Stefan Grant ν. Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Aγωγής: 668/09., 10 Φεβρουαρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2012:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ. Ενώπιον: Λ.Μουγής, Ε.Δ., Αρ. Aγωγής: 668/
- Μεταξύ: Stefan Grant, από το Ηνωμένο Βασίλειο Ενάγοντα Και Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: Ο κ. Α.Μυλωνάς. Για εναγόμενο: Ο κ. Χριστοφόρου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή του αξιώνει γενικές αποζημιώσεις δια τον ψυχικό πόνο και την απώλεια κοινωνικής υπόληψης, €15,657 ως ειδικές αποζημιώσεις, τιμωρητικές αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα. Η αξίωση του ενάγοντα προέρχεται από ακύρωση καταδίκης του σε ποινή φυλάκισης από το Ανώτατο Δικαστήριο και βασίζεται στον περί Κατ΄ Εφεση Ανατροπής Ποινής Φυλάκισης (Αποζημίωση) Νόμο του 2001, Ν.144(Ι)/
- Δεν θα προχωρήσω στην παράθεση των ισχυρισμών του ενάγοντα ως αυτοί αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης καθ΄ ότι αυτοί έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά γεγονότα. Εκείνο που θα πρέπει όμως να σημειωθεί είναι η εισήγηση της πλευράς του ενάγοντα, όπως αυτή αναφέρεται στην απάντηση στην υπεράσπιση, ότι το άρθρο 5
(2)του περί Κατ΄ Εφεση Ανατροπής Ποινής Φυλάκισης (Αποζημίωση) Νόμου του 2001 είναι αντισυνταγματικό κατά παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος. Αν και ο ενάγων στην απάντηση στην υπεράσπιση αναφέρει και τα άρθρα 33 και 35 του Συντάγματος εν τούτοις κατά το στάδιο των αγορεύσεων περιορίστηκε στο άρθρο 28 του Συντάγματος και ως εκ τούτου η σχετική εισήγηση τυχόν θα εξεταστεί ως προς το άρθρο αυτό και μόνο. Τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία έχουν δηλωθεί έχουν ως ακολούθως:
- O Ενάγοντας καθ΄ όλον τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 20 ετών, κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου, με λευκό ποινικό μητρώο και έχαιρε εξαιρετικής εκτίμησης από τον κοινωνικό και επαγγελματικό του κύκλο.
- Τον Ιούλιο του 2008 ο Ενάγοντας επισκέφθηκε την Κύπρο για διακοπές και διέμενε στην Αγία Νάπα. Στις 30.07.2008 συνελήφθηκε ως ύποπτος για κατοχή και κυκλοφορία παραχαραγμένων χαρτονομισμάτων. Ακολούθως, την 1.08.2008 καταχωρήθηκε εναντίον του η ποινική υπόθεση 4055/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Ακολούθησε ακροαματική διαδικασία και στις 12.09.2008 το Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο ενάγοντας είναι ένοχος δια τις κατηγορίες της κατοχής και κυκλοφορίας παραχαραγμένου νομίσματος και απόσπασης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων και στις 16.09.2008 του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές άμεσης φυλάκισης 10 μηνών, 6 μηνών και 6 μηνών αντίστοιχα.
- Ο Ενάγοντας άσκησε έφεση αρ. 183/2008 εναντίον της πιο πάνω καταδίκης του και το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου στις 10.12.2008 ακύρωσε την καταδίκη του ενάγοντα ως ακροσφαλής και/ή λανθασμένη.
- Ο ενάγοντας συνεπεία της σύλληψής του και της καταδίκης του στην πιο πάνω υπόθεση από την 30.07.2008 μέχρι την 10.12.2008 παρέμεινε υπό κράτηση στερούμενος της ελευθερίας του.
- Ο Ενάγοντας ζήτησε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση δυνάμει του περί Κατ΄ ΄Εφεση Ανατροπής Ποινής Φυλάκισης (Αποζημίωση) Νόμου του 2001, πλην όμως ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών πρόσφερε στον ενάγοντα το ποσό των Αγγλικών Στερλινών 9.775, το οποίο κρίθηκε από τον ενάγοντα ως ανεπαρκές.
- Ο Ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο εργοδοτείτο σε πενθήμερη εργασία στην εργοδότρια εταιρεία S.G. Painting Contractor Ltd. με αμοιβή Αγγλικών Στερλινών 312,50 εβδομαδιαίως και ως επιτηρητής παιδιών στο Southwark Council με αμοιβή Αγγλικών Στερλινών 418,36 μηνιαίως.
