← Κύπρος

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΣΚΟΥΤΕΛΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΣΑΒΒΑ, Αγωγή αρ.: 1824/08, 8.2.2012

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΣΚΟΥΤΕΛΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΣΑΒΒΑ, Αγωγή αρ.: 1824/08, 8.2.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 1824/08 Μεταξύ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΣΚΟΥΤΕΛΟΥ Ενάγουσας -και- ΑΝΔΡΕΑ ΣΑΒΒΑ Εναγομένου ----- Ημερομηνία: 8.2.2012 Αίτηση για απόρριψη ανταπαίτησης ημερομηνίας 28.11.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: Ο κ. Φούλιας για κ. Ποιητή (για ν΄ ακούσει την απόφαση). Για Εναγόμενο/Καθ΄ ου η αίτηση: Η κα Μαρία Παύλου για κ. Μουαϊμη (για ν΄ ακούσει την απόφαση). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα είναι πεθερά του εναγόμενου. Η δικογραφική της εκδοχή είναι ότι το 1996 παρεχώρησε σε θυγατέρα της, σύζυγο του εναγομένου, το δικαίωμα να κατοικεί σε κατοικία, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, με την οικογένεια της για όσο καιρό η ενάγουσα θα αποφάσιζε. Πράγματι, η οικογένεια της θυγατέρας, περιλαμβανομένου του εναγομένου, εγκατεστάθησαν στην κατοικία. Από τα μέσα Μαΐου 2008, όμως, ο εναγόμενος και η σύζυγός του βρίσκονται σε διάσταση, η τελευταία δε εγκατέλειψε την κατοικία μαζί με το παιδί τους. Στην κατοικία κατοικεί μόνος του ο εναγόμενος. Η ενάγουσα με τον σύζυγό της κατοικούν στα βοηθητικά της κατοικίας. Η ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα τον εναγόμενο να εγκαταλείψει την κατοικία, τερματίζοντας οποιοδήποτε δικαίωμα κατοχής ή και διαμονής, αλλά, ο εναγόμενος εξακολουθεί να κατέχει το σπίτι, ζημιώνοντας την ενάγουσα με την ενοικιαστική του αξία. Επί αυτής της εκδοχής η ενάγουσα ζητά διάταγμα παράδοσης της κατοικίας και αποζημιώσεις μέχρι της παραδόσεως της. Ο εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση, αλλά και ανταπαίτηση. Είναι η εκδοχή του ότι το 1996 συμφωνήθηκε μεταξύ του και της ενάγουσας να παραχωρηθεί στον ίδιο και τη σύζυγό του η κατοικία με την προϋπόθεση ότι ο εναγόμενος και η σύζυγός του θα ανήγειραν βοηθητική κατοικία στο πίσω μέρος της εν λόγω κατοικίας με αποκλειστικά δικά τους έξοδα για να διαμένει η ενάγουσα και ο σύζυγός της. Περαιτέρω προϋπόθεση ήταν να κατεδαφιστεί, εκτός των θεμελιοδοκών, η εν λόγω κατοικία η οποία ήταν παλαιά και να ανεγερθεί εκ νέου και να προστεθούν χώροι με αποκλειστικά έξοδα του εναγόμενου και της συζύγου του. Στη συνέχεια αναφέρεται ότι ο εναγόμενος με αποκλειστικά δικά του έξοδα ανήγειρε τη βοηθητική οικοδομή με κόστος ΛΚ25.170 (€42.898), της οποίας η σημερινή αξία είναι €68.

  1. Ο εναγόμενος, περιπλέον, προέβη στην κατεδάφιση της κατοικίας πλην των θεμελιοδοκών την οποία και επανοικοδόμησε με πρόσθετους χώρους. Τα έξοδα ήταν ΛΚ52.259 (€89.291) και η σημερινή αξία είναι €135.
