέτοια ιδιαίτερη φύση του πράγματος δεν θεωρώ ότι διαφοροποιείται ουσιαστικά ως εκ της επιλογής των αιτητών να μην ζητήσουν θεραπεία ή οδηγίες έναντι των εξουσιοδοτημένων προσώπων, αλλά να στραφούν κατά των ιδίων των εναγόντων, οι οποίοι είχαν κάθε ευχέρεια να ζητήσουν παραμερισμό του διατάγματος δυνάμει της Δ.48, κ. 8
(4). Στην υπόθεση Columbia, σελ. 366 αναφέρεται ότι ο καθ΄ ου η αίτηση μπορεί να ζητήσει παραμερισμό του ex parte εκδοθέντος διατάγματος Anton Piller. Δεν διαφεύγουν της προσοχής μου τα αποφασισθέντα από το Ανώτατο Δικαστήριο στις εν λόγω αιτήσεις certiorari. Όμως, εκείνο το οποίο προσπαθώ τώρα να καταδείξω είναι ότι υπάρχει η άποψη πως στα πλαίσια τέτοιας διαδικασίας και μάλιστα με αναφορά στο δρακόντειο αρχικό διάταγμα, εναπόκειται στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να ζητήσει την ακύρωσή του. Ως προς την εισήγηση ότι ανατρέπεται με τα διατάγματα η εν λόγω απόφαση ημερομηνίας 28.9.2011, θεωρώ ότι άλλο ήταν το ζήτημα που εξέτασε και αποφάσισε τότε το δικαστήριο υπό άλλη σύνθεση. Ως άνω, το δικαστήριο, επειδή στο μεταξύ μεσολάβησε η ακύρωση των διαταγμάτων, απλώς θεώρησε ότι «η πιο πάνω μεταγενέστερη εξέλιξη αφήνει το αιτητικό υπό το γράμμα Α της παρούσας αίτησης για ακύρωση του διατάγματος Anton Piller χωρίς αντικείμενο». Είναι επί αυτού του σκεπτικού που κρίθηκε ότι συμπαρασύρθηκαν και δύο παρεπόμενες θεραπείες, ήτοι να διαταχθεί ο Πρωτοκολλητής να επιστρέψει τα έγγραφα και να δοθεί διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους ενάγοντες να προβούν σε οποιαδήποτε χρήση των εν λόγω εγγράφων. Αυτές οι θεραπείες δηλαδή δεν εξετάστηκαν από το δικαστήριο, το οποίο, όμως, προχώρησε λέγοντας ότι, με δεδομένο ότι το διάταγμα Anton Piller έχει ακυρωθεί, η κατακράτηση των εν λόγω εγγράφων ήταν πλέον άνευ εξουσίας. Σημείωσε, επίσης, ότι μέχρι την επιστροφή των εγγράφων «η οποιαδήποτε χρήση τους από τους ενάγοντες δεν θα μπορεί να έχει οποιαδήποτε νομική σημασία σε βάρος της εναγόμενης 1 εταιρείας και προπαντός αφού πρόκειται για έγγραφα τα οποία δεν επροβλέποντο στο διάταγμα Anton Piller.» Συνεπώς, δεν συνιστούσε παράλειψη ουσιώδους γεγονότος, με την έννοια που εξηγεί η νομολογία, η μη αναφορά στην εν λόγω απόφαση. Γενικά δε, έχοντας υπόψη τους ισχυρισμούς των καθ΄ ων η αίτηση, δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα στην παρούσα υπόθεση. Ως προς τον ισχυρισμό ότι τα επίδικα διατάγματα συνιστούν επέμβαση στις εφέσεις που εκκρεμούν υπό την έννοια ότι θα τις καταστήσουν χωρίς ουσιαστικό αντικείμενο, θεωρώ ότι αν επιτύχουν οι εφέσεις και τα διατάγματα αποκατασταθούν, αυτό δεν θα δώσει δικαίωμα στους ενάγοντες να κατακρατούν έγγραφα, άλλα από εκείνα που νομίμως είχαν εξουσιοδοτηθεί να παραλάβουν. Ούτε θα δικαιολογούσε αλλότρια χρήση των εγγράφων, πέραν του απολύτως αναγκαίου για τους σκοπούς του διατάγματος. Άλλωστε, ο σκοπός, δηλαδή η ανεύρεση και η διαφύλαξη της μαρτυρίας, έχει ήδη επιτευχθεί. Οι καθ΄ ων η αίτηση θα μπορούσαν ή και θα έπρεπε να επιστρέψουν, ούτως ή άλλως, τα έγγραφα, κρατώντας αντίγραφά τους. Στην Columbia, εκεί που εξηγείται η σημασία των περιορισμών που επιβάλλονται από την τόσο δραστική φύση του διατάγματος Anton Piller, ο δικαστής Scott παραθέτει ως παράδειγμα