- Κατά τη διάρκεια της κράτησής του ο Ενάγοντας απώλεσε τις απολαβές του από τις πιο πάνω αναφερόμενες εργοδοτήσεις του.
- Συνεπεία της σύλληψης και καταδίκης του σε φυλάκιση ο Ενάγοντας τραυματίστηκε συναισθηματικά, αισθάνθηκε προσβολή, ταπείνωση και εξευτελισμό με αποτέλεσμα να υποστεί απώλεια κοινωνικής υπόστασης. Συνεπεία της καταδίκης του είχε ως αποτέλεσμα να απολυθεί από τους δύο εργοδότες του και να παραμείνει χωρίς εργοδότηση. Περαιτέρω ο ενάγοντας υπέστη απώλεια και ζημιές συνεπεία της καταδίκης του σε φυλάκιση. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ: Α. Πραγματική απώλεια εισοδήματος GBP7.820,00 Β. Δικηγορικά έξοδα ΄Εφεσης €5.570,00 Γ. Κόστος αεροπορικού εισιτηρίου από Λάρνακα Λονδίνο € 500,00 Oυσιαστικά τα παραδεκτά γεγονότα είναι το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης με την διαφοροποίηση σε σχέση με την πραγματική απώλεια εισοδήματος που περιορίστηκε και δηλώθηκε ότι είναι το ποσό των Αγγλικών Στερλινών 7820 αντί του ποσού των
- Κατόπιν της δήλωσης των παραδεκτών γεγονότων ουδεμία πλευρά προσκόμισε προφορική μαρτυρία και έτσι αμφότερες οι πλευρές προχώρησαν σε τελικές αγορεύσεις. Η αγόρευση της πλευράς του ενάγοντα επικεντρώθηκε στο θέμα της ισχυριζόμενης αντισυνταγματικότητας του άρθρου 5
(2)του Ν.144(Ι)/2001 το οποίο πάντα κατά τη θέση του ενάγοντα αντίκειται στο άρθρο 28 του Συντάγματος ως η θέση του αυτή παρατίθεται στην παράγραφο 3 της Απάντησης στην υπεράσπιση. Θεωρώ σκόπιμο στο σημείο αυτό να καταγράψω τη θέση αυτή του ενάγοντα: «3. Ο ενάγοντας περαιτέρω ισχυρίζεται ότι το άρθρο 5
(2)του περί Κατ΄ Εφεση Ανατροπής Ποινής Φυλάκισης (Αποζημίωση) Νόμος του 2001 που επικαλείται ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών της Κυπριακής Δημοκρατίας στην γραπτή προσφορά αποζημίωσης προς τον Ενάγοντα, είναι αντισυνταγματική για τους πιο κάτω λόγους: Παραβιάζει τα άρθρα 28, 33 και 35 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς καθορίζει ως μόνο κριτήριο για το ανώτατο ύψος της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης τις απολαβές και/ή την απώλεια εισοδήματος του δικαιούχου. Συνεπώς η εφαρμογή του Αρθρου 5
(2)του Νόμου εξυπακούει άνιση μεταχείριση των δικαιούχων αποζημίωσης στη βάση του εισοδήματος και/ή των απολαβών του έκαστου δικαιούχου.» Πέραν τούτου θα πρέπει να παρατεθεί τόσο το άρθρο 28 του Συντάγματος όσο και το άρθρο 5 του Ν.144(Ι)/2001 τα οποία προβλέπουν τα ακόλουθα: «5.-
(1)Για τον καθορισμό της αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη - (α) Η περίοδος της ποινής φυλάκισης την οποία ο δικαιούχος πράγματι έχει εκτίσει, (β) η προσωπική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου (γ) το επάγγελμα ή η απασχόληση του δικαιούχου αμέσως πριν από την καταδίκη του και η πραγματική απώλεια εισοδήματος συνεπεία της παραμονής του στη φυλακή για την περίοδο που είχε παραμείνει εκεί.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), η αποζημίωση, που θα χορηγηθεί δεν μπορεί να υπερβαίνει την πραγματική απώλεια εισοδήματος του δικαιούχου, όπως η τελευταία καθορίζεται βάσει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), αυξημένη κατά 25%. Νοείται ότι, εάν ο δικαιούχος δεν απώλεσε εισόδημα ή εάν το ποσό που απώλεσε είναι μικρότερο του ποσού που θα εισέπραττε αν το εισόδημα του ήταν ίσο με το εκάστοτε σε ισχύ κατώτατο όριο μισθών βάσει του περί Κατωτάτου Ορίου Μισθών Νόμου, Κεφ.183, η αποζημίωση δε θα μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που θα εισέπραττε αν είχε τέτοιο εισόδημα αυξημένο κατά 25%.