  2. Είναι, περαιτέρω, η θέση του εναγόμενου ότι ήταν ρητός όρος της μεταξύ τους συμφωνίας πως η ενάγουσα θα μεταβίβαζε στον ίδιο και τη σύζυγό του την κατοικία καθώς και τη βοηθητική κατοικία, πράγμα το οποίο δεν έγινε μέχρι σήμερα επειδή η ενάγουσα έχει υποθηκεύσει το ακίνητο. Επί αυτής της εκδοχής ο εναγόμενος ζητά δήλωση ότι κατέχει νόμιμα την εν λόγω κατοικία και διάταγμα που να διατάσσει την ενάγουσα να του μεταβιβάσει το ½ της εν λόγω κατοικίας και της βοηθητικής ή διαζευκτικά το ποσό των €214.049,50 «ως ανωτέρω εκτίθεται». Στην πραγματικότητα, όμως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην έκθεση απαίτησης δεν αναγράφεται αυτό το ποσό, ούτε τα αναγραφόμενα ως δαπάνες (σύνολο €132.189) ή ως αξία των κατοικιών (σύνολο €203.749) συμποσούνται στο ποσό αυτό. Σε προχωρημένο στάδιο, όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας έθεσε θέμα δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου. Ακολούθησε η παρούσα αίτηση με την οποία ζητείται «η απόρριψη της ανταπαίτησης λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας του δικαστηρίου». Όπως αναφέρεται στην αίτηση, «από τα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι η ανταπαίτηση δεν εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του δικαστηρίου». Αγορεύοντας ο κ. Ποιητής εισηγήθηκε ότι από τα δικόγραφα του εναγομένου προκύπτει ότι η ανταπαίτηση εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου ως αφορώσα περιουσιακές σχέσεις των συζύγων. Παρέπεμψε στην έννοια του όρου «περιουσία» κατά το άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου του 1991, Ν.232/91και στην έννοια της «συνεισφοράς» κατά το άρθρο 14 του ιδίου Νόμου. Από πλευράς νομολογίας, παρέπεμψε, μεταξύ άλλων, στην Λογγίνου v. Λογγίνου

(2000)1 Α.Α.Δ. 1347 όπου αποφασίστηκε ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να αποφασίζει περί της ύπαρξης ή μη καταπιστεύματος στα πλαίσια του οποίου ο ένας σύζυγος καθίσταται καταπιστευματοδόχος περιουσίας προς όφελος του άλλου συζύγου. Παρέπεμψε, επίσης, στην υπόθεση Περικλέους v. Εγγλέζου, Έφεση Άρ. 5/10, ημερομηνίας 9.6.2011, στην οποία αποφασίστηκε ότι έστω και αν το περιουσιακό στοιχείο ανήκει σε τρίτο, αλλά με τη συγκατάθεση του τρίτου χρησιμοποιείται προς όφελος του αιτητή ή της συζύγου του για σκοπούς τέλεσης γάμου ή κατά τη διάρκεια αυτού, η συνεισφορά του αιτητή στην επαύξηση της αξίας της περιουσίας δεν εξουδετερώνεται. Έτσι, ο αιτητής μπορεί να ζητήσει θεραπεία και έναντι του τρίτου με αρμόδιο δικαστήριο το Οικογενειακό Δικαστήριο. Εν προκειμένω, εισηγήθηκε ο κ. Ποιητής ότι: «Από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι φανερό ότι η περιουσία την οποία αξιοί ο εναγόμενος είναι και για λογαριασμό της συζύγου του με την οποία παραδέχεται ότι βρίσκεται σε διάσταση. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι ο εναγόμενος: (α) Συνήψε τη συμφωνία όχι μόνος του, αλλά και με τη σύζυγό του. (β) Όφελος δε θα είχε μόνος του αλλά και η σύζυγός του. (γ) Ότι η ανέγερση δε θα γινόταν μόνο με δικά του έξοδα, αλλά και με της συζύγου του. (δ) Ότι θα μεταβιβαζόταν το σπίτι όχι μόνο σ΄ αυτόν αλλά και στη σύζυγό του. (ε) Ότι το παράπονό του είναι ότι το κτήμα δεν μετεβιβάσθη στη σύζυγό του. (στ) Γι΄ αυτό στην ανταπαίτησή του δεν αξιοί μόνο αποζημιώσεις, αλλά και τα ήδη πιο πάνω αναφερθέντα διατάγματα.» Από τα πιο πάνω, συνέχισε ο κ. Ποιητής, «βρισκόμαστε ενώπιον περιουσίας εν τη εννοία του νόμου και περιουσιακής διαφοράς στην οποία και η σύζυγός του έχει συμφέρον» με αποτέλεσμα να βρίσκει εφαρμογή η υπόθεση Περικλέους. Ο κ. Μουαϊμης εισηγήθηκε ότι η ανταπαίτηση του εναγομένου δεν συνίσταται σε απαίτηση μεταξύ συζύγων. Στηρίζεται στην προφορική συμφωνία που έγινε από τον ίδιο και την τέως σύζυγό του, αφενός και από την ενάγουσα, αφετέρου. Ελλείπει η κυριότερη προϋπόθεση για τη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, που είναι η απαίτηση για συνεισφορά. Ως εκ τούτου, η παρούσα διαφοροποιείται από την υπόθεση Περικλέους. Σύμφωνα με το άρθρο 11
(1)(ε) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.23/90τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία, μεταξύ άλλων, για θέματα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων. Οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων ορίζονται στον περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο, κατά τρόπο ταυτόσημο με την έννοια της «περιουσίας» που δίδεται στον Ν.232/91. Σύμφωνα με το Ν.232/91«"περιουσία" σημαίνει την κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους.» Σύμφωνα με το άρθρο 14
(1)του Ν.232/91: «Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.» Οι παραπάνω νομοθετικές πρόνοιες έχουν εξεταστεί στην υπόθεση Λογγίνου v. Λογγίνου (ανωτέρω) στην οποία ο Καλλής, Δ. είπε τα ακόλουθα, που υιοθετήθηκαν στη Μιχαήλ v. Γιάγκου
(2001)Α.Α.Δ. 1643: «Με τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις ο νομοθέτης έχει εκδηλώσει με σαφή τρόπο την πρόθεσή του να εντάξει όλες τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων, σε σχέση με περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου πριν ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.232/91. Επομένως, από τη στιγμή που μια διαδικασία έχει ως επίδικο αντικείμενο περιουσιακή διαφορά με βάση το άρθρο 2 του Νόμου 23/90 (όπως έχει τροποποιηθεί από το άρθρο 2 του Νόμου 26(Ι)/98 αυτή εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Στην κρινόμενη περίπτωση ο εφεσείων στήριξε την αγωγή του στο δίκαιο που διέπει τα εμπιστεύματα. Αυτά διέπονται από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να παρέχουν όλες τις θεραπείες στις οποίες οποιοσδήποτε από τους διαδίκους θα εδικαιούτο σε σχέση με οποιαδήποτε αξίωση η οποία στηρίζεται επί των αρχών της επιείκειας (equity) (βλ. άρθρο 16 του Νόμου 23/90 και άρθρο 31 του Νόμου 14/60). Ακολουθεί πως η φύση της επίδικης θεραπείας δεν αποτελεί κώλυμα για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο.» Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Φιλίππου v. Φιλίππου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1343 «από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις είναι πρόδηλο ότι πρόθεση του νομοθέτη ήταν να εντάξει όλες ανεξαίρετα τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων σε σχέση με ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991-1999, στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής. (Βλ. και Λογγίνου, πιο πάνω, όπως και Γρηγορίου v. Γρηγορίου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1461 και Μιχαήλ v. Γιάγκου