συμπεριφοράς που θα ήταν έξω από τα αναγκαία πλαίσια το εξής: «For example, I do not understand how an order can be justified that allows the plaintiffs' solicitors to take and retain all relevant documentary material and correspondence. Once the plaintiffs' solicitors have satisfied themselves what material exists and have had an opportunity to take copies thereof, the material ought, in my opinion, to be returned to its owner. The material need be retained no more than a relatively short period of time for that purpose.» Ούτε η περαιτέρω θέση, ότι θα έπρεπε να προηγηθεί διάταγμα για ακύρωση ή παραμερισμό των διαταγμάτων Anton Piller επί της ουσίας τους, με βρίσκει σύμφωνο. Η ακύρωση των διαταγμάτων από το Ανώτατο Δικαστήριο αφαίρεσε το όλο υπόβαθρο, ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους διατάχθηκε η ακύρωση. Εν πάση περιπτώσει, η ακύρωση αυτή ήταν μια από τις βάσεις επί της οποίας δόθηκε το επίδικο διάταγμα. Πρωταρχικό είναι, ως άνω, ότι παρελήφθησαν άλλα έγγραφα των οποίων, περιπλέον, έγινε χρήση έξω από τους σκοπούς του διατάγματος. Υπό τέτοιες περιστάσεις και μάλιστα μετά την ακύρωση των διαταγμάτων από το Ανώτατο Δικαστήριο δεν υπήρχε ανάγκη να προηγηθεί οποιαδήποτε άλλη διαδικασία πριν δοθούν τα επίδικα διατάγματα. Οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι θα επηρεαστούν στο χειρισμό της υπόθεσης και στις θεραπείες που ζητούν και πάλι στερείται σημασίας για τους ίδιους λόγους. Δεν μπορούν να επικαλούνται δικαίωμα να κατακρατούν και να χρησιμοποιούν, για τους λόγους που επικαλούνται ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, έγγραφα τα οποία δεν είχαν εξουσιοδότηση να παραλάβουν. Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι τα έγγραφα παραδόθηκαν οικιοθελώς και με τη συγκατάθεση των εναγόντων στην παρουσία των δικηγόρων τους και αφού έλαβαν προς τούτο νομική συμβουλή, απάντηση δίδεται και πάλι στην υπόθεση Columbia στη σελ. 370 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Thirdly, no material should, in my judgment, be taken from the respondent's premises by the executing solicitors unless it is clearly covered by the terms of the order. In particular, I find it wholly unacceptable that a practice should have grown up whereby the respondent to the order is procured by the executing solicitors to give consent to additional material being removed. In view of the circumstances in which Anton Piller orders are customarily executed (the execution is often aptly called 'a raid'), I would not, for my part, be prepared to accept that an apparent consent by a respondent had been freely and effectively given unless the respondent's solicitor has been present to confirm and ensure that the consent was a free and informed one.» Έχοντας στο σύνολό τους υπόψη τις θέσεις αμφοτέρων των πλευρών, τα διατάγματα καθίστανται απόλυτα με έξοδα υπέρ της εναγόμενης 1 και εναντίον των εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, μετά την απόφαση αυτή δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως επιστρέψει τα «κατασχεθέντα έγγραφα» και οποιοδήποτε αντίγραφο τους στους δικηγόρους της εναγομένης 1. (Υπ.) .............. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.