(3)Μετά τον καθορισμό της αποζημίωσης, ο διευθυντής πληροφορεί εγγράφως το δικαιούχο για το ποσό της αποζημίωσης που θα του χορηγηθεί.» Το ΄Αρθρο 28 του Συντάγματος προβλέπει: «
- Πάντες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, της διοικήσεως και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχωσιν ίσης προστασίας και μεταχειρίσεως.
- Εκαστος απολαύει πάντων των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των προβλεπομένων υπό του Συντάγματος άνευ ουδεμιάς δυσμενούς διακρίσεως αμέσου ή έμμεσου εις βάρος οιουδήποτε ατόμου ένεκα της κοινότητος, της φυλής, του χρώματος, της θρησκείας, της γλώσσης, του φύλου, των πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, της εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής, της γεννήσεως, του πλούτου, της κοινωνικής τάξεως αυτού ή ένεκα οιουδήποτε άλλου λόγου, εκτός εάν δια ρητής διατάξεως του Συντάγματος ορίζεται το αντίθετον.
- ...........
- ...........» Ως εκ τούτου το θέμα της ισχυριζόμενης αντισυνταγματικότητας του άρθρου 5
(2)του Ν.144(Ι)/2001 θα εξεταστεί εντός του πλαισίου των ισχυρισμών όπως αυτοί εκτίθενται στην απάντηση στην υπεράσπιση. Είναι η θέση του ενάγοντα στην αγόρευσή του ότι η οροφή που παρουσιάζει το άρθρο 5
(2)του Ν.144(Ι)/2001 επί της πραγματικής απώλειας εισοδήματος είναι παράνομη και αντίκειται στο άρθρο 28 του Συντάγματος. Επίσης ενώ στην παράγραφο
(1)του άρθρου 5 αναφέρονται οι πιο πάνω προϋποθέσεις στην παράγραφο 2 προνοείται ότι ανεξάρτητα από τα πιο πάνω δεν μπορεί η αποζημίωση να υπερβαίνει το ύψος της πραγματικής εισοδηματικής απώλειας προσαυξημένο κατά 25% άρα η παράγραφος 2 του άρθρου 5 αναιρεί τα όσα η παράγραφος 1 αναφέρει και περιθωριοποιεί τις γενικές αποζημιώσεις. Είναι περαιτέρω η θέση του ενάγοντα ότι με την αύξηση του 25% ο νομοθέτης έρχεται να καλύψει τις γενικές αποζημιώσεις του δικαιούχου. Αν και η προσαύξηση αυτή είναι ίδια για όλους εντούτοις δεν είναι δίκαια διότι έχει σαν υπόβαθρο το εισόδημα του δικαιούχου που έχει σαν αποτέλεσμα το άρθρο 5
(2)να ευνοεί τον υψηλά αμοιβόμενο έναντι του χαμηλά αμοιβόμενου, ανεξάρτητα από τα λοιπά κριτήρια. Θα πρέπει πάντα κατά τη θέση του ενάγοντα η αποζημίωση για απώλεια της ελευθερίας να μην περιορίζεται στην εισοδηματική απώλεια αλλά να καλύπτει και το τραύμα στην προσωπικότητα του ατόμου. Το ποσοστό του 25% καταστρατηγεί το σεβασμό στην προσωπικότητα αλλά και την αρχή της ισότητας θέτοντας ένα κριτήριο που αναιρεί κάθε είδους ισότητας αφού χωρίζει την κοινωνία σε τάξεις. Είναι επίσης η θέση του ενάγοντα ότι το άρθρο 5
(2)με βάση τη νομολογία εξομοιώνει τα ανομοιογενή υποκείμενα χωρίς να λαμβάνει υπόψη την αντικειμενική υπόσταση των προσώπων. Ο νόμος ταυτίζει τα ανόμοια δίνοντας προσαύξηση σε όλους ύψους 25% χωρίς να κρίνει τη φύση των πραγμάτων που περιβάλλουν τον κάθε δικαιούχο. Δεν είναι δυνατόν κατά τον ενάγοντα ένας μη έγγαμος που έχει εκτίσει ποινή φυλάκισης 3 μηνών να αποζημιωθεί περισσότερο από ένα πατέρα παιδιών που έχει εκτίσει επίσης ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Αυτό κατά τη θέση του ενάγοντα αποτελεί επαλήθευση ότι τα ανόμοια ταυτίζονται και ο νόμος ευνοεί αυτόν που έχει ψηλό εισόδημα χωρίς να λαμβάνει υπόψη την προσωπική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική κατάσταση. Στη συνέχεια ο ενάγοντας εισηγείται ότι σε περίπτωση που το άρθρο 5