(2001)1 Α.Α.Δ. 1643).» Η διεύρυνση της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου είναι δεδομένη. Το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα επί όλων των περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων, όπως αυτές προσδιορίζονται από το Νόμο, είτε αυτές στηρίζονται στο άρθρο 14 του Ν.232/91, είτε στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, αν η απαίτηση βασίζεται σε αυτές. [Βλ. Μιχαήλ v. Γιάγκου (ανωτέρω)]. Η διαφορά, όμως, πρέπει να είναι περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων, έστω και με τη διευρυμένη ερμηνεία που δόθηκε στην υπόθεση Περικλέους, στην οποία η ουσία της αξίωσης του ενάγοντα, εναντίον της συζύγου και της πεθεράς, δεν έπαυε από του να εδράζεται στη συνεισφορά του στην επαύξηση περιουσίας, έστω και αν το περιουσιακό στοιχείο ανήκε σε τρίτο, του οποίου η παρεμβολή δεν θα ήταν δίκαιο, όπως κρίθηκε, να εξουδετερώσει τέτοια συνεισφορά. Εν προκειμένω, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, όπως είναι συνταγμένη η ανταπαίτηση, προκύπτει διαφορά αναφορικά με περιουσιακές σχέσεις των συζύγων. Έστω και αν η σύζυγος ήταν μέρος της συμφωνίας μαζί με τον εναγόμενο, με το άλλο μέρος να είναι η πεθερά, έστω και αν είχε και η σύζυγος όφελος ή υποχρεώσεις δυνάμει της συμφωνίας, έστω και αν η κατοικία χρησιμοποιήθηκε ως η οικογενειακή κατοικία, η ουσία της εκδοχής του εναγόμενου είναι ότι συνήψε συμφωνία με την πεθερά του στα πλαίσια της οποίας εκτέλεσε ήδη το συμφωνηθέν δικό του μέρος, ενώ η πεθερά παραβίασε τη συμφωνία. Αυτή είναι η ουσία της απαίτησής του, η οποία δεν εντάσσεται στην έννοια της περιουσιακής διαφοράς μεταξύ συζύγων και μάλιστα, περιπλέον, δεν στρέφεται εναντίον της συζύγου του. Όσο και αν ο κύκλος των προσώπων που μπορούν να εναχθούν ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου έχει διευρυνθεί με την έννοια που εξηγείται στην υπόθεση Περικλέους, δεν θεωρώ ότι μπορεί να υπάρχει περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων χωρίς η απαίτηση να είναι και μεταξύ συζύγων. Έτσι, δεν χρειάζεται να εξεταστεί ο λόγος (ratio) της Περικλέους σε σχέση με τα όσα είχαν αποφασιστεί στην υπόθεση Ανδρέου v. Ανδρέου
(2002)1 Α.Α.Δ. 896, ότι δηλαδή η έννοια του όρου «περιουσία» στο Ν.232/91δεν περιλαμβάνει περιπτώσεις προσώπων που δεν είναι ή δεν ήσαν σύζυγοι. Ακόμα και μια περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων που εμπίπτει αρχικά στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, που δεν είναι αυτή η περίπτωσή μας, εάν ρυθμιστεί και υποκατασταθεί από σύμβαση, τότε η ερμηνεία και η εφαρμογή της ανήκει πια αποκλειστικά στο Επαρχιακό Δικαστήριο (Κοζάκη v. Κοζάκη
(2003)1 Α.Α.Δ. 1047). Υπό τέτοιες περιστάσεις, θα μπορούσαν να έχουν εφαρμογή τα όσα, εν κατακλείδι, ελέχθησαν στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω) από τον Κωνσταντινίδη, Δ.: «Μπορεί η επίλυση των ζητημάτων που εγείρονται να διέρχεται μέσα από τις σχέσεις των συζύγων, αλλά η αξίωση δεν αποτελεί περιουσιακή διαφορά μεταξύ των συζύγων για την οποία θα είχε αρμοδιότητα το Οικογενειακό Δικαστήριο.» Ως εκ των άνω, δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο και η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.