(2)του Νόμου κηρυχθεί αντισυνταγματικό και ενόψει του γεγονότος ότι με βάση το άρθρο 3 του Νόμου είναι δικαιούχος δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης τότε θα πρέπει να αποζημιωθεί με βάση τα κριτήρια που θέτει η παράγραφος 1 του άρθρου 5 και το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη νομολογιακές και νομοθετικές αρχές που έχουν τεθεί στις αποζημιώσεις για το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης. Ο συνήγορος για τον εναγόμενο στη δική του αγόρευση αναφέρει ότι δεν επιτρέπεται στην απάντηση στην υπεράσπιση να εγείρονται έτσι ισχυρισμοί ή νέα νομικά ζητήματα όπως στην υπό κρίση περίπτωση όπου ο ενάγοντας ήγειρε το θέμα της αντισυνταγματικότητας στην απάντηση του στην υπεράσπιση. Είναι τέλος η θέση του ότι ο περί Κατ΄ Εφεση Ανατροπής Ποινής Φυλάκισης (Αποζημίωση) Νόμος του 2001, Ν.144(Ι)/2001δεν παραβιάζει το Σύνταγμα αφού καθιερώνει δικαίωμα σε αποζημίωση αλλά περιγράφει και τον τρόπο υπολογισμού της. Πριν προχωρήσω στην εξέταση των πιο πάνω θέσεων περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου επί του οποίου βασίζεται η απαίτηση του ενάγοντα θεωρώ ότι θα πρέπει πρώτα να καταλήξω κατά πόσο έχει αποδείξει την αξίωση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Εχει προαναφερθεί ότι έχουν δηλωθεί σαν παραδεκτά γεγονότα σχεδόν όλοι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης συμπεριλαμβανομένου και του ποσού της απώλειας εισοδήματος του, εκ Αγγλικών Στερλινών 7820, τα δικηγορικά έξοδα έφεσης εξ €5,570 και το κόστος του αεροπορικού εισιτηρίου από Λάρνακα για Λονδίνο εξ €
- Ενόψει των παραδεκτών γεγονότων όπως έχουν παρατεθεί καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Ο ενάγων, ηλικίας 20 ετών ΄Αγγλος υπήκοος, τον Ιούλιο του 2008 επισκέφθηκε την Κύπρο για διακοπές. Στις 30/7/08 συνελήφθηκε ως ύποπτος για κατοχή και κυκλοφορία παραχαραγμένου νομίσματος και την 1/8/08 καταχωρίστηκε εναντίον του η ποινική υπόθεση υπ΄ αρ. 4055/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Μετά από ακροαματική διαδικασία στις 12/9/08 κρίθηκε ένοχος και στις 16/9/08 του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 10 μηνών, 6 μηνών και 6 μηνών σε τρεις κατηγορίες που αντιμετώπιζε αντίστοιχα. Στις 10/12/08 η καταδίκη του ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου στην ποινική έφεση 183/
- Ο ενάγοντας από την ημερομηνία της σύλληψης του ήτοι 30/7/08 μέχρι και την ακύρωση της καταδίκης του στις 10/12/08 παρέμεινε υπό κράτηση. Ο ενάγοντας ζήτησε αποζημίωση δυνάμει του Ν.144(Ι)/2001 πλην όμως ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών πρόσφερε το ποσό των GBP9,775 (Αγγλικών λιρών) το οποίο κρίθηκε από τον ενάγοντα ως ανεπαρκές. Ο ενάγοντας κατά τη διάρκεια της κράτησης του απώλεσε τις απολαβές του από τις εργασίες του που ήταν 5 ημέρες στην εταιρεία S.G. Painting Contractor Ltd με αμοιβή GBP312,50 εβδομαδιαίως και ως επιτηρητής παιδιών στο Southwork Council με αμοιβή GBP418,36 μηνιαίως. Συνεπεία της σύλληψης και καταδίκης του ο ενάγοντας απολύθηκε και από τους δύο εργοδότες του και τραυματίστηκε συναισθηματικά, αισθάνθηκε προσβολή, ταπείνωση και εξευτελισμό με αποτέλεσμα να υποστεί απώλεια κοινωνικής υπόστασης. Τέλος, υπέστη απώλεια και ζημιές που συνίστανται στην απώλεια εισοδήματος εκ GBP7.820, δικηγορικά έξοδα έφεσης €5.570 και το κόστος αεροπορικού εισιτηρίου από Λάρνακα για Λονδίνο εξ €
- Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι ο ενάγων έχει αποδείξει την απαίτησή του ως προς το ποσό της απώλειας εισοδήματος και δικαιούται απόφαση ως προς αυτό. Αναφορικά με το ποσό των €5.570,- που ήταν δικηγορικά έξοδα έφεσης αλλά και το ποσό των €500,- που ήταν το κόστος αεροπορικού εισιτηρίου από Λάρνακα για Λονδίνο παρά το γεγονός ότι δηλώθηκαν στα παραδεκτά γεγονότα κρίνω ότι δεν είναι δυνατό να επιδικαστούν στον ενάγοντα. Εν πάση όμως περιπτώσει η δήλωση κάποιου γεγονότος ως παραδεκτού δεν αποδεικνύει αφ΄ εαυτού οιανδήποτε αξίωση. Η απαίτηση του ενάγοντα βασίζεται στο Νόμο 144(Ι)/2001 ο οποίος προβλέπει ρητά ή λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της αποζημίωσης. Δεν προβλέπει όμως ότι δικαιούται και σε καταβολή δικηγορικών εξόδων της εκδίκασης της έφεσης ούτε και οποιαδήποτε μεταφορικά έξοδα. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι ως προς τα πιο πάνω ποσά η αξίωση του ενάγοντα δεν μπορεί να έχει επιτυχία. Φυσικά το ποσό της απώλειας των εισοδημάτων του ενάγοντα θα τύχει της προσαύξησης του 25% όπως προβλέπεται στο Ν.144(Ι)/2001επί του οποίου βασίζεται η απαίτηση του. Πέραν των εν λόγω αξιώσεων του ο ενάγων διεκδικεί και ποσό για γενικές αποζημιώσεις δια τον ψυχικό πόνο και την απώλεια κοινωνικής υπόληψης ως επίσης και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Σε σχέση με τις τιμωρητικές αποζημιώσεις θεωρώ την αξίωση αυτή ως αβάσιμη για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω. Αναφορικά τώρα με τις γενικές αποζημιώσεις που ο ενάγων εξαιτείται είναι η θέση του ότι αν το άρθρο 5
(2)του Νόμου κριθεί ότι αντίκειται στο άρθρο 28 του Συντάγματος τότε θα πρέπει να επιδικαστεί προς όφελος του ενάγοντα εύλογη αποζημίωση δυνάμει των άρθρων 3 και 5
(1)του Νόμου λαμβάνοντας υπόψη αναλογικά τις αρχές που ισχύουν για το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης. Πέραν του γεγονότος ότι ουδέν έχει δικογραφηθεί που να υποστηρίζει και να αποδεικνύει την πιο πάνω εισήγηση θεωρώ ότι σε κάθε περίπτωση η αξίωση αυτή του ενάγοντα δεν μπορεί να έχει επιτυχία. Κατ΄ αρχάς το άρθρο 3 προδιαγράφει τις προϋποθέσεις εφαρμογής του εν λόγω νόμου έτσι ώστε κάποιος να είναι δικαιούχος αποζημίωσης η οποία καθορίζεται στο άρθρο 5 του νόμου. Περαιτέρω, διαβάζοντας το άρθρο 5 θεωρώ ότι η παράγραφος
(1)με την παράγραφο
(2)δεν είναι ανεξάρτητες η μια από την άλλη έτσι ώστε να τίθεται θέμα εφαρμογής της μίας ή της άλλης παραγράφου ανάλογα με την περίπτωση. Η παράγραφος
(1)του άρθρου 5 προνοεί το τι λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της οιασδήποτε αποζημίωσης και η παράγραφος 2 καθορίζει μέχρι πού μπορεί να φθάσει το ποσό της αποζημίωσης. Σε σχέση τώρα με την εισήγηση της πλευράς του ενάγοντα και ανεξάρτητα με την πιο πάνω θέση του Δικαστηρίου, περί της αναλογικής εφαρμογής των αρχών του αστικού αδικήματος παράνομης κατακράτησης δεν με βρίσκει σύμφωνο δια τον απλό λόγο ότι η κράτηση του ενάγοντα για την περίοδο από 30.07.2008 μέχρι 10.12.2008 δεν ήταν παράνομη. Ο ενάγων κρατείτο δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου μέχρι την καταδίκη του και μετά δυνάμει καταδικαστικής απόφασης και επιβολής ποινής από Δικαστήριο στη Δημοκρατία. Θεωρώ ότι δεν είναι δυνατό να τύχουν εφαρμογής αναλογικά οι αρχές που ισχύουν για το αστικό αδίκημα της παράνομης κατακράτησης υπό αυτές τις συνθήκες. Η ως άνω κατάληξη μου απαντά και στην αξίωση του ενάγοντα για επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων είναι νομολογημένο ότι η δυνατότητα επιδίκασης τιμωρητικών αποζημιώσεων περιορίζεται σε περίπτωση αστικών αδικημάτων. Στην απόφαση Γιαννάκης Ερωτοκρίτου ν. Ειρήναρχου Θεοδώρου και άλλοι
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1800 αναφερόμενη σε προγενέστερες αποφάσεις Papakokkinou ν. Κanther
(1982)1 C.L.R. 65 και στην Constantinides v. Pitsillou and another,
(1980)J.S.C. 279 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι περιπτώσεις, στις οποίες μπορεί να διαταχθούν τιμωρητικές αποζημιώσεις, σύμφωνα με τη θεμελιακή Αγγλική απόφαση Rookes v. Barnard [1964] 1 All E.R. 367, είναι οι ακόλουθες τρεις όπως διευκρινίζεται στην Papakokkinou (σελ.75). «(
- a)Civil wrongs resulting from the use of oppressive and unconstitutional conduct by servants of the Crown. (
- b)Civil wrongs committed in gross disregard to the rights of the injured party, perpetrated in circumstances calculated to yield profit to the perpetrator, and (
- c)Where the state expressly permits award of exemplary damages.» Στην υπό εξέταση υπόθεση παρά το γεγονός ότι δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και αποτέλεσαν εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας συνεπεία της σύλληψης και καταδίκης του σε φυλάκιση τραυματίστηκε συναισθηματικά, αισθάνθηκε προσβολή, ταπείνωση και εξευτελισμό με αποτέλεσμα να υποστεί απώλεια κοινωνικής υπόστασης, εν τούτοις τεθέντων των ως άνω νομολογιακών αρχών δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις επιδίκασης τιμωρητικών αποζημιώσεων. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν υπάρχει σύνδεση των όσων ο ενάγοντας υπέστη με την αξιόμεμπτη συμπεριφορά του εναγομένου προς το σκοπό της ταπείνωσης και εξευτελισμό του ενάγοντα. Κατόπιν των πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την εισήγηση της πλευράς του ενάγοντα περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 5
(2)του περί κατ΄ ΄Εφεση Ανατροπής Ποινής Φυλάκισης (Αποζημίωση) Νόμου 144(Ι)/2001. Οι αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην υπόθεση The Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και συνοψίζονται ως ακολούθως:
- Κάθε Νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία». Καμία νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη, εκτός αν είναι αντισυνταγματική πέρα από κάθε λογική αμφιβολία.
- Τα Δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα των Νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελειώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Parapanou v. Charalambous
(1980)1 J.S.C. 78). 3. Aν είναι δυνατόν τα Δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Matsis v. The Republic
(1969)3 C.L.R. 245). 4. H δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα Δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Ανδρέας Κ. Ψαράς ν. Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας
(1971)3 C.L.R. 151, Μηλιώτης Λτδ ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 12, Δημοκρατία ν. Kirnouyan κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 126 και Χαράλαμπος Μακρίδης ν. Cyber Group Ltd, Ποιν. Έφεση 7730 ημερ. 7.2.05. Είναι περαιτέρω νομολογημένο ότι θέμα συνταγματικότητας μπορεί να καταστεί επίδικο θέμα μόνο μετά τον επακριβή προσδιορισμό του άρθρου ή των άρθρων του νόμου που αμφισβητούνται και των συνταγματικών διατάξεων προς τις οποίες προσκρούουν (βλ. The Improvement Board of Eglenja v. Andreas Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167, Δημοκρατία ν. Δημήτρη Κωνσταντινίδη
(1996)3 Α.Α.Δ. 206). Θα πρέπει επίσης ο διάδικος ο οποίος εγείρει θέμα αντισυνταγματικότητας διάταξης νόμου να το συγκεκριμενοποιεί στα δικόγραφά του με πλήρεις λεπτομέρειες έτσι ώστε να τίθεται ξεκάθαρα και προς την άλλη πλευρά αλλά και στο Δικαστήριο. Επί του σημείου τούτου ήταν η θέση της πλευράς του εναγόμενου ότι το θέμα της συνταγματικότητας ενός νόμου δεν μπορεί να εγερθεί στην απάντηση στην υπεράσπιση. Δεν είναι δυνατό να συμμεριστώ τη θέση του συνηγόρου του εναγόμενου. Είναι νομολογημένο ότι ζητήματα συνταγματικότητας θα πρέπει να εγείρονται στα δικόγραφα αλλά και ως ουσιαστικό θέμα θα πρέπει, ως έχει προαναφερθεί, να δικογραφείται με σαφήνεια και λεπτομέρεια (βλ. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ν. Ευγένιου Σταύρου κ.ά.
(2007)3 Α.Α.Δ. 533, Βραχίμης Χ"Χάννας ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας (Αρ.2)
(2009)3 Α.Α.Δ. 655). Στην παρούσα περίπτωση το θέμα εγέρθηκε με την απάντηση στην υπεράσπιση που αποτελεί δικόγραφο σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. Συνεπώς ο ενάγοντας ενήργησε εντός των δικονομικών πλαισίων και των αρχών που θέτει η νομολογία. Αν η πλευρά του εναγόμενου επιθυμούσε να απαντήσει στο θέμα της συνταγματικότητας που εγέρθηκε από τον ενάγοντα τότε θα μπορούσε κατ΄ εφαρμογή και πάλι των δικονομικών θεσμών. Στην προκειμένη περίπτωση η εισήγηση της πλευράς του ενάγοντα περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 5
(2)του Ν.144(Ι)/2001, όπως τίθεται η εισήγηση αυτή εκτίθεται στο δικόγραφό του είναι ότι η εν λόγω διάταξη αντίκειται στο άρθρο 28 του Συντάγματος καθώς καθορίζει ως μόνο κριτήριο για το ανώτατο ύψος της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης τις απολαβές και ή την απώλεια εισοδήματος του δικαιούχου και συνεπώς η εφαρμογή του άρθρου 5
(2)εξυπακούει άνιση μεταχείριση του δικαιούχου αποζημίωσης στη βάση του εισοδήματος εκάστου δικαιούχου. Ουσιαστικά εκείνο που προκύπτει από τη θέση αυτή του ενάγοντα όπως αναφέρεται και στην αγόρευσή του είναι ότι με το να καθορίζεται η αποζημίωση με βάση τα εισοδήματα κάθε αιτητή υπάρχει ανισότητα διότι κάποιος δικαιούχος με ψηλό εισόδημα θα λάβει μεγαλύτερη αποζημίωση από κάποιον με χαμηλό εισόδημα. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει την εισήγηση της πλευράς του ενάγοντα εντός του ως άνω τεθέντος πλαισίου. Το άρθρο 28 του Συντάγματος που προβλέπει για την αρχή της ισότητας έχει υπάρξει αντικείμενο εξέτασης σε πολλές αποφάσεις. Είναι νομολογημένο ότι ο όρος «ίσοι ενώπιον του Νόμου» στο άρθρο 28.1 του Συντάγματος δεν μεταδίδει την έννοια της ακριβούς αριθμητικής ισότητας, αλλά διασφαλίζει μόνο εναντίον αυθαίρετων διακρίσεων και δεν αποκλείει εύλογες διακρίσεις οι οποίες μπορούν να γίνουν λόγω της ιδιάζουσας φύσης των πραγμάτων (Mikrommatis v. The Republic 2 R.S.C.C. 125, Ζίζιρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 631. Βλέπε επίσης Δημοκρατία ν. Αρακιάν κ.α.
(1972)3 Α.Α.Δ. 294 και Σεργίδη ν. Δημοκρατίας
(1991)1 Α.Α.Δ. 119). Στην υπόθεση Θεοχαρίδης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 63 αναφέρθηκε ότι αποκλείονται διακρίσεις οι οποίες δεν ανάγονται σε εγγενείς διαφορές μεταξύ των υποκειμένων ή αντικειμένων του δικαίου. Αν τα υποκείμενα ή αντικείμενα της ρύθμισης είναι ομοιογενή, δεν χωρεί διάκριση. Αν είναι ανομοιογενή χωρεί και παρέχεται ευχέρεια για τη θεσμοθέτηση διάφορου κανόνα ή την υιοθέτηση διάφορης ρύθμισης (βλέπε επίσης Αντωνίου ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 441, Χαρ. Ι. Φιλιππίδης και Υιοί Λτδ. ν. Δημοκρατίας
(1997)3 Α.Α.Δ. 378 και Γιασεμίδου ν. Δήμου Λευκωσίας (Αρ.2)
(1996)3 Α.Α.Δ. 491). Η αρχή της ισότητας αξιώνει από τη διοίκηση ομοιόμορφη μεταχείριση όλων όσων βρίσκονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες, ενώ διαφορετική μεταχείριση δεν συνιστά παράβαση της αρχής της ισότητας αν είναι δεκτική αντικειμενικής και εύλογης δικαιολογίας (βλέπε μεταξύ άλλων Mikrommatis v. The Republic, ανωτέρω). Στην υπόθεση Γιασεμίδου (ανωτέρω) τονίστηκε από τον Δικαστή Καλλή ότι: «Από το σύνολο των πορισμάτων της Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας συνάγεται ότι αυτό που απαγορεύει η συνταγματική αρχή της ισότητας είναι η δημιουργία αυθαίρετων, τυχαίων ή συμπτωματικών διακρίσεων. Ομοίως απαγορεύεται η εξομοίωση, από τον κοινό Νομοθέτη διαφορετικών καταστάσεων, ή η ενιαία μεταχείριση προσώπων που βρίσκονται υπό διαφορετικές συνθήκες πραγματικές ή νομικές με βάση όμως τυπικά ή συμπτωματικά κριτήρια. Ως αντισυνταγματικές θεωρούνται μόνο οι προδήλως παραβιάζουσες την αρχή της ισότητας διατάξεις. Η δε δικαστική εξουσία περιορίζεται σε έλεγχο υπερβάσεως ακραίων ορίων.» Από τις αρχές οι οποίες έχουν τεθεί πιο πάνω δεν συμμερίζομαι τη θέση του ενάγοντα ότι το άρθρο 5
(2)του Ν.144(Ι)/2001 είναι αντισυνταγματικό. Όπως σαφέστατα προκύπτει, ο νομοθέτης μπορεί να θεσμοθετήσει διακρίσεις και να θέσει προϋποθέσεις για διαφορετική ρύθμιση ανομοιογενών καταστάσεων. Περαιτέρω, το ότι εκ του νόμου υπάρχει δικαίωμα για κάποιο δικαιούχο η θέση προϋποθέσεων είναι για να ρυθμίζεται η απόλαυση του δικαιώματος αυτού από τον εκάστοτε δικαιούχο. Στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 5 θέτει προϋποθέσεις οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό της αποζημίωσης θέτοντας όμως και ένα μέγιστο ποσοστό προσαύξησης του ποσού της αποζημίωσης που θα δοθεί που είναι μέχρι 25%. Εδώ δηλαδή υπάρχει ίση μεταχείριση σε σχέση με το ποσό της αποζημίωσης που θα δοθεί λαμβανομένων υπόψη των τεθέντων προϋποθέσεων. Θα υπήρχε, θεωρώ, άνιση μεταχείριση αν ο ίδιος ο νόμος καθόριζε κριτήρια για το ποια αποζημίωση θα παραχωρείτο σε κάθε δικαιούχο ξεχωριστά. Και αυτό διότι το δικαίωμα της ελευθερίας που και αυτό προστατεύεται συνταγματικά είναι για όλους το ίδιο είτε κάποιος είναι παντρεμένος είτε άγαμος είτε ψηλά αμοιβόμενος είτε χαμηλά αμοιβόμενος. Είναι γεγονός ότι ο υψηλά αμοιβόμενος θα επωφεληθεί μεγαλύτερου ποσού αποζημίωσης αλλά αυτό είναι ζήτημα των πραγματικών δεδομένων εκάστου δικαιούχου και δεν είναι δυνατό ο νόμος να εξισώσει τον χαμηλά αμοιβόμενο που έχει καταδικαστεί με τον ψηλά αμοιβόμενο. Πρόκειται για διαφορετικές περιπτώσεις που δεν είναι δυνατό να υπάρχουν διαβαθμίσεις και κριτήρια έτσι ώστε να υπάρχει εξίσωση όσον αφορά το ποσό της αποζημίωσης. Η στέρηση της ελευθερίας επιφέρει δυσμενείς συνέπειες αλλά η βαρύτητα και σημασία της είναι η ίδια. Και είναι εδώ που έρχεται ο νόμος θέτοντας προϋποθέσεις και προβλέπει ότι στην αποζημίωση που έχει σαν βάση τα εισοδήματα του αιτητή προστίθεται και ένα ποσοστό προσαύξησης μέχρι 25%. Η ισότητα δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ποσοτική. Το άρθρο 28.1 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα της ισότητας μεταξύ ομοίων περιπτώσεων. Αποκλείεται η διάκριση των ομοιογενών ως και η εξομοίωση των ανομοιογενών υποκειμένων και αντικειμένων του Δικαίου (βλ. Ανδρέας Μαυρομμάτης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω 1. Υπουργικού Συμβουλίου 2. Υπουργείου Οικονομικών
(1998)3 Α.Α.Δ. 910). Ενόψει των πιο πάνω κατάληξή μου είναι ότι ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το άρθρο 5
(2)του περί κατ΄ ΄Εφεση Ανατροπής Ποινής Φυλάκισης (Αποζημίωση) Νόμου του 2001 αντίκειται στο άρθρο 28 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα για το ποσό των Αγγλικών Λιρών GBP7.820 ή το ισόποσό του σε ευρώ προσαυξημένο κατά 25%, με νόμιμο τόκο από 29/6/09 πλέον έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο